ΕΞΙ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ – Φιλοσοφία, Τραγωδία, Κλασικό θαύμα

24–36 minutes

Περπατώντας στους Αιώνες

Μετά την άλωση της Τροίας άρχισε το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής των Αχαιών στις πατρίδες τους, το πολυπόθητο «νόστιμον ήμαρ». Τα καράβια, φορτωμένα με πολεμιστές και λάφυρα, απέπλεαν από την Τρωάδα το ένα πίσω από το άλλο, με προορισμό τους τόπους απ’ όπου είχαν ξεκινήσει. Ωστόσο, η μοίρα επιφύλασσε ακόμη σκληρές δοκιμασίες και πικρές περιπέτειες για πολλούς από τους ήρωες. Ο Αλέξανδρος επέλεξε να ακολουθήσει τον αδελφό του Αίαντα, τον Τεύκρο, και να επιστρέψει μαζί του στη Σαλαμίνα, την κοινή τους αφετηρία.                                                                   


            Η είδηση του χαμού του μεγάλου Αίαντα βύθισε στο πένθος ολόκληρο το νησί, που καλύφθηκε με άνθη ερυθρόλευκα. Ο πατέρας του Αίαντα, Τελαμώνας, που απαρηγόρητος για το θάνατο του γιού του δεν μπορεί να συγχωρήσει τον Τεύκρο γιατί δεν κατάφερε να αποτρέψει το θάνατο του αδερφού του, τον διώχνει από τη Σαλαμίνα.

Με βαριά καρδιά ο Τεύκρος, συνοδευόμενος πάντοτε από τον Αλέξανδρο, επιβιβάζεται ξανά στα πλοία και αποπλέουν για την Κύπρο. Στο δρόμο προς το νησί σταματούν στη Νάξο. Εκεί, στο μικρό απάγκιο που κάποτε ο Θησέας είχε εγκαταλείψει την Αριάδνη, μπροστά στο σπίτι του Αλέξανδρου.

Ο πατέρας του ο Λύσανδρος στέκεται και τους περιμένει σαν να γνωρίζει από πριν τον ερχομό τους. Πατέρας και γιός αγκαλιάζονται χωρίς να πουν λέξη. Ξέρουν πως ό,τι και να πουν θα είναι φτωχότερο από όσα νιώθουν. 

Μένουν για λίγες μέρες. Ο Λύσανδρος αποδέχεται μέσα του αυτό που είχε ήδη  καταλάβει: πως ο Αλέξανδρος ήταν απλά περαστικός από τον τόπο του.

Δεν τον εμποδίζει, μόνο του δίνει την ευχή του. Νιώθει βαθιά περηφάνια για τον γιο του, που στάθηκε και αγωνίστηκε πλάι σε τόσους μεγάλους ήρωες, που έγραψαν ιστορία τιμώντας τον άγραφο όρκος τιμής των Ελλήνων:

Σαλπάρουν και ανοίγονται στο πέλαγος. Είναι τέλος του χειμώνα. Ο βοριάς δυναμώνει το κύμα αλλά κάνει την ατμόσφαιρα διάφανη. Ο καπετάνιος εντοπίζει εύκολα τον αστερισμό του Ωρίωνα, τη Μεγάλη και τη Μικρή Άρκτο και διορθώνει συνεχώς την πορεία του. Τελικά τα πλοία τους, κουρασμένα από τους ανέμους αλλά πεισματάρικα σαν τους άνδρες που τα κυβερνούν, φτάνουν στην Κύπρο.

Ο Αλέξανδρος στη θέα του νησιού εντυπωσιάζεται και εκστασιασμένος σιγοψιθυρίζει ασυναίσθητα: χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος.

Στην ακτή που αγκυροβολούν γεννιέται μια πόλη, η Σαλαμίνα. Σπίτια υψώθηκαν, δρόμοι χαράχθηκαν, ιερά αφιερώθηκαν στους θεούς που είχαν οδηγήσει τους άνδρες μέσα από θάλασσες και κινδύνους, με το ναό του Δία να δεσπόζει στο κέντρο της πόλης.

Ταξιδεύουν στη Σιδώνα και την Τύρο. Με έκπληξη διαπιστώνουν πως οι περισσότεροι κάτοικοι σ’ αυτές τις περιοχές είναι Έλληνες, ενώ οι υπόλοιποι, Ελληνίζοντες. Βλέποντας δηλαδή ότι οι Έλληνες υπερέχουν σε όλα προσπαθούν να τους μοιάσουν.

Με την επιστροφή από αυτό το ταξίδι ο Αλέξανδρος που κόντευε πια τα σαράντα, ανακοινώνει στον Τεύκρο την απόφασή του να φύγει από την Κύπρο και να εγκατασταθεί κοντά στην πόλη που είχε σημαδέψει τη μοίρα του, την Τροία. Ο Τεύκρος το ακούει με βαριά καρδιά, αλλά δεν μπορεί να του το αρνηθεί και τον αποχαιρετά.

ΣΑΛΑΜΙΝΑ

Φθάνει στην περιοχή ανάμεσα στις πόλεις Φώκαια και Μίλητο. Πόλεις που έχουν αρχίσει από καιρό να αναπτύσσονται από τους Ίωνες. Δηλαδή τους Έλληνες, που έρχονται κατά κύματα από την περιοχή της Θεσσαλίας και κατακλύζουν την ασιατική ακτή  απέναντι από τη Χίο και τη Σάμο. Πολύ γρήγορα ολόκληρη η περιοχή από το όνομα των κατοίκων θα πάρει το όνομα Ιωνία. Ο Αλέξανδρος επιλέγει να εγκατασταθεί στην Πριήνη.

Δημιουργεί οικογένεια με την κόρη του ιερέα του ναού της θεάς Αρτέμιδος της Εφέσου, Φορμίωνα, την Φιλητώ. Αποκτά μαζί της τέσσερις γιούς. Το Διόδωρο, τον Φορμίωνα, τον Λύσανδρο και τον Αλέξανδρο.

Συναντά εκεί πολλούς Μυκηναίους τεχνίτες, οι περισσότεροι απόγονοι των πολεμιστών της Τροίας, αλλά και ανθρώπους από την Κρήτη, φορείς της μινωικής παράδοσης. Όμως πληθυσμιακά στην περιοχή κυριαρχούν οι Ίωνες.  Μαζί τους ο Αλέξανδρος ένιωσε πως βρήκε μια μεγάλη οικογένεια δημιουργών. Όλοι  μαζί ενώνονται με τους ντόπιους κατοίκους που  προϋπάρχουν εκεί από την εποχή της Αργοναυτικής εκστρατείας. Όλοι ανήκουν σε παλαιότερα στρώματα του ίδιου φυλετικού υπεδάφους προερχόμενοι από όλες τις περιοχές των απέναντι ακτών του Αιγαίου. Μιλούν διαλέκτους της ελληνικής και έχουν τους ίδιους θεούς και τα ίδια ήθη και έθιμα. Προσδιορίζουν βέβαια την καταγωγή τους με βάση τα γεωγραφικά τοπωνύμια των περιοχών όπου κατοικούν, αλλά μετά τον τρωικό πόλεμο αποκαλούνται γενικώς όλοι, Έλληνες.

Οι παλιότερες πόλεις αρχίζουν να επεκτείνονται θεαματικά και ιδρύονται νέες. Ο Αλέξανδρος  εργάζεται δίπλα σε αυτούς τους τεχνίτες, σμιλεύοντας πέτρες για τείχη, ναούς και αγορές.

Ακολουθεί η ανοικοδόμηση του ναού του Ελικώνιου Ποσειδώνα επί του όρους Μυκάλη απέναντι από τη Σάμο. Του ναού που επέπρωτο να αναδειχθεί σε Πανιώνιον κέντρο της Αμφικτυονίας της Ιωνικής Δωδεκάπολης με κέντρο την Πριήνη. Μίλητος, Μυούς, Πριήνη, Έφεσος, Κολοφών, Λέβεδος, Τέως, Κλαζομεναί, Φώκαια, Ερυθραί, Σάμος, Χίος, είναι οι κυριότερες πόλεις.

Ο Αλέξανδρος φεύγει από τη ζωή πλήρης ημερών στα εκατό του χρόνια, αφήνοντας ισχυρή παρακαταθήκη στους απογόνους του τα έργα της ζωής του.

Τρεις γενιές περνούν από τον θάνατό του με τους θρύλους για τα κατορθώματα των ηρώων του τρωικού πολέμου και της επικής επιστροφής του Οδυσσέα να δημιουργούν πρότυπα και να σφυρηλατούν συνειδήσεις.

Είναι προχωρημένη άνοιξη και ο τρισέγγονος του ήρωα που έχει το ίδιο όνομα με τον προπάππου του τον Αλέξανδρο, βαδίζει στις όχθες του ποταμού Μέλη, κοντά στη Σμύρνη με το άλογό του να τον ακολουθεί υπομονετικά. Στη γη της Ιωνίας οργιάζουν χρώματα και χώματα. Φούντωμα βλαστερό παντού, παχύ χορτάρι και λιγνό στάχυ. Ζωύφια μεθυσμένα τριγυρίζουν τ’ αγριολούλουδα. Έδαφος νωπό, νερό ασήμι που φλοισβίζει ανάμεσα στις πέτρες, ψιθυρίζοντας ιστορίες παλιές. Ο Αλέξανδρος αγαπούσε αυτές τις μοναχικές διαδρομές. Ένας ψαραετός που αιωρείται στον αέρα κάνοντας κύκλους του μοιάζει για καλός οιωνός. Έχει έντονο προαίσθημα ότι κάτι καλό και σημαντικό θα συμβεί. Ξαφνικά, μέσα στη γαλήνη του απογεύματος, ακούγεται μια φωνή γεμάτη αγωνία.

«Βοήθεια! Σε παρακαλώ, βοήθησε!»

Ο Αλέξανδρος στάθηκε και κοίταξε γύρω του. Λίγο πιο πέρα, κοντά στις όχθες του ποταμού, ένας άνδρας κουνώντας τα χέρια του τον καλούσε με απόγνωση. Έτρεξε προς το μέρος του.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε.

Με λένε Μαίωνα», είπε ο άνδρας λαχανιασμένος. «Η γυναίκα μου, η Κριθηίδα… γεννάει! Δεν υπάρχει τίποτε εδώ κοντά και δεν έχω ιδέα τι πρέπει να κάνω. Σε παρακαλώ, βοήθησέ μας.»

Ο Αλέξανδρος χωρίς δισταγμό έτρεξε και γονάτισε δίπλα τους. Με λόγια καθησυχαστικά και προσεκτικές κινήσεις βοήθησε όσο μπορούσε. Η εμπειρία από τις γέννες των τριών παιδιών του αποδείχτηκε πολύτιμη.

Σε λίγο, το πρώτο κλάμα ενός παιδιού ακούστηκε. Ένα αγόρι είχε γεννηθεί.

Ο Μαίων κοίταξε τον Αλέξανδρο με μάτια γεμάτα ευγνωμοσύνη. Η Κριθηίδα, κουρασμένη αλλά χαμογελαστή, κράτησε το παιδί στην αγκαλιά της.

«Εσύ το έφερες στον κόσμο, τώρα εσύ πρέπει να του χαρίσεις ένα όνομα», είπε απαλά στον Αλέξανδρο.

Ο Αλέξανδρος ένιωσε μια παράξενη συγκίνηση. Κάτι στην ατμόσφαιρα εκείνης της στιγμής έμοιαζε ξεχωριστό. Σκέφτηκε για λίγο.

«Τον ονομάζω Όμηρο» είπε χαμογελώντας ο Αλέξανδρος.

Από εκείνη τη μέρα οι τρεις τους έγιναν οικογενειακοί φίλοι. Ζούσαν όλοι τους στη Σμύρνη και συναντιόντουσαν συχνά.

Αλλά καθώς ο Μελησιγενής γιός της Κριθηίδος και του Μαίωνος μεγάλωνε, ο Αλέξανδρος, έβλεπε σ’ αυτόν πνευματικές δυνάμεις ασυνήθιστες που ξεπερνούσαν κατά πολύ την ηλικία του. 

Ο Όμηρος ανδρώθηκε ακούγοντας ιστορίες για θεούς και ήρωες. Οι μορφές του Αχιλλέα και του Οδυσσέα φαίνονταν να τον συγκλονίζουν. Οι αφηγήσεις του Αλέξανδρου για τις ιστορίες των προγόνων του και ιδιαίτερα του προπάππου του έδειχνε να τον συναρπάζουν και να του εξάπτουν την φαντασία. 

«Είναι πολύτιμα για ’μένα όλα αυτά που μου εξιστορείς», του είπε μια μέρα, «σου υπόσχομαι ότι η  φωνή σου θα ζήσει μέσα από τους στίχους μου, όπως η μνήμη των ηρώων μέσα στο χρόνο ».

«Αυτό μου δίνει πραγματική ικανοποίηση, Όμηρε», θα του απαντήσει ο Αλέξανδρος. «Οι στίχοι σου πάντως, εκτός από ήρωες, μιλούν συνεχώς για θεούς και για τις παρεμβάσεις τους στη ζωή των ανθρώπων. Τους επικαλείσαι συνεχώς στους στίχους σου θεωρώντας ότι καθορίζουν την ανθρώπινη μοίρα καθοριστικά. Ποιος όμως γέννησε τους θεούς, έχεις αναλογιστεί ποτέ; Έχεις κάποια απάντηση;» θα ρωτήσει ο Αλέξανδρος.

«Τους επικαλούμαι γιατί είναι το κύριο στοιχείο σε όλες τις παραδόσεις των προγόνων μας. Αυτό παραλάβαμε δεν είναι κάτι που το σκέφτηκα εγώ.  Αν πρέπει ωστόσο να δώσω μια απάντηση, θεωρώ ότι προέρχονται από τον Ωκεανό», απαντά ο ποιητής. «Είναι μια αρχέγονη ροή, που η δημιουργική της ορμή και κίνηση γέννησε τους θεούς και διαμόρφωσε τον κόσμο». Στους στίχους μου περιγράφω την αρχέγονη αυτή ροή με τη λέξη «ρέεθρα».

Σε βαθιά γεράματα πλέον ο Αλέξανδρος, ακούει μεγάλα αποσπάσματα ποιητικών αφηγήσεων τα οποία ο Όμηρος έχει συνθέσει με ό,τι έχει συλλέξει μέχρι τότε για τον τρωικό πόλεμο και τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα προς την Ιθάκη. Αισθάνεται ότι μέσα σ’ αυτά τα ποιήματα, αυτός ο άνθρωπος που τύχη παράξενη έφερε μπροστά του απ’ τις πρώτες στιγμές της ζωής του, κατάφερε να περιγράψει των κόσμο των Ελλήνων, τον τόσο διαφορετικό από τον κόσμο των  βαρβάρων με τρόπο αξεπέραστο. 

Τρείς γενιές μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, ένας δικός του απόγονος, ένας άλλος Αλέξανδρος που ζει τώρα στην Έφεσο, στέκεται σαν μαθητής απέναντι στον μεγάλο στοχαστή Ηράκλειτο. Γνωρίζει ότι ο φιλόσοφος είναι ιδιόρρυθμος και αινιγματικός, εξ ου και το προσωνύμιο που του έχουν προσάψει οι συμπολίτες του: σκοτεινός. Αλλά σήμερα ευτυχώς βλέπει πως ο σπουδαίος δάσκαλος έχει καλή διάθεση, είναι ομιλητικός και ιδιαίτερα αναλυτικός.  

«Για να πεις κάτι δικό σου Αλέξανδρε, πρέπει πρώτα να μάθεις αυτά που είπαν οι άλλοι πριν από σένα. Είναι απαραίτητο δηλαδή να γνωρίσεις την κεκτημένη γνώση.

Πολλά χρόνια λοιπόν πριν από μας, ο ποιητής Ησίοδος από την Άσκρα της Βοιωτίας, που έζησε λίγο μετά τον ποιητή Όμηρο, που γνώρισε ο προπάππος σου, μίλησε για τα θέματα που απασχολούν και εμάς σήμερα.

Στη Θεογονία του, εκεί που ο Όμηρος έβλεπε σαν αρχή των πάντων τον Ωκεανό, αυτός βλέπει σαν πρωταρχική μήτρα των υπαρκτών το Χάος. Θεωρεί δηλαδή το χώρο ως κενό τόπο. Ως προϋπόθεση για να σχηματισθεί η Γη, δηλαδή η Ύλη, και να εμφανισθεί ο Έρως: η κινητική και συνεκτική των πάντων ενέργεια», όπως έλεγε.

Κοντοστάθηκε για λίγο ο Ηράκλειτος και συνέχισε:

«Εκατό χρόνια μετά τον Ησίοδο ένας τεράστιος νους, που υπολόγισε το ύψος της πυραμίδας της Γκίζας από τη σκιά της, ο Θαλής, εδώ λίγο πιο πέρα στη Μίλητο, μετέθεσε το ερώτημα: δεν ζητάει το τι αφετηριακά συνέβη, αλλά ποια είναι η ‘αρχή’ και η ‘ουσία’ από την οποία όλα προέρχονται και στην οποία όλα επιστρέφουν, ενώ η ίδια παραμένει αναλλοίωτη. Θεωρεί δηλαδή ότι η αιτιώδης αρχή μεταβάλλεται μόνο ως προς τα όσα πάσχει, όχι καθεαυτήν. Και εντοπίζει ο Θαλής ως τέτοια αρχή ασυζητητί δεδομένη, το ύδωρ».  Κάνει μικρή παύση ο δάσκαλος και συνεχίζει:

 «Σχεδόν εκατό χρόνια μετά τον Θαλή, ο Πυθαγόρας, που κι αυτός γεννήθηκε εδώ κοντά, απέναντι στη Σάμο και πριν αρκετά χρόνια έφυγε και εγκαταστάθηκε στον Κρότωνα της Μεγάλης Ελλάδας, δημιουργώντας εκεί σχολή με πολλούς μαθητές, υποστηρίζει κάτι άλλο: ότι τα πάντα έχουν  καταγωγή τον μετρητό λόγο, δηλαδή τους αριθμούς. Θεωρεί δηλαδή ότι οι αριθμητικοί προσδιορισμοί είναι το αληθινό, αμετάβλητο και αιώνιο στοιχείο της πραγματικότητας. Οι αριθμοί δεν υπόκεινται σε φθορά, άρα ούτε και σε γένεση.  Είναι αυτό που είναι, πριν από τα όντα και πέρα από τα όντα. Είναι οι αθάνατες λογικές μήτρες των όντων».

Ο Αλέξανδρος ένοιωθε πως είχε χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Ο σοφός δάσκαλος το κατάλαβε. «Μην ανησυχείς του λέει, θα τα πούμε πολλές φορές και πολύ πιο αναλυτικά και θα τα εμπεδώσεις».

«Και τώρα… ύστερα απ’ όλα αυτά, τι άραγε οφείλουμε να πιστεύουμε, δάσκαλε;» Τόλμησε να ρωτήσει ο Αλέξανδρος.

Ο Ηράκλειτος έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Το βλέμμα του γλίστρησε πέρα μακριά, προς τα νησιά του Αιγαίου που αναδύονταν σαν σκιές μέσα από τη θάλασσα καθώς ήλιος έδυε αργά κάτω από τον ορίζοντα.

«Άκου Αλέξανδρε», είπε, «Ο κόσμος όλος, το σύμπαν, διέπεται από μια συμπαντική λογικότητα που του προσδίδει αρμονία και λειτουργικότητα. Αυτή τη λογικότητα που θεωρώ ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τρόπος της του παντός διοικήσεως, την έχω ονομάσει: Λόγο».

Ο άνθρωπος είναι λογικό ον όχι επειδή έχει νου, αλλά επειδή με την ικανότητα του νοείν που διαθέτει, μπορεί να συν-εννοείται, να συγκροτεί λογικές σχέσεις κοινωνίας της εμπειρίας του. Γινόμαστε λογικοί κατά μετοχήν, Αλέξανδρε, στο ποσοστό που με τη νοητική μας ικανότητα, μετέχουμε σ’ αυτόν τον Κοινό Λόγο. Πραγματώνοντας δηλαδή τη ζωή μας με τρόπο συμβατό με τον τρόπο της του παντός διοικήσεως.

Αυτό λοιπόν το νοητό ζωοποιό στοιχείο του κόσμου που έχω ονομάσει λόγο, όπως και η ίδια η λέξη αποκαλύπτει, είναι γένους αρσενικού.

Ενώ η φύση των αισθητών, όπως και πάλι η λέξη αποκαλύπτει, έχει μια ‘θηλυκή’ ετοιμότητα να σαρκώσει το γεγονός της ζωής. Χρειάζεται όμως το σπέρμα του λόγου για να γίνει αυτό. Το αποτέλεσμα αυτής της γονιμοποίησης είναι η μορφοποίηση των αισθητών. Η δημιουργία ‘είδους’ και ‘ετερότητας’. Αυτή η λογική διαμόρφωση και συσχέτιση των αισθητών είναι η ζωή.

 «Αλλά ο κόσμος Δάσκαλε είναι γεμάτος αντιθέσεις, πως προκύπτει η  αρμονία των υπαρκτών;» Θα τον διακόψει ο Αλέξανδρος.

«Πράγματι ο κόσμος Αλέξανδρε διέπεται από την ενότητα των αντιθέτων, ή αυτό που έχω ονομάσει “παλίντροπον αρμονίη”. Όπως δηλαδή το τόξο και η λύρα χρειάζονται δυο αντίθετες δυνάμεις  για να λειτουργήσουν, δηλαδή το τέντωμα της χορδής και την αντίσταση του ξύλου, έτσι και η αρμονία στη φύση και τη ζωή προκύπτει από τη σύγκρουση και την ισορροπία των αντίθετων στοιχείων. Ήτοι: μέρα – νύχτα, πόλεμος – ειρήνη, ζωή – θάνατος. Έτσι διατηρείται η κοσμική ισορροπία».

Κάνει μια μικρή παύση και συνεχίζει:

«Να, για παράδειγμα, εδώ δίπλα στη Μίλητο, ο σοφός δάσκαλος Αναξίμανδρος, μια γενιά πριν από μας μίλησε για τα ηλιοστάσια. Τις ακρότατες τιμές που αποκτούν η μέρα και η νύχτα. Μίλησε επίσης και για την ισημερία. Ξέρεις, είναι αυτός που είπε ότι η γη είναι μετέωρη στον αέρα και ισορροπεί λόγω ίσης απόστασης από τα ουράνια σώματα που έχει γύρω της. ‘Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί’, Αλέξανδρε. Αλλά η κοσμική αρμονία την αποκαλύπτει.

          Το ίδιο ισχύει και για τον πόλεμο και την ειρήνη; Θα ρωτήσει ο Αλέξανδρος: “Πόλεμος πατήρ πάντων εστί και τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους και πάντα γινόμενα καθ’ έριν και χρεών”. Απαντά ο Ηράκλειτος.

«Ωστόσο για μας τους Έλληνες η ελευθερία και η ηθική τάξη είναι παιδιά του πολιτισμού και όχι της φύσης και των ενστίκτων και είναι αγαθά αδιαπραγμάτευτα. Γνωρίζεις ασφαλώς το ψήφισμα της βουλής της Πριήνης:

Ουδέν μείζον εστί ανθρώποις Έλλησιν της ελευθερίας».

Ο Αλέξανδρος έγνεψε καταφατικά. Ήταν ο προπάππος του που χάραξε πάνω σε πάμπολλες μαρμάρινες επιφάνειες σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους της Πριήνης το συγκεκριμένο απόφθεγμα – ψήφισμα.

«Αλλά δεν καταλαβαίνω το “καθ’ έριν”. Δεν γίνεται ο πόλεμος μόνο λόγω χρείας, υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών που τον προκαλεί;» Θα ρωτήσει ο Αλέξανδρος.

«Ακριβώς. Υπάρχει έριδα μόνο για έριδα. Γιατί η ψυχή του ανθρώπου είναι ασταθής και αυτοκαταστροφική. Μόνο η σχέση με το Θείο Λόγο, όπως σου είπα, δίνει στον άνθρωπο εσωτερική ισορροπία και λογική. Γίνεται λογικό όν κατά μετοχή, αλλιώς καταλήγει θηρίο, ίσως και κάτι χειρότερο».

«Είναι και κάτι άλλο που θα ήθελα να σε συμβουλέψω μιας και βλέπω το μεγάλο ενδιαφέρον σου για τα θέματα που συζητάμε», συνέχισε ο Ηράκλειτος. Θα είχες πολλά να κερδίσεις αν μπορούσες να μαθητεύσεις στη σχολή των πυθαγορείων στον Κρότωνα της Μεγάλης Ελλάδας. Η πόλη αυτή αναπτύσσεται ραγδαία, οπότε με τη γλυπτική τέχνη που κατέχεις δεν θα έχεις πρόβλημα παράλληλα με τη μαθητεία σου να κερδίζεις και τα προς το ζην. Σκέψου το».

Λίγους μήνες αργότερα ο Αλέξανδρος θα άφηνε για πάντα τη γη της Ιωνίας, φθάνοντας στον Κρότωνα ένα χρόνο πριν το θάνατο του ιδρυτού της σχολής των Πυθαγορείων. Ο γηραιός Πυθαγόρας χάρηκε ιδιαίτερα όταν ο Αλέξανδρος του μετέφερε τα σέβη και τους χαιρετισμούς του παλαιού του μαθητή και συντοπίτη του, Ηράκλειτου. Έκανε άμεσα αποδεκτό το αίτημά του να ενταχθεί στη σχολή του, και να παρακολουθήσει τα μαθήματα και τις δραστηριότητες που λάμβαναν χώρα στο Ομακοείον. Το οίκημα που στεγάζονταν οι πυθαγόρειοι φιλόσοφοι.

Εκεί γνώρισε πολλούς φιλοσόφους, αλλά ανέπτυξε ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις με τον Αλκμαίωνα τον Κροτωνιάτη και τον Ίππασο τον Μεταπόντιο. Ένα χρόνο μετά ο γέροντας φιλόσοφος Πυθαγόρας πέθανε.

Όμως τα νέα από την Ιωνία δεν ήταν καλά. Η περσική αυτοκρατορία υπό τον Δαρείο είχε υποδουλώσει τις πόλεις της παλιάς του πατρίδας της Ιωνίας, υποχρεώνοντάς τες να πληρώνουν φόρο υποτελείας. Οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς υποδαύλισαν επανάσταση στην Ιωνία υποστηρίζοντάς την έμπρακτα αλλά χωρίς επιτυχία.

Αυτό εξόργισε το Δαρείο που αποφάσισε να υποτάξει όλους τους  Έλληνες καταστρέφοντας την Ερέτρια και την Αθήνα. Κατ’ εντολή του οι Πέρσες πραγματοποίησαν δυο εκστρατείες που κατέληξαν σε αποτυχία. Την πρώτη με τον Μαρδόνιο που τα πλοία του καταστράφηκαν μπροστά στον Άθωνα από θαλασσοταραχή και τη δεύτερη που κατέληξε σε καταστροφική και ταπεινωτική ήττα των Περσών στο Μαραθώνα μετά από μεγαλειώδη μάχη που έδωσαν οι Αθηναίοι υπό τις διαταγές του Μιλτιάδη.

Οι αποτυχίες ωστόσο δεν αποθάρρυναν τους Πέρσες που επί μια δεκαετία συνέχισαν να προετοιμάζουν νέα εκστρατεία, πολύ μεγαλύτερη αυτή τη φορά, υπό τον γιό του Δαρείου, τον Ξέρξη.

Ο Αλέξανδρος ένοιωθε πως δεν μπορεί να συνεχίσει να μένει αδρανής βλέποντας την Ελλάδα να διατρέχει κίνδυνο αφανισμού και αποφάσισε να σπεύσει με τις μικρές του δυνάμεις να προσφέρει ό,τι μπορεί.

Άλλωστε στη σχολή των Πυθαγορείων είχαν ξεσπάσει προστριβές και διαμάχες. Ο φίλος του ο Ίππασος ο Μεταπόντιος, είχε υποστηρίξει κάτι ανατρεπτικό για τη θεωρία των αριθμών,  κεντρικό στοιχείο της φιλοσοφίας των πυθαγορείων. Υποστήριξε και απέδειξε με μαθηματικά ότι υπάρχουν αριθμοί οι οποίοι είναι άρρητοι. Δεν μπορούν δηλαδή να αποδοθούν υπό μορφή κλάσματος. Αυτό δημιουργούσε μέγιστο πρόβλημα στην πυθαγόρεια  φιλοσοφία αφού εμμέσως πλην σαφώς έθιγε τον πυρήνα αυτής της φιλοσοφικής κοσμοαντίληψης σύμφωνα με την οποία οι αριθμοί είναι οι αθάνατες λογικές μήτρες των όντων και μπορούν να εκφράσουν τα πάντα με τρόπο άρτιο και επαρκή.

Οι προστριβές και οι συνεχείς αντεγκλήσεις στο Ομακοείον έκανε την κατάσταση αφόρητη. Οπότε δυο χρόνια πριν φύγει οριστικά για την Αθήνα ο Αλέξανδρος με σκοπό να συνδράμει στην αντιμετώπιση του περσικού κινδύνου, αναγκάσθηκε να απομακρυνθεί και να καταφύγει σε μια άλλη πόλη της Μεγάλης Ελλάδας, την Ελέα. Εκεί γνώρισε τον μεγάλο φιλόσοφο Παρμενίδη της Ελεατικής σχολής.

Σύμφωνα με τη δική του κοσμοθεωρία, η σύνολη πραγματικότητα του κόσμου, δηλαδή η αλήθειά του, διαστέλλεται από την ψευδαίσθηση των αισθητών εντυπώσεων, την υποκειμενική δόξα, δηλαδή τη φαινομενικότητα και τη μερικότητα των φαινομένων. Το είναι, έλεγε, ταυτίζεται με το νοείν. Κατά τη γνώμη του δεν υπάρχει έννοια που το περιεχόμενό της να μην είναι υπαρκτό, ούτε ύπαρξη που να μη νοείται.

Πριν προλάβει ωστόσο ο Αλέξανδρος να εντρυφήσει βαθύτερα στη φιλοσοφία του Παρμενίδη και της ελεατικής σχολής, αισθανόμενος ότι το καθήκον για πατρίδα είναι υπέρτερο των φιλοσοφικών του αναζητήσεων, φεύγει. Ο Παρμενίδης τον αποχαιρετά υποσχόμενος ότι θα τον επισκεφθεί στην Αθήνα σε εύθετο χρόνο για να να γνωρίσει τους φιλοσόφους της. 

Φθάνοντας ο Αλέξανδρος στην Αθήνα βρίσκει την πόλη σε μεγάλη ανησυχία. Οι φήμες λένε ότι ο Ξέρξης έχει περάσει ήδη τον Ελλήσποντο μ’ έναν τεράστιο στρατό ενώ αμέτρητα πολεμικά πλοία τον ακολουθούν  πλέοντας παράλληλα με το πεζικό κοντά στις ακτές.

Οι Έλληνες στρατηγοί όλων των ελληνικών πόλεων διαβουλεύονται πυρετωδώς, αλλά δεν μπορούν να συμφωνήσουν.

Ο βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας με 300 επίλεκτους πολεμιστές πέφτουν μέχρις ενός μαχόμενοι ηρωικά, μετά από προδοσία στις Θερμοπύλες, προκαλώντας τεράστιες απώλειες στον εχθρό. 

Οι Μήδοι προελαύνουν νότια μπαίνουν στην Αθήνα τη λεηλατούν και την πυρπολούν.

Ακολουθεί ναυμαχία των δυο στόλων στα στενά ανάμεσα στη Σαλαμίνα και την Αττική. Ο Αλέξανδρος μάχεται σαν απλός οπλίτης μέσα σε μια αθηναϊκή τριήρη. Ορμά στη μάχη ψάλλοντας με στεντόρεια φωνή τον παιάνα των σαλαμινομάχων που του φέρνει μια απίστευτη έξαψη:

Η συντριβή του περσικού στόλου είναι μεγάλη, αλλά το πεζικό διατηρεί μεγάλες δυνάμεις. Απομακρύνεται βόρεια και στρατοπεδεύει στη Θεσσαλία περιμένοντας την επόμενη άνοιξη για να συνεχίσει τις επιδρομές.

Έρχεται το επόμενο καλοκαίρι με τους Πέρσες να προχωρούν καταστρέφοντας στο διάβα τους τα πάντα. Φθάνουν τελικά στις Πλαταιές όπου στρατοπεδεύουν περιμένοντας τους Έλληνες για την τελευταία και πιο αποφασιστική μάχη. Ο Αλέξανδρος βρίσκεται παρατεταγμένος για μια ακόμη φορά απέναντί τους μαζί με όλους τους Έλληνες. Λίγο πριν ξεκινήσει η μάχη υψώνουν όλοι τα γυμνωμένα ξίφη τους και δίνουν όρκο τιμής:

Στη μάχη που ακολουθεί οι Πέρσες ηττώνται κατά κράτος και διαλύονται.

Ο Αλέξανδρος δεν μένει για να πανηγυρίσει. Επιστρέφει τάχιστα στην Αθήνα και επιβιβάζεται σ’ έναν στολίσκο μερικών αθηναϊκών τριήρεων που αποπλέουν βιαστικά για να συνδράμουν τον ελληνικό στόλο που κατευθύνεται προς τις ακτές τις Ιωνίας καταδιώκοντας τον περσικό. Φθάνουν στα ελληνικά πλοία τη στιγμή που αυτά έχουν ήδη παραταχθεί στη Μυκάλη απέναντι από τα περσικά. Ανακοινώνουν τον ελληνικό θρίαμβο στις Πλαταιές και επικρατεί γενικώς ενθουσιασμός. Με το ηθικό στα ύψη πέφτουν πάνω στα περσικά πλοία και τα συντρίβουν.  Η Ιωνία απελευθερώνεται από τον περσικό ζυγό ολοκληρωτικά.

 Ο Αλέξανδρος αποβιβάζεται στα ιερά χώματα της Ιωνίας απ’ όπου πριν είκοσι σχεδόν χρόνια είχε ξεκινήσει για τη Μεγάλη Ελλάδα. Επισκέπτεται τα πάτρια εδάφη και συναντά συγγενείς και φίλους. Στην Πριήνη, τη Σμύρνη, την Έφεσο. Προσκυνά τον τάφο του σπουδαίου του δασκάλου του Ηράκλειτου, που έχει πεθάνει πριν πέντε χρόνια. Η συγκίνηση είναι μεγάλη. Αλλά η ικανοποίηση από την εκπλήρωση του χρέους προς τους προγόνους ακόμη μεγαλύτερη.

Μένει για λίγο καιρό και στη συνέχεια επιστρέφει στην απελευθερωμένη Αθήνα που ανοικοδομείται ταχύτατα. Η τέχνη της γλυπτικής που γνωρίζει τον βοηθά στο να βιοπορίζεται άνετα.

Κάποια στιγμή συναντά στην αγορά της Αθήνας τον ποιητή Αισχύλο ο οποίος είναι περίπου δέκα χρόνια μεγαλύτερός του και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας είχαν βρεθεί στην ίδια τριήρη πολεμώντας κυριολεκτικά ώμο με ώμο και ψάλλοντας τον ύμνο των σαλαμινομάχων που ο ποιητής είχε συντάξει. Η ένταση των στιγμών που είχαν ζήσει μαζί είχαν σφυρηλατήσει μια δυνατή φιλία. Ο ποιητής, που είχε χάσει τον αδελφό του Κυνέγειρο στη Μάχη του Μαραθώνα, όπου κι εκείνος είχε πολεμήσει, είχε ξεκινήσει να συγγράφει την τραγωδία του: Πέρσαι. Περνούσαν ώρες μαζί συζητώντας. Ο Αλέξανδρος καταλάβαινε το πνευματικό ανάστημα του ανδρός και θαύμαζε την ταπεινοφροσύνη του. Πολύ συχνά ο ποιητής του διάβαζε αποσπάσματα από τα έργα του ζητώντας τη γνώμη του γι’ αυτά. 

«Σε βλέπω συχνά να συλλογίζεσαι κλεισμένος στον εαυτό σου. Τι γεννιέται μέσα σου αυτές τις ώρες, θέματα για τις τραγωδίες; Και τι είναι τραγωδία;» Ρώτησε κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος.

«Ιστορίες, Αλέξανδρε. Ιστορίες που δεν αφορούν μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τους θεούς. Ιστορίες για ύβρη και δίκη. Η τραγωδία δεν είναι μόνο πόνος. Είναι και καθρέφτης. Δείχνει στον άνθρωπο ποιος είναι… και ποιος μπορεί να γίνει».

«Κι οι θεοί; Είναι πάντα δίκαιοι στα έργα σου;»

«Η δικαιοσύνη τους, έστω και αργά, φανερώνεται».

 «Γιατί έγραψες για τον Προμηθέα, έκλεψε τη φωτιά. Δεν είναι αυτό ύβρις;»

«Είναι. Μα είναι και κάτι άλλο — αγάπη για τον άνθρωπο».

«Και αυτό τον κάνει ήρωα;»

«Τον κάνει τραγικό. Γιατί διάλεξε συνειδητά τον πόνο. Γιατί ακολούθησε τη φωνή που λέει πως ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο από τον φόβο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κατόρθωμα απ’ το να ζήσει ο άνθρωπος ως τραγικός ήρωας που θα χαθεί φωτίζοντας κάτι σκοτεινό και λυτρωτικό που αφορά όλους μας».

«Και ο Δίας; Δεν είναι άδικος απέναντί του;»

«Ο Δίας εκπροσωπεί την τάξη. Ο Προμηθέας την αμφισβήτηση. Χωρίς και τα δύο, ο κόσμος δεν στέκεται».

 «Και εμείς; Τι πρέπει να κρατήσουμε;

«Πως όποιος προσφέρει φως στους άλλους… συχνά μένει μόνος στο σκοτάδι».

«Είναι βαρύ το φορτίο».

«Είναι. Και είναι πραγματικά ξεχωριστοί αυτοί που μπορούν να το σηκώσουν»

Ο Αλέξανδρος, που κόντευε ήδη τα σαράντα πέντε, άρχισε να σκέφτεται πως δεν έχει άλλα περιθώρια για περιπλανήσεις και πως πρέπει να δημιουργήσει οικογένεια.

Είναι η στιγμή που ο φιλόσοφος Παρμενίδης, τηρώντας την υπόσχεση που του είχε δώσει να τον επισκεφτεί στην Αθήνα, εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του. Η έκπληξη ήταν μεγάλη και ευχάριστη. Ο φιλόσοφος συνοδευόταν από τον μαθητή του Ζήνωνα και την μικρότερη κόρη του Πυθαγόρα, Αριγνώτη.

Φιλόσοφος και αυτή και μέλος της σχολής των πυθαγορείων που την εποχή εκείνη βρισκόταν υπό διωγμό από τον ευγενή του Κρότωνα, Κύλωνα, ο οποίος δεν είχε γίνει αποδεκτός στη σχολή των πυθαγορείων.  Συνεχείς βιαιοπραγίες των μελών και εμπρησμός της οικίας όπου γίνονταν οι συνεδρίες τους, είχαν αναγκάσει τα μέλη της να διασκορπιστούν για να σωθούν.

Ο Αλέξανδρος με χαρά φιλοξενεί το Δάσκαλο Παρμενίδη και την Αριγνώτη στο σπίτι του, ενώ ο Ζήνων φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός άλλου φίλου του Παρμενίδη. Αυτό θα του δώσει την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα την Αριγνώτη, η οποία παρά το ότι δεν ήταν ακόμη ούτε τριάντα είχε ήδη συγγράψει τέσσερα έργα: Τον «Ιερό Λόγο», «Τα Βακχικά», το «Τελεταί Διονύσου» και το «Περί Δήμητρος Μυστηρίων». Η κόρη του Πυθαγόρα είχε τραβήξει την προσοχή του Αλέξανδρου από την εποχή που αυτός πήγαινε στο σπίτι του Πυθαγόρα. Το σταρένιο της κορμί που μύριζε λεμονανθό τον αναστάτωνε κάθε φορά που περνούσε από κοντά του. Η μαθητεία του Αλέξανδρου σε τόσους φωτισμένους δασκάλους που έχει προηγηθεί θα βοηθήσει να αναπτυχθεί σύντομα μεταξύ τους σχέση και αποφασίζουν να παντρευτούν.

Στο μεταξύ τις μέρες εκείνες συνέπεσε να είναι σε εξέλιξη τα Μεγάλα Παναθήναια. Η μεγάλη θρησκευτική και πολιτική γιορτή της Αθήνας που διαρκούσε δώδεκα ημέρες και τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμή της θεάς Αθηνάς Πολιάδος κατά τον μήνα εκατομβαιώνα στην καρδιά του καλοκαιριού.

Ο Αλέξανδρος, συνοδεύοντας τον σοφό δάσκαλο Παρμενίδη, τον Ζήνωνα και την Αριγνώτη, έσπευσαν να παρακολουθήσουν το αποκορύφωμα της γιορτής που ήταν η πομπή που διέσχιζε την πόλη έως την Ακρόπολη, μεταφέροντας τον χρυσοκέντητο «Ιερό Πέπλο» για να ντυθεί το άγαλμα της Αθηνάς.

Εκεί πάνω στον ιερό βράχο, μέσα στο πλήθος ο Αλέξανδρος ένοιωσε ξαφνικά το χέρι ενός ανθρώπου στο ώμο του. Γύρισε και είδε το Σωκράτη. Έναν εικοσάχρονο νέο για τον οποίο η αγορά βοούσε για τη ρητορική του δεινότητα και τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις. Ο Αλέξανδρος τον χαιρέτισε και τον σύστησε στην παρέα του. Ο Παρμενίδης που είχε ακούσει για τον Σωκράτη, για να τον δοκιμάσει, χαμογελώντας του έκανε την ερώτηση:

«Νεαρέ Σωκράτη, έχω ακούσει πως αναζητάς την αλήθεια. Μα γνωρίζεις τι είναι το ‘είναι’

Σωκράτης: «Δάσκαλε, προσπαθώ να το εκμαιεύσω μέσα από ερωτήσεις. Πιστεύω πως η γνώση γεννιέται από τον διάλογο».

Παρμενίδης: «Αλλά ο διάλογος μπορεί να σε παραπλανήσει. Το ‘είναι’ είναι ένα, αμετάβλητο και αιώνιο. Δεν επιδέχεται αμφισβήτηση».

 Σωκράτης: «Κι όμως, αν δεν αμφισβητήσουμε, πώς θα φτάσουμε στη βεβαιότητα; Δεν πρέπει να εξετάζουμε κάθε ιδέα;»

Παρμενίδης: «Η αίσθηση και η γνώμη σε εξαπατούν. Μόνο ο νους συλλαμβάνει την αλήθεια».

Σωκράτης: «Τότε ίσως ο ρόλος μου είναι να βοηθώ τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν καλύτερα το νου τους, μέσω ερωτήσεων».

Παρμενίδης: «Πρόσεξε, Σωκράτη. Οι ερωτήσεις σου μπορεί να ενοχλήσουν πολλούς».

Σωκράτης: «Ίσως. Αλλά χωρίς ταραχή, δεν υπάρχει φιλοσοφία».

Παρμενίδης: «Βλέπω πως έχεις θάρρος. Ίσως τελικά ο δρόμος σου να οδηγήσει κάπου… διαφορετικά από τον δικό μου».

Σωκράτης: «Ίσως, δάσκαλε, αλλά αν η αλήθεια είναι μια δεν μπορούμε παρά να καταλήξουμε σ’ αυτήν έστω κι αν βαδίσουμε από διαφορετικούς δρόμους».

Ο Παρμενίδης χαμογέλασε και έγνεψε να προχωρήσουν γιατί στο μεταξύ η πομπή είχε απομακρυνθεί αρκετά.

Ο Παρμενίδης έμεινε για λίγες ακόμη ημέρες επισκεπτόμενος την αγορά όπου συνάντησε πολλές εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής. Ανάμεσά τους οι τραγικοί ποιητές Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευρυπίδης, καθώς και ο φημισμένος ηγέτης των δημοκρατικών και χορηγός των θεατρικών παραστάσεων του Αισχύλου, ο Περικλής.  Στη συνέχεια αναχώρησε για τη Μεγάλη Ελλάδα μαζί με τον μαθητή του τον Ζήνωνα και τον ποιητή Αισχύλο. Ο γηραιός ποιητής πικραμένος από το νεωτερικό πνεύμα των ομότεχνών του, Σοφοκλή και Ευρυπίδη, το οποίο θεωρούσε καταστροφικό για την πολιτεία, έφυγε οριστικά από την Αθήνα για τη Γέλα της μεγάλης Ελλάδας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Αλέξανδρος απέκτησε τέσσερα παιδιά. Δυο δυο γιούς και δυο κόρες. Τον Τηλαύγη, τον Αλέξανδρο, την Αριστοκλεία και την Αλκίβια, Η άψογη ανατροφή τους από την Αριγνώτη απέδειξε ότι εκτός από άξια κόρη του Πυθαγόρα στη φιλοσοφία ήταν και μια πανάξια μάνα. Κάτι που ίσως ήταν ακόμη πιο σημαντικό.

Στο μεταξύ η Αθήνα μέρα τη μέρα άλλαζε πρόσωπο ακτινοβολώντας  συνεχώς όλο και περισσότερο. Η αγορά γέμισε με πλήθος φιλοσόφων και διανοητών. Αγάλματα διάσημων γλυπτών κοσμούσαν τους δρόμους και τις πλατείες και οι θεατρικές παραστάσεις των διάσημων τραγωδών ανέβαιναν η μια πίσω από την άλλη προκαλώντας ατέλειωτες συζητήσεις. Κεντρικό πρόσωπο στην πολιτική ζωή της πόλης ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των δημοκρατικών, Περικλής.

Μεγάλη εντύπωση προξένησε στον Αλέξανδρο μια από τις πολλές ομιλίες του, την οποία έτυχε κάποτε να ακούσει διερχόμενος από την αγορά. Αφορούσε το βαθύτερο νόημα της πόλεως:

«Μια πόλις γεννιέται όταν σε ένα σύνολο ανθρώπων ενδιαφέρει τους πολλούς η αλήθεια περισσότερο από τη χρησιμότητα. Όταν γίνεται πρωτεύουσα ανάγκη η εμπειρία της αλήθειας, η έμπρακτη μετοχή στον τρόπο της αλήθειας, η κοινωνικήπραγμάτωση της  αλήθειας. Η πόλις για εμάς  δεν  υποδηλώνει  έναν τρόπο οργανωτικής και διοικητικής συνύπαρξης μιας πυκνοκατοικημένης περιοχής, αλλά μια αλλαγή στο στόχο της συνοίκησης.

Υποδηλώνει δηλαδή κάτι πολύ περισσότερο: την ελεύθερη μετάβαση από την κοινωνία της χρείας στην κοινωνία του αληθούς. Στην πόλιν αυτή κάθε πολίτης είναι εξ’ ορισμού άξιος να διαχειρίζεται οποιαδήποτε ευθύνη της πολιτικής συνύπαρξης. Οι σχέσεις των πολιτών είναι οριζόντιες, σχέσεις συνάθλησης όχι κάθετες, σχέσεις άρχοντα και αρχομένου, εντολέα και εκτελεστή της εντολής. Η πρότασή μου μάλιστα είναι το συντομότερο δυνατόν να ανεγείρουμε στον ιερό βράχο της Ακροπόλεως ναό που θα συμβολίζει αυτή την προσήλωση και την εναρμόνιση της πόλεώς μας στην πραγμάτωση του αληθούς. Του αληθούς αυτού που δεν είναι άλλο από εκείνο που εννοούσε ο σοφός δάσκαλος Ηράκλειτος με τη φράση: τρόπον της του παντός διοικήσεως. Αυτός ακριβώς ο τρόπος άλλωστε είναι που υπονοείται από το πάγιο προοίμιο των αποφάσεων του αθηναϊκού Δήμου: “θύσαντες και ομώσαντες τοις θεοίς και τοις ήρωσι τοις κατέχουσι την πόλιν έδοξε τη βουλή και τω δήμω …”, πράγμα που σημαίνει ότι οι πολίτες μπορούν να αποφασίζουν για λογαριασμό της πόλεως διατηρώντας πάντοτε τη ζωτική εξάρτηση με τους θεούς και τους ήρωες – τους κατέχοντες την πόλιν».

Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο εμπνευσμένος πολιτικός και διανοητής άρχισε να εκλέγεται κάθε χρόνο σαν ένας από τους δέκα στρατηγούς που κυβερνούσαν την Αθήνα. Τυπικά, όλοι ίσοι μεταξύ τους, αλλά ουσιαστικά λόγω της ρητορικής του δεινότητας που μαγνήτιζε τα πλήθη και το απαράμιλλο κύρος του, θεωρούνταν από όλους ο αδιαμφισβήτητος χαρισματικός ηγέτης.

Με την εκλογή και την άνοδό του στην εξουσία από τις πρώτες του κιόλας προτεραιότητες υπήρξε η ανέγερση νέου περικαλλούς ναού στην Ακρόπολη, αντάξιου της πόλεως, όπως είχε υποσχεθεί. Το έργο ανατέθηκε στους δυο καλύτερους αρχιτέκτονες της εποχής: Τον Ικτίνο και τον Καλλικράτη.

Οι εργασίες ξεκινούν χωρίς χρονοτριβή και προχωρούν με γοργό ρυθμό. Εργάζονται εκατοντάδες άνθρωποι, απλοί εργάτες και τεχνίτες. Ανάμεσά τους και ο Αλέξανδρος, που θεωρείται αυθεντία στην κατασκευή θριγκών όλων των αρχιτεκτονικών ρυθμών, δωρικού, ιωνικού, κορινθιακού.

Έχουν περάσει τριάντα τρία χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας και ο Αλέξανδρος κοντεύει εβδομήντα πέντε, αλλά συνεχίζει να εργάζεται.

Εργάζεται πιο πολύ από μεράκι παρά από ανάγκη. Νοιώθει πως το έργο που κατασκευάζουν θα είναι κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο, κάτι που θα αποπνέει αθανασία. Κοντά του βοηθός και συμπαραστάτης ο μικρότερος γιός του που είναι πια έφηβος. Αλέξανδρος κι αυτός.

Κάθε τόσο στέκεται και κοιτάζει το ναό που υψώνεται κάθε μέρα  όλο και πιο επιβλητικός. Αναρωτιέται από την πρώτη στιγμή, σχεδόν τυραννιέται να κατανοήσει και να πει με λόγια το τι ακριβώς εκφράζει, τι συμβολίζει αυτός ναός.

Και ξαφνικά ο νους του φωτίζεται. Θυμάται τα λόγια του Ηράκλειτου περί μιας «αρχής» συνοχής, αρμονίας και κοσμιότητας του κόσμου, που ο μεγάλος φιλόσοφος είχε ονομάσει: λόγο. Αποδίδοντας στη λέξη χαρακτηριστικά ενεργούς συμπαντικής λογικότητας. Ο ναός λοιπόν αυτός, με την αψεγάδιαστη τελειότητά του υποστασιοποιεί αυτόν τον κοινό λόγο που διέπει τα πάντα, κάνοντάς τον μεθεκτό στον κάθε άνθρωπο.

Είναι  η μετοχή σε αυτόν τον θείο λόγο που απελευθερώνει την ύπαρξη του ανθρώπου από τη νομοτέλεια των ενστικτωδών ενορμήσεων, υψώνοντας τη ζωή του στη σφαίρα ενός άλλου τρόπου υπάρξεως, τον τρόπο της του παντός διοικήσεως. Η τελειότητα της κατασκευής αυτού του ναού απομνημειοποιεί αυτό ακριβώς:  τον τρόπο της του παντός διοικήσεως.

Η κατασκευή του διήρκησε εννέα έτη. Τα τελευταία δυο χρόνια η παρουσία του Αλέξανδρου ήταν περισσότερο συμβουλευτική, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του. Αλλά ο γιός του υπό τη δική του άγρυπνη καθοδήγηση αναπλήρωνε επάξια το κενό του.

Όλα αυτά τα χρόνια είχε την ευκαιρία να μιλήσει πολλές φορές με όλους τους πνευματικούς ανθρώπους της Αθήνας, που επισκέπτονταν τακτικά την Ακρόπολη για να δουν από κοντά την εξέλιξη των εργασιών.

Καθημερινή σχεδόν ήταν η επαφή και η συνεργασία του Αλέξανδρου με τον φημισμένο γλύπτη Φειδία. Ήταν αυτός που φιλοτέχνησε τα αγάλματα της Αθηνάς Παρθένου, της Αθηνάς Προμάχου και της Αθηνάς Λημνίας. Υπεύθυνος συνολικά για την εποπτεία και σχεδίαση της γλυπτικής διακόσμησης, σε όλες τις μετώπες, τις ζωφόρους και τα αετώματα.

Τα λόγια του προς όλους τους τεχνίτες που επέβλεπε και κατηύθυνε ήταν ταυτόχρονα μοναδικό μάθημα αισθητικής και φιλοσοφίας: «Το έργο της τέχνης», έλεγε, «το άγαλμα, χρησιμεύει για μέτρο της ομορφιάς του φυσικού προτύπου, όχι αντίστροφα. Δεν φτιάχνουμε αντίγραφα, αλλά υπερβαίνοντας την περιστατική εικόνα ενός εκάστου υπαρκτού προσπαθούμε η απεικόνιση που δημιουργούμε να επιτρέπει την άμεση θέα του λόγου ή του νοήματος του εικονιζόμενου όντος. 

Όταν δηλαδή θέλουμε να υμνήσουμε το γυναικείο κάλλος για παράδειγμα δεν φτιάχνουμε το αντίγραφο μιας πολύ όμορφης γυναίκας, αλλά προσπαθούμε στο γλυπτό μας να αποτυπώσουμε τη γυναικεία ομορφιά στο σύνολό της. Το γλυπτό μας δηλαδή να αποπνέει την ομορφιά κάθε γυναίκας. Είναι άγαλμα το έργο τέχνης εκείνο που προσφέρει την αγαλλίαση, παρέχοντας έναν τρόπο όρασης που ερμηνεύει τον κόσμο».

Ένα τέλος που είναι μια νέα αρχή

Επτά χρόνια μετά την αποπεράτωση του έργου και ενώ η Αθήνα συνέχισε να ανεβαίνει και να ακτινοβολεί κάθε μέρα όλο και περισσότερο, έγινε το απευκταίο: Ξέσπασε ένας καταστροφικός πόλεμος με τον μεγάλο ανταγωνιστή της, τη Σπάρτη.

Ο Αλέξανδρος που διήγε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, είδε με πίκρα να συντρίβονται μπροστά στα μάτια του τα έργα της ζωής του. Ο μεγάλος του δάσκαλος, ο Ηράκλειτος, για μια ακόμη φορά επαληθευόταν: Η Έρις καθεαυτή και όχι η ανάγκη ήταν που οδηγούσε τους Έλληνες σ’ αυτή την αλληλοεξόντωση.

Στο μυαλό του έρχεται η γνωστή φράση – ομολογία ζήλειας – του θρυλικού στρατηγού Θεμιστοκλή:  «Ουκ εα με καθεύδειν το του Μιλτιάδου τρόπαιον». Δεν τον άφηνε η δόξα που είχε κερδίσει ο στρατηγός Μιλτιάδης με τη νίκη του στο Μαραθώνα  να κοιμηθεί. και αναλογίζεται ο Αλέξανδρος το στίχο του Ευριπίδη από την ‘Ιφιγένεια την εν Ταύροις’, ο οποίος βεβαιώνει τα περί έριδος λεχθέντα από τον Ηράκλειτο:

Η αυτοκαταστροφική αστάθεια στις ψυχές των ανθρώπων έκανε το μέλλον που ο Αλέξανδρος δεν θα προλάβαινε να γνωρίσει να φαντάζει στα μάτια του σκοτεινό και αβέβαιο.           

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

230
fb-share-icon
Insta
Tiktok