ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ ΕΒΟΛΑ ΚΑΙ ΑΠΩΘΗΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ -4

9–14 minutes

Μέρος 4/5

Η «Αρκτική Εδέμ», η Βεριγγεία και οι πρώτοι άνθρωποι

Για λόγους ακριβολογίας, αξιοπιστίας και επιτυχούς προσεγγίσεως της αληθείας οφείλουμε να αναρωτηθούμε εάν οι κατά καιρούς αναφερθείσες τοποθεσίες της Αρίας «Πρωτοπατρίδος», της κοιτίδος των Ινδοευρωπαίων, είναι δυνατόν να συσχετισθούν όχι μόνον προς μία πραγματικώς αρχέγονο ιστορική στιγμή και να χαρακτηρισθούν (όπως προανεφέρθη) από μιαν υπερανθρωπίνη κατάσταση μιας «διαφορετικής σωματικότητος» του Όντος των αρχεγόνων καταβολών, αλλά να συσχετισθούν επίσης προς μίαν επομένη προϊστορική – πρωτοιστορική φάση κατά την οποίαν ο άνθρωπος συσχετίζεται πλέον με την τρέχουσα μορφή του και όχι πλέον ταυτιζόμενος αυτοβούλως με τους «Θεούς». Δηλαδή αυτή η αρχέγονος ιστορική στιγμή, κατά την οποίαν οι Θεοί κατέστησαν οι «ισχυροί αδελφοί των ανθρώπων», στιγμή που καταμαρτυρεί ότι πλέον το σημείον των παρατηρήσεων του ανθρωπογενετικού γίγνεσθαι έχει πλέον μετακινηθεί στην φυσική και αισθητή, ένθεν πλευρά του ανθρωπίνου – υπερανθρωπίνου ορίου και τώρα χαρακτηρίζει μιαν ενσώματο, ένσαρκο ανθρωπίνη μορφή, σύμφωνο πλέον προς τους συγχρόνους κανόνες του βιολογικώς έμφρονος ανθρώπου.

Αυτό το ανωτέρω κομβικό σημείο της μεταβάσεως κατέλειπε ιδιαζόντως ακριβή μυθικά ίχνη : Είναι η ευνουχιστική «τομή» του Κρόνου με το δρέπανόν του, η διαχωρίζουσα τον Ουρανό και την Γαία και καταλήγουσα σε μίαν πρώιμο κοσμικήν «εωθινή» φάση. Είναι η στιγμή του Γίγνεσθαι καθ΄ ην η Υπερκάστα Χάμσα των ατρώτων Σοφών Ασκητών Βασιλέων πολούται στις δύο ανώτερες κάστες (των Βραχμάνας-ιερέων και Κσατρίγιας-πολεμιστών). Είναι ο ύπνος του ακόμη ενιαίου αρχεγόνου Αδάμ, από τον οποίον εξάγεται ως πλευρά του το αρχέγονον Θήλυ, όπως θα ιδούμε αργότερον διακρινόμενο περαιτέρω στο ζεύγος Εύας και Λίλιθ. Είναι η Πανδώρα η οποία έρχεται να εξαπολύσει το χάος στην απροσδιόριστο και ακαθόριστο Προμηθεϊκή ανθρωπότητα. Είναι δηλαδή το Θήλυ το οποίο εκδηλοί τον εαυτόν του, εμφανιζόμενον ως ένα αναδυόμενο στοιχείο σωματικότητος, ως μία έκφρασις των δεδομένων του «συναισθήματος», τα οποία τώρα παρουσιάζονται παραλλήλως και παραπλεύρως των πλέον καθαρών «νοητικών» χαρακτηριστικών.

Συνεπώς αναγνωρίζεται μία ανθρωπίνη σωματοποίηση η οποία παρουσιάζεται σχεδόν ως μία «καθίζησις» ενός κεκορεσμένου διαλύματος, το οποίον εν τούτοις πάντοτε εμφανίζεται εντός της περιόδου της Σατία Γιούγκα, σε ακριβή συσχέτιση με το ήμισύ της, ήτοι κατά την μετάβαση από το Πρώτο στο Δεύτερο «Μείζον Κοσμικόν Έτος» της κοσμικής Μανβαντάρα. Προφανώς μέσω της σωματοποιήσεώς του ο άνθρωπος υφίσταται πλέον τις περιβαλλοντικές συνθήκες οι οποίες είναι κατάλληλες για την συνέχιση της υπάρξεώς του. Συνεπεία τούτου είναι απολύτως εύλογο να αναρωτηθούμε πώς είναι δυνατόν οι δυσμενείς κλιματικές συνθήκες της Αρκτικής να συμφιλιωθούν με την ανθρωπίνη ύπαρξη, μάλιστα δε ούσες χρονικώς παράλληλες με την αναφερομένη «παραδείσιο κατάσταση», διατηρουμένη ως μνήμη στους μύθους και βεβαίως έχουσα λίαν ευφορικά και ευχάριστα χαρακτηριστικά.

Η απάντηση είναι ότι προφανώς μερικές δεκάδες χιλιάδες έτη πριν, οι βόρειες περιοχές του πλανήτη επηρεάζοντο από συνθήκες όλως διαφορετικές από τις παρούσες. Εν τω μεταξύ, ημπορούμε ακόμα να ενθυμηθούμε πως ο Αρκτικός Ωκεανός εκείνην την περίοδο επαρουσιάζε μία περισσότερον κλειστή υδρογραφική εικόνα από την νυν, λόγω της παρουσίας τεραστίων αναδυθεισών στερεών περιοχών, ως συνέπεια της παγοποιήσεως η οποία επαγίδευσε εκατομμύρια κυβικών χιλιομέτρων ύδατος με συνακόλουθον κάθοδο της επιφανείας της θαλάσσης, σε παγκόσμιο κλίμακα, τουλάχιστον 120 μέτρα.

Οι προς Ανατολάς αναδυθείσες περιοχές ημπόδισαν πλήρως την σύνδεση με τον Ειρηνικόν Ωκεανόν (ο Βερίγγειος πορθμός ήταν κλειστός) και προς Δυσμάς περιόρισαν κατά πολύ την σύνδεση με τον Ατλαντικό Ωκεανό (καθώς ευμεγέθεις περιοχές ανεδύθησαν μεταξύ των Βρετανικών νήσων, της Ισλανδίας και της Γροιλανδίας). Συνεπώς η λεκάνη της Αρκτικής είχε μίαν θερμοκρασία σαφώς υψηλοτέρα από ό,τι σήμερον, όπως κατέδειξαν οι μελέτες των Τόμας Σαξ – Λετονού γεωλόγου Δόκτορος ερευνητού του Πανεπιστημίου του Φρίμπουργκ της Ελβετίας, Aλεξάντρ Βενιαμίνοβιτς Μπέλοφ – Ρώσου γεωγράφου και κλιματολόγου του Ινστιτούτου Γεωγραφίας της Ρωσικής Ακαδημίας των Επιστημών στο Ιρκούτσκ και της Ναταλίας Νικολάγιεβνα Λάπινα – Ρωσίδος γεωλόγου και παλαιοντολόγου). Ασφαλώς η λεκάνη της Αρκτικής δεν ήτο παγωμένη, καθώς άλλως δεν θα ηδύνατο να προμηθεύσει μέσω της εξατμίσεως του ύδατος, αυτές τις πελώριες μάζες της υγρασίας οι οποίες (ανερχόμενες και ψυχόμενες) θα επρομήθευον το Βουρμιανό «κάλυμμα», την Βουρμιανή «ατμοσφαιρική οροφή» με τις άφθονες συνεχείς χιονοπτώσεις (κατά την εσχάτη παγετώδη περίοδο Βουρμ ή Βυρμ στην αλπική περιοχή).

Αλλά, επιπλέον της θαλάσσης, το χερσαίον τμήμα παρέχει επίσης ποικίλα στοιχεία καταμαρτυρούντα ένα σχεδόν εύκρατον κλίμα μέσω φυτικών, ζωικών αλλά και στρωματογραφικών τεκμηρίων, τα οποία καταδεικνύουν την εκπληκτικήν απουσία παγοποιήσεως : Aπό την νήσο του Μπάφιν στον Καναδά, έως την βόρειο Γροιλανδία, την Νορβηγία και την βόρειο Φινλανδία, την ρωσική λεκάνη της Πετσόρα και την ακτή της θαλάσσης του Μπάρεντς, τα ευρήματα του Ρώσου παλαιοντολόγου Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Πιτούλκο στην εκβολή του ποταμού Γενισέι (χρονολογούμενα περίπου 45000 έτη πριν), το Δέλτα του ποταμού Γιάνα στην ανατολική Σιβηρία, έως και την ευρεία γαία της Βεριγγείας, (πιθανότατα «πολυτελούς» ενδιαιτήματος της προαναφερομένης περιόδου η οποία ανεδύθη ως ξηρά εκτάσεως εκατοντάδων χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων).

Εδώ ακριβώς πρέπει υπ’ αυτό το πρίσμα να σημειωθεί ένα προσφάτως σχηματισθέν επιστημονικό πρότυπο από τον Αμερικανό γενετιστή και ανθρωπολόγο Ρας Σπένσερ Γουέλς, καλούμενο «Από την Βεριγγεία». Συμφώνως προς αυτό το πρότυπο υποτίθεται ότι πληθυσμοί οι οποίοι είχαν παραμείνει ακίνητοι-καθιστικοί σε αυτήν την περιοχή επί μία μη αμελητέα χρονική περίοδο, υπέστησαν μία κατά το μάλλον εξεσημασμένη γενετική διαφοροποίηση, ώστε κατόπιν διέφυγαν ακολούθως σε ποικίλες διαδοχικές περιόδους και σε διαφορετικούς πληθυσμιακούς σωρούς, προς νοτιοτέρους προορισμούς, τόσον προς την νοτιοανατολική όσον και προς την νοτιοδυτική κατεύθυνση.

Με αυτή την προσέγγιση είναι προφανές ότι αυτή η υπόθεση είναι εξόχως ενδιαφέρουσα, κυρίως από την «Βορείαν» οπτική: Έστω και αν η θεωρία της προελεύσεως «από την Βεριγγεία» δεν έχει αναδειχθεί και πειστικώς τοποθετηθεί και διατυπωθεί ως η αληθής εναλλακτική αντ’ εκείνης της αφρικανικής καταβολής, αν μη τι άλλο υπογραμμίζει κατά το πλείστον την λειτουργία ενός ομαδοποιούντος και ταξινομικού κέντρου. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ευρισκόμεθα ενώπιον μιας μη αμφισβητουμένης υποθέσεως ενός «λίκνου» του ανθρώπου, ευρισκομένου σε ιδιαζόντως υψηλά γεωγραφικά πλάτη, καθώς μάλιστα έως τις ημέρες μας αυτή η θεωρία της Βεριγγείου προελεύσεως δεν έχει καταλλήλως και επαρκώς εκτιμηθεί και υποστηριχθεί από την σύγχρονον επιστημονικήν έρευνα.

Συμπτωματικώς, ολίγον ανατολικότερον του Βεριγγίου πορθμού, στην Αμερική, στην τοποθεσία «Παλαιός Κόραξ» («Old Crow») του Βορείου Γιούκον, χρονολογουμένη πιθανότατα προ 50.000 ετών (κατά τον διενεργήσαντα την έρευνα Ιταλο εξελικτικό βιολόγο καθηγητή στο Πανεπιστήμιον της Μπολόνια Φιορέντσο Φακίνι), τοποθεσία η οποία επιπλέον φαίνεται πως είναι μία εκ των παλαιοτέρων αμερικανικών παλαιοαρχαιολογικών τοποθεσιών (μερικές των οποίων όπως οι Τόπερ της Νοτίου Καρολίνας, Τάμπερ Γουέλ του Νοτιοανατολικού Οχάϊο και Μόντε Βέρντε της Νοτίου Χιλής χρονολογούνται τουλάχιστον 40.000 έτη πριν, ώστε να αμφισβητείται πλέον σοβαρώς η περαιτέρω δογματοποίση της τρεχούσης παλαιοανθρωπολογίας ειδικότερον δε η άποψη «πρώτον ο Κλόβις», ήτοι η παραδοχή ότι ο πολιτισμός του Κλόβις αντιστοιχών σε 13-14.000 πριν, αντιπροσωπεύει τα πρώτα ίχνη ανθρωπίνης παρουσίας στην αμερικανική ήπειρο).

Προανεφέρθησαν συνεπώς γαίες οι οποίες δυνητικώς θα ήσαν κατάλληλες για την υποστήριξη της ανθρωπίνης παρουσίας εκεί, ειδικότερον δε η περιοχή μεταξύ ανατολικής Σιβηρίας και δυτικής Αλάσκας εμφανίζεται ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα, όχι μόνον για το πρότυπον της θεωρίας της Βεριγγείου προελεύσεως, αλλά επίσης και για την μυθική διασύνδεσή της με την αναφερομένη στην ινδουιστική παράδοση γη της θεάς Βαράχι, αντιστοιχούσης προς την τρίτη ενσάρκωση – αβατάρ του Αρίου θεού Βισνού, προστάτη των Κσατρίγιας, την ενσάρκωση της Άρκτου, πιθανώς «καταβάσα» στο ανθρώπινο πεδίο προ 52.000 ετών. Η γη της Βαράχι, θεάς – χρόινας (θηλυκού κάπρου), συσχετίζεται με την ιερά μετάβαση από την «αγνοτέρα» παλαιά πολική περιοχή προς την νεωτέρα βορειοανατολική. Συνεπώς κατ’ αυτήν την ερμηνεία η αρχαία Βεριγγεία θα ηδύνατο να παριστά την «αρχέγονον Εδέμ», η οποία κατά την έκπτυξη του Δευτέρου Μείζονος Κοσμικού Έτους της Μανβαντάρα εφιλοξένησε την πρώτη «μετα-ανδρογυνική» σωματοποιημένη ανθρωπότητα.

Πιθανώς μία περαιτέρω επιβεβαίωση αυτού είναι δυνατόν να ανευρίσκεται στην ταυτόσημο ρίζα «Βάρα» η οποία στην παρακειμένη ιρανική γλώσσα σημαίνει την περίφραξη, το εσωκλειόμενο του «Παραντέσα» ή «Πάρι Νταέζα» δηλαδή του γηίνου παραδείσου της βιβλικής αφηγήσεως. Συνεπώς, δηλούνται παραδείσιες συνθήκες ακόμη και για μία σωματοποιημένη πλέον ανθρωπότητα (υπενθυμίζεται ότι ακόμη ευρισκόμεθα χρονικώς εντός της Σατία Γιούγκα), οι οποίες συνθήκες αντανακλώνται επίσης σε ανάλογα κείμενα της Κλασικής παραδόσεως, όπως στον Οβίδιο και στον Βιργίλιο υπενθυμίζουσες αυτό το ατέρμον αρχαίον «αιώνιον έαρ» αλλά και καταμαρτυρούσες μιαν άλλη κλιματική-αστρονομικήν ιδιαιτερότητα, δηλαδή την απουσίαν των εποχών, (απορρέουσα από την καθετότητα του άξονος της γης εις ό,τι αφορά το επίπεδον της εκλειπτικής, ιδιαιτερότητα εντόνως τονισθείσα από τους Γκενόν και Έβολα για τους αρχεγόνους καιρούς).

Επί πλέον τα δεδομένα περί του «ατέρμονος έαρος» δύνανται να οδηγήσουν σε εκτιμήσεις ανθρωπολογικής φύσεως, γεννώντα το ερώτημα ποίος ανθρωπολογικός τύπος ηδύνατο να αναπτυχθεί σε εκείνες τις ιδιάζουσες συνθήκες. Παρά το ότι ευρισκόμεθα σε υψηλά γεωγραφικά πλάτη, η σχετική ηπιότης του κλίματος δεν φαίνεται συμβατή με την ανάπτυξη ενός τύπου έχοντος Βόρεια χαρακτηριστικά συμφώνως προς τους τρέχοντες νυν κανόνες, ήτοι ενός τύπου ο οποίος φαίνεται ότι εσταθεροποιήθη σε ψυχρότερες συνθήκες. Ακόμη, δεδομένης της μη υπερβολικής ποσότητος ηλιακής ακτινοβολίας η ανάπτυξη μελανοδέρμων τύπων κατά την εν λόγω περίοδο φαίνεται επίσης απίθανος, ενώ το ενδεχόμενον εμφανίσεως πληθυσμών ομοίων προς τους συγχρόνους ανατολικούς Ασιάτες δεν φαίνεται να υποστηρίζεται και να επιβεβαιούται από αντίστοιχα αρχαία σκελετικά ευρήματα.

Δηλαδή, εν τέλει, οι «κλασικοί» Μογγολοειδείς, Νεγροειδείς και Λευκοί Βορειοειδείς ανθρώπινοι πληθυσμοί είναι εξόχως εξειδικευμένοι και σε άλλοτε άλλους βαθμούς παριστούν αρκούντως προσφάτους τύπους, οι οποίοι δεν φαίνονται κατάλληλοι για τον ρόλο της προοίμου ανθρωπότητος.

Υφίσταται μία τελευταία ομάς προς εξέταση, παραδοσιακώς γνωστή ως η Ερυθρά Φυλή η οποία φαίνεται εξόχως σημαντική, έτσι ώστε ο Διδάσκαλος Έβολα προτείνει ότι άτομα τα οποία καθόλου δεν είναι ξανθά ή με ιδιαιτέρως ανοικτές χρωστικές (ανευρίσκων αυτά κατά μείζονα λόγο μεταξύ των ιθαγενών της βορείου Αμερικής) τα θεωρεί «κατάλοιπα της προ-βορείου φυλής» (της αρχεγόνου φυλής αρκτικής προελεύσεως, ολιγότερον αρχαιοτέρας από τον αληθή αρχικό μοναδικό και ενιαίον οικουμενικό πυρήνα της απαρχής).

Με ολιγότερον αυστηρούς όρους ημπορεί να λεχθεί ότι η καταγωγική γενεαλογία αυτής της φυλής δυνατόν να είχε «παλαιοευρωπαιοειδή» ή «αρχαϊκά Καυκασοειδή» χαρακτηριστικά (με δεδομένο όπως προανεφέρθη ότι εκείνα των Ευρωπιδών, Νεγριδών και Μογγολιδών ανεπτύχθησαν αργότερα.

Αυτός ο «περισσότερον γενικός» τύπος,φαίνεται ότι ανευρίσκεται σχεδόν απανταχού του πλανήτου ως ένα υπόστρωμα προηγούμενο της κάθε διαστρωματώσεως και εξειδικεύσεως που ηκολούθησε (χαρακτηριστικές επ’ αυτού είναι οι έρευνες των σπουδαίων ανθρωπολόγων Ρενάτο Μπιαζούτι (1878–1965, Ιταλός), Βιτσέντσο Τζουφρίντα Ρουτζέρι (1872-1921, Ιταλός) Βινίτζι Λορέντσο Γκροτανέλι (1912 – 1993, Ιταλός ανθρωπολόγος και εθνολόγος) και Τζων Όλσεν (γεννηθείς το 1955, Αμερικανός παλαιοανθρωπόλόγος και αρχαιολόγος).

Επί παραδείγματι, εν σχέσει προς την νυν ανθρωπότητα ο περιγραφόμενος αυτός «ενιαίος αρχέγονος τύπος» θα ήτο μία ανθρωπολογική μορφή ολίγον απέχουσα από τους Αϊνού της συγχρόνου Ιαπωνίας [ιθαγενείς κάτοικοι των βορείων ιαπωνικών νήσων Χοκάιντο (Ιαπωνία) και Σαχαλίνη (Ρωσία)] και επίσης παρομοία προς εκείνην του προϊστορικού τύπου Κομπ Καπέλ, αναφερομένου και ως «Πρωτομεσογειακού», ο οποίος φαίνεται πράγματι ότι αφορά στην πρώιμο Ολόκαινο περίοδο της Μεσολιθικής Ευρώπης, ηλικίας 9.500 ετών (όπως επιστοποιήθη από μελέτην οδοντικού του κολλαγόνου το 2011, με φασματομετρία επιταχυντού μάζης).

[Οι Αϊνού είναι οι τελευταίοι απόγονοι ενός λαού ο οποίος κατά την νεολιθικήν εποχή εκατοίκει σε ολόκληρο την Ιαπωνία, όμως από τους προϊστορικούς ακόμα χρόνους, καθώς επιέζετο από τα μογγολικά φύλα που «εξεχύθησαν» από το κέντρον της Ασίας, εζήτησε καταφύγιον ολοέν και βορειότερον και επεριορίζετο συνεχώς σε αριθμό και σε κατεχομένην έκταση. Γενετικώς είναι περισσότερον συγγενείς με τους Ευρω-σιβηρικούς λαούς παρά με τους Ιάπωνες. Δεν έχουν σχιστά μάτια ούτε τα άλλα χαρακτηριστικά των μογγολικών φυλών. Μικρόσωμοι και δολιχοκέφαλοι, οι Αϊνού έχουν άφθονο τρίχωμα, ζουν το θέρος σε καλύβες και τον χειμώνα σε κατοικίες ημιϋπόγειες, φορούν ενδύματα από φυτικές ίνες που διακοσμούνται με λεπτοδουλεμένα και πολύπλοκα γεωμετρικά σχέδια, ενώ τον χειμώνα προστατεύονται από το κρύο με δέρματα σκύλων. Οι άνδρες ασχολούνται με το κυνήγιο. Πατροπαράδοτα όπλα είναι το τόξο και το ρόπαλο, τα μόνα σιδηρά όπλα που ξέρουν προέρχονται από τους γείτονές τους Ιάπωνες. Οι γυναίκες ασχολούνται με τη συλλογή καρπών και με μια στοιχειώδη γεωργία. Κατά τα έθιμα, ο άνδρας πρέπει να νυμφεύευται την κόρη του θείου του από την πλευρά της μητέρας του, όμως απαγορεύεται ο γάμος δύο αδελφών με δύο αδελφές. Η θρησκεία τους αποδίδει μεγάλη σημασία στην αρκούδα. Κάθε οικογένεια τρέφει αρκούδες.

Οι Αϊνού έχουν πλουσίους λαϊκούς μύθους και παραδόσεις, σήμερον όμως έχουν επιμειχθεί πολύ με τους Ιάπωνες. Μετά τον δέκατον έκτον αιώνα το τμήμα των Αϊνού που έζη στα ιαπωνικά νησιά επιέσθη να αφομοιωθεί από το ιαπωνικό στοιχείο, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο πολιτισμός τους σχεδόν ολοκληρωτικώς. Όσοι έσων στην ρωσική Σαχαλίνη ήσαν πλέον ελεύθεροι και οι κοινότητές τους κατά την περίοδο πριν την μπολσεβικική επανάσταση ήσαν ορθόδοξες χριστιανικές με ιδικές τους εκκλησίες. Οι περισσότεροι μετά τον Β΄ Μεγάλο Πόλεμο, όταν ο σοβιετικός στρατός κατέλαβε τα νησιά τους, έφυγαν στην Ιαπωνία. Σήμερον η μειονότης των Αϊνού είναι αναγνωρισμένη από το Ιαπωνικό Κοινοβούλιο. Το 2102 υπήρχαν περίπου 30.000 Αϊνού στην Ιαπωνία. Παραδοσιακώς η αρχαία θρησκεία τους ήταν πολυθεϊστική και ελάτρευαν τα πνεύματα της φύσεως. Η κοινωνία τους ήταν μητριαρχική, ενώ οι άνδρες ήσαν απλώς κυνηγοί. Η γλώσσα τους, Αϊνού-ιτάκ, δεν έχει καμία γενικά αποδεκτή γενεαλογική σχέση με οποιανδήποτε άλλη γλωσσική οικογένεια.

Οι Αϊνού ήσαν ένας ημινομαδικός λαός που έζη κυρίως από τη συλλογή τροφών και το κυνήγιο. Όπου οι συνθήκες ήσαν ευνοϊκές διενεργούσαν μικρές ορυζοκαλλιέργειες ρυζιού και άλλες δενδροκαλλιέργειες καρπών. Ανθρωπολογικώς ήσαν παντελώς χωριστή φυλή από τους Ιάπωνες, με κύρια χαρακτηριστικά τα μεγαλύτερα και πλέον ανοικτόχρωμα μάτια, τις μεγάλες γενειάδες και το λευκό χρώμα του δέρματος. Οι Ιάπωνες τους έλεγαν «τριχωτούς». Όσοι ήσαν νεότεροι και εδούλευαν στην ύπαιθρο είχαν «ηλιοκαμένο» χρώμα. Οι μεγαλύτεροι όμως, που ήσαν ανήμποροι και εκάθηντο κυρίως στον οίκο, είχαν λευκό δέρμα ωσάν αυτό των Λευκών – Καυκάσιων.]

Στέργιος Απρίλης – Σαμαρινιώτης

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

17
fb-share-icon
Insta
Tiktok