ΕΞΙ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ – Μακεδονική Εκτίναξη – Αλεξανδρινή Αίσθηση

Ένα Τέλος που είναι μια Νέα Αρχή

Ο Αλέξανδρος άφησε την τελευταία του πνοή σε βαθιά γεράματα αντικρίζοντας μέχρι την τελευταία του στιγμή τον Παρθενώνα, από το σπίτι του δίπλα στον ιερό βράχο. Πλάι του η οικογένεια και ο πολύς καλός του φίλος και συνεταίρος στη δουλειά,  Σωφρονίσκος. Γλύπτης κι αυτός στο επάγγελμα και πατέρας του νεαρού φιλοσόφου Σωκράτη, φίλου του γιού του, του Αλέξανδρου.

Μετά το θάνατό του ο Σωφρονίσκος συνέχισε να καθοδηγεί επαγγελματικά στην γλυπτική τέχνη τόσο τον γιό του τεθνεώτος τον Αλέξανδρο, όσο και τον δικό του γιό τον Σωκράτη. Ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει μετά από δυο χρόνια απουσίας, έχοντας συμμετάσχει στη νικηφόρα εκστρατεία των Αθηναίων στην Ποτίδαια. Εκστρατεία με σκοπό την καταστολή της αποστασίας της πόλης από την Αθηναϊκή Συμμαχία στην οποία υποκινούνταν ταυτόχρονα και σε συνεννόηση, τόσο από τους Κορίνθιους, όσο και από τον βασιλιά της Μακεδονίας Περδίκκα.  

 

Σε μια μάλιστα από τις μάχες που συμμετείχε είχε σώσει και το νεαρό Αλκιβιάδη, ανιψιό του Περικλή στο σπίτι του οποίου και φιλοξενούνταν, καθότι ήταν ορφανός. Και ο οποίος παρά το νεαρό της ηλικίας θεωρούνταν ήδη χαρισματικός και μεγάλος πολιτικός νους με λαμπρό μέλλον. Η διάσωση αυτή υπήρξε η αιτία της γέννησης μιας δυνατής φιλίας ανάμεσα στο Σωκράτη και τον Αλκιβιάδη.  

Ένα χρόνο μετά την πτώση της Ποτίδαιας, η Θήβα, σύμμαχος κι αυτή της Σπάρτης,  επιτέθηκε στις Πλαταιές, που επίσης ανήκαν στην Αθηναϊκή συμμαχία.

Με αφορμή την τελευταία αυτή σύγκρουση, η αντιπαράθεση που σοβούσε ανάμεσα στους δυο συνασπισμούς Αθήνας – Σπάρτης, δημιουργώντας συνεχώς  άλλοτε μικρότερες και άλλοτε μεγαλύτερες περιφερειακές συγκρούσεις, έλαβε διαστάσεις γενικευμένου πολέμου.

Ο Σωκράτης που είχε επιστρέψει από την Ποτίδαια ένα χρόνο πριν το ξέσπασμα του μεγάλου αυτού πολέμου, είχε ξεκινήσει να εργάζεται στο εργαστήριο του πατέρα του. Πολύ σύντομα όμως έπαψε να δείχνει ενδιαφέρον για το επάγγελμα του γλύπτη και στράφηκε ολοκληρωτικά προς το χώρο της φιλοσοφίας.

Επηρεασμένος ίσως από το γεγονός ότι η μάνα του η Φαιναρέτη, ήταν μαία, ακολούθησε στις φιλοσοφικές του αναζητήσεις μια τακτική υποβολής συνεχών ερωτημάτων προς τους συνομιλητές του εκμαιεύοντας από αυτούς διαδοχικές απαντήσεις που όμως τελικά οδηγούσαν στην επιβεβαίωση των δικών του απόψεων. Για να πετύχει αυτό καμωνόταν συχνά πως ο ίδιος τάχα ήθελε να διδαχτεί από τους άλλους. Δεν αργούσε όμως να ξεσκεπάσει τη διανοητική κατωτερότητά τους, κάτι που ενοχλούσε πάρα πολύ, μιας και η στάση του φάνταζε σαν ειρωνεία. 

Ο στενός του φίλος Αλέξανδρος, σχεδόν δέκα χρόνια μικρότερός του, συνέχισε να εργάζεται κοντά στον Σωφρονίσκο για βιοποριστικούς λόγους, αλλά όλο τον ελεύθερο χρόνο του τον περνούσε κοντά στο Σωκράτη με ατέλειωτες συζητήσεις.

«Είδες που οδηγεί ο πλούτος και η τρυφηλότητα τον άνθρωπο Αλέξανδρε; Τι κι αν ο Αθηναίος πολίτης έχει τα καλά όλου του κόσμου, τι κι αν γεμίσαμε αστραφτερούς ναούς, αγάλματα θεών και θεατρικές παραστάσεις, οι Αθηναίοι κατάντησαν μαλθακοί, οκνοί, λογάδες και πλεονέκτες», έλεγε συχνά στον Αλέξανδρο.

«Ποιος θα δώσει ηθική αγωγή στο λαό; Μήπως οι πνευματικές πόρνες που λέγονται σοφιστές; Αυτοί που αντί να αναζητούν την πραγματική αλήθεια, σου μαθαίνουν με ρητορικά κόλπα να την  παρουσιάζεις κατά το δοκούν, παρ’ ότι γνωρίζουν ότι κάνουν το άδικο να φαίνεται δίκαιο; Αυτοί οι λαοπλάνοι και δημοκόποι σαν τον Κλέωνα, που δίνουν τη δυνατότητα στον κάθε άχρηστο που όμως έχει λεφτά να φαντάζει στα μάτια του λαού σαν σωτήρας και εκμεταλλευόμενοι το δημοκρατικό πολίτευμα να τον φέρνουν στην εξουσία;

Είναι αυτό δημοκρατία; Είναι λογικό πράγμα να καταλαμβάνουν οι πολίτες τις διάφορες θέσεις εξουσίας με κλήρωση και όχι ανάλογα με τις ικανότητές τους; Θα δεις σύντομα πως θα ξεσκεπαστούν όλες αυτές οι δυσλειτουργίες στον μεγάλο πόλεμο που ξεκίνησε με τη Σπάρτη. Θυμήσου τα λόγια μου: Με τέτοια ηθική κατάπτωση δεν έχουμε καμιά τύχη, η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη».

«Ξέρεις όμως τι λένε για σένα αυτοί που σε κατηγορούν Σωκράτη; Ότι προσπαθείς να ορίσεις το καλό και το κακό χρησιμοποιώντας την αδιαμφισβήτητη μεν ευφυία σου, ανάγοντας όμως τον άνθρωπο σε ηθικό νομοθέτη του εαυτού του. Σ’ έχουν ακούσει για παράδειγμα πολλές φορές να λες ότι: “αντί να τρέξω να εξετάσω τα ουράνια, βροντές κι αστραπές, σαν τι θαύμα κρύβεται πίσω από αυτά, σωστότερο είναι να καταλάβω τι είμαι εγώ ο ίδιος”. Ότι υπάρχει μόνο μια πραγματική δυστυχία, να κάμει κανείς κακό, και μια μονάχα πραγματική ευτυχία: να κάνει καλό. Και ότι επειδή  κανείς δεν αποζητάει να κάνει δυστυχισμένο τον εαυτό του ή να τον βλάψει, κανείς δεν είναι θεληματικά κακός (ουδείς εκών κακός), άρα όποιος ξέρει το καλό, το πράττει κιόλας”. Επομένως, λες: η αρετή είναι διδακτή, και έχεις ορίσει σαν σκοπό της ζωής σου να κάνεις τους ανθρώπους καλούς. Σε κατηγορούν ωστόσο για αυτό που σου είπα: ότι έχεις αναγάγει τον άνθρωπο σε ηθικό νομοθέτη των εννοιών καλού – κακού. Και ότι αποσυνδέεις τον αξιακό κώδικα της ζωής από την αιτία και το σκοπό της δημιουργίας των όντων, από την αρχή που έδωσε την πρώτη κίνηση. Στοιχείο το οποίο αναζήτησαν και στήριξαν τις θεωρίες τους όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι πριν από σένα. Λένε επίσης οι κατήγοροί σου, ότι αυτή, η δική σου η θέαση των πραγμάτων είναι που γέννησε και την σοφιστική, την οποία ενώ εσύ για τόσα πολλά την κατηγορείς, ισχυρίζονται ότι στην πραγματικότητα φύτρωσε στο έδαφος της δικής σου κοσμοθεωρίας. Και ότι ο καθένας βρίσκει την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις και τις ικανότητές του για να ορίσει ο ίδιος το καλό και το κακό “κατά το δοκούν”, όπως λες, και όχι όπως αυτό απορρέει από τον σκοπό της του παντός διοικήσεως, όπως είχε πει για παράδειγμα ο Ηράκλειτος. Εκεί πατάνε οι σοφιστές κάνοντας το άσπρο – μαύρο. Άρα αν κινηθούμε οπισθοβατικά αναζητώντας τα αίτια της κοινωνικής παρακμής, λόγω της δημαγωγίας των σοφιστών και της διαφθοράς τους, οδηγούμαστε αναπόδραστα σε σένα.  Αυτά σου χρεώνουν και δεν ξέρω μήπως τελικά γίνεις εσύ το εξιλαστήριο θύμα σε μια ενδεχόμενη ήττα και τη μιζέρια που αυτή θα επιφέρει».

Ο Σωκράτης έμεινε για λίγο σκεπτικός και στη συνέχεια απάντησε: «Ακούω αυτά που μου λες Αλέξανδρε, αλλά αν ακούσεις κι εσύ τα λόγια μου πιο προσεκτικά θα διαπιστώσεις ότι δεν υποτιμώ τους προκατόχους μου, αντίθετα τους τιμώ και παίρνω υπόψη τα λεχθέντα υπ’ αυτών. Θα βρεις δηλαδή στα λόγια μου στοιχεία και της ελεατικής φιλοσοφίας, και του δυϊσμού των Ορφικών, και των Πυθαγορείων. Δοσμένα όμως με τον δικό μου τρόπο».     

     

Ο πόλεμος ωστόσο προχωρούσε σπέρνοντας την καταστροφή στις πόλεις και των δυο συνασπισμών. Λοιμός βαρύς χτύπησε την πολιορκημένη εντός των μακρών τειχών Αθήνα, που εύρισκε ασφαλή δίοδο μόνο προς τη θάλασσα μέσω του Πειραιά. Μέσα στους χιλιάδες νεκρούς που άφησε ο λοιμός και ο Περικλής.

Ο Σωκράτης, πιστός στο θεσμό του πολίτη – οπλίτη,  θα συμμετάσχει σε μια ακόμη μάχη υπέρ της Αθήνας στο Δήλιο εναντίον των Βοιωτών, φορώντας σε ηλικία σαράντα πέντε ετών τη βαριά πανοπλία του αθηναϊκού πεζικού.

Συμπληρώνονται έτσι δέκα χρόνια πολέμου χωρίς νικητή, μόνο καταστροφές. Εν τέλει ο Αθηναίος στρατηγός Νικίας και ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Πλειστοάνακτας, αποφασίζουν και υπογράφουν ειρήνη για πενήντα χρόνια.

Περνούν έξι χρόνια από την υπογραφή της συμφωνίας και οι Αθηναίοι δέχονται αίτημα βοήθειας από την πόλη Έγεστα της Σικελίας, η οποία βρίσκεται σε πόλεμο με την κορινθιακή αποικία των Συρακουσών. Ο Αλκιβιάδης πείθει τους Αθηναίους να αρπάξουν την ευκαιρία και με πρόσχημα την υποστήριξη των Εγεσταίων να ελέγξουν την Μεγάλη Ελλάδα, στριμώχνοντας τη Σπάρτη. Η άποψή του επικρατεί και ο αθηναϊκός στόλος αναχωρεί  για τη Μεγάλη Ελλάδα. Ωστόσο, λίγο πριν τον απόπλου του στόλου προκύπτει τεράστιο πολιτικοθρησκευτικό σκάνδαλο λόγω βανδαλισμού των «ερμαϊκών στηλών»  για το οποίο κατηγορείται ο Αλκιβιάδης,  ο οποίος και ανακαλείται για να δώσει εξηγήσεις. Στο ταξίδι της επιστροφής ο Αλκιβιάδης, θεωρώντας δεδομένη την καταδίκη του αυτομολεί στη Σπάρτη.  Για να εκδικηθεί τους πολιτικούς του αντιπάλους στην Αθήνα αρχίζει και καθοδηγεί τους Σπαρτιάτες. πείθοντάς τους να αποστείλουν και αυτοί εκστρατευτικό σώμα στη Σικελία. Η σύγκρουση θα αποβεί μοιραία για τους Αθηναίους που παθαίνουν πανωλεθρία.

Ακολουθώντας πάντα τις συμβουλές του Αλκιβιάδη οι Σπαρτιάτες συνεχίζουν και οχυρώνουν τη Δεκέλεια προκαλώντας ασφυξία στην Αθήνα, αποκόπτοντας όλες τις γραμμές ανεφοδιασμού από ξηράς. Ταυτόχρονα απευθυνόμενοι στους Πέρσες, με την καθοδήγηση πάντα του Αλκιβιάδη, λαμβάνουν οικονομική χρηματοδότηση και κατασκευάζουν στόλο για να αποκόψουν τις γραμμές τροφοδοσίας των Αθηναίων και από τη θάλασσα. Η ολική κατάρρευση και η συνθηκολόγηση της Αθήνας θα έρθει μετά από εννέα χρόνια.

Στο μεταξύ, από την εποχή της Νικίειου Ειρήνης ο Σωκράτης πλαισιώνεται συνεχώς από όλο και περισσότερους μαθητές, ενώ δημιουργούνται σχολές φιλοσοφίας και σε άλλες πόλεις, που έχουν ως αφετηρία τη δική του φιλοσοφική προσέγγιση. Οι ομιλίες του για ηθική αναμόρφωση μέσα στη μιζέρια του μεγάλου πολέμου και την ταπείνωση της ήττας που ακολούθησε ενόχλησαν πολλούς από τους ισχυρούς της Αθήνας. Οι οποίοι μεταστρέφοντας τις δικές τους ευθύνες και λανθασμένες επιλογές, φόρτωσαν τις συμφορές της πόλεως στον Σωκράτη. Θεωρώντας αυτές τις συμφορές αποτέλεσμα όλων των νεωτεριστικών αντιλήψεων και τάσεων που είχαν επικρατήσει στην Αθήνα, μερικές δεκαετίες μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, τις οποίες απέδιδαν συλλήβδην σε αυτόν και τις διδασκαλίες του. Με το Σωκράτη να αντιτείνει ότι άλλο πράγμα είναι η παρακμή ενός πολιτισμού και άλλο η αναζήτηση διεξόδων από αυτή την παρακμή στην οποία στόχευαν οι δικές του προσπάθειες. Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα ήταν η θανατική του καταδίκη, η οποία από κάθε άποψη υπήρξε ένας  δικαστικός φόνος.

«Ποια είναι η γνώμη σου Αλέξανδρε για όλα αυτά;» θα ρωτήσει ο Σωκράτης το φίλο του Αλέξανδρο, λίγο πριν το θάνατό του.

«Με θλίψη μου διαπιστώνω ότι επιβεβαιώθηκαν οι προβλέψεις μου για τις οποίες σε είχα προειδοποιήσει. Είσαι το εξιλαστήριο θύμα όλων των δεινών της πόλεως», απάντησε ο Αλέξανδρος. «Πάντως», συνέχισε, «η άποψή μου είναι ότι για όλα ευθύνεται ο Αλκιβιάδης. Δεν τον κατηγορώ μόνο για τον άθλιο και ανισόρροπο χαρακτήρα του αλλά και για χρηματισμό από τους Πέρσες με σκοπό να οδηγήσει τις δυο πόλεις σε αλληλοεξόντωση. Ξέρω πόσο καλός φίλος σου ήταν, αλλά αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Υποστηρίζοντας μια τη μια και μια την άλλη πλευρά τους κατέστρεψε και τους δυο για λογαριασμό των Περσών, στους οποίους τελικά και κατέφυγε για να γλυτώσει και από τους δυο. Αυτό που δεν κατάφεραν οι Πέρσες στο Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα το κατάφεραν με τον Αλικιβιάδη. Λυπάμαι Σωκράτη, αλλά η Αθήνα που τόσο αγαπούσες καταστράφηκε από τον καλύτερό σου φίλο. Δεν μπορούν να εξοντώσουν αυτόν και σκοτώνουν εσένα θεωρώντας τον δικό σου κατασκεύασμα».

Ο Αλέξανδρος που βάδιζε πια στα πενήντα πέντε παρακολούθησε τη δίκη παρωδία μαζί με τον σημαντικότερο μαθητή του Σωκράτη, τον Πλάτωνα, που κόντευε τα τριάντα. Ο άξιος μαθητής του μεγάλου δασκάλου εντόπισε έγκαιρα τα περιθώρια που άφηνε η σωκρατική διδασκαλία για σοφιστικές παρερμηνείες στην αναζήτηση του αληθούς. Και για να αποκλείσει τις υλιστικές προσεγγίσεις και τις σοφιστικές ψευτοφιλοσοφίες και τους «Κλέωνες», παρενέβαλε χάσμα μέγα μεταξύ των δυο θέσεων. Διδάσκοντας ότι οι αληθινοί φιλόσοφοι δεν αναζητούν την αλήθεια βασιζόμενοι σε ατομικές διανοητικές συλλήψεις αλλά αναζητούν να δουν την αλήθεια με «το της ψυχής όμμα»

«Το σώμα του ανθρώπου, Αλέξανδρε, ανήκει στον κόσμο των αισθητών, στον κόσμο της ύλης», θα του πει κάποια στιγμή ο Πλάτων. «Όμως η ψυχή του ανήκει στον κόσμο των νοητών. Εκεί οφείλει την ύπαρξη και την καταγωγή της. Η ψυχή, προτού συνδεθεί με την ύλη, προϋπήρξε σε αυτόν τον κόσμο. Εκεί είδε τις άφθαρτες και αναλλοίωτες μορφές των όντως υπαρκτών, τις εικόνες των αϊδίων ιδεών, και επομένως έχει προεγγεγραμμένες μέσα της τις ιδέες των όντων. Δηλαδή ο άνθρωπος έχει την άμεση εμπειρία και των δυο κόσμων, δηλαδή του κόσμου των αισθητών που γνωρίζει με τους οφθαλμούς του σώματος και του κόσμου των νοητών, την όντως αλήθεια, που γνωρίζει με τους οφθαλμούς της ψυχής. Τα αιώνια αυτά πρότυπα αντικατοπτρίζονται στην ψυχή του ανθρώπου με μια λειτουργία ανάμνησης. Οι ιδέες δηλαδή των όντων είναι όσα είδε η ψυχή στον κόσμο των νοητών και όχι προϊόντα της λειτουργίας του νου. Η άρρωστη κοινωνία μας δεν μπορεί πια να σωθεί παρά μονάχα με την εμπέδωση μιας τέτοιας ηθικής αγωγής του  λαού».

Δέκα χρόνια περίπου μετά το θάνατο του Σωκράτη, ο Πλάτων ταξίδεψε στη Μεγάλη Ελλάδα, όπου γνώρισε και συνδέθηκε με τους Πυθαγορείους. Επιστρέφοντας δυο χρόνια μετά ίδρυσε στην περιοχή του Κολωνού φιλοσοφική σχολή με το όνομα: Ακαδημία.

Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος που δέκα χρόνια πριν το θάνατο του Σωκράτη είχε παντρευτεί τη Λαοφόντη, εξαδέλφη της Ξανθίππης, της συζύγου του Σωκράτη, συνέχισε να εργάζεται ως γλύπτης με τη βοήθεια των δυο γιών του, τον Αγήνορα και τον  Θέστιο. Και ενώ κόντευε πια τα εξήντα πέντε, η γυναίκα του έφερε στον κόσμο τον τρίτο του γιό, τον οποίο προς τιμήν ένδοξων προγόνων του που έφεραν το όνομα Λύσανδρος, τον ονόμασε κι αυτόν Λύσανδρο. 

Πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια από τη γέννηση του Λύσανδρου. Όλα αυτά τα χρόνια ο Πλάτων πραγματοποίησε πολλά ταξίδια στην Αίγυπτο, την Κυρήνη στα βόρεια παράλια της Αφρικής και στη Μεγάλη Ελλάδα, συγγράφοντας συνεχώς κείμενα, κυρίως υπό μορφή φιλοσοφικών διαλόγων. Τα έργα: Η απολογία του Σωκράτους, το Συμπόσιον, η Πολιτεία, οι Νόμοι και ο Τίμαιος, είναι ένα μικρό μέρος της γραπτής παρακαταθήκης του.

Η φήμη της Ακαδημίας συνεχώς μεγάλωνε και συνέρρεαν σ’ αυτή μαθητές απ’ όλη την Ελλάδα. Ο νεαρός Λύσανδρος που έδειχνε μειωμένο ενδιαφέρον για τη γλυπτική σε σχέση με τους μεγαλύτερους αδελφούς του, έπεισε τον πατέρα του να του επιτρέψει να φοιτήσει σε αυτή. Ο πατέρας που είχε θητεύσει δίπλα σε τόσο μεγάλους φιλοσόφους έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη για τη φιλοσοφία και συναίνεσε.

Από την πρώτη κιόλας ημέρα στην Ακαδημία, ο Λύσανδρος έπιασε φιλίες με έναν ξεχωριστό μαθητή του Πλάτωνα, από τα Στάγειρα της Μακεδονίας. Τον κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερό του Αριστοτέλη.

Με το θάνατο του Πλάτωνα ο διακεκριμένος πλέον μαθητής του Αριστοτέλης, προσκλήθηκε από τον οπαδό του Πλάτωνα και δικό του προσωπικό φίλο Ερμία, που ηγεμόνευε στα Άταρνα της Μικράς Ασίας για να ιδρύσει μια θυγατέρα πλατωνική ακαδημία στην πόλη Άσσο της Τρωάδας. Ο στενός φίλος του Αριστοτέλη Λύσανδρος, τον ακολούθησε και τον βοήθησε στην ίδρυση της νέας Ακαδημίας, όπου ο Αριστοτέλης δίδαξε τρία χρόνια. 

Στο διάστημα αυτό των τριών χρόνων ο Αριστοτέλης συνδέθηκε και τελικά  πήρε για γυναίκα του την ανεψιά του Ερμία, την βιολόγο και εμβρυολόγο Πυθιάδα. Ο Ερμίας, έχοντας στενές επαφές με τον βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας και διαβλέποντας την επερχόμενη σύγκρουση με τους Πέρσες προέτρεψε τον Αριστοτέλη να μεταβεί στη Μακεδονία και να αναλάβει την εκπαίδευση του γιού του Φιλίππου, Αλέξανδρου.

Ο Αριστοτέλης ανταποκρίθηκε άμεσα, αλλά οι Πέρσες πληροφορήθηκαν τις ενέργειες του Ερμία και αφού για λίγο καιρό τον φυλάκισαν, στη συνέχεια τον υπέβαλαν σε σταυρικό θάνατο για προδοσία.

Ο Αριστοτέλης απέτισε φόρο τιμής στο φίλο του αφιερώνοντάς του ένα αναθηματικό επίγραμμα, ύμνο στην αρετή,  στο κενοτάφιό του στους Δελφούς, γράφοντας: Είναι τιμή  για τους Έλληνες να μοχθούν και να πεθαίνουν για την αρετή.

Όταν ο σπουδαίος φιλόσοφος ανέλαβε την εκπαίδευση του γιου του βασιλιά Φιλίππου, ο Αλέξανδρος ήταν  δεκατριών ετών, ο Αριστοτέλης τριάντα έξι  και ο στενός φίλος, βοηθός και ακόλουθος του φιλοσόφου Λύσανδρος, τριάντα.

Η «Σχολή του Αριστοτέλη» όπου μαθήτευσε ο Αλέξανδρος και οι συνομήλικοι συμμαθητές του ήταν στην περιοχή Μίεζα της Μακεδονίας σε ένα ήρεμο φυσικό περιβάλλον.

«Πριν έρθουμε στο σήμερα», ξεκίνησε λέγοντας στους μαθητές του ο Αριστοτέλης, «θα πρέπει να πούμε ότι έξι χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς μίλησε για τα θέματα που και εμείς θα ασχοληθούμε τώρα, ο Ζαρατούστρα. Θα μιλήσουμε επίσης για την παλιά γνωμολογική σοφία, την ορφική θεολογία, την Αιγυπτιακή και την περσική θρησκεία.

Ήταν όντως τεράστιος φιλόσοφος ο Πλάτων και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη θέση του ότι είναι αδύνατη η γνώση αν δεν ανάγομε το μερικό στο γενικό, αν δεν σχηματίσουμε έννοιες. Δεν μπορούμε όμως να στηριχθούμε στη βασική του αντίληψη, ότι υπάρχει ένας κόσμος ιδεών χωριστός από τον αισθητό κόσμο και πως αυτός περιέχει τις μόνες αληθινές πραγματικότητες. Δεν μπορούμε δηλαδή να δεχτούμε τον πλατωνικό δυϊσμό, αλλά πρέπει να αναχθούμε στην εμπειρική πραγματικότητα και τις επιστήμες.

Και επειδή ο τρόπος υπάρξεως της κοσμικής σφαίρας είναι αιώνιος, σταθερός, απαράλλακτος και αθάνατος, όλα τα όντα είναι προσανατολισμένα και ρυθμισμένα προς έναν τελικό σκοπό συμβατό με αυτόν τον τρόπο υπάρξεως. Αυτόν λοιπόν τον τελικό σκοπό που όλα ορέγονται και προς τον οποίο όλα κινούνται τον έχω ονομάσει  ενδελέχεια.

Επιπλέον, αν το «πρώτο κινούν» είναι ακίνητο, θα πρέπει να είναι άϋλο, δηλαδή καθαρή ενέργεια. Γιατί μόνο το ασώματο μπορεί να είναι αμετάβλητο και ακίνητο. Άρα το «πρώτο κινούν» θα πρέπει να είναι το απόλυτα τέλειο, αυτό που βρίσκεται στο ανώτατο σκαλοπάτι του είναι.  Είναι με άλλα λόγια αυτό που εννοούμε με τη λέξη: Θεός.

Περαιτέρω νόηση του θεού είναι αδύνατη για τον άνθρωπο, γιατί όπως καταλαβαίνετε η δυνατότητα της νόησης είναι ανάλογη με την αξία του περιεχομένου της. Είναι η νόηση που νοεί τον εαυτό της. 

Θέλω ακόμη να συγκρατήσετε εξ’ υπαρχής, επιγραμματικά. κάποια πράγματα που θεωρώ εξόχως σημαντικά γιατί αποτελούν την πεμπτουσία της εκπαίδευσης που πρόκειται να λάβετε. Και τα οποία στα μαθήματα που θα ακολουθήσουν θα αναλύσουμε ενδελεχώς:

 Υπήρξαν και θα υπάρξουν πολλές ακόμη προσπάθειες στην αναζήτηση του αληθούς, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο επαρκείς. Ένα μόνο σας επισημαίνω σαν το απόλυτο κακό: τον μηδενισμό των σοφιστών. Τη θεοποίηση δηλαδή του ανθρώπινου νου. Την αναγόρευση του ανθρώπου σε ηθικό νομοθέτη του εαυτού του. Πρόκειται για ασθένεια όπου η ιδιοτέλεια με το κάλυμμα της χρησιμότητας, αρχικά επιφέρει τον ατομικό ηθικό θάνατο, ενώ στη συνέχεια εξωτερικευόμενη παγιώνει θεσμούς αδικίας επιφέροντας εν τέλει και το θάνατο της Πολιτείας. Να θυμάστε πάντα και να έχετε σαν οδοδείκτη στη ζωή σας ότι: “το ζητείν απανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόζει τοις μεγαλοψύχοις και ελευθερίοις”.

Τέλος, υπάρχει και κάτι άλλο εξαιρετικά σημαντικό που πρέπει να κατανοήσετε εισαγωγικά και αφορά τον ρόλο της ουσίας στην ενότητα του όντος ως καθόλου και ως συνόλου. Δηλαδή τη διαφορά από είδος σε είδος και τη διαφορά από άτομο σε άτομο του ίδιου είδους.

Ήτοι: Όλα όσα έχουν κοινό τρόπο ύπαρξης, θεωρούμε ότι ανήκουν στο ίδιο είδος, τα ονομάζουμε ομοειδή και τα ορίζουμε με κοινό όνομα. Λέμε: είναι άνθρωπος, είναι λιοντάρι, είναι πεύκο, είναι πεταλούδα. Αυτόν τον κοινό τρόπο της ομοείδειας τον έχω ονομάσει: Δεύτερη ουσία.  

Όμως εκτός από τη διαφορά από είδος σε είδος, πιστοποιούμε και διαφορά από άτομο σε άτομο του ίδιου είδους. Γιατί κάθε ατομική ύπαρξη πραγματοποιεί μεν τον κοινό τρόπο της ομοείδειάς του, αλλά τον πραγματοποιεί με γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν μόνο το συγκεκριμένο άτομο, όχι όλα τα άτομα του ίδιου είδους. Αυτόν τον τρόπο της ενικής μοναδικότητας του κάθε υπαρκτού τον έχω ονομάσει Πρώτη ουσία

Σε καμία περίπτωση ο τρόπος της συμπεριφοράς με τον οποίο μια ατομική ύπαρξη πραγματοποιεί τον κοινό τρόπο της ομοείδειάς του δεν μπορεί να υπερβεί τον τρόπο υπάρξεως του είδους του. Κοντολογίς δηλαδή κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει να είναι κάτι άλλο από αυτό που γεννήθηκε. Δηλαδή να γεννηθεί άνθρωπος και να γίνει ζώο, ή να γεννηθεί άνδρας και να γίνει γυναίκα και πάει λέγοντας».

Τα χρόνια περνούσαν, ο γιός του βασιλιά Φιλίππου ανδρώνονταν μέρα τη μέρα με τον Αριστοτέλη να τον καθοδηγεί στα οράματά του. Σταθερός υποστηρικτής του Αριστοτέλη όλα αυτά τα χρόνια ο φίλος του ο Λύσανδρος ο Αθηναίος. Από τότε που μαζί έφυγαν από την Ακαδημία του Πλάτωνα πριν οκτώ χρόνια δεν πέρασε ούτε μια μέρα χωρίς να είναι δίπλα του και να του συμπαραστέκεται σε κάθε δραστηριότητα.

Όμως το πρωί εκείνης της 2ας Αυγούστου που έμελλε να αλλάξει τον κόσμο, ο Λύσανδρος, άφησε τον Αριστοτέλη για να βρεθεί στη Χαιρώνεια παρατεταγμένος ως «Εταίρος» στο πλευρό του Αλέξανδρου του γιού του βασιλιά Φιλίππου, απέναντι στα συνασπισμένα στρατεύματα των Αθηναίων και των Θηβαίων.

Η διδασκαλία του Αριστοτέλη όλα τα προηγούμενα χρόνια ήταν κάθετη χωρίς να αφήνει κανενός είδους περιθώριο συναισθηματικής υποχώρησης: ο μικροελλαδικός τοπικισμός που θεωρούσε “νόμιμο” να συμμαχεί ή να χρηματίζεται από τους Πέρσες διατηρώντας τη διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων έπρεπε να συντριβεί. Για το μεγάλο δάσκαλο η ενότητα των Ελλήνων ήταν πάνω και πέρα απ’ όλα και έπρεπε να διασφαλισθεί πάση θυσία, έστω και με τη σπάθη ενός νέου εμφυλίου.  Ο θραυσματοποιημένος ελληνικός κόσμος απαιτούσε μια νέα ενοποίηση κάτω από μια νέα στιβαρή διοίκηση.

Η μάχη που επακολούθησε στη Χαιρώνεια ήταν σκληρή, αμφίρροπη και πολύνεκρη, και για τις δυο πλευρές. Οι άνδρες του ιερού λόχου των Θηβαίων έπεσαν μέχρις ενός. Η συμβολή του 18χρονου Αλέξανδρου ήταν καθοριστική, αναδεικνύοντας τη μεγάλη του στρατιωτική ιδιοφυία. Τη στιγμή που το δεξιό κομμάτι της παράταξης των Μακεδόνων είχε αρχίσει να υποχωρεί δεχόμενο φοβερή πίεση, ο Αλέξανδρος ηγούμενος του ιππικού επιτέθηκε κάνοντας ελιγμό παράκαμψης του πεδίου της μάχης από τα αριστερά και αφού πρώτα εξουδετέρωσε το αδύναμο αντίπαλο ιππικό που βρισκόταν πίσω από το πεζικό, γύρισε και χτύπησε ορμητικά τα νώτα των συμμαχικών δυνάμεων  προκαλώντας την κατάρρευσή τους. Η νίκη των Μακεδόνων ήταν συντριπτική. Ήταν μια νίκη από ’κείνες που αλλάζουν τον ρου της ιστορίας, καθώς δεν άφηνε κανένα περιθώριο περαιτέρω αντίδρασης στις ούτως ή άλλως παρηκμασμένες μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο δυνάμεις των πόλεων κρατών.

Σαράντα πέντε χρόνια είχαν περάσει από το συνέδριο των ελληνικών πόλεων στην Κόρινθο για την αντιμετώπιση του περσικού κινδύνου και του Ξέρξη, όταν ο βασιλιάς Φίλιππος μετά τη Χαιρώνεια συγκάλεσε νέο συνέδριο στην Κόρινθο. Σκοπός αυτή τη φορά ήταν η διασφάλιση της ειρήνης μεταξύ των ελληνικών πόλεων και η προετοιμασία πανελλήνιας εκστρατείας εναντίον της περσικής αυτοκρατορίας.

Ο Φίλιππος είχε συνειδητοποιήσει την ανάγκη να συντριβεί στη ρίζα του ο περσικός κίνδυνος που επί δυο αιώνες ταλάνιζε το έθνος. Μόνο που η εκστρατεία την οποία σχεδίαζε δεν επέπρωτο να πραγματοποιηθεί από τον ίδιο, αφού δυο χρόνια μετά τη σύνοδο της Κορίνθου δολοφονήθηκε.  Η ευθύνη τώρα εκτέλεσης του μεγαλεπήβολου σχεδίου έπεφτε ολοκληρωτικά στις πλάτες του εικοσάχρονου γιού του Αλέξανδρου. 

Δυο χρόνια μετά τη δολοφονία του Φιλίππου από πολιτικές διαμάχες της μακεδονικής αυλής και λίγο πριν τη μεγάλη εκστρατεία, ο Αλέξανδρος κάλεσε τον  Παρμενίωνα στην Πέλλα για να πληροφορηθεί την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην ευρύτερη περιοχή της Τρωάδας, όπου δυο χρόνια πριν είχε αποσταλεί από τον Φίλιππο μαζί με τον στρατηγό Άτταλο για δημιουργία προγεφυρώματος.  

Ήταν τέλος Απριλίου στη Μίεζα, όπου ένα δειλινό γύρω από μια φωτιά και με τον αέρα να μυρίζει πεύκο και υγρασία, ο νεαρός βασιλιάς Αλέξανδρος στεκόταν κάτω από τις στοές του κήπου της βασιλικής σχολής, κρατώντας ένα ξύλινο δόρυ εξάσκησης. Απέναντί του, ο Παρμενίωνας και ο Αριστοτέλης μαζί με τον έμπιστο συνοδό του Λύσανδρο.  Ο Αριστοτέλης του είχε μόλις ανακοινώσει πως δεν θα ακολουθήσει την εκστρατεία και ότι σύντομα θα επέστρεφε στην Αθήνα για να ιδρύσει εκεί μια νέα σχολή: το Λύκειο.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ:

«Δηλαδή φεύγεις. Τώρα που ετοιμαζόμαστε για το μεγάλο ξεκίνημα»;

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ:

«Κανένας δάσκαλος δεν πρέπει να στέκεται αιώνια μπροστά στον μαθητή του. Κάποτε γίνεται σκιά που εμποδίζει το φως».

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ:
«Ή ασπίδα που τον προστατεύει».

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ:
«Οι βασιλιάδες που χρειάζονται διαρκώς ασπίδες, πεθαίνουν φοβισμένοι. Εσύ το ξέρεις αυτό καλύτερα από τον καθένα».

Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε αχνά, αλλά το πρόσωπό του έμεινε σκοτεινό.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ:
«Και η Αθήνα; Τι βρίσκεις εκεί που δεν υπάρχει εδώ;»

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ:
«Δεν είναι ότι βρίσκω κάτι περισσότερο από εδώ βασιλιά μου, απλά όλες οι φιλοσοφικές σχολές βρίσκονται εκεί, καθώς επίσης εκεί θα έχω το χρόνο να τελειώσω το συγγραφικό μου έργο.

Όμως υπάρχει και κάτι άλλο πιο σημαντικό Αλέξανδρε: μπορεί να τους ισοπέδωσες όλους στρατιωτικά και κυρίως τη Θήβα, αλλά τώρα κάποιος πρέπει να τους εξηγήσει την υπέρτερη ανάγκη για την οποία έπρεπε να συμβούν όλα αυτά. Να αμβλύνει τις αντιπαλότητες και το αδελφοκτόνο μίσος. Να χτίσει γέφυρες επικοινωνίας. Όπως γνωρίζεις, ο Δημοσθένης και πολλοί άρχοντες των ηττημένων πόλεων πνέουν μένεα εναντίον σου. Ο πατέρας σου ο Φίλιππος έλυσε τη βαθιά αιτία της ελληνικής στασιμότητας, τον πολιτικό κατακερματισμό. Αλλά όπως η πόλη απελευθέρωσε τον  άνθρωπο από τις ενστικτώδεις ενορμήσεις και τον φίλαυτο πρωτογονισμό, μετατρέποντάς τον από άτομο σε πολίτη, έτσι τώρα το έθνος καλείται να απελευθερώσει την εθνική ψυχή από την πόλη και να τον οδηγήσει στην εθνική ολοκλήρωση. Αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να βαδίσουμε, αν ξεστρατίσουμε θα χαθούμε.     

Θέλω λοιπόν πάνω σ’ αυτό πριν φύγω με το θάρρος του δασκάλου να σου επαναλάβω και να σου επιστήσω την προσοχή για μια ακόμη φορά πάνω σε αυτό που ήδη σου τόνισα πολλάκις: Έχεις την ανάγκη όλων των Ελλήνων αλλά πρόσεξε: μόνο των Ελλήνων. Ποτέ μην μεταχειριστείς σαν ίσους τους Έλληνες με τους βαρβάρους. Ξέρω ότι προτίθεσαι να με παρακούσεις, αλλά εγώ σε αποτρέπω. Υπάρχουν ήδη βάρβαροι που παριστάνουν τους Έλληνες, παίρνοντας εκ του πονηρού ελληνικά ονόματα στην προσπάθειά τους να διεισδύσουν στον κόσμο των Ελλήνων και ιδιαίτερα στις ελληνικές σχολές φιλοσοφίας για να διαστρέψουν τα νοήματα. Είναι άνθρωποι που απεργάζονται το κακό μας και προσπαθούν να μας διαλύσουν όχι στο πεδίο της μάχης αλλά εκ των έσω. Παρουσιάζονται ως Έλληνες και δη οπαδοί του  Πυθαγόρα, του Πλάτωνα και άλλων. Είναι άνθρωποι προερχόμενοι από τις περιοχές της Παλαιστίνης και της Κοίλης Συρίας που βοηθιούνται από κάποιους ντόπιους ομοφύλους τους οι οποίοι σε μικρούς αριθμούς προϋπάρχουν διεσπαρμένοι από παλιά στις ελληνικές περιοχές αλληλοϋποστηριζόμενοι σθεναρά. Η χρησιμοποίηση τέτοιων ανθρώπων, αλλά και γενικώς αλλοφύλων σα να είναι Έλληνες θα είναι καταστροφική για τον Ελληνισμό. Θυμήσου τη ρήση του μεγάλου ιστορικού Θουκιδίδη: “ομότιμοι γαρ και ουχ ομόφυλοι έκαστος τα εαυτώ σπεύδει”. Σκέψου τώρα όταν δεν σπεύδει ο κάθε αλλόφυλος απλά για τα δικά του συμφέροντα αλλά σε συντονισμό με τους υπολοίπους ομοφύλους του προσπαθεί σκόπιμα να σε βλάψει, πόσο επικίνδυνη μπορεί να αποβεί η κατάσταση. 

Και κάτι τελευταίο σε προσωπικό επίπεδο. Εγώ φεύγω άμεσα αλλά σου αφήνω έναν άνθρωπο της απολύτου εμπιστοσύνης μου, τον Λύσανδρο. Χρησιμοποίησέ τον στην προσωπική σου φρουρά αλλά και γενικά σαν έναν άνθρωπο εχέμυθο και αφοσιωμένο ολοκληρωτικά σε σένα και το όραμά σου. Νομίζω ότι είδες τις ικανότητές του στη μάχη της Χαιρώνειας. Δεν μεθά απ’ τη δύναμη, ξέρει να ακούει πριν μιλήσει και να παρατηρεί πριν κρίνει. Τέτοιους άνδρες χρειάζεται περισσότερο ένας βασιλιάς από τους κόλακες με τις χρυσές πανοπλίες. Δεν επιθυμεί αξιώματα, παρά μόνο να υπηρετήσει όπου μπορεί να φανεί χρήσιμος».

Ο Αλέξανδρος έμεινε για λίγο σκεπτικός με το βλέμμα χαμένο στη φαντασμαγορία της έναστρης νύχτας που σιγά – σιγά έριχνε τα σκοτεινά και ψυχρά της πέπλα στη μακεδονική γη.

Απόλυτη ησυχία.

Μόνο ο ήχος της φωτιάς που αναθρώσκει ακουγόταν σε μια ακόμη από ’κείνες τις νύχτες που κοάζουν σα να εξιστορούν μέσα στη συμπαντική αρμονία και σε γλώσσα εξωτική τις ιστορίες των ανθρώπων, τα βάσανα και τα όνειρά τους.

«Τα λέμε αύριο», είπε απευθυνόμενος στον Αριστοτέλη και τον Παρμενίωνα. «Έλα μαζί μου Λύσανδρε».

Ο Αλέξανδρος αφού θυσίασε στον τάφο του πρώτου νεκρού του Τρωικού πολέμου Πρωτεσίλαου στον Ελαιούντα, κατέπλευσε στον απέναντι Αχαιών Λιμένα και αποβιβάστηκε στο Αχίλλειον,  νότια από το ακρωτήριο Σίγειον.

Καθώς οι μακεδονικές τριήρεις πλησίαζαν τις ακτές, ο βασιλιάς Αλέξανδρος όρθιος στην πλώρη του πρώτου πλοίου ζήτησε από το Λύσανδρο που στεκόταν δίπλα του ένα δόρυ. Το ζύγισε για λίγο στο χέρι του κι ύστερα το εξακόντισε προς τη στεριά σαν σημάδι της κυριαρχίας του.

Θα ακολουθήσουν οκτώμισι χρόνια μιας μυθικής περιπέτειας, με τους Έλληνες της στρατιάς του Αλέξανδρου, να διανύουν μια ιλιγγιώδη απόσταση από την Αμφίπολη της Μακεδονίας μέχρι τα πέρατα των Ινδιών.

Αρχικός σκοπός της εκστρατείας ήταν η συντριβή των Περσών που αποτελούσαν συνεχή απειλή για τους Έλληνες. Ο σκοπός επιτεύχθηκε αλλά η εκστρατεία συνεχίστηκε.

Ελευθέρωσε ο Αλέξανδρος αρχικά την ελληνική Μικρά Ασία αποκαθιστώντας στον πολιτικό βίο των πόλεων τη δημοκρατία των ελληνίδων πόλεων. Και αφού κατέκτησε τη Συρία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, επέστρεψε για να εισβάλλει στη Μεσοποταμία. Κατέλαβε την Περσία και τη Βαβυλωνία, κυρίευσε τη Βακτριανή, και έφτασε στην Κασπία και στον ινδικό Καύκασο. Τόλμησε και την κάθοδο στις Ινδίες περνώντας τον Ινδό ποταμό και φτάνοντας στο Γάγγη.

Η στρατιά του Αλέξανδρου προχωρούσε σε εκτάσεις αχανείς, κυριαρχώντας πάνω σε τεράστια ποικιλία λαών, φυλών, γλωσσών, ηθών, παραδόσεων πληθωρικής ποικιλομορφίας. ιδρύοντας παντού «ελληνίδας πόλεις». Πόλεις με «αγορά», για την καθημερινή συνεύρεση των πολιτών και με «θέατρο» για τη διδασκαλίας τους.

Κάποτε ο Λύσανδρος, εκμεταλλευόμενος την προνομιακή αντιμετώπιση που είχε από τον βασιλιά λόγω της φιλίας του με τον Αριστοτέλη, τόλμησε να τον ρωτήσει σε τι απέβλεπε αυτή η εξωφρενικής τόλμης εκστρατεία; Ο ίδιος πάντως ένοιωθε πως η μέθη από τις νίκες που οιστρηλατούσε το νεαρό βασιλιά πρέπει να έπαιζε καθοριστικό ρόλο. Αλλά και ότι η συνείδηση της εμφανούς υπεροχής των Ελλήνων πιθανότατα να τον οδηγούσε στο να αντιλαμβάνεται την κυριαρχία πάνω στα βαρβαρικά φύλα σαν μια ιερή αποστολή που του είχε ανατεθεί από κάποιας μορφής θεϊκή πρόνοια. Ο βασιλιάς αφού έμεινε για λίγο σκεφτικός του απάντησε:

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Οι πολεμικές μας επιτυχίες Λύσανδρε θα αποκτήσουν  νόημα μόνο αν πέραν του ατομικού ηρωισμού, της εθνικής δόξας και της δόξας της κατάκτησης οδηγήσουν τελικά στην παγκόσμια επικράτηση του ελληνικού πολιτισμού. Αν γίνει κατορθωτό δηλαδή ο Ελληνισμός να ηγηθεί μιας κοινής στέγης των εθνών. Χωρίς φυσικά να υποχρεώνουμε κανέναν να αποδεχτεί τα δικά μας ήθη και έθιμα ή τη δική μας θρησκεία.

ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ: Με όλο το σεβασμό μεγάλε βασιλιά αλλά ο δάσκαλός σου ο Αριστοτέλης είχε έντονους ενδοιασμούς για την εξίσωση Ελλήνων και βαρβάρων.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ: Ναι είναι αλήθεια και το θυμάμαι πολύ καλά ότι ο Αριστοτέλης δεν μπορούσε να υπερβεί τη διάκριση Ελλήνων – βαρβάρων, αλλά αν εγώ δεν οργανώσω έναν οικουμενικό τύπο ελληνικού πολιτισμού, που να υπερβαίνει την φυλετική καταγωγή, οι κτήσεις μας θα καταρρεύσουν αμέσως μετά τη δική μου βασιλεία. Οι επιτυχίες μας μπορούν να γίνουν τα θεμέλια ενός μεγάλου κράτους όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να ζήσουν ειρηνικά ανεξάρτητα καταγωγής φρονημάτων, θρησκείας και φυλής, με μόνο αξιολογικό κριτήριο την αρετή τους. Μιας αρετής όμως που θα νοείται και θα ακτινοβολείται από το ελληνικό πνεύμα, το οποίο θα λάμπει μεν χωρίς όμως να ισοπεδώνει τους άλλους πολιτισμούς.  Σκέψου μόνο ένα πράγμα, ότι μιλώντας ελληνικά σήμερα μπορείς να συνεννοείσαι σε όποιο μέρος αυτού του κράτους κι αν βρίσκεσαι. Η κοινή ελληνική είναι πλέον η γλώσσα όλου του κόσμου. Κι αυτό είναι επίτευγμα όχι μόνο δικό μου αλλά όλων των Ελλήνων.

Γι’ αυτό χτίζω συνέχεια Αλεξάνδρειες και Αλεξανδρουπόλεις και όχι για να ικανοποιήσω κάποια δική μου ματαιοδοξία, όπως κάποιοι με κατηγορούν.

Γι’ αυτό οργανώνουμε τους νομάδες σε πολιτικές κοινότητες.

Γι’ αυτό οργανώνουμε παραστάσεις τραγωδιών, μουσικούς και γυμνικούς αγώνες κατά τα ελληνικά πρότυπα.

Αλλά όπως θα έχεις παρατηρήσει δεν επιτρέπουμε σε βαρβάρους να πάρουν μέρος στους δικούς μας Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι Ελλανοδίκες συνεχίζουν να κάνουν απαρέγκλιτα τη δουλειά τους, όπως έκαναν πάντα.

 

Λαοί και φυλές συγκλονίστηκαν όταν άκουσαν πως ο Αλέξανδρος την εικοστή ογδόη ημέρα του μηνός Δαισίου έπαψε να ζει. Ο θρήνος απλώθηκε από τη Βαβυλώνα σε ολόκληρο τον κόσμο. Η μητέρα του Δαρείου τον πένθησε όσο δεν πένθησε τον ίδιο της γιό και πέθανε απέχοντας από τροφή και νερό.

Οι Ασιάτες τον θρήνησαν και τον έκαναν μύθο των φυλετικών τους παραδόσεων. Ενώ οι Έλληνες τον έκαμαν κέντρο της εθνικής τους συνείδησης, με τους λαούς της πελασγικής μικρασιανής ομοφυλίας που – εξαιρέσει των παραλίων- δεν είχαν συμμετάσχει στην ελληνική εθνογένεση, να εισέρχονται πλέον στον εθνικό κορμό πλήρως εξελληνισμένοι.

Οι συμπολεμιστές και οι κληρονόμοι του Αλεξάνδρου, διάδοχοι και επίγονοι, συνέχισαν την εποποιία του οργανώνοντας κράτη ελληνικά σε θεσμούς και ιδέες, συγκροτώντας ένα «ελληνικό καινούριο κόσμο μέγα».

Ημέρες μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, ο Λύσανδρος επιβιβάστηκε σε πλοίο στο ελληνικό λιμάνι της Ιόππης και αναχώρησε για την Αθήνα. Έσπευσε αμέσως στο Λύκειο όπου συνάντησε τον Αριστοτέλη. Βρήκε εκεί τον εξηνταενάχρονο φιλόσοφο έντονα προβληματισμένο, γιατί τα νέα για τον θάνατο του Αλέξανδρου είχαν ήδη κυκλοφορήσει και κάποιοι Αθηναίοι οπαδοί του αντιμακεδονισμού βρήκαν ευκαιρία να ξεσπαθώσουν εναντίον του, θεωρώντας υπεύθυνο τον φιλόσοφο.

Οι δυο παλιοί φίλοι περπάτησαν στα μονοπάτια όπου συνήθιζαν να περπατούν οι οπαδοί της Περιπατητικής Σχολής και συζήτησαν για όλα. Σε μια πολυσύχναστη διασταύρωση συνάντησαν τον στωικό φιλόσοφο Σωτίωνα να κάθεται σε ένα παγκάκι. Τους προσκάλεσε να καθίσουν μαζί του. Την ίδια στιγμή περνούσε από το σημείο ο ρήτορας Δημοσθένης. Όταν ο Σωτίων είδε τον φημισμένο ρήτορα τον χαιρέτησε σκωπτικά: ‘Καλημέρα κυρ Δημοσθένη!” Ο Δημοσθένης επιβράδυνε το βηματισμό του και του έριξε μια λοξή ματιά χωρίς να απαντήσει. Ο Σωτίων συνέχισε: ‘Έμαθα είχες πάει στην Κόρινθο προχθές αλλά οι κακές γλώσσες λένε ότι γύρισες άπρακτος’, ο Δημοσθένης έγινε κατακόκκινος από θυμό και χωρίς να πει λέξη επιτάχυνε το βήμα του. Τότε ο Σωτίων υψώνοντας ακόμη περισσότερο τον τόνο της φωνής του φώναξε δυνατά: ‘εγώ πάντως σε είχα προειδοποιήσει ότι: ου παντός ανδρός ες Κόρινθον εσθ’ ο πλους’, κι έσκασε στα γέλια. Στη συνέχεια απευθυνόμενος στον Αριστοτέλη και το Λύσανδρο εξήγησε: ‘Είχε πάει στην Κόρινθο για να απολαύσει την εταίρα Λαϊδα, αλλά όταν του είπε πόσα χρήματα ήθελε για τις υπηρεσίες της έφυγε τρέχοντας’. Οι τρεις άνδρες ξέσπασαν σε γέλια.

«Εμένα θα με συγχωρέσετε αλλά έχω μια δουλειά και πρέπει να σας αφήσω», είπε ο Αριστοτέλης και σηκώθηκε. «Θα σε περιμένω το μεσημέρι στο σπίτι για φαγητό», πρόσθεσε απευθυνόμενος στον Λύσανδρο καθώς έφευγε. Ο Λύσανδρος έγνεψε καταφατικά.

«Έχει σοβαρό πρόβλημα με τους οπαδούς του αντιμακεδονισμού», είπε ο Σωτίων. «Θα έλεγα πως ίσως και να κινδυνεύει. Θα ήταν φρόνιμο για αυτόν να φύγει από την Αθήνα. Πάντως εγώ σε προσκαλώ στην Ποικίλη Στοά για να γνωρίσεις τον Ζήνωνα τον Κιτιέα τον δάσκαλό μας και ιδρυτή της, και ιδρυτή της στωικής φιλοσοφίας».

«Θα έρθω αύριο το πρωί», απάντησε ο Λύσανδρος.

 Ήταν αρχές Φθινοπώρου και ο καιρός ήταν ακόμη καλός. Μετά το φαγητό ο Αριστοτέλης και ο Λύσανδρος κάθισαν στην σε μια μικρή αυλή στο πίσω μέρος του σπιτιού για να κουβεντιάσουν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ:«Σύντομα θα φύγω από την Αθήνα Λύσανδρε. Έχω ένα μικρό κτήμα από τη μητέρα μου στη Χαλκίδα και θα αποτραβηχτώ εκεί μέχρι το τέλος της ζωής μου που δεν θα αργήσει να έρθει γιατί είμαι άρρωστος. Επιπλέον εδώ κινδυνεύω από ανόητους που με θεωρούν υπεύθυνο για την ήττα τους από τον Αλέξανδρο. Ακόμη δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι τα αίτια της παρακμής τους ήταν ο μεγάλος πόλεμος με τη Σπάρτη και το ηθικό τέλμα που είχαν οδηγήσει την πόλη τους οι σοφιστές. Αυτοί δηλαδή που κατέστρεψαν την ηρωική ηθική και το τραγικό πνεύμα των προσωκρατικών.

Θυμάσαι τα τελευταία μου λόγια στη Μίεζα προς τον Αλέξανδρο πριν την μεγάλη εκστρατεία, να μην εξισώσει τους Έλληνες με τους βαρβάρους».

ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ: «Τα θυμάμαι και σε κάποια στιγμή που μπόρεσα  να του μιλήσω τον ρώτησα σχετικά με αυτό»

ΑΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «Δεν με άκουσε. Προτίμησε να επεκτείνει την κυριαρχία του έξω από τα όρια του Ελληνισμού. Εντάξει, δέχομαι ότι ήταν μια ευεργεσία για όλα αυτά τα έθνη αυτά που τους προσέφερε, αλλά το άνοιγμα αυτό ήταν μια υπερεξάπλωση που θα επιτρέψει σε επίβουλους του Ελληνισμού να επιχειρήσουν την εκ των έσω καταστροφή του. Μακάρι να διαψευσθώ».

ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ: «Κι αυτή την επισήμανσή σου τη θυμάμαι»

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: «Πήγαινε αύριο στην Ποικίλη Στοά του Ζήνωνα, που παρουσιάζεται ως Κιτιεύς αλλά να θυμάσαι  ότι κατάγεται από τις απέναντι ακτές της  Κύπρου. Αν προσέξεις θα διαπιστώσεις ότι έχει δανειστεί αρχές προηγούμενων φιλοσόφων τις οποίες ανεπαισθήτως και σταδιακά διαστρέφει. Δεν είμαι προφήτης αλλά διαβλέπω ότι τέτοιες σχολές θα δεις από δω και πέρα να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια πολλές, η μια μετά την άλλη. Θα παρουσιάζονται δήθεν σαν φανατικοί οπαδοί του Πλάτωνα, του Πυθαγόρα και άλλων πασίγνωστων φιλοσόφων χρησιμοποιώντας μάλιστα σαν προπέτασμα το πρόθεμα ‘νεο”. Παραδείγματος χάριν: νεοπυθαγόριοι, νεοπλατωνικοί ή κάπως έτσι. Θα εργάζονται δήθεν πάνω στις αρχές που δίδαξαν όλοι αυτοί οι σπουδαίοι φιλόσοφοι αλλά στην πραγματικότητα θα δημιουργούν σύγχυση και θολούρα. Οδηγώντας τον Ελληνισμό σε θραυσματοποίηση και έναν λυσσαλέο αποδομητικό κνησμό. Πολλοί και μάλιστα αξιόλογοι θα παραπλανηθούν και θα ενταχθούν και θα υπηρετήσουν αυτές τις σχολές έχοντας την αγνή πρόθεση να προάγουν τον ελληνικό πολιτισμό. Αλλά πάντα να θυμάσαι ότι οι ιδρυτές και οι βασικοί καθοδηγητές αυτών των σχολών παίρνουν οδηγίες από ένα συγκεκριμένο και φανατικά ανθελληνικό ιερατείο, το ιουδαϊκό. Υπ’ αυτή την έννοια όλο αυτοί οι αξιόλογοι Έλληνες φιλόσοφοι, συνειδητά ή ανεπίγνωστα καμιά σημασία δεν έχει, θα γίνουν άθελά τους όργανα αυτού του ιερατείου.

Τώρα βέβαια πέρα από τους “πονηρούς νέο-φιλοσόφους” υπάρχουν και θα υπάρξουν ενδεχομένως και άλλες σχολές,  που δεν απεργάζονται μεν την εκ του “πονηρού’ αποδόμηση του Ελληνισμού, αλλά που ουσιαστικά αποτελούν εκδοχές σοφιστικής εθνοαποδομητικής διανόησης. Χωρίς φυσικά οι ίδιοι να αποδέχονται κάτι τέτοιο αλλά ούτε και να αντιλαμβάνονται ότι οι κοσμοθεωρίες τους αποτελούν απλά  συλλήψεις της ατομικής τους διάνοιας, περιορισμένης χρησιμότητας.

Αν επισκεφτείς για παράδειγμα τον “Κήπο” του Επίκουρου, θα τον ακούσεις να διδάσκει ότι σκοπός της ζωής είναι η ηδονή, με την έννοια της αταραξίας. Δηλαδή της απουσίας πόνου και ταραχής και της λογικής επιλογής απολαύσεων.

Αν μιλήσεις με τον Πύρωνα τον Ηλείο, τον ιδρυτή του σκεπτικισμού, τον οποίο προφανώς γνωρίζεις γιατί πήρε μέρος στην εκστρατεία του Αλέξανδρου και στις Ινδίες ήρθε σε επαφή με γυμνοσοφιστές – μάγους και αναχωρητές, θα τον ακούσεις να λέει ότι είναι αδύνατον να γνωρίσουμε την πραγματική φύση των πραγμάτων. Διδάσκοντας την αμφιβολία, την αταραξία και την ψυχική γαλήνη.

Αν γνωρίσεις τον ιδρυτή της Κυνικής Σχολής Διογένη, θα ακούσεις για επιστροφή στη φύση, απόρριψη κοινωνικών συμβόλων και αυτάρκεια.

Όλα όμως αυτά και άλλα πολλά δεν αποτελούν παρά ατομικές νοητικές συλλήψεις.

Για εμάς τους Έλληνες κριτήριο αληθινής γνώσης είναι ο Εμπειρισμός. Δηλαδή η ελευθερία από τις επιρρεπείς στην ιδιοτέλεια ατομικές γνωστικές δυνατότητες. Γι’ αυτό και ο Πλάτων είχε πει ότι πληρέστερο παράδειγμα κατανόησης της αληθινής γνώσης είναι ο έρωτας: Δηλαδή η σχέση που φθάνει στην ελευθερία από κάθε ιδιοτέλεια. Δηλαδή στην τέλεια αυτοπαραίτηση από το εγώ.

Ο Εμπειρισμός, δηλαδή η εμπειρική γνώση για εμάς τους Έλληνες θα συμπληρώσω εγώ, είναι κάτι που προκύπτει από τη σχέση γενικότερα. Υπ’ αυτή την έννοια για τον Έλληνα Άνθρωπο η σχέση αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση στην αναζήτηση του αληθούς νοήματος της ζωής και των υπαρκτών. ‘Καθ’ ό,τι αν κοινωνήσωμεν, αληθεύομεν, α δε αν ιδιάσωμεν, ψευδόμεθα’, όπως είχε πει και ο Ηράκλειτος.

Ένας άνθρωπος για παράδειγμα που δεν γεύτηκε μέλι ποτέ στη ζωή του, ασφαλώς κατανοεί τη διατύπωση: ‘το μέλι είναι γλυκό’, αλλά δεν γνωρίζει την ιδιάζουσα γλυκύτητα του μελιού δεν μετέχει εμπειρικά στη σημαινόμενη γνώση. Δεν κοινωνεί δηλαδή την αλήθεια της διατύπωσης: το μέλι είναι γλυκό. Κάποιος άλλος, που έχει γευτεί το μέλι και γνωρίζει τη γλυκύτητά του, αλλά αποφαίνεται ότι ‘το μέλι είναι ξινό’, ιδιάζει, πέφτει δηλαδή στην ιδιωτεία. Όχι μόνο δεν κοινωνεί την εμπειρία του, αλλά βιώνει την πραγματικότητα ως ατομική ψευδαίσθηση.  Η αλήθεια για τον Εμπειρισμό τον Ελλήνων σημαίνει το φτάσιμο σε μια γνώση μέσω της εμπειρίας, όπου ‘άπαντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί’.

Ένα χρόνο μετά ο Αριστοτέλης «έφυγε» όπως το είχε προβλέψει. Αλλά η τελευταία αυτή διδασκαλία του, άφησε στον Λύσανδρο και τους απογόνους του ανεξίτηλο νοηματοδοτικό αποτύπωμα στην κατανόηση – ερμηνεία της ιστορικής εξέλιξης του Ελληνισμού.

Δέκα χρόνια μετά το θάνατο του μεγάλου φιλοσόφου, μη αντέχοντας ο Λύσανδρος να βλέπει τον ξεπεσμό των Αθηναίων, ακριβώς όπως είχε προβλέψει ο μεγάλος δάσκαλος, αποφάσισε να μετοικήσει στην Αλεξάνδρεια.

Λίγο πριν την αναχώρησή του υπήρξε μάρτυρας της μέγιστης ηθικής κατάπτωσης του αθηναϊκού Δήμου, κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων των επιγόνων του Βασιλιά Αλέξανδρου. Είδε τους χθεσινούς Μαραθωνομάχους να φέρονται στον Δημήτριο τον Πολιορκητή, κατακτητή της Αθήνας χωρίς μάχη, με τόση αυτοεξευτελιστική χαμέρπεια, που ούτε δούλοι του Ξέρξη δεν θα επεδείκνυαν. Να του δίνουν για κατοικία τον Παρθενώνα, τον ναό της παρθένου θεάς Αθηνάς πολιούχου των Αθηνών,  την οποία αυτός μετέτρεψε σε πορνείο όπου εξέδιδε γυναίκες έναντι αμοιβής. Να αλλάζουν με ψηφίσματα το ημερολόγιο, προκειμένου να τον μυήσουν στα Ελευσίνια Μυστήρια, όταν τον βόλευε χρονικά. Να τον ανυμνούν ασύστολα σαν Θεό πάνω από όλους τους θεούς, χαρακτηρίζοντάς τον: θεόν ου ξύλινον ουδέ λίθινον, αλλ’ αληθινόν. Κάτι που εκτός από την εξαχρείωση των πολιτών και τη μετατροπή τους σε ασπόνδυλα μαλάκια, έδειχνε και την παντελή καταστροφή της θρησκείας των Ελλήνων.

Στο περιβάλλον αυτό ο Ζήνων, δίδασκε στην «Ποικίλη Στοά» ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να είναι ισότιμοι πολίτες ενός παγκόσμιου κόσμου, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή την κοινωνική τους τάξη.

Ο Λύσανδρος θυμήθηκε τα λόγια του Αριστοτέλη περί αποδόμησης του Ελληνισμού εκ των έσω και μέσω της ισότιμης χρήσης βαρβάρων και Ελλήνων. 

Φτάνοντας στην Αλεξάνδρεια ο Λύσανδρος βρήκε μια πόλη σε άνοδο. Σταυροδρόμι λαών και πολιτισμών, όπου η υπεροχή των Ελλήνων ήταν συντριπτική σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Παντού όμως είχε εισχωρήσει το «σαράκι» των ανθρώπων του «ιερατείου», που παραλλαγμένο με ελληνικά ονόματα επιχειρούσε με την αποσπασματική επίκληση προσωκρατικών και πλατωνικών φιλοσοφικών ρήσεων να προάγει μια καινοφανή ελληνικότητα απολύτως κίβδηλη και ανθελληνική. Τα λόγια του Αριστοτέλη καθημερινά επαληθεύονταν. 

Τα πρώτα χρόνια ο Λύσανδρος βιοπορίστηκε ασκώντας το επάγγελμα της οικογενειακής του παράδοσης, την γλυπτική. Τη δεκαετία που είχε προηγηθεί είχε  τελειοποιήσει τις επαγγελματικές του δεξιότητες εργαζόμενος στο εργαστήριο που λειτουργούσαν τα αδέρφια του στην Αθήνα, από την εποχή που ζούσε ο πατέρας τους.   

   

Σταδιακά ανελίχθηκε κοινωνικά και οικονομικά, παίρνοντας ενεργά μέρος στη δημιουργία της βιβλιοθήκης και του μουσείου της πόλης. Έκανε οικογένεια και απέκτησε παιδιά, δυο γιους και μια κόρη. Γνώρισε τον γεωμέτρη Ευκλείδη, τους φημισμένους ιατρούς Ερασίστρατο και Ηρόφιλο, ανθρώπους των γραμμάτων και της επιστήμης. Όλοι τους ενταγμένοι στο μουσείο ή τη βιβλιοθήκη της πόλης, που λειτουργούσαν υπό την αιγίδα των Πτολεμαίων.

Η θητεία του δίπλα στον Βασιλιά Αλέξανδρο και η προσωπική του σχέση με τον Αριστοτέλη τον έκανε περιζήτητο και ευπρόσδεκτο σε όλους τους κύκλους. Ωστόσο σε κάθε του βήμα ένοιωθε πάνω του το παγερό βλέμμα των «Ελλήνων» του ιερατείου, παρά το χαμογελαστό τους δόλο και τη θεατρική τους δουλοπρέπεια. 

Τους επόμενους δυο και πλέον αιώνες που ακολούθησαν, οι απόγονοι του Λύσανδρου έχοντας πλήρη επίγνωση της γενεαλογίας τους από την κρητομυκηναϊκή ακόμη εποχή, υπήρξαν μάρτυρες τεράστιων ιστορικών αλλαγών. Αλλαγών πάντοτε εντός των προρρήσεων του Αριστοτέλη.

Κατόρθωσαν ωστόσο να μην χάσουν το βηματισμό τους, διατηρώντας πάντα αλάνθαστο κριτήριο διάκρισης της αυθεντικής ελληνικότητας από τις άπειρες διαστρεβλωτικές της εκδοχές, πίσω από τις οποίες τα νήματα κινούσαν πάντοτε άνθρωποι του «ιερατείου», πλαισιωμένοι από αξιόλογους πολλές φορές Έλληνες πλην όμως πλανεμένους, καθώς και πολλούς χρήσιμους ηλίθιους.

Νέον Τόκον Ιδώντες

Η ρωμαιοκρατία εξαπλωνόταν αργά αλλά σταθερά καταλύοντας όλα τα  ελληνιστικά κράτη των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Είχαν περάσει εξήντα και κάτι χρόνια από τη ναυμαχία στο Άκτιο και ένας άλλος Αλέξανδρος, κάτοικος της Αλεξάνδρειας και μακρινός απόγονος του Λύσανδρου,  του φημισμένου γλύπτη των Μυκηνών, αλλά και του Λύσανδρου – μαθητή του Αριστοτέλη και συμπολεμιστή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, γλύπτης κι αυτός στο επάγγελμα βαδίζει στα λιθόστρωτα δρομάκια των Ιεροσολύμων. Μαζί του άλλοι τρεις τεχνίτες με τους οποίους έχει επισκεφθεί την πόλη προσκεκλημένοι της ρωμαϊκής φρουράς για την κατασκευή γλυπτικών έργων προς τιμήν του Καίσαρα.

Στους δρόμους υπάρχει φοβερός συνωστισμός. Περιμένουν όλοι να δουν ένα νέο προφήτη, ο οποίος πρόκειται να επισκεφτεί την πόλη. Ο Αλέξανδρος και οι φίλοι του έχουν ακούσει γι’ αυτόν. Τον λένε Ιησού και κατάγεται από τη Ναζαρέτ. Λένε πως κάνει θαύματα και ότι δεν μοιάζει με κανέναν από τους γνωστούς προφήτες ή φιλοσόφους. Πριν πολύ λίγες μέρες μάλιστα λένε πως είχε αναστήσει έναν επί τέσσερις ημέρες νεκρό, ονόματι Λάζαρο, στη Βηθανία, δίπλα στα Ιεροσόλυμα.

Ρωτούν κάποιους ντόπιους που θα τον βρούνε και ’κείνοι τους δείχνουν. Όταν φτάνουν στο σημείο ο δάσκαλος έχει μόλις τελειώσει μια ομιλία προς το πλήθος και κάθεται  να ξεκουραστεί.

Ο Αλέξανδρος και οι φίλοι του πλησιάζουν δυο από τους μαθητές του, τον Φίλιππο και τον Ανδρέα και τους εκφράζουν την επιθυμία τους να συναντήσουν τον Ιησού. Οι μαθητές σπεύδουν και Τον ενημερώνουν ότι κάποιοι Έλληνες θέλουν να τον συναντήσουν. Ο Ιησούς σηκώνεται όρθιος και στρέφει το βλέμμα του προς τους Έλληνες. Για μια στιγμή το βλέμμα του συναντά αυτό του Αλέξανδρου και ατενίζοντάς τον ασκαρδαμυκτί, λέει προς τους μαθητές του: «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου». 

Διαβάστε ακόμη:

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

273
fb-share-icon
Insta
Tiktok