Ανάμεσα στο Βάρος και στο Φως
Οι Μυκήνες ξυπνούσαν πάντα πριν από τους ανθρώπους τους. Πριν ακουστεί ανθρώπινη φωνή, πριν κινηθεί πόδι στις ανηφοριές, ο ήλιος άγγιζε πρώτα τα κυκλώπεια τείχη και τα έκανε να λάμπουν σαν να ήταν ζωντανά. Οι τεράστιες αυτές πέτρες, που τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη με θαυμαστό τρόπο αναδύονταν στην ιστορία μέσα από την αχλύ των μύθων, έμοιαζαν να παρατηρούν τους κατοίκους με σιωπηλή αυστηρότητα. Κανείς δεν μεγάλωνε στις Μυκήνες χωρίς να νιώσει το βάρος τους.

Εκεί γεννήθηκε ο Αλέξανδρος. Το σπίτι της οικογένειάς του βρισκόταν χαμηλότερα από το ανάκτορο, σε μια γειτονιά τεχνιτών. Δεν ήταν πλούσιο, μα ήταν γερό. Οι τοίχοι του μύριζαν πάντοτε πέτρα, χώμα και καπνό. Ο πατέρας του, ο Λύσανδρος, ήταν γλύπτης. Όχι από ’κείνους που έφτιαχναν κοσμήματα ή μικρά αναθήματα, αλλά από τους άλλους, τους βαρείς. Εκείνους που δούλευαν την πέτρα για τάφους, αγάλματα θεών και μορφές που έμεναν για γενιές.
Ο Αλέξανδρος μεγάλωσε ανάμεσα σε σφυριά και καλέμια. Από παιδί, τα χέρια του είχαν μικρές πληγές που δεν τον ενοχλούσαν πια. Η μητέρα του έλεγε συχνά πως γεννήθηκε με τη σκόνη της πέτρας στα μαλλιά. Εκείνος γελούσε, μα βαθιά μέσα του για κάποιο ανεξήγητο λόγο ένοιωθε το εργαστήρι σαν ένα δρόμο προς το φως και την αθανασία.
Όταν ήταν επτά χρονών, ο πατέρας του τον άφησε πρώτη φορά να αγγίξει το μάρμαρο. Όχι για να το κουβαλήσει, αλλά για να το παρατηρήσει.
«Μη βιάζεσαι να χτυπήσεις», του είπε. «Οι θεοί έχουν βάλλει ψυχή και στην πέτρα. Ψυχή που μιλάει. Πριν χτυπήσεις πρέπει να ακούσεις αυτή τη φωνή».
Ο Αλέξανδρος δεν κατάλαβε τότε τι εννοούσε. Μα η σιγουριά στη φωνή του πατέρα του άρχισε να αλλάζει την αίσθηση του ψυχρού λίθου κάτω από τις παλάμες του. Από εκείνη τη μέρα, κάθε φορά που περνούσε από το εργαστήρι, στεκόταν λίγο πιο πολύ απ’ όσο χρειαζόταν. Μερικές φορές, όταν δεν τον έβλεπε κανείς, με παιδιάστικη αφέλεια ακουμπούσε δειλά και δύσπιστα το αυτί του πάνω στο μάρμαρο, προσπαθώντας να αφουγκρασθεί με δέος τη φωνή της πέτρας.
Οι Μυκήνες όμως δεν ήταν μόνο τόπος για όνειρα, αλλά και τόπος για καθήκον. Οι άνδρες ήταν συνεχώς σε ετοιμότητα για πόλεμο. Η θέα του ξίφους και οι ιστορίες των θεών και των ηρώων διαμόρφωναν από νωρίς τις ψυχές των αγοριών. Γιατί στις Μυκήνες η ελευθερία ήταν αγαθό πολυτιμότερο από τη ζωή. Κι αυτή η λατρεία της ελευθερίας γεννούσε ατρόμητους πολεμιστές στη μάχη και ανυπόταχτα πνεύματα στη ειρήνη. Τη ίδια στιγμή που οι γυναίκες δεν κρατούσαν μόνο τα σπίτια όρθια, αλλά έδιναν καθημερινά αγώνα για τη ζωή της οικογένειας παντού. Στα χωράφια, στις βιοτεχνίες επεξεργασίας δερμάτων, στα εργαστήρια αγγειοπλαστικής, στους αργαλειούς, στους λατρευτικούς χώρους σαν ιέρειες, σε εργαστήρια κατασκευής αναθημάτων και κοσμημάτων. Παντού!

Στα δεκατρία του ο Αλέξανδρος, είχε ήδη αρχίσει να σμιλεύει μικρά κομμάτια μάρμαρου, μόνος του. Πρόσωπα χωρίς όνομα, χέρια που δεν άνηκαν σε κανέναν. Ο πατέρας του τον παρατηρούσε με κρυφή περηφάνια και ένα χαμόγελο σιγά – σιγά άρχισε να ν’ ανθίζει στο πρόσωπό του. Μια μέρα, του έδωσε ένα παλιό καλέμι.
«Τώρα είσαι γλύπτης», του είπε. Έτσι απλά. «Αλλά ποτέ να μην ξεχάσεις αυτά που είπαμε. Τα υλικά όλα, μιλάνε μεταξύ τους. Καλός τεχνίτης είναι αυτός που μπορεί να φτιάξει αυτό που θέλει χωρίς να χαλάσει αυτόν το διάλογο».
Τα χρόνια περνούσαν. Οι Μυκήνες άλλαζαν άρχοντες, μα ο ρυθμός της ζωής όχι. Οι χαρές και οι λύπες εναλλάσσονταν συνεχώς. Άλλοτε με τις πανηγυρικές φωνές των αγγελιοφόρων να ξεσηκώνουν τις γειτονιές μετά από λαμπρές πολεμικές νίκες που συνοδεύονταν με τελετουργικές θυσίες ζώων και δημόσια συμπόσια και άλλοτε με τις σιωπές και τους θρήνους μετά από μάχες, όταν τα πλοία έφευγαν γεμάτα άνδρες και γύριζαν μισά.
Ωστόσο ο πληθυσμός συνεχώς αύξανε, τόσο στις Μυκήνες όσο και στις πόλεις και τα βασίλεια που ουσιαστικά ήταν προεκτάσεις των Μυκηνών και υπήρχε συνεχής επικοινωνία και αλληλοϋποστήριξη μεταξύ τους. Γιατί τόσο οι Μυκήνες, όσο και η Τίρυνθα, η Πύλος, ο Ορχομενός, η Σπάρτη, η Θήβα, η Ιθάκη, το Άργος, η Αθήνα, και άλλες μικρότερες περιοχές, τροφοδοτούνταν συστηματικά από τις μεταναστευτικές ροές των Βρυγών. Οι Βρύγες, λαός φυλετικά ίδιος με τους ντόπιους μετακινούνταν ασταμάτητα από το Βορρά προς το Νότο και αιμοδοτούσαν καθοριστικά όλες αυτές τις πόλεις. Ο Αλέξανδρος ταξιδεύοντας συνεχώς στα περισσότερα από αυτά τα μέρη, είτε σαν τεχνίτης έχοντας αναλάβει κάποια δουλειά εκεί, είτε για προμήθειες υλικών για το εργαστήριο του πατέρα του είχε αποκτήσει πολλές προσωπικές γνωριμίες μαζί τους. Από τους ίδιους τους Βρύγες είχε ακούσει ότι πολλοί γνωστοί και συγγενείς τους είχαν προτιμήσει αντί να μετακινηθούν νότια, να πάνε ανατολικά και να εγκατασταθούν σε μέρη που βρίσκονταν πέρα από τον Ελλήσποντο σε περιοχές της Ασίας. Από αφηγήσεις τους είχε μάθει ότι οι φημισμένες πόλεις της Τρωάδας και του Γόρδιου ήταν πόλεις που αυτοί έχτισαν, μόνο που εκεί πλέον δεν τους αποκαλούσαν Βρύγες αλλά Φρύγες. Η πόλη Τρωάς, γνωστή και σαν «Φρυγών άστυ», ήταν από τις σημαντικότερες πόλεις στην περιοχή αυτή της Ασίας. Ήταν μάλιστα τόσο έντονη και κυριαρχική η παρουσία στην ασιατική ακτή του Ελλησπόντου η παρουσία των Φρυγών ώστε ολόκληρη η περιοχή να μετονομασθεί σε Φρυγία. Αίμα, γλώσσα, θρησκεία, ήθη και έθιμα όλα ίδια με τους Βρύγες του μυκηναϊκού κόσμου, που ήδη είχαν γίνει Δαναοί, Αχαιοί και Αργείοι.
Ο Αλέξανδρος στο μεταξύ δούλευε ακατάπαυστα. Τα έργα του δεν ήταν αντίγραφα συγκεκριμένων μορφών, αλλά προσπαθούσε να κλείσει μέσα τους την αλήθειά τους. Αυτό δηλαδή που κάνει το κάθε τι να είναι αυτό που είναι. Ένα λουλούδι, ένα ζώο, έναν πολεμιστή. Και φυσικά, το κάθε ένα σε αρμονία με το όλο για να μη χαλάσει ο «διάλογος».
Τις νύχτες ανέβαινε μόνος του κοντά στα τείχη και κοιτούσε πέρα μακριά, εκεί όπου η γη έσπαγε και άρχιζε η θάλασσα. Που να οδηγούσε άραγε αυτή η απεραντοσύνη που οι αφρισμένοι δρόμοι της έσβηναν πίσω από τα πλεούμενα καθώς αυτά απομακρύνονταν για προορισμούς άγνωστους σ’ αυτόν; Τα καράβια που πηγαινοέρχονταν συνεχώς τον γοήτευαν. Οι αφηγήσεις των ταξιδευτών μεγάλωναν την περιέργεια και τις απορίες του. Όχι όμως για τον πλούτο που έφερναν, αλλά για όλα αυτά που κρύβονταν πέρα από τον ορίζοντα. Και τα πανιά της φαντασίας του φούσκωναν κάθε μέρα όλο και πιο πολύ.
Στα είκοσί του, είχε πια φήμη. Οι τεχνίτες μιλούσαν για τα χέρια του, για τον τρόπο που έδινε έκφραση στα μάτια των αγαλμάτων. Ο άνακτας Ατρέας παρήγγειλε έργο από τον πατέρα του, κι ο Αλέξανδρος εργάστηκε δίπλα του μέρα και νύχτα. Η γλυπτική παράσταση ήταν προς τιμή του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας, πατέρα και μητέρας του βασιλιά. Ο Πέλοψ ήταν αυτός που είχε θεσπίσει αγώνες αρματοδρομίας και αγωνισμάτων στην Ολυμπία, κάθε τέσσερα χρόνια, προς τιμή του πεθερού του, του Οινόμαου, βασιλιά της Ήλιδος. Αγώνες που ένωναν όλα τα βασίλεια των Μυκηνών υπό την αιγίδα των Ατρειδών. Είχε πάρει και ο Αλέξανδρος κάποτε μέρος σ’ αυτούς τους αγώνες στο ακόντιο. Εμπειρία αξέχαστη. Οι αγώνες αυτοί, όπως και οι συναθροίσεις σε θρησκευτικές γιορτές σε ιερούς τόπους έπαιζαν καθοριστικό ρόλο για την ενότητα του μυκηναϊκού κόσμου.
Όλοι επαίνεσαν τον Λύσανδρο για το έργο. Η συμμετοχή όμως του Αλέξανδρου δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Ατρέα, που συχνά επισκεπτόταν το εργαστήριο για να δει την πρόοδο του γλυπτού. «Άξιος συνεχιστής της τέχνης σου Λύσανδρε, ο γιός σου», είπε κάποτε σε μια τέτοια επίσκεψη, χτυπώντας φιλικά το χέρι στον ώμο του Αλέξανδρου. Ο Λύσανδρος, κοίταξε τον γιο του συγκινημένος: «Αυτό είναι όντως δικό του έργο, εγώ δεν θα μπορούσα να αγγίξω αυτή την τελειότητα, βασιλιά μου», είπε. Και χαμηλώνοντας το βλέμμα πρόσθεσε: « Χαίρομαι τόσο πολύ που με ξεπέρασε, αλλά νομίζω πως κι εγώ πέτυχα. Ο σκοπός της ζωής μου που ήταν να αφήσω πίσω μου έναν τεχνίτη ανώτερο από ’μένα, πέτυχε. Ολοκληρώθηκε».
Λίγα χρόνια μετά, ο πατέρας του αρρώστησε. Το σώμα του σιγά – σιγά λύγισε, μα το βλέμμα του έμεινε καθαρό. Ο Αλέξανδρος ανέλαβε ολοκληρωτικά το εργαστήρι. Οι ευθύνες τον βάραιναν, αλλά τα αποτελέσματα τον δικαίωναν και αυτό του έδινε κουράγιο να συνεχίσει. Όμως ο φλόγα του να ταξιδέψει αντί με τον καιρό να χαμηλώνει, δυνάμωνε συνεχώς.
Ο θάνατος του πατέρα του ήρθε έναν χειμώνα βαρύ. Τον έθαψαν έξω από τα τείχη, με μια στήλη που ο ίδιος ο Αλέξανδρος είχε σμιλεύσει. Εκείνη τη νύχτα, δεν κοιμήθηκε. Κάθισε μόνος, με τα χέρια του ακόμη λερωμένα από πέτρα και χώμα, και κατάλαβε πως είχε φτάσει στο τέλος ενός δρόμου.
Ήταν τότε εικοσιοκτώ ετών.
Την άνοιξη που ακολούθησε, κατέβηκε στο λιμάνι. Δεν πήρε πολλά μαζί του. Μόνο τα εργαλεία του, λίγα ρούχα και τη μνήμη των Μυκηνών. Όταν το καράβι άρχισε να απομακρύνεται, δεν κοίταξε πίσω, παρά μόνο όταν οι γλάροι δεν ακολουθούσαν πια το καράβι που βρισκόταν κιόλας στο πέλαγος.
Μπροστά του απλωνόταν η θάλασσα. Και μαζί της, ένας κόσμος που δεν είχε ακόμη σμιλευτεί. Η θάλασσα δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχε γνωρίσει ο Αλέξανδρος ως τότε. Στις Μυκήνες, η ζωή του είχε πάντα βάρος. Ήταν στιγμές που ένοιωθε να βουλιάζει. Μα εδώ, πάνω στο καράβι, όλα κινούνταν. Ο αέρας, η αρμύρα, η μυρωδιά και ο ήχος της θάλασσας, τα πανιά που ανέπνεαν, οι σπιλιάδες, το νερό που άλλαζε χρώμα κάθε στιγμή και τα περίτεχνα τσαλαβουτήματα των δελφινιών που ακολουθούσαν το καράβι, του προκαλούσαν μια πρωτόγνωρη έκσταση και έξαψη μαζί. Ένιωθε πολύ μπερδεμένος αλλά ταυτόχρονα λυτρωμένος. Ένας καινούριος κόσμος ανοιγόταν μπροστά του. Να ήταν άραγε αυτός που από μικρό παιδί είχε ονειρευτεί;
Το πλοίο ήταν εμπορικό, φορτωμένο με λάδι, κεραμικά και υφάσματα. Οι ναύτες μιλούσαν δυνατά, έπιναν κρασί, γελούσαν, μάλωναν και τα βράδια τραγουδούσαν. Ο Αλέξανδρος καθόταν συχνά στην πλώρη και παρατηρούσε σχεδόν αποσβολωμένος την φαντασμαγορία του ουράνιου θόλου. Τ’ αστέρια που κατέβαιναν χαμηλά μέχρι τη γραμμή του ορίζοντα φαίνονταν να χάνονται κάτω από αυτόν σα να βουτούσαν μέσα στο νερό. Αυτός ο κόσμος είναι κόσμημα, ψιθύρισε. Ένα κόσμημα αιώνιο και αθάνατο. Ποιος όμως έφτιαξε όλα αυτά, αναρωτήθηκε. Και γιατί; Έγιναν μόνα τους, τυχαία; Υπήρχαν πάντα; Θα υπάρχουν για πάντα; Πως πρέπει να ζήσει κανείς για να μη χαλάσει αυτή την αρμονία; Θα εύρισκε άραγε ποτέ απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα;
Έπιασε με τα δάχτυλά του ένα μικρό κομμάτι πέτρας, σμιλεμένο με τη μορφή του Ποσειδώνα, που είχε φέρει από τις Μυκήνες.
Το χάιδεψε αφηρημένα, σαν φυλαχτό. Ήταν το μόνο υλικό πράγμα που τον ένωνε με τον τόπο που τον γέννησε.
Δεν ήταν άνθρωπος των πολλών λόγων, μα άκουγε προσεκτικά. Άκουγε για λιμάνια της Κρήτης, για ανάκτορα χωρίς τείχη, για γιορτές που κρατούσαν μέρες. Στην αρχή τα άκουγε με δυσπιστία. Πώς μπορεί να σταθεί ένας τόπος χωρίς οχυρώσεις, αναρωτιόταν; Πώς επιβιώνει ένας λαός χωρίς να φοβάται; Στο μυαλό του ήταν όλα μπερδεμένα.
Το ταξίδι κράτησε μέρες. Μια νύχτα, η θάλασσα αγρίεψε. Τα κύματα χτυπούσαν το πλοίο και ο άνεμος ούρλιαζε. Ο Αλέξανδρος κρατήθηκε από το κατάρτι και ένιωσε για πρώτη φορά φόβο. Όχι για το θάνατο, αλλά για το αν θα προλάβαινε να δει τι υπάρχει πέρα από τον ορίζοντα. Όταν όμως ξημέρωσε και ο ορίζοντας άνοιξε καθαρός, ο φόβος χάθηκε μονομιάς, σαν την καταχνιά που εξαφανίζεται όταν ανατείλει ο ήλιος.
Το πρώτο που είδε από την Κρήτη ήταν το φως. Του φάνηκε διαφορετικό από το φως των Μυκηνών. Πιο απαλό, πιο ζεστό και λιγότερο αυστηρό. Οι λόφοι κατέβαιναν ομαλά προς τη θάλασσα, και το λιμάνι έσφυζε από ζωή. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν, μιλώντας παρόμοια γλώσσα μ’ αυτή που γνώριζε με μικρές διαφορές. Το ίδιο και με τη γραφή, που από μικρός είχε μάθει χαράσσοντας επιγραφές στα έργα που σμίλευε. Ωστόσο υπήρχαν και πολλοί ξένοι που μιλούσαν άλλες γλώσσες και είχαν έρθει για να ανταλλάξουν εμπορεύματα, γνώριζαν όμως και τη τοπική ντοπιολαλιά αρκετά καλά για να συνεννοούνται.
Ο Αλέξανδρος πάτησε στο κρητικό χώμα και αισθάνθηκε κάτι που δεν περίμενε: δεν ένιωσε ξένος.
Οι πρώτες μέρες πέρασαν σαν όνειρο. Περιπλανήθηκε σε αγορές γεμάτες χρώματα και πράγματα, μύρισε εξαίσια αρωματικά βότανα, γεύτηκε φρεσκοψημένο ψωμί, άκουσε μουσικές και δοκίμασε φαγητά. Η γυναικεία παρουσία ακόμη πιο έντονη από τις Μυκήνες σε όλους τους χώρους και σε όλες τις δραστηριότητες. Οι Μινωίτισσες ανταγωνίζονταν στα ίσια τις Μυκηναίες σε χάρη, κομψότητα, εντυπωσιακές ενδυμασίες, ψιμύθια και κοσμήματα. Κοσμήματα και ενδυμασίες σχεδόν πανομοιότυπα με ’κείνα των Μυκηνών. Ήταν φανερό ότι υπήρχε έντονη αλληλεπίδραση ανάμεσα στους ντόπιους τεχνίτες και τους Μυκηναίους. Οι άνθρωποι τον κοιτούσαν ανοιχτά, χωρίς καχυποψία. Κάποιοι παρατήρησαν τα χέρια του. «Τεχνίτης»; Τον ρώτησαν. Έγνεψε καταφατικά. Χαμογέλασαν.

Όταν ανέβηκε για πρώτη φορά προς την Κνωσό, σταμάτησε ασυναίσθητα. Τα πολύπλοκα ανάκτορα υψώνονταν εντυπωσιακά και περίτεχνα αλλά λιγότερο αυστηρά από των Μυκηνών. Απλώνονταν μπροστά του σαν ζωντανός οργανισμός, με αυλές, σκάλες και διαδρόμους που άστραφταν στον ήλιο με τις τοιχογραφίες, τα γαλάζια δελφίνια και τις σκηνές από τα ταυροκαθάψια. Η Κνωσός δεν ήταν απλώς πόλη ήταν κόσμος ολόκληρος. Στις αποθήκες της στοιβάζονταν πιθάρια με λάδι και κρασί, στις αυλές της αντηχούσαν βήματα ιερέων και αρχόντων και στα εργαστήρια δούλευαν τεχνίτες που έδιναν μορφή στη θεϊκή ύλη.

Στάθηκε πολλή ώρα μπροστά σε μια παράσταση ταυροκαθαψίων. Τα σώματα των ανθρώπων δεν έδειχναν βαριά, ούτε σφιγμένα. Πετούσαν σχεδόν. Ο Αλέξανδρος ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Εκείνος είχε μάθει να σμιλεύει δύναμη και σταθερότητα. Εδώ έβλεπε κίνηση και τόλμη.
«Πως δε φοβούνται»; Ρώτησε έναν ηλικιωμένο τεχνίτη που στεκόταν δίπλα του, δείχνοντας την παράσταση. Ο άνδρας γέλασε ήσυχα. «Φοβόμαστε τη στασιμότητα», του απάντησε. «Όχι τη ζωή».
Αυτή η φράση τον ακολούθησε για μέρες.
Ο Αλέξανδρος άρχισε να εργάζεται περιστασιακά. Έφτιαχνε μικρά γλυπτά, ανταλλάσσοντας τέχνη με τροφή και στέγη. Μα ένιωθε μαθητής ξανά. Παρατήρησε ότι και οι Μινωίτες δεν προσπαθούσαν να υποτάξουν το υλικό, αλλά να συνεργαστούν μαζί του. Το ξύλο, η πέτρα, ο πηλός, όλα είχαν φωνή. Όλα είχαν κάτι κοινό που τα ένωνε αρμονικά με την αιώνια κοσμιότητα του όλου.
Ένα απόγευμα καθώς γύριζε αρκετά κουρασμένος στο σπίτι που έμενε προσωρινά, τα χυτά πόδια μιας εύθραυστης κορμοστασιάς ξεχώρισαν να κατεβαίνουν τα εξωτερικά σκαλιά ενός εργαστηρίου αγγειοπλαστικής κοντά στην πόλη. Το βλέμμα του καρφώθηκε στα βαθυκάστανα μαλλιά και στο λαιμό που γύριζε αργά, καθώς τα χέρια με τα μακριά δάχτυλα, που φέγγιζαν σαν ξεματωμένα, έψαχναν στα ράφια του εργαστηρίου με λεπτότητα βασιλική. Ο Αλέξανδρος κοντοστάθηκε χωρίς να το καταλάβει. Η κοπέλα σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Ένοιωσε κεραυνοβολημένος χωρίς να ξέρει γιατί. Δεν του χαμογέλασε αμέσως. Τον παρατήρησε, όπως παρατηρείς κάτι άγνωστο αλλά ενδιαφέρον. «Ψάχνεις κάτι;» Τον ρώτησε. Ο Αλέξανδρος έκανε προσπάθεια να μιλήσει, μα η φωνή του δεν έβγαινε. «Ίσως», είπε τελικά με σβησμένη φωνή. «Δεν ξέρω ακόμη τι». Εκείνη του χαμογέλασε: «Τότε καλωσήρθες», είπε. «Στην Κρήτη πολλοί έρχονται έτσι».
Δεν ήξερε καν το όνομά της, αλλά μια αισθησιακή ορμή ξαφνικά κατέκλυσε τα ήρεμα βάθη του. Ένοιωσε την παρουσία της τυραννική. Κύμα διαβρωτικό απλώθηκε μέσα του κατακτώντας την οχυρωμένη ψυχή του, συντρίβοντας κάθε μηχανισμό αισθηματικής αυτάρκειας. Εκείνη τη στιγμή ένοιωσε, χωρίς καμία τελετή, πως είχε αρχίσει η δεύτερη ζωή του.
Το εργαστήρι της αγγειοπλαστικής βρισκόταν σε μικρή απόσταση από την Κνωσό, κοντά σε έναν ανοιχτό χώρο με ελιές. Δεν είχε το βάρος των μυκηναϊκών εργαστηρίων, ούτε τη σιωπή που επέβαλλε ο φόβος του λάθους. Εδώ, ο αέρας κυκλοφορούσε ελεύθερα και μαζί του οι φωνές, τα γέλια, ακόμη και τα τραγούδια. Ο Αλέξανδρος άρχισε να πηγαίνει εκεί συχνά, αρχικά με τη δικαιολογία πως ήθελε να μάθει τον τρόπο που ο πηλός υπάκουε στα χέρια.
Η κοπέλα ήταν είκοσι χρονών και την έλεγαν Ελένη.
Δεν του το είπε αμέσως. Το όνομά της βγήκε από τα χείλη ενός άλλου τεχνίτη, τυχαία, σαν να μην είχε ιδιαίτερη σημασία. Μα για τον Αλέξανδρο, η λέξη έμεινε. Η Ελένη είχε μια σιωπηλή δύναμη. Ήταν κόρη αγγειοπλάστη και είχε μεγαλώσει ανάμεσα σε πηλό και φωτιά. Έλεγε πως ο τροχός της έμαθε την υπομονή και η φωτιά το σεβασμό.
Στην αρχή, οι κουβέντες τους ήταν απλές. Για τα υλικά, για το φως, για το πώς η μέρα αλλάζει τον τρόπο που βλέπεις ένα έργο. Ο Αλέξανδρος της μίλησε για τις Μυκήνες, για τα τείχη και τη σκιά τους. Εκείνη τον άκουγε με μεγάλο ενδιαφέρον και θαυμασμό.
Οι μέρες περνούσαν και ο Αλέξανδρος άρχισε να καταλαβαίνει πως η Κρήτη δεν ήταν απλά ένας άλλος τόπος, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης πιο συναρπαστικός από αυτόν που γνώριζε. Οι άνθρωποι ζούσαν τη χαρά της ζωής, γεύονταν τους καρπούς της γης, γιόρταζαν την κάθε μέρα. Η θρησκεία δεν απαιτούσε υποταγή, αλλά συμμετοχή. Οι θεές τιμόνταν ως δυνάμεις ζωής. Οι γυναίκες περπατούσαν δίπλα στους άνδρες, όχι πίσω τους.
Αυτό τον μπέρδευε και τον ελευθέρωνε ταυτόχρονα.
Ένα απόγευμα, η Ελένη τον κάλεσε να τη συνοδεύσει σε μια γιορτή έξω από την πόλη. Δεν ήταν από τις επίσημες μεγάλες γιορτές, αλλά από εκείνες που γεννιούνται όταν ο κόσμος νιώθει πως έχει λόγο να χαρεί. Άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε έναν ανοιχτό χώρο, άναψαν φωτιές, έπαιξαν μουσική. Ο Αλέξανδρος στεκόταν άβολα στην αρχή. Το σώμα του είχε μάθει να στέκεται σφιγμένο.
Η Ελένη τον πλησίασε,: «Δεν χρειάζεται να ξέρεις τα βήματα», του είπε. «Αρκεί να ακούς». Και άκουσε. Τον ρυθμό των τυμπάνων, τις φωνές, τον παλμό της γης κάτω από τα πόδια του. Κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβει, κινήθηκε. Δεν χόρευε όπως οι άλλοι. Μα κανείς δεν τον κοίταξε παράξενα.
Δεν παντρεύτηκαν αμέσως. Στην Κρήτη, ο χρόνος δεν βιαζόταν. Μα η ένωση τους έγινε φυσικά, όπως ενώνονται δύο υλικά που ταιριάζουν. Ο Αλέξανδρος έμεινε. Όχι επειδή δεν μπορούσε να φύγει, αλλά επειδή δεν ήθελε.
Και έτσι, ανάμεσα σε πηλό και πέτρα, μουσική και θάλασσα, άρχισε να χτίζεται μια ζωή που δεν στηριζόταν σε τείχη.
Ο Αλέξανδρος δεν θυμόταν πια την ακριβή στιγμή που ένοιωσε την Κρήτη σαν πατρίδα. Ένα πρωινό άκουσε τον άνεμο να περνά μέσα από τις ελιές τραγουδώντας τον ίδιο σκοπό των παιδικών του χρόνων. Τότε κατάλαβε πως είχε ριζώσει.
Το σπίτι που έφτιαξε με την Ελένη βρισκόταν λίγο έξω από την πόλη, σε τόπο ανοιχτό. Δεν ήταν μεγάλο, μα ήταν φωτεινό. Το εργαστήρι του στεκόταν δίπλα, χωρίς τοίχους βαρείς. Εκεί δούλευε τις ώρες που ο ήλιος δεν έκαιγε, αφήνοντας τη θάλασσα να εμπνέει τις κινήσεις του. Η τέχνη του είχε αλλάξει σημαντικά. Δεν έφτιαχνε πια μόνο μορφές σοβαρές, αλλά και χαρούμενες και περιπαιχτικές.
Η Ελένη στεκόταν συχνά κοντά του, άλλοτε δουλεύοντας τον πηλό, άλλοτε απλώς παρατηρώντας. Αντάλλασσαν λίγα λόγια, μα πολλά βλέμματα. Η ζωή τους δεν χρειαζόταν εξηγήσεις. Όταν ενώθηκαν επίσημα, δεν υπήρξαν μεγάλες υποσχέσεις. Μόνο μια κοινή απόφαση να πορευτούν με τον ίδιο ρυθμό για πάντα.
Τα παιδιά ήρθαν όπως έρχονται τα καλοκαίρια — το ένα μετά το άλλο, χωρίς να ρωτούν αν υπάρχει χώρος. Στο σύνολο έξι. Τέσσερα αγόρια και δυο κορίτσια. Ο Λύσανδρος, ο Αμφιμήδης, ο Ορέστης και ο Πρωτέας, η Ιδομενεία και η Φαίδρα. Το σπίτι γέμισε φωνές, γέλια, μικρά χέρια που άγγιζαν τον πηλό και την πέτρα. Ο Αλέξανδρος τα δίδαξε να σέβονται τα υλικά και να τα βλέπουν σαν μέρος ενός συνόλου. Τους έδωσε να καταλάβουν ότι η φύση δεν μας περιβάλλει απλώς, μας περιλαμβάνει. Για αυτό κάθε κακό που κάνουμε σ’ αυτή, στον εαυτό μας το κάνουμε. Επέμενε πολύ σ’ αυτό, ήθελε να το καταλάβουν. Η Ελένη τα δίδαξε να ακούν, όχι μόνο να μιλούν. Ο Λύσανδρος και ο Αμφιμήδης ακολούθησαν την τέχνη του πατέρα και του παππού τους, τα άλλα τη θάλασσα και τη γη.
Τα χρόνια περνούσαν ήσυχα, μα όχι άδεια. Ο Αλέξανδρος έγινε γνωστός ως γλύπτης που έφερνε κάτι «αλλιώτικο». Οι μορφές του δεν υμνούσαν πια μόνο τη δύναμη, αλλά και την κίνηση.
Μια άνοιξη, μαζί με τον Λύσανδρο, που ήταν κιόλας δεκαοκτώ, έφυγαν για το Κίτιο της Κύπρου, αφήνοντας το εργαστήριο στον Αμφιμήδη και τη μάνα του την Ελένη. Εκεί, τεχνίτες αχαιοί από τις Μυκήνες, με τη βοήθεια των ντόπιων είχαν υψώσει ήδη Κυκλώπεια τείχη παρόμοια με αυτά των Μυκηνών και χρειάζονταν τη βοήθειά του. Ανάμεσα στους Μυκηναίους, αναγνώρισε και κάποιους παλιούς γνώριμους από την πρώτη του πατρίδα. Η συγκίνηση ήταν μεγάλη. Δούλεψαν μαζί για έξι μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί το έργο. Από τους ίδιους έμαθε πως ανάλογες εργασίες γίνονταν στην Πάφο, τη Σαλαμίνα, την Κερήνεια και άλλα μέρη της Κύπρου. Έφυγαν, έχοντας την αίσθηση ότι είχαν βοηθήσει τους κατοίκους να κάνουν κάτι για την ασφάλειά τους από πειρατικές λεηλασίες αλλοφύλων. Αργότερα, έμαθε πως πολλοί από τους αχαιούς έμειναν για πάντα στη Κύπρο κάνοντας εκεί οικογένειες.

Όταν γέρασε, τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν ελαφρά. Δεν θύμωσε με το σώμα του. Το ευχαρίστησε. Η Ελένη καθόταν δίπλα του. Τα μαλλιά της είχαν πια ασπρίσει αλλά το βλέμμα της παρέμενε καθαρό και γεμάτο αγάπη. Έδωσε τα εργαλεία του στα παιδιά και στους μαθητές του. Ενώ ο ίδιος περνούσε περισσότερο χρόνο κοντά στη θάλασσα, εκεί όπου κάποτε είχε φτάσει ξένος.
Όταν έφυγε από τη ζωή, δεν υπήρξε μεγαλοπρέπεια. Τον έθαψαν κοντά στη γη που αγάπησε. Τα παιδιά του στάθηκαν γύρω του. Δεν άφησε πίσω του βασίλεια, ούτε πολέμους. Άφησε μόνο γραμμές πάνω στην πέτρα ζωντανές, γραμμές που έμοιαζαν να αναπνέουν.
Έτσι έζησε ο Αλέξανδρος. Ανάμεσα στις Μυκήνες και στην Κρήτη, ανάμεσα στο βάρος και στο φως. Και καθώς τα χρόνια περνούσαν και ωρίμαζε μέσα στη γαλήνη της Κρήτης, άρχισε να συνειδητοποιεί κάτι που στην αρχή του είχε διαφύγει: όσο διαφορετικοί κι αν έμοιαζαν οι δύο κόσμοι που είχε ζήσει, δεν ήταν αντίθετοι. Ήταν συγγενείς.
Στις νύχτες της σιωπής, όταν το εργαστήρι είχε αδειάσει και η Ελένη κοιμόταν, συχνά καθόταν μόνος με ένα λυχνάρι και ανακαλούσε εικόνες από τις Μυκήνες. Έφερνε στο μυαλό του τις τελετές, τις προσφορές στους θεούς και τον σεβασμό προς τις δυνάμεις που ξεπερνούν τον άνθρωπο. Τότε καταλάβαινε ότι οι θεοί που είχε γνωρίσει παιδί δεν είχαν χαθεί στην Κρήτη, απλώς είχαν αλλάξει πρόσωπο.
Στις Μυκήνες, η θεότητα ήταν δύναμη που απαιτούσε. Στην Κρήτη, ήταν δύναμη που περιέβαλλε. Μα ήταν η ίδια δύναμη ιδωμένη από άλλη πλευρά. Μια δύναμη που καθόριζε με θαυμαστή λεπτομέρεια το κάθε τι που συγκροτεί τον κόσμο.
Ο Αλέξανδρος παρατηρούσε τις μινωικές λατρείες με μάτι όχι ξένου, αλλά ανθρώπου που αναγνωρίζει κάτι βαθιά γνώριμο. Τα ιερά σε σπηλιές, οι κορυφές των βουνών, τα αναθήματα από πηλό και μέταλλο, όλα του θύμιζαν τις παλιές προσφορές των Μυκηνών στους θεούς της γης και του ουρανού. Και στις δύο κοινωνίες, η φύση δεν ήταν σκηνικό, ήταν ιερή παρουσία.
Ιδιαίτερα τον συγκινούσε η μορφή της Μεγάλης Θεάς. Στην Κρήτη τη γνώριζαν ως κυρία των ζώων, της γονιμότητας, της ζωής που γεννιέται και πεθαίνει. Στις Μυκήνες, το όνομά της άλλαζε, το πρόσωπό της γινόταν πιο αυστηρό, μα η ουσία παρέμενε. Ήταν η ίδια δύναμη που κρατά τον κόσμο όρθιο, άλλοτε με στοργή, άλλοτε με δέος.
Τότε θυμήθηκε τις παλιές μυκηναϊκές θυσίες, τα σιωπηλά βλέμματα, την προσμονή ενός σημείου. Και κατάλαβε ότι οι Μυκηναίοι και οι Μινωίτες δεν προσεύχονταν διαφορετικά, απλώς άκουγαν διαφορετικά.
Αυτή η συνειδητοποίηση πέρασε και στην τέχνη του.
Άρχισε να δημιουργεί έργα που δεν ανήκαν σε έναν τόπο. Γλυπτά όπου η αυστηρότητα της μυκηναϊκής μορφής συνυπήρχε με τη ρευστότητα της μινωικής κίνησης. Πρόσωπα ήρεμα, μα γεμάτα εσωτερική δύναμη. Θεότητες που δεν απειλούσαν, αλλά δεν ήταν και αδύναμες.
Οι άνθρωποι έλεγαν πως στα έργα του «οι θεοί σιωπούν, αλλά ακούν».
Συχνά μιλούσε στα παιδιά του για τις Μυκήνες.
«Εκεί ένοιωσα πως πόσο μικρός είναι ο άνθρωπος απέναντι στους θεούς», τους έλεγε. «Και εδώ;» ρωτούσαν. «Εδώ κατάλαβα πως αυτό δεν είναι αδυναμία».
Και οι δύο κόσμοι τιμούσαν την τέχνη, τον τεχνίτη, το χέρι που δημιουργεί. Και στις Μυκήνες και στην Κρήτη, η γνώση περνούσε από μάστορα σε μαθητή, όχι από βιβλίο σε βιβλίο. Η μνήμη ήταν ζωντανή, η γνώση εμπειρία.
Ακόμη και ο πόλεμος, τόσο παρών στις Μυκήνες και τόσο απόμακρος στην Κρήτη, δεν ήταν εντελώς ξένος στους Μινωίτες. Απλώς δεν ήταν στο επίκεντρο της καθημερινότητας. Και οι δυο κόσμοι ωστόσο συμφωνούσαν ότι η ελευθερία είναι προϋπόθεση για τη ζωή και προηγείται από κάθε τι άλλο.
Στα γηρατειά του, όταν πια μιλούσε σπάνια, του άρεσε να κάθεται ανάμεσα σε νέους και να ακούει τις ερωτήσεις τους. Κάποιος τον ρώτησε κάποτε:
«Τελικά, ποιος κόσμος ήταν καλύτερος;»
«Και οι δύο κόσμοι μου έμαθαν το ίδιο πράγμα με διαφορετική φωνή: Ο άνθρωπος είναι σαν το δέντρο, χρειάζεται ρίζες. Και αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι και οι δυο κόσμοι που έζησα είναι κλαδιά του ίδιου δέντρου. Τρέφονται από τις ίδιες ρίζες».
Όταν έκλεισε τα μάτια του για τελευταία φορά, οι άνθρωποι που τον αγάπησαν ήξεραν πως δεν έφευγε απλώς ένας γλύπτης. Έφευγε ένας ζωντανός δεσμός ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς που συχνά θεωρούνταν χωριστοί, μα στην πραγματικότητα μιλούσαν την ίδια αρχαία γλώσσα ανθρώπων με κοινές ρίζες.
Και ίσως, μέσα από τα έργα του, οι θεοί των Μυκηνών και της Κρήτης να αναγνώριζαν ο ένας τον άλλον — όπως ακριβώς έκανε κι εκείνος.
Ο Κύκλος του Χώματος
Στο μεταξύ ο Λύσανδρος, ο πρωτότοκος του Αλέξανδρου, γιός και εγγονός γλύπτη και κληρονόμος τέχνης παλαιάς όσο και οι πρώτες πέτρες του ανακτόρου, μεγαλώνοντας, ανέπτυξε τη δική του προσωπική ματιά στη σμίλευση των έργων του, διαφορετική από του πατέρα του. Ο γηραιός Αλέξανδρος, ήταν γνωστός για τις μορφές που έδινε στις θεές που σμίλευε: γυναικείες φιγούρες με φίδια στα χέρια, σύμβολα γονιμότητας και προστασίας. Ο Λύσανδρος αρέσκονταν να σμιλεύει κορμιά σε κίνηση, μυς που πάλλονταν, πρόσωπα που πάλευαν με το φως.
Από νεαρή ηλικία ο πατέρας του τον εμπιστευόταν και ταξίδευε στη Νάξο απ’ όπου προμηθεύονταν μάρμαρο, σμυρίδα και άλλα υλικά, απαραίτητα για τη λειτουργία του εργαστηρίου. Το νησί εκείνο, λουσμένο σε εκτυφλωτικό φως, έμοιαζε να γεννά την πέτρα από τα σπλάχνα του. Το μάρμαρο της Νάξου ήταν καθαρό, στιβαρό, σχεδόν ζωντανό. Με καράβια φορτωμένα πρώτες ύλες, ο Λύσανδρος διέσχιζε το Αιγαίο, ακούγοντας τους ναύτες να μιλούν με δέος για θαλάσσιους θεούς και δαίμονες και χαμένες πολιτείες.
Το Αιγαίο ήταν τότε δρόμος εμπορίου, αλλά και δρόμος μύθων. Στα κύματά του ταξίδευαν ιδέες, τεχνικές, πίστεις. Ο Λύσανδρος δεν ήταν μόνο γλύπτης, αλλά και έμπορος πέτρας και φορέας πολιτισμού.
Τη νύχτα της ταφής του πατέρα του, ο Λύσανδρος στάθηκε μόνος στο εργαστήριο. Το φως της λυχνίας έπεφτε πάνω σε ένα μισοτελειωμένο άγαλμα. Το πρόσωπο της μορφής ήταν άγρυπνο, σαν να τον παρακολουθούσε.
Τότε κατάλαβε πως η Κνωσός δεν του αρκούσε πλέον. Παρέδωσε το εργαστήριο στον αδελφό του, άνθρωπο σταθερό και προσγειωμένο, που αγαπούσε την παράδοση. Ο ίδιος, με καρδιά που καιγόταν για νέους ορίζοντες, αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Νάξο. Ένα νησί που ασκούσε πάνω του μια παράξενη έλξη και γοητεία.
Εκεί έχτισε νέο εργαστήριο, παντρεύτηκε γυναίκα ντόπια, τη Φιλομήλα, κόρη εμπόρου λίθων. Μαζί της απέκτησε τρία αγόρια. Το βράδυ που γεννιόταν το τρίτο παιδί, ο Αλέξανδρος, δρολάπι στοιχειακό χτυπούσε αλύπητα τη Νάξο. Το μούγκρισμα της θάλασσας φάνηκε στον Λύσανδρο σαν ένας οιωνός των θεών. Ένας οιωνός που προμήνυε μοίρα μεγάλη για το νεογέννητο.
Ο Λύσανδρος έβλεπε στο παιδί εκείνο κάτι ανήσυχο. Δεν κρατούσε τη σμίλη με τη φυσικότητα των αδελφών του. Αντίθετα, κοιτούσε συχνά προς τον ορίζοντα. Του άρεσε να ακούει ιστορίες για ήρωες της ηπειρωτικής Ελλάδας — για βασιλιάδες των Μυκηνών, για άρματα και ασπίδες. …
(συνεχίζεται)