Στις 29 Ιουλίου 1870, γεννήθηκε στην Σίφνο μια «αθόρυβη δύναμις της Ελληνικής διανοήσεως, ο Ιωάννης Γρυπάρης. Μεταφραστής, λογοτέχνης και εκπαιδευτικός, που διετέλεσε επίσης στέλεχος του Υπουργείου Παιδείας και διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.
Γεννήθηκε στη Σίφνο, πέρασε όμως τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και το 1888 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να σπουδάσει φιλολογία. Το 1892 η συλλογή του Δειλινά, γραμμένη στη δημοτική απορρίφθηκε από την επιτροπή του Φιλαδέλφειου διαγωνισμού. Την ίδια χρονιά επέστρεψε για πέντε χρόνια στην Πόλη και επιμελήθηκε για δύο τη σύνταξη του περιοδικού Φιλολογική Ηχώ του Νίκου Φαληρέα. Με τις συνεργασίες ονομάτων όπως του Παλαμά, του Ψυχάρη, του Εφταλιώτη και άλλων, μετέτρεψε το άλλοτε άσημο περιοδικό σε όργανο των δημοτικιστών. Υπήρξε επίσης συνιδρυτής του σημαντικού λογοτεχνικού περιοδικού Η Τέχνη (1898), που υπήρξε πρωτοποριακό σε επίπεδο διεθνούς ενημέρωσης για τη λογοτεχνική κίνηση και άσκησε μεγάλη επίδραση στην ανανέωση του ελληνικού πνευματικού και καλλιτεχνικού τοπίου της εποχής. Το 1897 ήρθε στην Αθήνα όπου πήρε τελικά το πτυχίο του στη φιλολογία.
Το μοναδικό ποιητικό έργο του είναι η γραμμένη στη δημοτική συλλογή του Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919), στην οποία συγκέντρωσε ποιήματα που είχε νωρίτερα (1893 – 1909) δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, και για την οποία τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών. Στα ποιήματα του Γρυπάρη διακρίνονται επιδράσεις από τα ρεύματα του γαλλικού συμβολισμού και του παρνασσισμού. Κύρια χαρακτηριστικά της ποίησής του είναι η άψογη τεχνική και η πλαστική επεξεργασία του στίχου (σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρνασσισμού), αλλά και η μουσικότητα και η υποβλητικότητα (σύμφωνα με τις αρχές του συμβολισμού).
Το πεζό έργο του αποτελείται από χρονογραφήματα, κριτικά σημειώματα, άρθρα και κυρίως μεταφράσεις (όλα τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή και του Αισχύλου, οι Βάκχες του Ευριπίδη, αποσπάσματα των Πλάτωνα, Ομήρου, Βακχυλίδη, Πίνδαρου, Ηροδότου, Κάτουλλου, Οράτιου, αλλά και ξένων συγγραφέων). Οι μεταφράσεις του των αρχαίων τραγικών αποτέλεσαν τη βάση της αναβίωσης του αρχαιοελληνικού δράματος στα πλαίσια των Δελφικών εορτών με την οργάνωση του Άγγελου Σικελιανού.
Στα κατάλοιπα του λογοτέχνη, βρέθηκε ανέκδοτη δική του μετάφραση της “Πολιτείας του Πλάτωνος”, σε δημοτικό λόγο. Από τα δέκα βιβλία της πλατωνικής Πολιτείας, τα επτά μόνο μπόρεσε να επεξεργαστεί, αλλά και έτσι η εργασία του είναι πολύτιμη και αποτςλςί ορόσημο.
Την Πολιτεία του Πλάτωνος την είχε μεταφράσει και εκδώσει ο Γρυπάρης και το 1911 στη σειρά της βιβλιοθήκης ” Φέξη” στην καθαρεύουσα, αλλά δεν ικανοποίησε πλήρως τον ποιητή και έτσι, την ξανάκανε στην δημοτική, βελτιώνοντας την απόδοση του κλασσικού κειμένου.
Η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, στην οποία ο Γρυπάρης κληροδότησε τα υπάρχοντά του, παραχώρησε τα χειρόγραφά του και έτσι εκδόθηκαν στη νέα σειρά ” Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων” σε επιμέλεια του Ευάγγελου Παπανούτσου.

Το έργο του συνοπτικά:
Μεταφράσεις
- Αισχύλου Ορέστεια
- Αγαμέμνων. Αθήνα, ανάτυπο από το περ. Ηλύσια Β΄, 1906, σ.7-68. 1906. και Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Χοηφόροι. Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Ευμενίδες. Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Αισχύλου Επτά επί Θήβας. Αθήνα, Φέξης, 1911.
- Πλάτωνος Πολιτεία. Αθήνα, Φέξης, 1911 (τόμοι 2).
- Πλάτωνος Ευθύδημος. Αθήνα, Φέξης, 1912.
- Ερρίκου Χάινε Ταξιδιωτικές εικόνες. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1925.
- Goethe, Το παραμύθι της αλεπούς. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1930.
- Οι τραγωδίες του ΑισχύλουΙ•Ικέτιδες, Προμηθέας Δεσμώτης. Αθήνα, Δελφικές εορτές (τυπ. Σακελλάριου), 1930.
- Σοφοκλέους Ηλέκτρα. Αθήνα, Εστία, 1936.
- Σοφοκλέους Οιδίπους επίΚολωνώ. Αθήνα, Εστία, 1937.
- Σοφοκλέους Φιλοκτήτης. Αθήνα, Εστία, 1937.
- Οι τραγωδίες του Αισχύλου ΙΙ• Ορέστεια. Αθήνα, Εστία, 1938.
- Σοφοκλέους Αντιγόνη. Αθήνα, Εστία, 1940.
- Σοφοκλέους Αίας. Αθήνα, Εστία, 1940.
- Φύλλα Τέχνης (τέσσερα τεύχη με ποιήματα). 1935.
Συγκεντρωτικές εκδόσεις
Σκαραβαίοι και τερρακόττες, 1928.
- Ο άγνωστος Γρυπάρης:• Ανέκδοτα ποιήματα• Εισαγωγή Θ.Σπεράντσα. Αθήνα, Αστήρ, 1954.
- Τα ποιήματα. Επιμέλεια Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Αθήνα. Εστία.
- Ιωάννης Γρυπάρης: Ο πρώτος μετασολωμικός: Βίος-Έργο-Εποχή. Αθήνα, Πηγή, 1971.
- Γρυπάρης Άπαντα (επιμέλεια Γ. Βαλέτας, Αθήνα, εκδόσεις Δωρικός)
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- Βαλέτας Γ., «Γρυπάρης Ιωάννης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση
- Λυκούργου Νίκη, «Γρυπάρης Ιωάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985
- Μερακλής Μ.Γ., «Ιωάννης Γρυπάρης», Η ελληνική ποίηση• Ρομαντικοί – Εποχή του Παλαμά – Μεταπαλαμικοί• Ανθολογία – Γραμματολογία, σ.338-341. Αθήνα, Σοκόλης, 1977.


Η συλλογή «Σκαραβαίοι και Τερρακόττες» (1919) αποτελεί το μοναδικό αλλά εμβληματικό ποιητικό βιβλίο που εξέδωσε ο Ιωάννης Γρυπάρης όσο ζούσε. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς της ελληνικής ποίησης των αρχών του 20ού αιώνα.
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη, τα οποία αντικατοπτρίζουν δύο διαφορετικές καλλιτεχνικές τάσεις:
- Σκαραβαίοι: Πρόκειται για μια σειρά από σονέτα (δεκατετράστιχα ποιήματα). Είναι επηρεασμένα από το γαλλικό κίνημα του Παρνασσισμού. Χαρακτηρίζονται από πλαστική ομορφιά, αυστηρή μορφή, έμπνευση από την αρχαιότητα και αναζήτηση της τελειότητας στη δομή.
- Τερρακόττες: Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει ποιήματα με πιο ελεύθερη μορφή, επηρεασμένα από το κίνημα του Συμβολισμού. Εδώ κυριαρχεί η μουσικότητα, η υποβολή, η μελαγχολία, το συναίσθημα και οι αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια στη Σίφνο και την Κωνσταντινούπολη.
Ο Γρυπάρης χρησιμοποιεί μια εξαιρετικά προσεγμένη, πλούσια και ρυθμική δημοτική γλώσσα, αποδεικνύοντας τις τεράστιες δυνατότητές της. Κάθε στίχος είναι δουλεμένος με τη λεπτομέρεια ενός γλύπτη (γι’ αυτό και οι τίτλοι παραπέμπουν σε ανάγλυφα αντικείμενα, όπως οι σκαραβαίοι και τα πήλινα ειδώλια/τερρακόττες). Τα ποιήματα πραγματεύονται τη φθορά του χρόνου, τον θάνατο, την τέχνη και τη μοναξιά.
Το σονέτο «Εστιάδες» από τη συλλογή «Σκαραβαίοι» που ακολουθεί, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα παρνασσικής ποίησης, που χρησιμοποιεί αυστηρή μορφή και έντονο λυρισμό για να αποτυπώσει τη φθορά και την ερημιά. Το ποίημα αναδεικνύει την αντίθεση ανάμεσα στη ζωντάνια του παρελθόντος και τη σιωπή του παρόντος, χρησιμοποιώντας ζοφερές εικόνες θανάτου για να προκαλέσει μελαγχολία.
Βαθεια ἄκραχτα μεσάνυχτα, τρισκότεινοι οὐρανοὶ
πάν’ ἀπ’ τὴν Πολιτεία τὴν κοιμισμένη·
κι ἄξαφνα σέρνει τοῦ Κακοῦ τὸ Πνεῦμα μιὰ φωνή,
τρόμου φωνὴ — κι ὅλοι πετιοῦνται ἀλλαλιασμένοι.
«Ἔσβυσε ἡ ἄσβυστη φωτιά!» κι ὅλοι δρομοῦν φορὰ
τυφλοὶ μέσα στὴ νύχτα νὰ προφτάσουν,
ὄχι μ’ ἐλπίδα πῶς μπορεῖ νἆν ψεύτρα ἡ συμφορὰ
παρὰ νὰ δοῦν τὰ μάτια τους καὶ τὴ χορτάσουν.
Θαρρεῖς νεκροὶ κι ἀπάρῃασαν τὰ μνήματ’ ἀραχνὰ
σύγκαιρα ὀρθοὶ γιὰ τὴ στερνὴ τὴν κρίση,
κ’ ἐνῶ οἱ ἀνέγνωμοι σπαρνοῦν μὲς σὲ κακὸ βραχνᾶ
μὴν τύχῃ τρέμουνε κανεὶς καὶ τοὺς ξυπνήσῃ.
Μ’ ἕνα πνιχτὸ μονόχνωτο ἀναφυλλητὸ σκυφτοὶ
πρὸς τῆς Ἑστίας τὸ Ναὸ τραβοῦνε
καὶ μπρὸς στὴν Πύλη διάπλατα τὴ χάλκινη ἀνοιχτὴ
ἕνα τὰ μύρια γίνουνται μάτια νὰ ἰδοῦνε.Καὶ βλέπουν: μὲ τῆς γνώριμης ἀρχαίας των ἀρετῆς
τὸ σχῆμα τ’ ἀνωφέλευτο ντυμένες
στὸν προδομένο τὸ Βωμὸν ἐμπρὸς γονυπετεῖς
τὶς Ἑστιάδες τὶς σεμνές, μὰ κολασμένες.
Τὸ κρῖμα τους ἐστάθηκε μιὰ ἄβουλη ἀναμελιὰ
κι ἀραθυμιὰ — σὰν τῆς δικῆς μας νιότης!
μὰ ἡ Ἅγια ἡ Φωτιά, μιὰ πὄσβυσε, δὲν τὴν ἀνάβει πλιὰ
ἀνθρώπινο προσάναμμα ἢ πυροδότης.
Κι ὅσο κι ἂν μὲ τὶς φούχτες των σκορπίζουν στὰ μαλλιὰ
μὲ συντριβὴ καὶ μὲ ταπεινοσύνη,
τοῦ κάκου! στὴ χλιὰ χόβολη καὶ μὲς στὴ στάχτη πλιὰ
σπίθας ἰδέα οὐδ’ ἔλπιση δὲν ἔχει μείνῃ.
Κ’ εἶναι γραμμένη τοῦ χαμοῦ ἡ Πολιτεία· ἐχτὸς
ἂν πρὶ ὁ καινούργιος ὁ ἥλιος ἀνατείλῃ
κάμῃ τὸ θᾶμα του ὁ οὐρανὸς καὶ στ’ ἄωρα τῆς νυχτὸς
μακρόθυμος τὸν κεραυνό του κάτω στείλῃ.
Κι ἂν εἶν καὶ πέσῃ ἀπάνω τους, ἂς πέσῃ! ὅπως ζητᾷ
τὸ δίκιο κ’ οἱ Παρθένες τὸ ζητοῦνε,
ποῦ ἰδού τις, μὲ τὰ χέρια τους στὰ οὐράνια σηκωτὰ
καὶ τὴν ψυχὴ στὰ μάτια τους τὸν προσκαλοῦνε.
…………………………………………………………………
Τάχα τὸ θᾶμα κ’ ἔγινε; — πές μου το νὰ στὸ πῶ,
γνώμη ἄβουλη, γνώμη ἄδικη μιᾶς νιότης
σὰν τὴ δικιά μας, πὄσβυσεν ἔτσι χωρὶς σκοπὸ
κι ἀκόμα ζῇ καὶ ζένεται — μὲ τὸ σκοπό της!
Στον ΙΣΤΟΣ αγαπάμε την Ελληνική διανόηση και βρίσκουμε παρηγοριά και ελπίδα σε αυτήν, γι αυτό και παρουσιάζουμε αλλά και θα παρουσιάζουμε, ενδεικτικές αναφορές στους σπουδαίους Έλληνες που βρήκαν το νόημα της ζωής στο πνεύμα και όχι στην ύλη.
