[β’ μέρος]
Ο Κύκλος του Χώματος
Αργά το βράδυ που γεννήθηκε ο Αλέξανδρος, μέσα στην κοσμοχαλασιά και την ανεμοθύελλα που χτυπούσε τη Νάξο, κοντά στις ακτές του νησιού ένα αθηναϊκό πλοίο πάλευε να κρατήσει την πορεία του. Με τα πανιά του μουδαρισμένα, έπλεε μόνο με τη δύναμη που του έδινε ο φλόκος. Ο Νοτιάς ήταν φορτωμένος με αλάτι και αφρούς και τα κύματα χτυπούσαν με μανία τα πλευρά του. Στην πλώρη στεκόταν ο Θησέας, με τα μαλλιά του να ανεμίζουν υγρά και το βλέμμα του σκοτεινό σαν τη νύχτα που τους τύλιγε. Πίσω του, κουλουριασμένη από τη ναυτία και την εξάντληση, η Αριάδνη κρατούσε ακόμη στα δάχτυλά της ένα κομμάτι από τον μίτο που είχε σώσει τον άνδρα αυτόν από τον Λαβύρινθο του πατέρα της του Μίνωα.
Η καταιγίδα τους έσπρωξε βίαια προς τα ανατολικά παράλια του νησιού. Οι ναύτες, φωνάζοντας προσευχές σε θεούς και δαίμονες, κατάφεραν να οδηγήσουν το πλοίο σε έναν μικρό όρμο, όπου οι βράχοι σχημάτιζαν ένα φυσικό απάγκιο.
Ήταν ακόμη βαθιά νύχτα όταν άραξαν. Η Αριάδνη, εξαντλημένη, μεταφέρθηκε στην ακτή για να συνέλθει απ’ το ταρακούνημα. Ο Θησέας την σκέπασε με τον μανδύα του. Για μια στιγμή το βλέμμα του μαλάκωσε. Κανείς δεν μπορούσε να πει τι ένιωθε, ευγνωμοσύνη, ενοχή ή φόβο. Εξαντλημένος κι αυτός γύρισε στο πλοίο και ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Ύπνος βαθύς τον συνεπήρε αμέσως. Και μέσα στο όνειρό του το κατάστρωμα γέμισε άμπελο και κισσό. Ο αέρας μύρισε μούστο και μέλι. Και μέσα από το σκοτάδι εμφανίστηκε ο Διόνυσος, στεφανωμένος με φύλλα αμπελιού και μάτια λαμπερά σαν πυρωμένα κάρβουνα.
«Η κόρη του Μίνωα δεν είναι για εσένα, Θησέα», είπε με φωνή που ήταν ταυτόχρονα ψίθυρος και κεραυνός. «Η Νάξος είναι ο τόπος της μοίρας της. Άφησέ την εδώ και φύγε. Είναι δική μου.»

Ο ήρωας ξύπνησε αλαφιασμένος. Η καταιγίδα είχε κοπάσει.
Το ξημέρωμα βρήκε την Αριάδνη να περπατά αργά στην παραλία. Τα βήματά της άφηναν τα ίχνη της στη μαλακή άμμο. Κοίταζε τη θάλασσα ανήσυχη προσπαθώντας να διώξει τις κακές σκέψεις από το μυαλό της. Δεν ήξερε ότι πίσω της, στο αγκυροβολημένο πλοίο, δινόταν μια άλλη μάχη, σιωπηλή, εσωτερική.
Όταν γύρισε το κεφάλι της, το καράβι είχε ήδη ανοίξει πανιά.
Δεν φώναξε.
Μόνο στάθηκε ακίνητη σαν άγαλμα, κοιτάζοντας το μαύρο πανί με το έμβλημα της Αθήνας να μικραίνει στον ορίζοντα.
Λίγο πιο πάνω από τον όρμο, σε χαμηλό λόφο, βρισκόταν το εργαστήρι του Λύσανδρου. Εκείνος πρώτος είδε τη γυναίκα στην ακτή. «Πατέρα, είναι νεράιδα;» ρώτησε ο μεγάλος του γιός.
Ο Λύσανδρος κατέβηκε μαζί του στην παραλία. Όταν αντίκρισε την Αριάδνη από κοντά, ένιωσε πως έβλεπε μορφή κατεβασμένη από κάποιο αέτωμα ναού. Ακόμη και μετά από τόση ταλαιπωρία το παρουσιαστικό και οι κινήσεις της απέπνεαν ευγένεια και αρχοντιά μοναδική.
«Είμαι μόνη», είπε εκείνη απλά.
Την πήραν στο σπίτι τους και της έδωσαν φαγητό και νερό. Της πρόσφεραν για προσωρινό κατάλυμα μια μικρή καλύβα που χρησιμοποιούσε ο Λύσανδρος σαν βοηθητικό χώρο για το εργαστήριό του. Η μέρα πέρασε χωρίς πολλές συζητήσεις. Η Αριάδνη τους εξήγησε με λίγα λόγια ποια ήταν και τι είχε συμβεί, αλλά όσο κι αν προσπαθούσαν να της δώσουν κουράγιο παρέμενε λιγομίλητη και σκεπτική.
Το βράδυ που ακολούθησε, η θάλασσα ήταν παράξενα ήρεμη. Ο ουρανός καθαρός και γεμάτος άστρα που έμοιαζαν να πάλλονται πιο έντονα απ’ ό,τι συνήθως.
Ο Λύσανδρος δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Κρατώντας στην αγκαλιά του το νεογέννητο γιό του βημάτιζε συνεχώς μέσα στο σπίτι προσπαθώντας να τον ηρεμήσει, προσφέροντας συνεχώς τα απαραίτητα στη λεχώνα σύζυγό του Από το παράθυρό του έβλεπε ένα παράξενο φως να ξεχύνεται από την καλύβα όπου φιλοξενούσαν την ξένη. Ενώ ακούγονταν ακατάληπτοι ήχοι, ψίθυροι και γέλια μακρινά, σαν θρόισμα φύλλων σε αμπελώνα που όμως δεν υπήρχε. Ξαφνικά, ένα άρωμα γλυκό, μεθυστικό, πλημμύρισε τον αέρα.
Και ύστερα σιωπή.
Το πρωί, η Αριάδνη είχε εξαφανιστεί.
Στην άμμο, έξω από το σπίτι, υπήρχε μόνο ένα στεφάνι από κισσό.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Αλέξανδρος μεγάλωσε ακούγοντας ιστορίες. Για τον ήρωα που νίκησε τον Μινώταυρο. Για τη βασιλοπούλα που χάθηκε μυστηριωδώς από το σπίτι τους την ημέρα που αυτός γεννήθηκε. Για τον αστερισμό που οι άνθρωποι είχαν ονομάσει: «Στεφάνι της Αριάδνης», θεωρώντας τον γαμήλιο δώρο του Διόνυσου προς την Αριάδνη, φτιαγμένο απ’ τον Ήφαιστο. Για την αθανασία της Αριάδνης που ζούσε πια στον Όλυμπο. Και για θεούς που περπατούν ανάμεσα στους ανθρώπους.
Τα αδέλφια του έμαθαν να κρατούν σμίλη και σφυρί. Εκείνος όμως κρατούσε ξύλινο σπαθί. «Το μάρμαρο δεν μιλά», έλεγε. «Οι ήρωες μιλούν». Ο πατέρας του θύμωνε, μα βαθιά μέσα του ήξερε: το βλέμμα του γιου του δεν ήταν φτιαγμένο για να κοιτά φλέβες πέτρας. Ήταν φτιαγμένο για άλλους ορίζοντες.
Όταν ενηλικιώθηκε, μια μέρα στάθηκε μπροστά στον πατέρα του και του είπε: «Πατέρα, η σμίλη χαρίζει μορφή στην πέτρα, μα το δόρυ χαράζει τη μοίρα. Ήρθε η ώρα να φύγω».
«Κι όμως, η πέτρα αντέχει στους αιώνες, ενώ το αίμα στεγνώνει και χάνεται γρήγορα», του αποκρίθηκε ο Λύσανδρος.
«Ναι, αλλά μόνο το αίμα μπορεί να διασφαλίσει πως τα χέρια του τεχνίτη θα είναι έργα ελεύθερου ανθρώπου και όχι δούλου», απάντησε ο Αλέξανδρος. «Θα πάω στην Αθήνα. Θέλω να συναντήσω τον Θησέα. Αναζητώ απαντήσεις, κι εκείνος είναι ο μόνος που μπορεί να μου τις δώσει».
Ο Λύσανδρος κατάλαβε πως δεν μπορούσε να τον κρατήσει.
Η Αθήνα δεν ήταν πια η πόλη που είχε αφήσει ο Θησέας νέος. Ήταν μεγαλύτερη, πιο περήφανη μα και πιο ανήσυχη. Ο Αλέξανδρος περπάτησε στους δρόμους της παρατηρώντας την καθημερινότητα των ανθρώπων. Η ζωή ήταν οργανωμένη με τον ίδιο τρόπο που είχε δει όπου κι αν είχε ταξιδέψει μέχρι τότε, από τη μεγαλύτερη πόλη μέχρι το μικρότερο οικισμό. Ένα ιερό σημείο μέσα στο χώρο, συνήθως στο κέντρο του οικισμού, και η συμβίωση των ανθρώπων αποτέλεσμα της κοινής τους αναφοράς στο ιερό αυτό σημείο που ενοποιεί τη ζωή. Αυτό είναι που κάνει τη συνύπαρξη των ανθρώπων να διαφέρει από τη συνύπαρξη των ζώων σε αγέλες, σκέφτηκε. Η ζωή είναι μορφή, τάξη και αρμονία, το αντίθετο της ζωής είναι η αμορφία και το χάος, η διάλυση που επιφέρει ο θάνατος. Ο προσδιορισμός ενός ιερού κέντρου είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την τάξη και την αρμονία της ζωής.
Στην Αθήνα, που για πρώτη φορά επισκεπτόταν, το ιερό κέντρο βρισκόταν στο βράχο της Ακροπόλεως. Όλοι οι δρόμοι και οι περιοχές γύρω απ’ αυτόν ήταν κατάφυτες με ελιές. Ανέβηκε στον βράχο και είδε το σημείο όπου ο θεός Ποσειδώνας και η θεά Αθηνά διαγωνίστηκαν για το ποιος θα δώσει το όνομά του στην πόλη. Ψηλάφησε στο βράχο το σημάδι της τρίαινας που χτύπησε ο Ποσειδώνας και πετάχτηκε νερό, και άγγιξε με δέος τον κορμό και τα φύλλα της ελιάς που δώρισε η θεά Αθηνά στους κατοίκους της Αθήνας.

Ήταν μια μέρα πυρωμένη από τον ήλιο των τελευταίων ημερών του Ιουλίου, του ιερού Εκατομβαιώνα. Ο αέρας μοσχοβολούσε θυμάρι. Κι εκεί που στεκόταν συλλογισμένος, είδε να ξεπροβάλλει από τον ανήφορο μια μεγάλη πομπή πολιτών, σαν ποτάμι ανθρώπινο που κυλούσε αργά και τελετουργικά προς το μέρος του. Ήταν η μεγάλη γιορτή της Αθήνας, τα Παναθήναια. Η ώρα που η πόλη ένωνε την ανάσα της σε έναν κοινό παλμό.
Νέοι με πρόσωπα φωτεινά κρατούσαν κλαδιά ελιάς, ενώ ο ήχος των αυλών υψωνόταν στον ουρανό, πλεγμένος με ψαλμούς. Όταν έφτασαν κοντά του, στον βωμό που στεκόταν εκεί από παλιά, άρχισαν οι θυσίες. Τα ζώα προσφέρονταν με ευλάβεια, και ο καπνός ανέβαινε αργά, στριφογυριστός, σαν να αναζητούσε τον δρόμο προς τους θεούς.
Το κρέας μοιράστηκε σε όλους σαν ευλογία. Έδωσαν και στον Αλέξανδρο, που ένιωσε για λίγο να γίνεται ένα με το πλήθος. Εκείνη τη στιγμή, η πόλη δεν ήταν σύνολο σπιτιών και δρόμων, αλλά μια μεγάλη οικογένεια, σφιχταγκαλιασμένη κάτω από τη σκέπη της πολιούχου της, της παρθένου θεάς Αθηνάς.
Όταν η τελετή ολοκληρώθηκε, κατηφόρισαν όλοι μαζί.. Και αμέσως άρχισαν οι αγώνες. Αγώνες δρόμου, πάλης, δύναμης, διαγωνισμοί μουσικής και απαγγελίες ποιημάτων που υμνούσαν θεούς και ήρωες. Και για τους νικητές, έπαθλα αντάξια της πόλης: πιθάρια γεμάτα λάδι και ελιές. Καρποί της γης από το ευλογημένο δέντρο που είχε δωρίσει στην πόλη η θεά Αθηνά.

Ξαφνικά μέσα στο πλήθος εμφανίστηκε ο βασιλιάς με τη συνοδεία του. Προχωρούσε συνομιλώντας με τους κατοίκους με μεγάλη οικειότητα. Τους γνώριζε σχεδόν όλους με τα ονόματά τους. Τότε ο Αλέξανδρος βρήκε την ευκαιρία και τον πλησίασε. Του είπε ποιος είναι και ποιος είναι ο σκοπός της επισκέψεώς του.
Ο ήρωας που ήταν πλέον κοντά στα σαράντα, ίσως και λίγο μεγαλύτερος, διατηρούσε ακέραια τη σωματική του ρώμη και το αρχοντικό παράστημα.
«Γεννήθηκα τη μέρα που η Αριάδνη κατέβηκε από το καράβι μπροστά στο σπίτι μου στη Νάξο, μετά τον άθλο με τον Μινώταυρο», είπε ο Αλέξανδρος. «Την επόμενη μέρα χάθηκε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έγιναν όλα αυτά. Ο πατέρας μου μιλάει για αυτή με μεγάλο σεβασμό. Οι άνθρωποι λένε πως έγινε θεά».
Ο Θησέας σώπασε για λίγο, ύστερα τον τράβηξε σε μια άκρη για να μην τους ακούνε. «Ένας βασιλιάς», είπε, «δεν ανήκει μόνο στον εαυτό του. Αναγκάσθηκα να πάω στην Κρήτη και να διακινδυνεύσω τα πάντα. Η ιστορία ξεκίνησε όταν ο Ανδρόγεω, ο γιος του βασιλιά Μίνωα ήρθε στην Αθήνα και πήρε μέρος σε αθλητικούς αγώνες, όπου πρώτευσε. Αλλά αυτό δεν του ήταν αρκετό. Δείχνοντας μέγιστη αλαζονεία ειρωνεύτηκε και έκανε υποτιμητικά σχόλια για τους κατοίκους της Αθήνας. Έμπλεξε σε καυγάδες και δολοφονήθηκε. Τότε, ο αδίστακτος βασιλιάς Μίνωας, που δε σεβάστηκε ούτε τη μνήμη του ίδιου του παιδιού, βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε για να κατηγορήσει ολόκληρη την πόλη και τους άρχοντές της και να εκστρατεύσει εναντίον της. Νίκησε και επέβαλε επαχθείς όρους. Ο φόρος αίματος με τους νέους και τις νέες που έπρεπε να στέλνονται στο Μινώταυρο, ήταν ένας από αυτούς. Όταν έγιναν όλα αυτά εγώ δεν ήμουν ακόμη εδώ. Ο Δαίδαλος, ο φημισμένος αιχμάλωτος αρχιτέκτονας του Μίνωα που έχτισε το Λαβύρινθο, έδωσε το μίτο στην Αριάδνη για να με βοηθήσει να μη χαθώ μέσα σ’ αυτόν. Την ευχαρίστησα για αυτό και την πήρα μαζί μου με σκοπό να την κάνω γυναίκα μου». Ο Θησέας σταμάτησε για λίγο και μετά συνέχισε μιλώντας του για το όνειρο. Για τον Διόνυσο και την εντολή. «Μια σύγκρουση μαζί του θα ήταν μάταιη και καταστροφική. Και για την Αριάδνη», πρόσθεσε.
Ο Αλέξανδρος έφυγε σκεπτικός. Δεν ήξερε αν έπρεπε να πιστέψει την ιστορία. Τελικά, μετά από μερικές μέρες, πήρε απόφαση και από την Αθήνα πέρασε στη Σαλαμίνα, όπου ζούσε ο μέγας Αίαντας, γιός του βασιλιά Τελαμώνα. Άνδρας γιγάντιος με φωνή που έμοιαζε με τύμπανο πολέμου. Η φήμη για τη δύναμη και την ανδρεία του είχε φτάσει παντού. Ο νεαρός Αλέξανδρος του ζήτησε να ενταχθεί στο στρατό του. Ήταν καιρός τώρα που κυκλοφορούσε η φήμη ότι έρχεται μεγάλος πόλεμος, στον οποίο θα έπαιρναν μέρος όλα τα βασίλεια.
Ο Αίας είδε στον νεαρό κάτι ξεχωριστώ και τον κράτησε κοντά του. Τον εκπαίδευσε στη λόγχη, στο ξίφος, και στην πειθαρχία. «Ο ήρωας», του έλεγε, «δεν πολεμά μόνο εχθρούς, πολεμά πρωτίστως με τον εαυτό του. Έχει απόλυτη προσήλωση σ’ έναν προσωπικό προορισμό. Υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια, εκλέγει το αδύνατο, απομονώνεται, φτάνει ως την αυτοκαταστροφή για να κατακτήσει την αυτογνωσία. Το νόημα της πραγματικής ζωής Αλέξανδρε δεν είναι η μακροζωία αλλά η ελευθερία. Και πρώτα απ’ όλα η απελευθέρωση από τα δικά μας πάθη και μικρότητες», είπε και χαμογέλασε. Ο Αλέξανδρος άκουγε προσεκτικά. Γρήγορα αναπτύχθηκε δυνατή φιλία μεταξύ τους και σύντομα έγινε μέλος ενός επίλεκτου στρατιωτικού σώματος που ηγούνταν ο ίδιος Αίαντας. Κι ενώ εκείνος μάθαινε την τέχνη του πολέμου, στην Αττική συνέβαιναν άλλα.
Ο Θησέας, ανήσυχο πνεύμα και τολμηρός βασιλέας, με τη συντροφιά του αχώριστου φίλου του Πειρίθοου, άρπαξε τη δωδεκάχρονη κόρη του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεω, την Ελένη, που η μοίρα την είχε τάξει να γίνει το μήλον της έριδος θεών και ανθρώπων. Την οδήγησε στην Αφίδνα της Αττικής και την εμπιστεύθηκε στη μητέρα του, την Αίθρα, για να την αναθρέψει ώσπου να έρθει ο καιρός να την κάνει σύζυγό του.
Μα η τόλμη του δεν γνώριζε όρια. Μαζί με τον Πειρίθοο κατέβηκαν στα σκοτεινά βασίλεια του Άδη, αποφασισμένοι να αρπάξουν την ίδια την Περσεφόνη, που ο Πειρίθοος ποθούσε για γυναίκα του. Όμως τα δεσμά του κάτω κόσμου ήταν αξεπέραστα και παγιδεύτηκαν στα έγκατα της γης. Τελικά με τη βοήθεια του Ηρακλή κατάφερε να σωθεί μόνο ο Θησέας. Ο Πειρίθοος έμεινε πίσω, σκιά αιώνια στον τόπο των σκιών.
Στο μεταξύ, η αρπαγή της Ελένης άναψε τη φλόγα της εκδίκησης στις καρδιές των αδελφών της, των Διόσκουρων. Με ορμή εισέβαλαν στην Αττική, ρήμαξαν την Αφίδνα και πήραν πίσω τη νεαρή πριγκίπισσα στη Σπάρτη, αποκαθιστώντας την τιμή του οίκου τους.
Στην απουσία του Θησέα και μέσα στα ερείπια που άφησαν πίσω τους οι Σπαρτιάτες, βρήκε πρόσφορο έδαφος ο φιλόδοξος διεκδικητής του θρόνου, ο Μενεσθέας, απόγονος του Ερεχθέα. Κατέλαβε την εξουσία και στερέωσε τη θέση του στην Αθήνα. Ο Θησέας, πληγωμένος, αυτοεξορίστηκε στη Σκύρο, με την ελπίδα να επανέλθει στην Αθήνα όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Εκεί τον δέχθηκε ο άρχοντας και παλιός του φίλος Λυκομήδης. Μα πίσω από τη φαινομενική φιλοξενία κρυβόταν ο φόβος του για την απώλεια της εξουσίας από το Θησέα. Και ο φόβος γέννησε προδοσία. Ο Λυκομήδης τον έσπρωξε από ύψωμα, χαρίζοντάς του άδοξο τέλος.
Ο Μενεσθέας, στο μεταξύ, κυβέρνησε με φρόνηση. Κι όταν αργότερα η Ελένη, σύζυγος πια του Μενέλαου, αρπάχθηκε από τον Πάρη της Τροίας, οι Αχαιοί ηγεμόνες βρήκαν την πολυπόθητη αφορμή για πόλεμο. Ανάμεσά τους και ο Μενεσθέας, που οδήγησε τα αθηναϊκά πλοία στην Αυλίδα, όπου είχε ήδη αρχίσει να συγκεντρώνεται ο στόλος των Αχαιών για τη μεγάλη εκστρατεία εναντίον της Τροίας.
Όταν ο Αλέξανδρος με τις δυνάμεις του Αίαντα έφθασε στην Αυλίδα, η γη έμοιαζε να κρατά την ανάσα της. Μια σύγκρουση μεταξύ ανθρώπων της ίδιας φυλής, ξεκινούσε. Αφού οι Βρύγες, λαός προερχόμενος από την περιοχή της Μακεδονίας, είχαν κατά το παρελθόν μετοικήσει εξ’ ίσου τόσο προς την Πελοπόννησο, όσο και προς την Ασία. Αλλά ενώ εκείνοι που βρέθηκαν στην Πελοπόννησο είχαν ενσωματωθεί πλήρως με τους ντόπιους, στην Ασία δεν έγινε το ίδιο. Οι κάτοικοι των μικρασιατικών πόλεων που δημιουργήθηκαν από αυτούς, έχοντας μετονομασθεί σε Φρύγες και με επικεφαλής κυρίως τους Τρώες, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ένα κέντρο εξουσίας αυτόνομο και ανταγωνιστικό προς τον κρητομυκηναϊκό κόσμο. Κάτι που δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό από τους Αχαιούς.
Στην αμμώδη ακτή είχαν παραταχθεί αμέτρητα πλοία. Καράβια μακρόστενα με υψωμένες πλώρες, στολισμένες με μάτια ζωγραφισμένα σα να βλέπουν τον δρόμο προς στη θάλασσα. Ήταν ο στόλος των Αχαιών, συγκεντρωμένος κατόπιν προστάγματος του βασιλέως των Μυκηνών, του Αγαμέμνονα. Του αρχηγού της εκστρατείας και αδελφού του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου. Ένιωσε συγκίνηση. Δεν ήταν πολύς καιρός που σε ένα αγώγι μεταφοράς σιτηρών για λογαριασμό του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα, είχε περάσει από τις Μυκήνες. Ρωτώντας μάλιστα τους ντόπιους είχε βρει το σπίτι του προπάππου του, του φημισμένου τεχνίτη Λύσανδρου. Η φήμη του ζούσε ακόμη εκεί, ενώ τα έργα του κοσμούσαν τα ανάκτορα των Μυκηνών.
Ο αέρας, όμως, δεν φυσούσε. Η θάλασσα απλωνόταν επίπεδη σαν γυαλί, και τα πανιά κρέμονταν άψυχα. Οι άνδρες περιφέρονταν ανήσυχοι. Άλλοι ακόνιζαν δόρατα, άλλοι έπλεκαν σχοινιά κι άλλοι προσεύχονταν. Μα οι μέρες περνούσαν και τα πλοία έμεναν δεμένα.
Ο Αλέξανδρος στάθηκε για πρώτη φορά ανάμεσα σε τόσους ήρωες. Είδε τον Αχιλλέα, με μαλλιά που άστραφταν σαν χαλκός στον ήλιο και βλέμμα που δεν χαμήλωνε ποτέ. Στο πλευρό του στεκόταν ο πιστός του φίλος, ο Πάτροκλος, με ήρεμη όψη και σιωπηλή δύναμη.
Λίγο πιο πέρα, ο πολυμήχανος Οδυσσέας συνομιλούσε με άνδρες από διάφορα βασίλεια, τα μάτια του πάντα σε κίνηση, σαν να ζύγιζε σκέψεις αθέατες.
Ο Αλέξανδρος ένιωσε μικρός μπροστά τους, όχι από φόβο, αλλά από δέος. Ήταν σαν να είχε βρεθεί ανάμεσα σε μορφές σμιλεμένες από τον ίδιο του τον πατέρα, μόνο που αυτές ανέπνεαν και μιλούσαν.
Οι ψίθυροι ωστόσο, πύκνωναν. Έλεγαν πως η θεά Άρτεμις είχε θυμώσει με τον Αγαμέμνονα και κρατούσε τον άνεμο δεμένο. Έλεγαν πως ζητούσε θυσία. Και το όνομα που ακουγόταν ολοένα και περισσότερο ήταν εκείνο της Ιφιγένειας. Η νεαρή κόρη του Αγαμέμνονα έφθασε στην Αυλίδα με συνοδεία, πιστεύοντας, όπως της είχαν πει, πως θα παντρευόταν τον Αχιλλέα. Ήταν όμορφη σαν την αυγή, με βλέμμα καθαρό και βήμα ανάλαφρο. Ο Αλέξανδρος την είδε από μακριά. Κάτι μέσα του ράγισε. Ένοιωσε να τον πνίγει ο αέρας.
Η θυσία ήταν αναγκαία. Έτσι έλεγαν οι μάντεις. Ο στρατός βοούσε. Άλλοι αγανακτούσαν, άλλοι σιωπούσαν, άλλοι έσκυβαν το κεφάλι μπροστά στη μοίρα.
Τις τελευταίες μέρες ωστόσο κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες: Ότι ο Αγαμέμνονας είχε στείλει δεύτερο γράμμα προς την Κληταιμνήστρα, τη γυναίκα του και αδερφή της Ωραίας Ελένης, να μη φέρει την Ιφιγένεια στην Αυλίδα. Ότι ο Μενέλαος το κατάλαβε και υπήρξε σκληρή αντιπαράθεση μεταξύ τους για τη διαφαινόμενη ματαίωση της εκστρατείας. Ότι υπήρχαν φόβοι για την αντίδραση του συγκεντρωμένου στρατού. Ότι ο Αχιλλέας προσφέρθηκε να πολεμήσει εναντίον όλων για να υπερασπιστεί την Ιφιγένεια σε περίπτωση ματαίωσης της εκστρατείας.
Όλα όμως εξανεμίσθηκαν μπροστά στα θαρραλέα λόγια της Ιφιγένειας: «Ας γίνει έτσι αφού αυτό είναι απαραίτητο για να σωθεί η ελευθερία της Ελλάδας και η ενότητα των Ελλήνων». Οι σημαδιακές λέξεις: Ελλάδα –Έλληνες, που πρόφερε με απόλυτη φυσικότητα η κόρη, αυτονόητα γνωστές και απροσμέτρητα άγνωστες μέχρι εκείνη τη στιγμή σε όλους, έδιναν ιερό νόημα στην εμφύλια σφαγή που επέπρωτο να ακολουθήσει στην Τροία. Σφαγή ανάμεσα σε αυτούς που υπερασπίζονταν τη δωρεά της ελληνικότητας που η μοίρα τους είχε χαρίσει και σε αυτούς που την απέρριπταν.
Την ημέρα της θυσίας, ο ουρανός ήταν καθαρός και σκληρός.
Η Ιφιγένεια προχώρησε προς τον βωμό. Τα μάτια της είχαν χάσει την παιδικότητά τους. Δεν έκλαιγε. Η σιωπή απλώθηκε σαν πέπλο πάνω από το πλήθος. Ο Αλέξανδρος βρέθηκε κοντά, τόσο κοντά που μπορούσε να δει τα χέρια της να τρέμουν ελαφρά. Είδε τον Αγαμέμνονα να στέκεται ακίνητος, σαν πέτρα που ραγίζει εσωτερικά. Είδε τον Αχιλλέα να κρατά το δόρυ του με οργή, μα να μην κινείται.

Και τότε έγινε κάτι απίστευτο: καθώς το μαχαίρι έπεφτε βαρύ από το χέρι του μάντη Κάλχα προς το γυμνό λαιμό της έφηβης, η Ιφιγένεια εξαφανίστηκε από τα μάτια όλων και ένα ελάφι έμεινε να σφαδάζει πάνω στο βωμό ραντίζοντας την πέτρα με το αίμα του.
Και ξάφνου τα πάντα άλλαξαν σα να άνοιξαν οι ουρανοί. Τα πανιά φούσκωσαν, τα πλοία έτριξαν, οι άνδρες φώναξαν, η θάλασσα άρχισε ν’ αφρίζει κάτω από τα κουπιά. Η θυσία είχε γίνει αποδεκτή.
Ο Αλέξανδρος ένιωσε τότε για πρώτη φορά το βάρος του πολέμου. Δεν ήταν μόνο δόξα, ήταν και τίμημα. Και το τίμημα άρχιζε πριν ακόμη φανεί ο εχθρός.
Ο ορίζοντας άνοιγε μπροστά τους σαν μοίρα αναπόφευκτη που δεν γράφεται ξανά. Ο Αλέξανδρος στεκόταν στο κατάστρωμα, κρατώντας το δόρυ του και σκεφτόταν τη Νάξο, τον πατέρα του, τη σμίλη που χτυπούσε το μάρμαρο. Τώρα, ο μόνος ήχος που άκουγε ήταν ο χτύπος της καρδιάς του και το τραγούδι των πολεμιστών. Η Τροία τους περίμενε. Και μαζί της, η δόξα και ο όλεθρος.
Όταν τα πλοία των Αχαιών έφθασαν στις ακτές της Τροίας, η γη σείστηκε από τον θόρυβο των κουπιών και των πανοπλιών. Μπροστά τους υψώνονταν τα τείχη της πόλης, ψηλά και στιβαρά. Έργο που, όπως ψιθύριζαν οι παλαιοί, είχαν χτίσει θεοί.
Στην κορυφή τους στεκόταν ο πρίγκιπας της Τροίας, ο Έκτορας. Ανδρείος και γαλήνιος σαν βράχος που αντέχει στα κύματα. Στο πλευρό του, άλλοι άρχοντες και πολεμιστές, έτοιμοι να υπερασπιστούν την πατρίδα τους.
Ο Αλέξανδρος, ανάμεσα στους Αχαιούς, ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Είχε φανταστεί τη μάχη σαν δοκιμασία τιμής, τώρα έβλεπε ανθρώπους απέναντι, όχι σκιές.

Οι πρώτες συγκρούσεις ήταν άγριες και φονικές. Δόρατα έσκιζαν τον αέρα, και ο κρότος των χαλκού των ασπίδων που συγκρούονταν μπερδεύονταν με κραυγές θριάμβου και οιμωγές. Άρματα διέσχιζαν το πεδίο σηκώνοντας σύννεφα σκόνης. Ο Αλέξανδρος πολέμησε δίπλα σε άνδρες από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Έμαθε να κρατά τη γραμμή, να ακούει την αναπνοή του διπλανού του, να μη νιώθει φόβο όταν το δόρυ κατευθυνόταν προς το στήθος του. Στα διαλείμματα της μάχης, οι ήρωες φάνταζαν σαν φλόγες μέσα στη νύχτα.
Ο Αχιλλέας έμοιαζε ανίκητος. Οι Τρώες στη θέα του υποχωρούσαν όπως τα στάχυα μπροστά στον άνεμο. Το δόρυ του έβρισκε πάντα στόχο. Η ορμή του δεν γνώριζε μέτρο.
Ο Αλέξανδρος τον είδε πολλές φορές από κοντά. Τον είδε να μάχεται με λύσσα, μα και να στέκεται σιωπηλός τη νύχτα, κοιτάζοντας τη φωτιά. Ήταν νέος σαν τον ίδιο, μα έφερε επάνω του μοίρα βαριά.
Μια απ’ αυτές τις βραδιές πλησίασε τη σκηνή του Αχιλλέα, ψάχνοντας τον Πάτροκλο για του δώσει έναν καινούργιο λουρί για τα ηνία των αλόγων του άρματος που είχαν σπάσει στη μάχη.
«Θα έρθει σε λίγο, κάτσε» του είπε ο Αχιλλέας επιτακτικά.
«Εσύ είσαι με το φίλο μου τον Αίαντα, σωστά»; Τον ρώτησε. Ο Αλέξανδρος έγνεψε καταφατικά.
«Ποιο είναι το όνoμά σου»;
«Αλέξανδρος». Ο Αχιλλέας έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά συνέχισε, κοιτάζοντας πέρα, μακριά:
«Νικάμε Αλέξανδρε, αλλά ο πόλεμος δεν θα είναι μόνο νίκες. Όμως ο καλός πολεμιστής ακόμη και όταν γνωρίζει πως θα συντριβεί, πρέπει να δράσει σύμφωνα με τον νόμο της τιμής και της ευθύνης. Η αξία δεν βρίσκεται στο αποτέλεσμα, η αξία βρίσκεται στη σταθερή επιδίωξη του σωστού. Και σωστός είσαι όταν υπάρχει συνέπεια ανάμεσα σε αυτό που πιστεύεις και σε αυτό που πράττεις. Ακόμη κι όταν γνωρίζεις ότι η πράξη σου θα σε οδηγήσει στην καταστροφή». Σταμάτησε για λίγο και συνέχισε: «Αύριο με τους Μυρμιδόνες θα πάμε να καταλάβουμε μερικές πόλεις γύρω από το Ίλιον που βοηθούν τους Τρώες. Την Λυρνησό, την Πήδασο, τις Θήβες και μερικές ακόμη. Αν θέλεις ενημέρωσε τον αρχηγό σου και έλα μαζί μου».
«Είναι μεγάλη η τιμή που μου κάνεις, θεϊκέ Αχιλλέα, είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω», απάντησε ο Αλέξανδρος.
Όταν ο Αίας ενημερώθηκε από τον Αλέξανδρο για το σχέδιο του Αχιλλέα, προθυμοποιήθηκε να συνδράμει κι αυτός με τμήμα επίλεκτων πολεμιστών του, αφήνοντας τους υπόλοιπους υπό την αρχηγία του αδερφού του Τεύκρου.
Επέστρεψαν μετά από μερικές ημέρες έχοντας επιτύχει την κατάληψη δώδεκα παραλιακών πόλεων και έντεκα μεσογειακών. Μαζί τους έφεραν πολλά λάφυρα και πολλές αρχοντοπούλες των Φρυγών. Η Χρησιίδα, κόρη ιερέως του Απόλλωνα, δόθηκε στον Αγαμέμνονα και η Βρησιίδα στον Αχιλλέα. Ο Αίαντας, από τις πρώτες μέρες της άφιξης των Αχαιών στην Τροία είχε ήδη επιλέξει σαν σύντροφό του την Τέκμησσα, κόρη του βασιλιά Τελεύταντα με την οποία είχει ήδη αποκτήσει και ένα γιο, τον Ευρυσάκη .
Η πολιορκία συνεχίστηκε με τις μάχες να μαίνονται κάθε μέρα όλο και πιο φονικές, όλο και πιο άγριές. Μόνο που τώρα οι Αχαιοί εκτός από τους Τρώες είχαν να αντιμετωπίσουν και τον Απόλλωνα, που οργισμένος από την αρπαγή της Χρησιίδας, κόρης του ιερέα του ναού του, τόξευε το στρατόπεδο των Αχαιών μέρα και νύχτα, προκαλώντας τους φοβερές απώλειες.

Ο Αγαμέμνονας αποφασίζει να τον εξευμενίσει και ελευθερώνει τη Χρησιίδα, αλλά παίρνει σαν σύντροφό του την Βρησιίδα του Αχιλλέα.
Ο θυμός του Αχιλλέα για την προσβολή είναι χωρίς όρια. Αποσύρεται από τη μάχη και σχεδιάζει να αποχωρήσει εντελώς από τον πόλεμο επιστρέφοντας στη Φθία.
Κρυφά ο Πάτροκλος φορά την πανοπλία του Αχιλλέα και μπαίνει στη μάχη για να ενισχύσει τους Αχαιούς που σφαγιάζονται. Οι Αχαιοί παίρνουν θάρρος και τρέπουν τους Τρώες σε φυγή, αλλά ξάφνου γίνεται η μοιραία συνάντηση. Εμφανίζεται ο Έκτορας που προσπαθώντας να ανακόψει την προέλαση των Αχαιών συναντά τον Πάτροκλο, μονομαχεί μαζί του νομίζοντας πως είναι ο Αχιλλέας και τον σκοτώνει.
Η συμπλοκή που επακολουθεί γύρω από το σώμα του Πατρόκλου είναι πρωτοφανής. Ο Αλέξανδρος είναι από τους πρωταγωνιστές. Τελικά οι Αχαιοί καταφέρνουν να πάρουν το σώμα αλλά ο Έκτορας έχει προλάβει να αρπάξει την πανοπλία του Αχιλλέα.
Όταν ο Αχιλλέας έμαθε τον θάνατο του φίλου του, η οργή του έγινε πυρκαγιά. Θέλει να επιστρέψει άμεσα για να πάρει εκδίκηση αλλά δεν έχει όπλα. Λέει στη μητέρα του, θεά Θέτιδα, ότι αισθάνεται «βάρος της γης» (άχθος αρούρης) και ζητά να του φέρει καινούρια όπλα.
Ο Αλέξανδρος τον είδε να επιστρέφει στο πεδίο της μάχης με νέα πανοπλία, λαμπερή σαν τον ήλιο, έργο της θεϊκής τέχνης του Ηφαίστου.
Οι Τρώες κλείστηκαν πίσω από τα τείχη.
Ο Έκτορας έμεινε έξω.
Η μονομαχία τους γράφτηκε στη μνήμη όσων την είδαν.
Γύρω τους άπλωσε σιωπή. Οι στρατοί παραμέρισαν. Ο Αλέξανδρος ένιωθε πως παρακολουθούσε κάτι που ξεπερνούσε τους ανθρώπους, σα να συγκρούονταν δυνάμεις αρχέγονες.
Ο Έκτορας πολέμησε με αξιοπρέπεια, γνωρίζοντας τη μοίρα του. Ο Αχιλλέας ήταν καταιγίδα.
Όταν το δόρυ βρήκε τον λαιμό του ήρωα της Τροίας, ο χρόνος φάνηκε να σταματά.
Ο Έκτορας έπεσε. Και μαζί του έπεσε ένα κομμάτι της ίδιας της Τροίας.

Ο Αλέξανδρος δεν ένιωσε θρίαμβο. Ένιωσε το βάρος της ιστορίας. Είδε τον Αχιλλέα να σέρνει το σώμα του Έκτορα γύρω από τα τείχη και κατάλαβε πως ο πόλεμος είχε περάσει το όριο της τιμής.
Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν σκληρά. Φίλοι χάθηκαν. Ο ίδιος τραυματίστηκε δύο φορές. Έμαθε να κοιμάται με το δόρυ δίπλα του, να ξυπνά από κραυγές, να ζει με το βλέμμα στραμμένο στη γραμμή του ορίζοντα.
Κι όμως, η Τροία δεν έπεφτε.
Ο Αίαντας πολεμούσε ακατάπαυστα, «Ποιος είναι αυτός ο ωραίος και μέγας Αχαιός, που ξεχωρίζει με το κορμί και το κεφάλι ανάμεσα στους Αργείους:» ρώτησε κάποτε ο Πρίαμος.
«Σου έδωσε ο θεός ανάστημα και δύναμη και γνώση κι είσαι στην τέχνη των όπλων ο ανώτερος μέσα στους Αχαιούς», άκουσε ο Αλέξανδρος τον Έκτορα να λέει στον Αίαντα, όταν είχε λήξει η μεταξύ τους μονομαχία, χωρίς νικητή.
Ο Αίας ωστόσο αρνούνταν πάντοτε τη θεϊκή βοήθεια. Στην ευχή του πατέρα του, του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα, όταν έφευγε για την Τροία: «πάντα να θέλει να νικά αλλά με τη βοήθεια των θεών πάντα», είχε απαντήσει: «με τη βοήθεια των θεών κι ένας που τίποτα δεν είναι, θα μπορούσε να νικά. Μα εγώ και δίχως τη βοήθεια εκείνων βέβαιος είμαι πως θε να κερδίσω αυτή τη δόξα». Ενώ σε μια μάχη ακούστηκε να απευθύνεται προς την θεά Αθηνά λέγοντας: «Βασίλισσα, στους άλλους Αργείους τράβα να είσαι παραστάτης γιατί εκεί που εγώ θα είμαι, ποτέ η γραμμή της μάχης δεν θα σπάσει».
Και ενώ τα τείχη της Τροίας άντεχαν και οι πολεμιστές της πολεμούσαν με πείσμα, συνέβη το απευκταίο για τους Αχαιούς: Ο Πάρης με δόλιο τρόπο και με τη βοήθεια του Απόλλωνα χτυπά με τόξο το μόνο τρωτό σημείο στο σώμα του Αχιλλέα και τον σκοτώνει.
Το σώμα του ήρωα παραδίδεται στην πυρά, αλλά τα άρματά του που πρέπει να δοθούν στον γενναιότερο πολεμιστή ανάμεσα στους Αχαιούς, αντί να δοθούν στον Αίαντα, που είναι ο καλύτερος, με απόφαση του Αγαμέμνονα δίνονται στον Οδυσσέα.
Ο Αίας δεν αντέχει την προσβολή και μετά από άγριο μεθύσι αποφασίζει να σκοτώσει όλους τους αρχηγούς των Αργείων. Αλλά βαριά μεθυσμένος μπερδεύεται και αντί για τους αρχηγούς σκοτώνει μερικά πρόβατα που βρίσκονται κοντά στη σκηνή του για την τροφή των πολεμιστών. Όταν συνέρχεται δεν αντέχει τη διαπόμπευση από το ατόπημά του και αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Καλεί το γιό του τον Ευρυσάκη που είναι ακόμη νήπιο και του λέει πως όταν μεγαλώσει: «θα πρέπει να δείξει στους εχθρούς του πατέρα του ποιος είναι και από ποιον έχει γεννηθεί». Ενώ παράλληλα αφήνει με τον Αλέξανδρο που του παραστέκει, παραγγελία προς τον αδερφό του τον Τεύκρο να φροντίσει για όσους μένουν πίσω.

Απελπισία και απόγνωση έπεσε στο στρατόπεδο των Αχαιών μετά και το θάνατο του Αίαντα. Οι σκέψεις και οι συζητήσεις για αποχώρηση έδιναν και έπαιρναν.
Ώσπου μια νύχτα, στο στρατόπεδο των Αχαιών, ο Οδυσσέας μίλησε.
Και όσα πρότεινε δεν έμοιαζαν με όσα είχαν γίνει ως τότε.
Ο Αλέξανδρος άκουσε για ένα ξύλινο άλογο, για τέχνασμα και για υπομονή αντί για ορμή. Άκουσε για δόλο αντί για ευθύ χτύπημα.
Ίσως, σκέφτηκε, η σμίλη του πατέρα και του παππού του να είχε περισσότερη συγγένεια με αυτό το σχέδιο απ’ ό,τι το δόρυ.
Δέκατος χρόνος του πολέμου. Δέκα χρόνια μέσα στον παγερό άνεμο που κατεβαίνει από την Ίδη μέρα και νύχτα. Δέκα καλοκαίρια με το αίμα να ποτίζει τη σκόνη της πεδιάδας και τον Σκάμανδρο να ξεχειλάει κουφάρια.
Η Τροία στεκόταν ακόμη.
Μα ο πόλεμος είχε αλλάξει τους ανθρώπους. Τα πρόσωπα είχαν σκληρύνει, τα γέλια είχαν σβήσει, και η λέξη «επιστροφή» ακουγόταν σαν μύθος μακρινός. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν πια ο νεαρός που έφυγε από τη Νάξο. Οι ώμοι του είχαν πλατύνει, το βλέμμα του είχε βαρύνει. Είχε δει φίλους να πέφτουν, είχε δει ήρωες να πεθαίνουν.
Όταν ο Οδυσσέας παρουσίασε το σχέδιό του, λίγοι το κατάλαβαν, λιγότεροι το εμπιστεύθηκαν. Μα όλοι ήξεραν πως δεν υπήρχε άλλος δρόμος.

Ένας ίππος. Ξύλινος, πελώριος, έργο τέχνης και απάτης μαζί.
Τον κατασκεύασαν με ξύλα από τα πλοία και από τα δάση της γύρω περιοχής. Ο Αλέξανδρος, γιος γλύπτη, δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος. Τα χέρια του, μαθημένα να αισθάνονται το υλικό, βοήθησε στη συναρμολόγηση των εσωτερικών δοκών. Ένιωσε κάτι παράξενο: σαν να επέστρεφε για λίγο στην τέχνη του πατέρα του, μόνο που τώρα το έργο του δεν θα έφερνε ομορφιά αλλά καταστροφή.
Ο ίππος υψώθηκε σταδιακά, ώσπου σκίασε το στρατόπεδο. Οι Τρώες τον έβλεπαν από τα τείχη, απορημένοι.
Το σχέδιο ήταν απλό στη σύλληψη και φοβερό στην εκτέλεση: οι Αχαιοί θα προσποιούνταν πως εγκαταλείπουν τον πόλεμο, θα έβαζαν φωτιά στα στρατόπεδά τους και θα έφευγαν με τα πλοία για να κρυφτούν πίσω από την Τένεδο. Μέσα στον ίππο θα κρύβονταν εκλεκτοί πολεμιστές, που τη νύχτα θα άνοιγαν τις πύλες.
Ο Αλέξανδρος επελέγη ανάμεσα στους λίγους.
Δεν ήταν βασιλιάς ούτε θρυλικός ήρωας, μα είχε αποδείξει πως έχει τεράστια ψυχικά αποθέματα και αντοχή. Ο Οδυσσέας είχε διακρίνει στα μάτια του την τρέλα και τη σιωπηλή αποφασιστικότητα που χρειαζόταν για μια τέτοια αποστολή.
Την ημέρα που μπήκε στον ίππο, ο ήλιος έκαιγε βασανιστικά. Λες και ήθελε να χαράξει σαν πυρογραφία στη μνήμη των ανθρώπων όσα επρόκειτο να συμβούν.
Ο Αλέξανδρος σκαρφάλωσε στο εσωτερικό από κρυφή θύρα. Το ξύλο μύριζε ρητίνη. Στενά δοκάρια, σχοινιά και σκοτάδι. Γύρω του άνδρες σιωπηλοί, ανάμεσά τους ο Οδυσσέας, και ο Μενεσθέας. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο η ανάσα τους ακουγόταν βαριά.
Από μικρές χαραμάδες έβλεπαν την πεδιάδα.
Είδαν τους Αχαιούς να απομακρύνονται με τα πλοία. Είδαν τους Τρώες να βγαίνουν διστακτικά από τις πύλες. Άκουσαν φωνές, γέλια, αμφιβολίες. Κάποιοι πρότειναν να κάψουν το ξύλινο τέρας, άλλοι να το ρίξουν από γκρεμό. Μα τελικά η πεποίθηση πως ο πόλεμος είχε τελειώσει επικράτησε.
Ο ίππος σύρθηκε μέσα στα τείχη.

Η καρδιά του Αλέξανδρου χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβήθηκε μήπως τον ακούσουν. Ήταν πλέον μέσα στην ίδια την Τροία. Σε μια μέρα πέτυχαν αυτό που τόσα χρόνια δεν είχαν καταφέρει.
Η νύχτα έπεσε αργά.
Έξω ακούγονταν τραγούδια και γιορτές. Οι Τρώες πανηγύριζαν την αποχώρηση των εχθρών. Ο Αλέξανδρος ένιωθε τον ιδρώτα να κυλά στη ράχη του. Ο αέρας μέσα στο ξύλινο κέλυφος ήταν βαρύς.
Τελικά, όταν η πόλη βυθίστηκε στον ύπνο, ο Οδυσσέας έκανε νεύμα.
Η κρυφή θύρα άνοιξε αθόρυβα.
Ο ένας μετά τον άλλον κατέβηκαν. Ο Αλέξανδρος πάτησε το χώμα της Τροίας με δέος. Τα σπίτια ήταν σιωπηλά, οι δρόμοι άδειοι. Μόνο οι δάδες έτρεμαν στον νυχτερινό άνεμο.
Κατευθύνθηκαν προς τις πύλες. Οι φρουροί, εξαντλημένοι από τη γιορτή, δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Οι μηχανισμοί άνοιξαν. Από μακριά ακούστηκε ο ήχος των πλοίων που επέστρεφαν.
Οι Αχαιοί ξεχύθηκαν μέσα στην πόλη σαν χείμαρρος. Κραυγές τρόμου αντήχησαν. Οι δρόμοι γέμισαν σκιές και καπνό.
Ο Αλέξανδρος πολέμησε, μα η ψυχή του δεν πανηγύριζε. Είδε γέρους να πέφτουν, παιδιά να τρέχουν, γυναίκες να θρηνούν. Είδε τον βασιλιά Πρίαμο να χάνει τη ζωή του μπροστά στον βωμό του. Είδε την πόλη που άντεξε δέκα χρόνια να καταρρέει μέσα σε μία νύχτα.
Ο καπνός ανέβαινε προς τον ουρανό, σαν προσφορά στους θεούς που παρακολουθούσαν σιωπηλοί.

Το ξημέρωμα βρήκε την πόλη στάχτη. Οι Αχαιοί συγκέντρωναν λάφυρα. Άλλοι αναζητούσαν αιχμαλώτους και άλλοι κάθονταν, εξαντλημένοι.
Ο Αλέξανδρος απομακρύνθηκε από τον θόρυβο. Περπάτησε μέχρι ένα σημείο απ’ όπου φαινόταν η θάλασσα. Ο ήλιος ανέτελλε, βάφοντας το νερό κόκκινο.
Ήταν ζωντανός.
Ήταν από εκείνους τους λίγους που μπήκαν στον ίππο και βγήκαν ξανά στο φως. Ένιωθε πως είχε κρατήσει την υπόσχεση που κάποτε είχε δώσει στον πατέρα του. «Το δόρυ σμίλεψε τη μοίρα», ψιθύρισε. «Ήρθαμε Αχαιοί και φεύγουμε Έλληνες».
Περπατώντας στους Αιώνες
Το βράδυ που ακολούθησε, κάπου, σε ένα νησί, ένας γέροντας γλύπτης με βλέμμα από χρόνια χαμένο στα ανεξερεύνητα τα βάθη του οίνωπος πόντου, είδε ξαφνικά φλόγες από φρυκτωρίες να διασχίζουν το Αιγαίο.
Δεν ήξερε αν ο γιός του ήταν ζωντανός, αλλά ο αέρας του πελάγου που έπνεε θροϊζοντας ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων του φάνηκε πως σιγοψιθύριζε τα δικά του λόγια: «Το δόρυ σμίλεψε τη μοίρα πατέρα. Τώρα τα χέρια σου μπορούν να σμιλέψουν την πέτρα ελεύθερα, όπως εσύ θέλεις».