Μέρος 2
Κυκλική αντίληψη της Ιστορίας, ο αρχέγονος άνθρωπος και ο κεντρικός Άξων – Πόλος
Εκ προοιμίου επισημαίνεται εδώ ότι, το πλέον πρόσφορο πρότυπο δια του οποίου μπορούμε να πλαισιώσουμε την ανθρωπίνη ιστορία και το οποίο υπερβαίνει ταυτοχρόνως τόσον την μη πειστική εξελικτική σύλληψη περί ανόδου των μορφών ζωής, όσον και την αφροκεντρική ιδέα περί ανθρωπίνης εξελίξεως, είναι μάλλον το απορρέον από την Παραδοσιοκρατική Κοσμοθεώρηση. Συγγραφείς όπως ο μέγας Ιούλιος Έβολα και ο πολυμαθέστατος μύστης Ρενέ Γκενόν ετοποθετήθησαν αναφανδόν υπέρ της χρήσεως αυτού του προτύπου στηριζόμενοι στην ανίχνευση, εξέταση και έρευνα Μύθων και Παραδόσεων από κάθε γωνία του πλανήτη μας.
Οι συλλογές αυτών των εκτενών δεδομένων απετέλεσαν για αμφοτέρους αυτούς τους στοχαστές πηγή στηρίξεως και εργαλεία ολοκληρώσεως των συμπαγών, πράγματι επιστημονικών και όχι απλώς λογικοφανών αποδείξεών τους. Η πορεία ερευνητών αυτού του κολοσσιαίου διαμετρήματος μας επιβάλλει τουλάχιστον να τείνουμε «ευήκοον ους» επί των πολλαπλών μαρτυριών περί το ζήτημα, μαρτυριών εξικνουμένων έως και το απώτατο μυθικοϊστορικόν παρελθόν.
Οφείλουμε να συνδυάσουμε την εξέταση των προϊστορικών συμβάντων απροκαταλήπτως, αποπειρώμενοι να ενσωματώσουμε τις αντλούμενες από αυτήν πληροφορίες ομού με τις πλέον πρόσφατες επιστημονικές έρευνες σε ένα άρτιο συγκρότημα, παράγωγο όχι μιας αυθαιρέτου ή δολίως εκλεκτικής αποπείρας αλλά μιας πολυσυνθέτου και πολυεπιπέδου ακλονήτου λογικής.
Η κυριοτέρα ιδέα που απορρέει προς εμάς από αυτήν την διαφορετική αντίληψη είναι ότι η τάση της ανθρωπίνης ιστορίας δεν πρέπει να θεωρείται γραμμική και μόνον, αλλά κυκλική. Δηλαδή πρέπει να αποδέχεται στα πορίσματά της, αλλά και να υπαινίσσεται και να συνεπάγεται στις διαπιστώσεις της την ύπαρξη μιας ευρυτέρας ανθρωπότητος, καθώς υποδεικνύει η εξαιρετική αρχαιότης πολλών εμφρόνων ευρημάτων δηλαδή όπως καταδεικνύουν στοιχεία ποικίλων απωτάτων προηγηθεισών περιόδων.
Οι κύκλοι εκφάνσεων πολιτισμού της ανθρωπότητος, ωσάν αυτή η ανθρωπότης να εξεδηλούτο με διαφορετικές συστάσεις και μορφές της, πρέπει να συμπεριληφθούν κεχωρισμένως. Πρέπει δηλαδή να γίνουν αντιληπτοί ως «Μανβαντάρα», μακροπερίοδοι περίκλειστες και κεχωρισμένες μεταξύ των, ως μορφολειτουργικές εκδηλώσεις μίας άλλης ανθρωπότητος καθ’ έκαστον κύκλο. Ο Ρενέ Γκενόν εχρησιμοποίησε την έννοια του όρου Μανβαντάρα τον οποίον εδανείσθη από την Ινδουιστική Παράδοση. Κατά την άποψή του η διάρκεια ενός Μανβαντάρα είναι περίπου 65.000 έτη και η συνολική αυτή χρονοπερίοδος με τη σειρά της διαιρείται σε τέσσερις Γιούγκας (Σατύα, Τρέτα, Ντβαπάρα και Κάλι Γούγκα, μειουμένης διαρκείας και σε αναλογία 4-3-2-1) ή επίσης σε πέντε «Μείζονα Κοσμικά Έτη» (ήτοι πέντε περιόδους ίσης διαρκείας, εκάστη ισουμένη προς 13000 έτη). Η διαίρεση των πέντε Μειζόνων Κοσμικών Ετών αντιστοιχεί στο Ησιόδειον σχήμα της ελληνικής παραδόσεως, το οποίον αφεώρα στις πέντε εποχές: Χρυσή, Αργυρά, Ορειχαλκίνη, Εποχήν των Ηρώων και Σιδηρά Εποχή.
Η πρώτη σκέψη που απορρέει από τις παραδοσιακές πηγές τις αφορώσες το θέμα των ανθρωπίνων καταβολών, είναι ότι καμία εξ αυτών των πηγών δεν πιστοποιεί ασφαλώς την εξελικτική υπόθεση ούτε βεβαίως και την αφροκεντρική. Δηλαδή ο άνθρωπος δεν γίνεται ποτέ αντιληπτός ως ένα ον προερχόμενο από κατώτερες ζωώδεις μορφές, αλλά εμφανίζεται μάλλον ως ένα ον εκπεσόν από υψηλότερες «υπερανθρώπινες» καταστάσεις.
Ο αείμνηστος Ρουμάνος ιστορικός των θρησκειών Μιρτσέα Ελιάντε είχεν επ’ αυτού τονίσει ευνοϊκώς και εμφατικώς το σχεδόν οικουμενικό θέμα της «νοσταλγίας των καταβολών», δηλαδή του ευρέως διαπιστουμένου αισθήματος μελαγχολικής αναμνήσεως μιας ανωτέρας αρχικής υπαρξιακής καταστάσεως την οποίαν εν προκειμένων μπορούμε να ανακαλέσομε ως το αντικείμενο της πρώτης Ησιοδίου φυλής, της Χρυσής Εποχής Οι άνθρωποι αυτής «έζων ως θεοί», θέμα προσιτό και στην αναφορά του πλατωνικού Ανδρογύνου, τελείου στην πληρότητά του, τόσον τελείου αλλά και μοναδικού όσον ήτο η αρχική υπερκάστα των ασκητών – σοφών «Χάμσα» της ινδουιστικής παραδόσεως, προ της πολώσεως και του πολυχασμού της στις επακολουθήσασες οντότητες.
Πράγματι διαπιστούται ότι κατά την προσέγγιση αυτού του ανωτάτου ανθρωπίνου τύπου υπονοούνται ζητήματα ενός είδους θεότητος, ενός όντος το οποίον κατά το μάλλον ήτο άνθρωπος των απαρχών, όπως επί παραδείγματι αναγνωρίζεται στην Ηροδότειο αφήγηση, όπως αναφέρεται στους Υπερβορείους καθοριζομένους ως «Διαφανείς Ανθρώπους» ή στην κινεζική αφήγηση του Λάο Τσε ο οποίος αναφέρει τους άνδρες του βορά ως «διαφανείς» και με «πολύ αδύναμα οστά». Στο ίδιο το Ισλάμ (ιδίως στον περσικό σιιτικό μυστικισμό) η Χουρκαλίγια (η «γη των ψυχών», ο «κόσμος των φαντασιακών εικόνων») απ΄ όπου θα προέλεθει ο Δωδέκατος Ιμάμης «Παράκλητος Σωτήρ» – Μάχντι, με τις «πόλεις του φωτός» της, κατοικουμένη από τους ανθρώπους με το αιθερικό «λεπτοφυές σώμα», ευρίσκεται στον βορά, ενώ στην σαγηνευτική κελτική παράδοση, σε ανάλογο βορινή γεωγραφική θέση, αναφέρεται «η γη των ζώντων» κατοικούμενη από τα ξωτικά.
Αυτού του είδους οι διάσπαρτοι υπαινιγμοί και τα μυθικοθρησκευτικά στοιχεία επισημαίνουν σαφώς ένα ευρύτερο αντικείμενο, ένα ευρύτερο ζήτημα, αυτό μιας «διαφορετικής υποστάσεως» μιας σωματικώς διαφορετικής υπάρξεως του αρχεγόνου ανθρώπου η οποία, επιπλέον, φαίνεται προηγουμένως να πιστοποιείται από την σχεδόν καθολική απουσία σκελετικών ή λιθικών συστημάτων συσχετιζομένων με τον Εμφρονα Άνθρωπο (Homo Sapiens) την περίοδο προ των 65000-52000 ετών, δηλαδή κατά το πρώτο Μείζον Έτος της τρεχούσης, της ενεστώσης, Μανβαντάρα. Αυτής η οποία συμφώνως προς την πενταμοριακή υποδιαίρεση, αντιστοιχεί στην Χρυσή Εποχή του Ησιόδου.
Ένα δεύτερο θέμα το οποίον αναδεικνύεται κατά την παραδοσιοκρατική προσέγγιση είναι εκείνο το συνδεόμενο με την «πολικότητα», με την έννοια του ΄Αξονος του Κόσμου καθώς και με την σύλληψη της «Πνευματικής Κεντρικότητος» : Επί παραδείγματι, το όρος Μερού, ορόσημον της αρχεγόνου ινδουιστικής «βορειότητος». Ανάλογο παράδειγμα ευρίσκεται επίσης και στην Παλαιά Διαθήκη όπου στον Ησαΐα (14,13) διαβάζουμε ότι το θείον ενδιαίτημα έπρεπε να ευρίσκεται στο «όρος της Συναθροίσεως», το ευρισκόμενο «στα απώτερα τμήματα του βορά». Επίσης αναφορές στις βορεινές γαίες τις συνδεόμενες με τις εποχές των απαρχών ανευρίσκονται στους θιβετανικούς μύθους με την αναφορά στην θρυλική Σαμπάλα και στην ινδουιστική παράδοση με την αναφορά στην Σβέτα Ντβίπα (την «Λευκή Νήσο»). Στο Ιράν υφίσταται η ανάμνηση της Airyanam Vaejo (Αϊριάναμ Βαέτζο – «Πατρίδος των Αρίων») με μιαν μνημονική εγχάραξη κατά τι βραδυτέρα αλλ’ όμως αναφερομένη και πάλιν στα ύψιστα γεωγραφικά πλάτη, στον Βορρά, όπως και στην γερμανοσκανδιναβική Παράδοση αναφέρεται η περιβόητος ΄Ασγκαρντ, το ενδιαίτημα της θεϊκής φυλής των ΄Εζιρ.
Κατά την κλασική Παράδοση η γαία της Θούλης και της Υπερβορείας ήσαν γνωστές στα κείμενα πολλών συγγραφέων (Εκαταίος ο Αβδηρίτης, Εκαταίος ο Μιλήσιος, Ηρόδοτος, Ησίοδος, Πίνδαρος, Όμηρος …), ενώ ειδικότερον για την Θούλη καταγράφεται το φημισμένο ταξίδι του Πυθέως του Μασσαλιώτη προς αυτήν. Στην Λατινική υπάρχουν παρόμοιες αναφορές του Βιργιλίου και του Πλινίου του Πρεσβυτέρου. Ακόμη και σε διάφορα μεσοαμερικανικά συμφραζόμενα συγκείμενα, αναφέρεται μία αρχέγονος «Τούλα», προδήλως ομοία ηχητικώς με την ελληνική Θούλη. Επίσης και στους μύθους των εξ Ινδίας προερχομένων τσιγγάνων, νυν καλουμένων Ρομά, η Σιβηρία αναφέρεται ως ένας αρχέγονος παράδεισος.
Εις ότι αφορά τις μεγάλες Ινδοευρωπαϊκές μεταναστεύσεις, διάφοροι κλάδοι των Ινδοευρωπαίων – Αρίων έχουν σαφές ιστορικό μεταναστεύσεως, ακόμα και εάν δεν έχει διατηρηθεί κανένα φιλολογικό περί αυτής αρχείο. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι κελτικοί και οι ιταλικοί λαοί ήσαν εισβολείς στα κλασικά τους ενδιαιτήματα. Η διαδρομή των Κελτών δύναται να ανιχνευθεί αρχαιολογικώς στην Σλοβακία και στην Ουγγαρία, ενώ και η Γερμανία διατηρεί ακόμη μερικά κελτικά τοπωνύμια. Στην Γαλλία, στην Ισπανία και στις Βρετανικές Νήσους, υπήρχε ένας μεγάλος πληθυσμός προ-Ινδο-Ευρωπαίων, που περιελάμβανε τουλάχιστον δύο χωριστές γλωσσικές οικογένειες.
Από τις ιβηρικές γλώσσες έχουν διασωθεί μόνον ολίγα γραπτά θραύσματα. Η ετρουσκική είναι εξαφανισμένη, αλλά καλώς πιστοποιημένη και πλήρως αποκρυπτογραφημένη, (παρά το ότι δεν γνωρίζουμε πως να διαχειρισθούμε τους επιμόνους ισχυρισμούς πως οι Ετρούσκοι ήσαν ένας ιδιόρυθμος και απρόβλεπτος κλάδος της Ανατολικής Ινδοευρωπαϊκής οκογενείας. Η βασκική γλώσσα επιβιώνει μέχρι σήμερον, αλλά οι προσπάθειες συνδέσεώς της με μακρινές γλώσσες παραμένουν ανεπιτυχείς. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η μείζων περιοχή υπήρξε μάρτυς μιας κλασικής περιπτώσεως της επεκτάσεως των Iνδο-Ευρωπαίων, με αποτέλεσμα την σχεδόν πλήρη «κελτοποίηση» ή «λατινοποίηση» της δυτικής και της νοτίου Ευρώπης.
Ο γερμανικός, ο βαλτικός και ο σλαβικός κλάδος καλύπτουν τις περιοχές της Ευρώπης οι οποίες έχουν διεκδικηθεί ως Πρωτοπατρίς: Γερμανία, Πολωνία, Λιθουανία, Ουκρανία, Νότια Ρωσία. Στην περίπτωση των γερμανικών λαών, δεν υπάρχει καμία φιλολογική καταγραφή (αλλά υφίστανται πολλές αρχαιολογικές ενδείξεις) για την μετανάστευσή τους, ούτε για αντικατάσταση ή αφομοίωση ενός προγενεστέρου πληθυσμού. Η ομάς γλωσσών της Βαλτικής, που εκπροσωπείται σήμερον από την Λετονική και τα Λιθουανική, κάποτε εκάλυπτε μιαν ελαφρώς μεγαλυτέρα περιοχή από την σημερινή, αλλά δεν υπάρχει φιλολογική μνήμη μετανατεύσεώς τους από άλλη περιοχή. Ωστόσον, πολλοί Βάλτες σήμερον θα σας ειπούν ότι προήρχοντο αρχικώς από την Ινδία. Προτού αυτό δηλωθεί ως επιχείρημα γιά μιαν ινδική Πρωτοπατρίδα, θα πρέπει να επαληθευθεί ότι αυτή η πεποίθηση χρονολογείται πράγματι πριν από τον 19ον αιώνα, όταν η «ινδική προέλευση» ήταν η επικρατούσα θεωρία μεταξύ των μελετητών σε ολόκληρο την Ευρώπη.
Η λαογραφία που κατεγράφη μανιωδώς από τους εθνικιστές φιλολόγους τον 19ον αιώνα θα ημπορούσε κάλλιστα να περιέχει όχι μόνον παλαιές προφορικές παραδόσεις του απλού λαού, αλλά και μερικές δοξασίες του εκάστοτε κρατούντος επιστημονικού «συρμού» σε αυτούς που τις κατέγραψαν. Οι σλαβικοί λαοί επεξετάθηκαν νοτιοδυτικώς της Ευρώπης κατά μήκος του Δουνάβεως και επίσης τους τελευταίους αιώνες προς Ανατολάς, στα Ουράλια όρη. Όσο παλαιότερον δύναται να φθάσει στον χρόνο η ανθρωπίνη μνήμη, η Ουκρανία και η νότιος Πολωνία φαίνεται πως ήσαν η πατρίς των Σλάβων.
Όταν πολυάριθμοι λόγιοι από τις γερμανικές, τις βαλτικές και τις σλαβικές χώρες ήρχισαν να διεκδικούν την ιδική τους χώρα ως Ινδο-Ευρωπαϊκή «Πρωτοπατρίδα», ως «λίκνον των Αρίων», αυτό βεβαίως δεν ήρχετο σε αντίθεση με τα έως τότε γνωστά γεγονότα. Αλλά αυτοί οι ισχυρισμοί περί Πρωτοπατρίδος εβασίσθησαν σε ένα μόνον αδύναμο «argumentum e silentio» [«επιχείρημα εκ της σιγής/σιωπής» είναι ένας τύπος συλλογισμού, όπου ένα συμπέρασμα βασίζεται στην απουσίαν αποδείξεων ή αναφορών, αντί για την ύπαρξή τους] : Οι πρώτες γραπτές καταγραφές αυτών των λαών είναι σχετικώς πρόσφατες, αρκετές χιλιετίες νεότερες από την διάσπαση των Πρωτο Ινδο-Ευρωπαίων, οπότε η αληθής ιστορία της μεταναστευτικής τους καταγωγής έχει απλώς χαθεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δύνανται να διετήρησαν τις παραδόσεις των ιδικών τους μεταναστεύσεων επί όσο διάστημα οι Ισραηλίτες, αλλά εκτός από την διάβρωση που προεκάλεσε ο χρόνος, είναι ο εκχριστιανισμός που έβαλε εν γένει τέλος στην συνέχιση της παραδοσιακής φυλετικής γνώσεως. Και εκεί όπου Χριστιανοί μοναχοί παρενέβησαν για να συλλέξουν και να διατηρήσουν τα απομεινάρια της εθνικής κληρονομίας (όπως στην Ιρλανδία), ήταν πάρα πολύ αργά : Οι ιστορίες είχαν αναμειχθεί, οι άνθρωποι οι οποίοι ηδύναντο να ενθυμηθούν την παραδοσιακή γνώση απέθαναν και το νήμα της συνεχείας κατέστη εξόχως λεπτό ώστε να μην κοπεί, σκεδαζόμενο στους «μεταϊστορικούς» Μύθους και θρύλους.
Το ότι οι Έλληνες παρέλαβαν τον κλασικό βιότοπό τους από έναν «παλαιοευρωπαϊκό πληθυσμό» (συλλογικώς καλούμενο «Προέλληνες») δεν αμφισβητείται, όμως δεν υπάρχει κάποια βεβαία ανάμνηση της μεταναστατεύσεώς τους. Ίσως ο μύθος των Αργοναυτών και του Χρυσομάλλου Δέρατος, το οποίον ευρίσκετο στην Κολχίδα (νυν Γεωργία), θα πρέπει να ανγνωσθεί ως ισχυρά αόριστος ένδειξη ελληνικής εκείθεν μεταναστεύσεως, υπερποντίως στην Θράκη, από όπου τα ελληνικά φύλα εισήλθαν διαδοχικώς στην Ελλάδα. Όμως λείπει μια πράγματι συμπαγής και συνεχής αφήγηση για την μετανάστευση των Ελλήνων.