Η επερχομένη διαφοροποίηση στην οικονομική ανάπτυξη λόγω του ανταγωνισμού ασφαλείας στην Ευρώπη και στην Ασία

Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός για την ασφάλεια στην Ευρώπη και στην Ασία θα οδηγήσει σε σημαντικήν επιτάχυνση των εθνικών αμυντικών δαπανών κατά την επομένη δεκαετία, αλλά οι αμυντικές δαπάνες που υπολογίζονται ως ποσοστόν του ΑΕΠ θα παραμείνουν υπό τα επίπεδα που παρετηρήθησαν κατά την διάρκειαν του Ψυχρού Πολέμου, πράγμα το οποίον θα περιορίσει τον βαθμό στον οποίον θα αποτελέσουν τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη οι μη παραγωγικές αμυντικές δαπάνες. Οι πρόσφατες δηλώσεις του πρώην προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σχετικώς με την ανάγκην αυξήσεως των στρατιωτικών δαπανών από τα ευρωπαϊκά κράτη μέλη του ΝΑΤΟ έχουν ήδη αναζωπυρώσει μια συζήτηση για το θέμα. Κατά το παρελθόν ο Τραμπ έχει κάνει παρόμοια σχόλια για τις στρατιωτικές δαπάνες άλλων χωρών μελών του ΝΑΤΟ, μεταξύ άλλων και όταν ήταν πρόεδρος, λέγων απεριφράστως ότι οι ΗΠΑ επωμίζονται αδίκως το αμυντικόν βάρος της Συμμαχίας.

Ενώ αρκετοί αξιωματούχοι της ΕΕ και του ΝΑΤΟ έχουν επικρίνει τον Τραμπ, ωστόσον οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται στην Ευρώπη και αλλού. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι παγκόσμιες αμυντικές δαπάνες εμειώθησαν αποτόμως. Από 4,1% του συνδυασμένου ακαθαρίστου εγχωρίου προϊόντος (ΑΕΠ) το 1990 σε 2,6% το 2000 ,ακόμη και όταν η Συμμαχία επεξετάθη. Για την ενίσχυση της εν λόγω χρηματοδοτήσεως, τα μέλη συνεφώνησαν, στην σύνοδον κορυφής στην Ουαλία το 2014, να συνεισφέρουν τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ τους στην Συμμαχίαν έως το 2024. Μέχρι τον Ιούλιον του προηγουμένου έτους οι περισσότερες χώρες μέλη δεν είχαν επιτύχει τον στόχο του 2%, αλλά η πατρίς μας ήρχετο τρίτη σε αμυντικές δαπάνες, μετά την Πολωνία η οποία έχει αυξήσει σημαντικώς τα ποσά που εξοδεύει στην άμυνα, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και μετά τις ΗΠΑ.

Ειδικότερον, Πλην των ΗΠΑ, οι χώρες που έχουν υπερβεί έως στιγμής τον στόχο είναι η Πολωνία (3,9%),  η Ελλάς (3,01%), η Εσθονία (2,73%), η Λιθουανία (2,54%), η νεοσισελθούσα στην Συμμαχία Φινλανδία (2,45%), η Ρουμανία (2,44%), η Ουγγαρία (2,43%), η Λετονία (2,27%), το Ηνωμένο Βασίλειο (2,07%) και η Σλοβακία (2,03%).

 Οι ΗΠΑ, σαφώς ευρισκόμενες μεταξύ των μεγαλυτέρων οικονομιών του κόσμου, απεδείχθησαν μια αξιοσημείωτος εξαίρεση στην  μείωση των αμυντικών δαπανών κατά τα έτη της μεταπολεμικής υφέσεως αμυντικών δαπανών. Αυτό συνέβη προφανώς εντός του πλαισίου των αλληλοδιαδόχων πολέμων της Ουάσιγκτον στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ.

Ως ποσοστόν του παγκοσμίου ΑΕΠ, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες το 2022 παρέμειναν ουσιαστικώς αμετάβλητες σε σύγκριση με το 2013. Συνολικώς, οι αμυντικές δαπάνες ηυξήθησαν συμφώνως με την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Αλλά αυτό αποκρύπτει σημαντικές αλλαγές στις στρατιωτικές δαπάνες σε επίπεδον κάθε χώρας κεχωρισμένως, αλλά και σε διαπεριφερειακόν επίπεδο. Σε πραγματικούς όρους, οι αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ ηυξήθησαν ολιγότερον από 3% το 2013-22, ενώ οι δαπάνες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, της Ινδίας και της Κορέας ηυξήθηκαν κατά 63%, 47% και 37%, αντιστοίχως. Οι αμυντικές δαπάνες της Ιαπωνίας ηυξήθησαν επίσης κατά 18%.

  • Στις τρεις δεκαετίες οι οποίες ηκολούθησαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι παγκόσμιες αμυντικές δαπάνες ως ποσοστόν του παγκοσμίου ΑΕΠ εμειώθησαν από 4% σε 2%. Οι αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ ηυξήθησαν αποτόμως στις αρχές της δεκαετίας του 2000, έφθασαν δε στο ανώτατον όριον ολίγον κάτω από το 5% του ΑΕΠ το 2010 και έκτοτε εμειώθησαν κάτω από το 3,5% του ΑΕΠ.
  • Οι αμυντικές δαπάνες ως ποσοστόν του ΑΕΠ ποικίλλουν σημαντικώς. Μεταξύ των κορυφαίων 15 χωρών, η Ρωσία, η Σαουδική Αραβία, η Ουκρανία και το Ισραήλ εξοδεύουν περισσότερον από το 4% του ΑΕΠ τους στην άμυνα. Οι αμυντικές δαπάνες της Ουκρανίας το 2022 υπελογίσθησαν στο (τεράστιον) ένα τρίτον του ΑΕΠ της, εν μέσω της εισβολής της Ρωσίας στις αρχές του ιδίου έτους. Το 2024, 18 από τα 31 μέλη του ΝΑΤΟ θα επιτύχουν τον στόχον 2% του ΑΕΠ της συμμαχίας για αμυντικές δαπάνες. Όσον αφορά στο ΑΕΠ, το Κουβέϊτ, το Κατάρ και το Ομάν είναι επίσης μεγάλοι στρατιωτικοί δαπανώντες. Οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη και στην Ανατολικήν Ασία αυξάνονται ραγδαίως.
  • Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφθασαν τα 2,2 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2022, από 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2013. Οι πέντε μεγαλύτεροι δαπανώντες αντεπροσώπευσαν σχεδόν τα δύο τρίτα των συνολικών δαπανών. Οι κορυφαίες χώρες παγκοσμίως σε στρατιωτικές δαπάνες το 2022, κατά σειράν, ήσαν οι ΗΠΑ (877 δισεκατομμύρια δολάρια), η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (292 δισεκατομμύρια δολάρια), η Ρωσία (86,4 δισεκατομμύρια δολάρια), η Ινδία (81,4 δισεκατομμύρια δολάρια) και η Σαουδαραβία (75 δισεκατομμύρια δολάρια). Οι δεκαπέντε μεγαλύτεροι καταναλωτές αντεπροσώπευσαν περισσότερον από το 80% των επί τούτου παγκοσμίων δαπανών.

Ενώ οι αμυντικές δαπάνες ως ποσοστόν του ΑΕΠ δεν έχουν αλλάξει πολύ συνολικώς, έχουν όμως επιταχυνθεί από το 2023, λόγω του εντεινομένου διεθνούς ανταγωνισμού στον τομέαν της ασφαλείας στην Ανατολικήν Ευρώπη και στην Ασία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός στις θάλασσες της Ανατολικής και Νοτίου Κίνας, καθώς και στον Ινδικόν Ωκεανόν οδηγούν σχεδόν όλες τις μεγάλες δυνάμεις να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες ταχύτερον από την ονομαστικήν αύξηση του ΑΕΠ. Αντιθέτως, αυτές οι δαπάνες στην Νότιον Αμερική και στην Αφρική δεν έχουν αλλάξει δραματικώς. Η περιορισμένη σύγκρουση στην Ουκρανία από το 2014 και ο γενικευμένος πόλεμος πλήρους κλίμακος από το 2022, καθώς και η διπλωματική πίεση από την πρώην κυβέρνηση Τραμπ ηνάγκασαν τη Ρωσία να αυξήσει σημαντικώς τις αμυντικές της δαπάνες. Ο πόλεμος έχει επίσης ωθήσει τις ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαιτέρως τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, να αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες.

Σε αυτό το πλαίσιον επιταχύνσεως των δαπανών, οι παγκόσμιες εξαγωγές όπλων έχουν επίσης αυξηθεί. Μεταξύ των χωρών G7, η Γερμανία και η Ιαπωνία έχουν ανακοινώσει σημαντικές αυξήσεις στις στρατιωτικές δαπάνες τους για τα επόμενα έτη. Λόγω της υψηλοτέρας ονομαστικής αναπτύξεως και της μεγαλυτέρας βάσεως δαπανών, οι ΗΠΑ και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας θα αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιον των αυξήσεων των παγκοσμίων δαπανών, με αναμενόμενες συνδεδυασμένες αμυντικές δαπάνες περίπου 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, μέχρι τις αρχές της επομένης δεκαετίας.

  • Η ρωσική άμυνα ηυξήθη δραματικώς μετά την αποτυχημένη προσπάθειάν της να καταλάβει ταχέως την Ουκρανία το 2022. Το 2024, η Ρωσία πρόκειται να δαπανήσει το 6% του ΑΕΠ της για την άμυνα, σε σύγκριση με το εκτιμώμενο 4% το 2022 (και το 2014). Συγκριτικώς, οι σοβιετικές αμυντικές δαπάνες στην δεκαετίαν του 1980 εκτιμάται ότι αντεστοίχουν στο 15-17% του ΑΕΠ. Το 2022, η ιαπωνική κυβέρνηση ανεκοίνωσεν αύξηση 60% στις αμυντικές δαπάνες μέχρι το 2027, ενώ η Γερμανία εδεσμεύθη να διαθέσει 5% του ΑΕΠ επί πλέον για τον εκσυγχρονισμόν των στρατιωτικών της δυνάμεων και την αύξηση των ετησίων αμυντικών δαπανών μεσοπροθέσμως.
  • Πολλά μέλη του ΝΑΤΟ θα αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες υπεράνω του επιπέδου οικονομικής τους αναπτύξεως,  εν όψει της επιτεύξεως του στόχου του 2% που ετέθη το 2006 και θα επιτευχθεί το 2024. Επί του παρόντος, μόλις το ένα τρίτον των μελών του ΝΑΤΟ εκπληρώνει τον στόχον αυτών των δαπανών.
  • Οι διεθνείς μεταφορές όπλων εμειώθησαν κατά 5% το 2013-17 σε σύγκριση με το 2018-22. Ωστόσον, οι παγκόσμιες εισαγωγές ηυξήθησαν σχεδόν κατά 50% στην Ευρώπη και στην Ανατολικήν Ασία, ενώ εμειώθησαν στην Αφρική, στην Αμερική, στην Μέση Ανατολή και στην Βόρειον Αφρική και στην Ασία-Ειρηνικό συνολικώς. Οι εισαγωγές από τη Νότιο Κορέα (61%) και την Ιαπωνία (171%) ηυξήθησαν αποτόμως. Η απόφαση της Ιαπωνίας να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες θα αυξήσει περαιτέρω τις ασιατικές εισαγωγές όπλων κατά την περίοδον 2023-2027.

Οι αμυντικές δαπάνες θα αυξηθούν αισθητώς στο άμεσον μέλλον υπό το φως των στρατιωτικών συγκρούσεων και του ανταγωνισμού στον τομέαν της ασφαλείας, αλλά ως ποσοστόν του ΑΕΠ, θα παραμείνουν κατώτερες από τα επίπεδα που παρετηρήθησαν κατά την διάρκειαν του Ψυχρού Πολέμου. Αυτό σημαίνει ότι ο αντίκτυπος στο δημοσιονομικόν έλλειμμα, στο δημόσιον χρέος και στην μεσοπρόθεσμο οικονομικήν ανάπτυξη θα είναι ολιγότερον σοβαρός, τουλάχιστον αν δεν εκσπάσουν εχθροπραξίες στην Ανατολικήν Ασία ή δεν επέλθει μια περαιτέρω σημαντική κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία.

Επί του παρόντος, οι μεγάλες δυνάμεις έχουν υψηλότερον δημόσιον χρέος και μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα από ό,τι κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Πολλές από τις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, συμπεριλαμβανομένης και της μετασοβιετικής Ρωσίας, αντεμετώπισαν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες τις εξηνάγκασαν να μειώσουν αποτόμως τις αμυντικές τους δαπάνες. Το τέλος του στρατηγικού ανταγωνισμού μεταξύ του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας ωδήγησεν επίσης τις χώρες του ΝΑΤΟ και άλλους συμμάχους των ΗΠΑ να μειώσουν τις αμυντικές τους δαπάνες. Έκτοτε, οι δαπάνες κοινωνικής προνοίας ως ποσοστόν του ΑΕΠ είναι πολύ υψηλότερες, περιορίζουσες ακόμη περισσότερον τον δημοσιονομικόν χώρον των κυβερνήσεων.

Με την απουσία μείζονος συγκρούσεως, ημπορεί να είναι πολιτικώς προκλητική η αύξηση των αμυντικών  δαπανών, δεδομένου ότι αυτό συχνάκις σημαίνει περιορισμόν των κοινωνικών δαπανών και των δημοσίων επενδύσεων. Έτσι, οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη και στην Ανατολικήν Ασία θα είναι σταδιακές, εκτός εάν θερμανθεί ο ανταγωνισμός για την ασφάλεια ή εσπάσει στρατιωτική σύγκρουση, αποδυναμώνουσα τάχιστα τους πολιτικούς περιορισμούς στην αύξηση των δαπανών. Ενώ οι δαπάνες θα αυξηθούν ταχύτερον από την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ σε οποιαδήποτε προηγμένη οικονομία, αυτό μπορεί να μην συμβαίνει στις δύο χώρες με τους δύο μεγαλυτέρους αμυντικούς προϋπολογισμούς στον κόσμο, τις ΗΠΑ και την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, που αντιπροσωπεύουν το ήμισυ του συνόλου των παγκόσμιων αμυντικών δαπανών. Στο 3,5% του ΑΕΠ, οι αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ είναι ήδη αρκετά υψηλές και τα αμερικανικά ελλείμματα είναι ήδη υψηλά, ενώ η Κίνα έχει ιστορικώς επιλέξει να διατηρήσει τις αμυντικές δαπάνες υπό το 2% του ΑΕΠ της. Ωστόσον, η σχετικώς ταχυτέρα οικονομική ανάπτυξη στην Κίνα, παρά τις τρέχουσες οικονομικές προκλήσεις, θα μεταφρασθεί σε σημαντικές αυξήσεις. Η Κίνα έχει αναμφιβόλως πολύ μεγαλύτερον περιθώριον αυξήσεως των αμυντικών δαπανών σε καιρόν ειρήνης από ό,τι οι ΗΠΑ, δεδομένου ότι η Ουάσιγκτον εξοδεύει ήδη δύο φορές περισσότερον από ένα μερίδιο του ΑΕΠ από την Κίνα. Μεταξύ των κορυφαίων 15 χωρών με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, η Κίνα ευρίσκεται στην καλυτέρα θέση για να αυξήσει τις δαπάνες ως μερίδιον του ΑΕΠ. Αυτό δίδει στην Λαϊκή Δημοκρατία ένα απτό πλεονέκτημα όσον αφορά στην ικανότητά της να διατηρήσει σημαντικές αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες, κάτι που ωθεί τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους να συνεργασθούν στενότερον στον τομέα της αμύνης ως απάντηση.

  • Το δημόσιον χρέος και τα δημοσιονομικά ελλείμματα στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες είναι πολύ υψηλότερα από ό,τι κατά την διάρκειαν του Ψυχρού Πολέμου. Οι κρατικές υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών δαπανών υγειονομικής περιθάλψεως και των συντάξεων, είναι επίσης πολύ υψηλότερες και μεσομακροπροθέσμως θα περιορίσουν τον δημοσιονομικόν χώρον των κυβερνήσεων, δηλαδή, την ικανότητά τους να αυξάνουν τις δαπάνες χωρίς να βλάπτουν αδικαιολογήτως την οικονομίαν ή να προκαλούν χρηματοπιστωτικήν αστάθεια.
  • Βραχυπροθέσμως, εκδηλώνονται πολιτικοί περιορισμοί για την περικοπήν  των μη αμυντικών δαπανών (βεβαίως στους ψηφοφόρους συνήθως δεν αρέσει να περιορίζονται οι κρατικές δαπάνες για δημόσιες υποδομές ή κοινωνικήν πρόνοια προς χάρη της υποστηρίξεως αμυντικών δαπανών), υψηλότεροι φόροι για την χρηματοδότηση αμυντικών δαπανών ή ηυξημένος δανεισμός, παράγοντες δηλαδή που δυνητικώς επηρεάζουν την διαθεσιμότητα των αμυντικών δαπανών. Ωστόσον, όσον μεγαλυτέρα είναι η αντιληπτή απειλή, τόσο δυναμικότερον θα κινηθεί η κυβέρνηση δαπανώσα περισσότερα, όπως στην Ιαπωνία.
  • Το 2022, οι αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ ανήλθαν στο 3,5% του ΑΕΠ, ενώ οι αμυντικές δαπάνες της Κίνας στο 1,7% του ΑΕΠ. Σε όρους δολαρίου (σε συναλλαγματικές ισοτιμίες της αγοράς), οι δαπάνες των ΗΠΑ είναι τρεις φορές μεγαλύτερες από τις δαπάνες της Λαϊκής Δημοκρατίας (880 δισεκατομμύρια δολάρια έναντι 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων). Η ταχυτέρα κινεζική οικονομική ανάπτυξη θα της επιτρέψει να αυξήσει ταχύτερον τις δαπάνες, ακόμη και δίχως αύξηση των επιπέδων συναφών δαπανών ως ποσοστόν του ΑΕΠ.
  • Υπό εύλογες οικονομικές και χρηματοοικονομικές υποθέσεις, οι αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ θα μπορούσαν να φτάσουν τα 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030, από ολιγότερα των 900 δισεκατομμυρίων σήμερον. Οι κινεζικές δαπάνες πρόκειται να αυξηθούν από 300 δισεκατομμύρια δολάρια σήμερον σε 500 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι αμυντικές δαπάνες του 2030 θα ισοδυναμούν με 3,5% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ και 2,2% του ΑΕΠ στην Κίνα.

Η επομένη δεκαετία θα χαρακτηρισθεί από υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, οι οποίες στο περιθώριον θα αποδειχθούν επιβράδυνση στην μεσοπρόθεσμο έως μακροπρόθεσμο οικονομική ανάπτυξη, αν και ίσως όχι βραχυπροθέσμως. Η επιτάχυνση της οικονομικής αναπτύξεως και της παγκοσμίου ευημερίας μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου υπεστηρίχθη από την παγκοσμιοποίηση, την ενσωμάτωση της Κίνας στην παγκόσμιον οικονομία, στις μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς, την οικονομικήν απελευθέρωση και την τεχνολογική καινοτομία. Οι επενδύσεις και η οικονομική ανάπτυξη επωφελήθησαν επίσης από την σημαντική μείωση των στρατιωτικών δαπανών που κατέστη δυνατή μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η συρρίκνωση των ενόπλων δυνάμεων και η μείωση των σχετικώς μη παραγωγικών αμυντικών δαπανών συνέβαλαν στην δημιουργία δημοσιονομικών αποταμιεύσεων, εμείωσαν τα επιτόκια, ηύξησαν τις μη αμυντικές επενδύσεις και ενίσχυσαν το πολιτικόν εργατικό δυναμικό.

Οι ηυξημένες στρατιωτικές δαπάνες στο μέλλον, όπως οι περισσότερες κρατικές δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το έλλειμμα, ημπορεί να συμβάλουν στην τόνωση της βραχυπροθέσμου οικονομικής αναπτύξεως, ιδιαίτερα με την παρουσία πλεοναζούσης κανότητος. Όμως, μακροπροθέσμως, η μειωμένη διαθεσιμότης αποταμιεύσεως, τα υψηλότερα επιτόκια και οι πλέον περιορισμένες επενδύσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητος θα επηρεάσουν σαφώς τις μακροπρόθεσμες προοπτικές αναπτύξεως. Στο βαθμόν που οι κυβερνήσεις έχουν μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα ή απλώς αυξάνουν τις σχετικώς μη παραγωγικές στρατιωτικές δαπάνες, αυτό θα αποδυναμώσει το μεσοπρόθεσμον έως μακροπρόθεσμον αναπτυξιακό δυναμικόν των χωρών, ιδιαιτέρως εάν η οικονομία λειτουργεί ήδη με πλήρη δυναμικότητα.

Στον βαθμόν που μια οικονομία επωφελείται από υπερβολικές αποταμιεύσεις, όπως η Κίνα, το περιθώριον αυξήσεως των αμυντικών δαπανών χωρίς αδικαιολόγητο μείωση του δυναμικού αναπτύξεως είναι πολύ μεγαλύτερον από ό,τι, επί παραδείγματι, σε προηγμένες χώρες που χαρακτηρίζονται από χαμηλότερα ποσοστά αποταμιεύσεως και απαιτητικότερον μεσοπρόθεσμον προϋπολογισμόν και δυναμικήν του χρέους. Οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες θα τείνουν να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη βραχυπροθέσμως, αλλά μακροπροθέσμως πιθανότατα θα αποδειχθούν αρνητικές. Αυτό συμβαίνει επειδή οι στρατιωτικές δαπάνες δημιουργούν, στην καλυτέρα περίπτωση, περιορισμένα κέρδη παραγωγικότητος από ό,τι, επί παραδείγματι, οι επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές ή η έρευνα που επικεντρώνεται στην πολιτικήν τεχνολογία.

  • Κατά την επομένη δεκαετία, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ (μη προσαρμοσμένη για την ισοτιμίαν αγοραστικής δυνάμεως) θα είναι κατά μέσον όρον το πολύ 2% ετησίως στις προηγμένες οικονομίες, σε σύγκριση με 4-5% στην Κίνα και 5-7% στην Ινδία. Αυτό θα επιτρέψει στην Κίνα και στην Ινδία, που είναι ήδη οι δεύτεροι και οι τέταρτοι μεγαλύτεροι αμυντικοί δαπανώντες, να αυξήσουν σημαντικώς τις δαπάνες και να επενδύσουν σε νέες δυνατότητες. Οι ολιγότερον ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες δεν θα είναι σε θέση να αντιστοιχίσουν τις αυξήσεις των δαπανών, ακόμη και αν επρόκειτο να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες ως μερίδιον του ΑΕΠ. Οι αμυντικές δαπάνες ως ποσοστόν του ΑΕΠ ποικίλλουν και κυμαίνονται από 1,1%, 1,4% και 1,6% του ΑΕΠ στην Ιαπωνία, στην Γερμανία και στην Κίνα, ενώ 2,4%, 2,7% και 3,5% του ΑΕΠ στην Ινδία, στην Νότιο Κορέα και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
  • Στον βαθμόν που τα οικονομικά προβλήματα της Κίνας σχετίζονται με πλεονάζουσες εγχώριες αποταμιεύσεις, οι ηυξημένες αμυντικές δαπάνες της παρέχουν πολύ μεγαλύτερον οικονομικόν εύρος από τις βραδέως αναπτυσσόμενες, αλλά και πλέον περιορισμένες σε αποταμιεύσεις προηγμένες οικονομίες στην Ευρώπη και στην Ανατολικήν Ασία. Η Κίνα είναι η οικονομία με τους ολιγοτέρους περιορισμούς αποταμιεύσεως, με αποταμιεύσεις οι οποίες ανέρχονται σχεδόν στο 50% του ΑΕΠ ! Συγκριτικώς, η Ιαπωνία έχει αποταμιεύσεις που ανέρχονται στο 23% του ΑΕΠ και οι ΗΠΑ στο 17% του ΑΕΠ.

Τα ευρωπαϊκά κράτη και οι ΗΠΑ έχουν αντικαταστήσει τα κράτη της Μέσης Ανατολής και της Ασίας ως βασικοί μοχλοί αυξήσεως των παγκοσμίων στρατιωτικών δαπανών, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία θα συνεχίσει να αποτελεί εξόχως σημαντικόν παράγοντα για τους αμυντικούς προϋπολογισμούς σε παγκόσμιον επίπεδο, επιδρών σαφέστατα  στην διαφοροπίηση της οικονομικής αναπτύξεως

Αθανάσιος Κωνσταντίνου

tweet
Insta
Tiktok