Η ΑΛΗΘΗΣ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ -1

12–18 minutes

Ως «Αριστοκρατία» εννοείται εκείνο το πολίτευμα (το σύνολο των θεσμών, σύμφωνα με τους οποίους κυβερνάται ένα Κράτος ή μια Πολιτεία, αυτή η ιδιάζουσα τάξη, σύμφωνα με την οποίαν η εκάστοτε πολιτεία ρυθμίζει την οργάνωση της εξουσίας και την θέση των πολιτών μέσα σε αυτή την τάξη) το οποίο κατά τον Σταγειρίτη Αριστοτέλη του Νικομάχου,στηρίζεται στη διακυβέρνηση των αρίστων. Στην πορεία των χρόνων, ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα για να υποδηλώσει τις «κληρονομικώ δικαιώματι» τάξεις των ευγενών, με αποτέλεσμα μία σχετική  σύγχυση της καθαρής έννοιας της αριστοκρατίας με εκείνην της ολιγαρχίας (όπου η πολιτική εξουσία απλώς ασκείται από ένα «λογιστικά» μικρό τμήμα της κοινωνίας).

Οι «άριστοι» στην καθομιλουμένη γώσσα των νεοτέρων χρόνων ταυτίστηκαν σταδιακά με τις ανώτερες τάξεις, ειδικότερα δε με τους μεγάλους γαιοκτήμονες και το φεουδαρχικό σύστημα ή φεουδαλισμό (το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό σύστημα που σχηματοποιήθηκε ως ολοκληρωμένο σύστημα, περί τον 11ο  αιώνα και  επικράτησε μετά τη διάλυση της Αυτοκρατορίας των Καρολιδών. Τα φέουδα έχουν τις ρίζες τους στην τελευταία περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας,  ενώ πολλοί εντοπίζουν στοιχεία φεουδαλισμού στην Αίγυπτο και στην Ιαπωνία). Ο αποκαλούμενος «χρυσός αιώνας της αριστοκρατίας» στη νεότερη ιστορία συνδέεται με την περίοδο 1688 – 1832, κατά την οποίαν σταδιακά περιορίστηκε η μοναρχία, ενώ ταυτοχρόνως η δημοκρατία ήταν ακόμα μακρινό όραμα [βλέπε «A Dictionary of British History», εκδότης John Ashton Cannon, εκδόσεις Oxford University Press, 2009, λήμμα «aristocracy» -σελίδα 34]

Η «Αριστοκρατία» είναι μια μορφή διακυβερνήσεως, ένα σύστημα κοινωνικού ελέγχου το οποίοn έχει το δικαίωμα να θεσπίζει νόμους, όπου  το δικαίωμα εφαρμογής τους δίδεται σε μιαν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, μιας πληθυσμιακά μικρή, ικανή και προνομιούχο άρχουσας τάξη, εκείνη των αριστοκρατών [βλέπε εικοσάτομο «Oxford English Dictionary», εκδόσεις Oxford University Press, 1989, τόμος 1, (Α-Bazouki), λήμματα «Aristocracy» -«Aristocrat»-σελλιδα 630]

Οι σπουδαίες πρωταρχικές ιδιότητες των αριστοκρατών για την ηγεσία ενός έθνους, ορίστηκαν στην εποχή μας με πληρότητα και σαφήνεια στο μανιφέστο «Δεξιά Επανάσταση» («Révolution droitiste»,εκδόσεις Jupilles, 1980) που γράφτηκε από τον εκδότη, φυλλαδιόγραφο και συγγραφέα Μισέλ-Ζωρζ Μικμπέρ [(Michel-Georges Berthe), 1945 – 2013], που ισχυριζόταν προκλητικά ότι ήταν «δεξιός αναρχικός» και Γάλλος. Μαζί με τον φίλο και ομοϊδεάτη του Φρανσουά Ρισάρ, (François Richard, 1939-2019), υπερασπίζεται το 1988, στο βιβλίο τους «Δεξιός Αναρχισμός στη Σύγχρονη Λογοτεχνία», μια φιλοαριστοκρατική θέση, βασισμένη στα ακόλουθα αξιώματα: «Οι δεξιοί αναρχικοί είναι πιο διαυγείς, πιο απαιτητικοί και πιο ειλικρινείς στοχαστές από όλους τους άλλους· επειδή διαταράσσουν τη γενική μετριότητα και την επικρατούσα συναίνεση, αποκρύπτονται συστηματικά από το κοινό και γελειοποιούνται από το κατεστημένο, είναι θύματα μιας συνωμοσίας σιωπής και μίσους. Οι υπεύθυνοι για αυτή την απόρριψη είναι κυρίως «διανοούμενοι», και ιδιαίτερα οι «δημιουργοί της ιστορίας των ιδεών». Γράφουν οι δύο εν λόγω αντικαθεστωτικοί διανοούμενοι περί αριστοκρατίας «[…] αυτή παρέχει μια γρήγορη και πλήρη κατανόηση μιας κατάστασης, μια άμεση ικανότητα λήψης απόφασης, μια πολύ ευρεία γνώση των πραγμάτων και των όντων και μιαν ηθική αυστηρότητα που προσαρμόζεται τέλεια στο παιχνίδι της φαντασίας».

[Ο «δεξιός αναρχισμός» είναι μια φιλοσοφική και πολιτική ευαισθησία που χαρακτηρίζεται από την άρνηση προσχώρησης σε μια κοινωνία ή ένα σύστημα που βασίζεται στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, σε καθιερωμένες ιδέες για την κοινωνική τάξη και, γενικότερα, σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας που ισχυρίζεται ότι βασίζεται σε αυτές τις ιδέες. Αυτός ο τρόπος σκέψης διατηρεί ιδανικά και αξίες που θεωρούνται πολιτικά, ηθικά και ιδεολογικά ακροδεξιές.]

Την εποχή που η λέξη «αριστοκρατία» άρχισε να εμφανίζεται στην αρχαία Ελλάδα, οι Έλληνες την αντιλαμβάνονταν ως μορφή διακυβερνήσεως από τους πλέον ικανούς, υπευθύνους και καταρτισμένους πολίτες, συχνά δε την αντιπαρέβαλαν (ευνοϊκά) με τη μοναρχία, την κυριαρχία δηλαδή ενός ατόμου. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους όπως ο Αριστοτέλης («Πολιτικά») και ο Πλάτων («Πολιτεία» και «Πολίτικός»), οι οποίοι τον εχρησιμοποίησαν για να περιγράψουν ένα σύστημα όπου μόνον οι καλύτεροι από τους πολίτες, που επιλέγονταν μέσω προσεκτικής διαδικασίας επιλογής, θα γίνονταν άρχοντες και η κληρονομική εξουσία θα απαγορευόταν, εκτός και αν τα παιδιά των ηγεμόνων απέδιδαν καλύτερα και ήτσν καλύτερα προικισμένα με τα χαρακτηριστικά που καθιστούν το άτομο ικανό να κυβερνήσει σε σύγκριση με κάθε άλλο πολίτη στην πολιτεία.

Σε αυτήν την αντίληψη η μορφή διακυβερνήσεως σχετίζεται περισσότερο με την «Ολιγαρχία», μια διεφθαρμένη και στρεβλή μορφή Αριστοκρατίας όπου κυριαρχούν μεν ολίγοι, αλλά όχι οι καλύτεροι. Ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Ξενοφών και οι Λακεδαιμόνιοι θεωρούσαν την Αριστοκρατία (την μορφή διακυβερνήσεως από τους ολίγους αξίους και ικανούς) ως εγγενώς καλύτερη από την ιδανική μορφή διακυβερνήσεως από τους πολλούς – την «Δημοκρατία». Όμως θεωρούσαν επίσης την διεφθαρμένη μορφή της Αριστοκρατίας, την «Ολιγαρχία» ως χειρότερη και από την «Οχλοκρατία», την διεφθαρμένη μορφή της δημοκρατίας.

Αυτή τους η μύχια πεποίθηση είχε τις ρίζες της στην θεμελιώδη υπόθεση ότι οι μάζες μπορούσαν να παράγουν μόνον μέτρια πολιτική, ενώ οι καλύτεροι άνθρωποι μπορούσαν να παράγουν την καλύτερη πολιτική, εφ όσον πράγματι ήσαν οι καλύτεροι.  Αργότερα, ο επιφανής Μεγαλοπολίτης ιστορικός Πολύβιος του Λυκόρτα,  στην ανάλυσή του για το «Ρωμαϊκό Σύνταγμα» εχρησιμοποίησε την έννοια της αριστοκρατίας για να περιγράψει την δική του αντίληψή του για μια δημοκρατία ως μία μικτή μορφή διακυβερνήσεως, (μαζί με τη δημοκρατία και τη μοναρχία στην αντίληψή τους από τότε), ως ένα πολιτικό σύστημα ελέγχων και ισορροπιών, όπου κάθε στοιχείο τιθασεύει τις υπερβολές του άλλου. Πρόκειται δηλαδή για τις πολιτειακές εξουσίες και την διάκρισή τους (νομοθετική-εκτελεστική-δικαστική), όπως  αποσαφήνισε στα «Πολιτικά» ο Αριστοτέλης :  «Κάθε πολίτευμα διαθέτει τρία στοιχεία των οποίων τη σκοπιμότητα για τα καθένα οφείλει να εξετάζει ο σπουδαίος νομοθέτης. Αν αυτά λειτουργούν σωστά, και το πολίτευμα οπωσδήποτε λειτουργεί σωστά. Στο βαθμό, πάλι, που παρατηρούνται διαφορές στο καθένα από αυτά, διαφέρουν και τα πολιτεύματα μεταξύ τους. Από τα τρία αυτά στοιχεία το πρώτο διαβουλεύεται για τα κοινά, το δεύτερο αφορά στις αρχές (ποιες πρέπει να είναι, ποιες αρμοδιότητες να έχουν και με ποιον τρόπο να γίνεται η εκλογή τους), και το τρίτο να απονέμει δικαιοσύνη»

Στην πράξη, συχνά η αριστοκρατία οδήγησε κατόπιν σε κληρονομική διακυβέρνηση, μετά την οποίαν ο κληρονομικός μονάρχης διόριζε αξιωματούχους όπως ενόμιζε ο ίδιος. Στη σύγχρονη εποχή, (δηλαδή κατά τον 20ον  αιώνα, με τα Ευρωπαϊκά κράτη να βρίσκονται στο απόγειο της δύναμης και του πλούτου τους, με το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου να βρίσκεται υπό την άμεση κυριαρχία τους, αλλά και το υπόλοιπο υπό την ισχυρή επιρροή τους) ως αριστοκρατία εννοείται συνήθως ως διακυβέρνηση από μια προνομιούχο ομάδα, την αριστοκρατική τάξη. Έτσι έρχεται σε αντίθεση με τη δημοκρατία.

Η ιδέα της Αριστοκρατίας εξελίχθηκε στην Αρχαία Ελλάδα, όπου ένα συμβούλιο κορυφαίων πολιτών είχε συλλογική εξουσία. Από τον 8ον  αιώνα π.Χ. η βασιλεία είχε αρχίσει να παρακμάζει. Την περίοδο αυτήν, όπου προσδιορίζεται ο θεσμός της πόλης-κράτους, παρατηρούνται μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές αλλά και συνεχείς πόλεμοι. Η απαίτηση για κατάλληλη στρατιωτική εκπαίδευση και διαρκή πολεμική ετοιμότητα ήταν επιτακτική. Η πολιτική δύναμη ενός ανδρός ήταν άμεσα συνυφασμένη με την δυνατότητά του να συμβάλλει οικονομικά στις στρατιωτικές δαπάνες, καθώς και στη συντήρηση του δικού του ιππικού ή πολεμικού στόλου, δηλαδή στρατιωτικών δομών οι οποίες άλλες φορές εξυπηρετούσαν την απόκτηση πλούτου και άλλες καθόριζαν την έκβαση ενός πολέμου).

Η ανάληψη της εξουσίας από τους αρίστους, τους ευγενείς δηλαδή και εύπορους γαιοκτήμονες, προέκυψε ως φυσικό επακόλουθο αυτής της ιστορικής απαότησης. Αυτό το στοιχείο ερχόταν βεβαίως σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, στην οποίαν ένα συμβούλιο πολιτών διοριζόταν ως «σύγκλητος» μιας πόλης-κράτους ή άλλης πολιτικής μονάδας. Η έννοια της μοναρχίας γενικά δεν άρεσε ιδιαιτέρως στους Έλληνες, οπότε καθώς το δημοκρατικό τους σύστημα κατέρρευσε, η αριστοκρατία ως πολίτευμα διατηρήθηκε.

Η εξέλιξη της αριστοκρατίας στην αρχαία Ρώμη μπορεί να εντοπιστεί σε μια περίοδο άνω των χιλίων ετών. Στην πρώιμη μορφή της, από την ίδρυση της Ρώμης μέχρι την αρχή της Δημοκρατίας, οι πατρίκιοι αποτελούσαν την ρωμαϊκή αριστοκρατική τάξη. Παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως απόγονους των συντρόφων του Ρωμύλου, μόνον αυτοί κατείχαν ιερές εξουσίες και ικανότητες, όπως να λαμβάνουν οιωνούς ή να χειροτονούνται ιερείς. Τα μέλη της Ρωμαϊκής Γερουσίας οι μόνοι που ήσαν επιλέξιμοι για δικαστικά αξιώματα στους πρώτους αιώνες της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, μονοπωλούσαν την εξουσία και αμφισβητούνταν από τους πληβείους κατά τον 5ον  αιώνα π.Χ.

Στο απόγειο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η ρωμαϊκή αριστοκρατία σχημάτιζε την ακόλουθη πυραμίδα:

  • στην κορυφή, η «συγκλητική τάξη», με τους 600 γερουσιαστές της, ολοένα και περισσότερο επαρχιακής προέλευσης·
  • η «ιππική τάξη», που εκτιμάται σε περίπου 5.000 ή 6.000 μέλη·
  • Η τάξη των «δεκάρχων», που εκτιμάται σε περίπου 400.000 μέλη, Ιταλούς και άλλους επαρχιώτες της Αυτοκρατορίας, από έναν πληθυσμό που εκτιμάται μεταξύ 50 έως 80 εκατομμύρια κατοίκων, συμπεριλαμβανομένων περίπου 4 έως 5 εκατομμυρίων Ρωμαίων πολιτών στον 1ον  αιώνα.

Αυτές οι τάξεις δεν ήσαν κλειστές. Ήταν δυνατό να ανέλθει κανείς από τη μία στην άλλη, καθώς και για έναν απλό πολίτη να ενταχθεί σε μία από αυτές τις τάξεις, υπό την προϋπόθεση ότι διέθετε τον πλούτο και τη φιλοδοξία.

Στο περιβόητο βιβλίο του «Λεβιάθαν ή Η Ύλη, Μορφή και Εξουσία μιας Εκκλησιαστικής και Λαϊκής Πολιτικής Κοινότητας»(«Leviathan or the Matter, Form and Power of a Commonwealth Ecclesiastical and Civil») του 1651, ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes, 1588-1679) ορίζει την αριστοκρατία ως μια κοινοπολιτεία στην οποία ο εκπρόσωπος των πολιτών είναι μια συνέλευση μόνο κατά μέρος. Είναι ένα σύστημα στο οποίο μόνον ένα μικρό μέρος του πληθυσμού εκπροσωπείται στην κυβέρνηση, καθώς όπως έγραφε ο ίδιος, «ορισμένοι άνδρες πρέπει να διακρίνονται από τους υπόλοιπους».

Ο Χομπς υποστηρίζει ότι η κυρίαρχη εξουσία πρέπει να είναι αδιαίρετη και απόλυτη. Ταυτοχρόνως ωστόσο, στο κεφάλαιο 19 του βιβλίου του[«Περι των Διαφόρων Ειδών Κοινοπολιτεία ανά θεσμό και της διαδοχής στην Κυρίαρχη Εξουσία»-«Of the several Kinds of Commonwealth by institution, and of succession to the Sovereign Power»], ισχυρίζεται φαινομενικά ότι μια Μοναρχία, μια Δημοκρατία ή μια Αριστοκρατία πληρούν όλα αυτά τα κριτήρια. Απλώς, θεωρούσε την αριστοκρατία και τη δημοκρατία λιγότερο σταθερές από τη μοναρχία, επειδή οι συνελεύσεις είναι επιρρεπείς σε συγκρούσεις και διχασμούς, κάτι που απειλεί την απόλυτη εξουσία η οποία απαιτείται για μιαν ειρηνική κοινοπολιτεία. Για τον Χομπς, η κρισιμότερη πτυχή οποιασδήποτε μορφής διακυβερνήσεως είναι η αδιαίρετη και απόλυτη κυρίαρχη εξουσία, απαραίτητη για να αποτραπεί η επιστροφή στην χαοτική «κατάσταση της φύσης».

[Στον βιβλικώνυμο παλαιοδιαθηκικό αβυσσαλέο δράκοντα Λεβιάθαν – Κράτος (ο οποίος έχει το μονοπώλιο της βίας και της απόλυτης εξουσίας), ο Χομπς ερευνά τι είναι μια οργανωμένη κοινότητα ανθρώπων, τι την δημιουργεί, τι την συντηρεί και τι την καταστρέφει; τι είναι ισχύς, τι είναι εξουσία, τι είναι θεσμοί; πώς είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, έτσι ώστε οι πολιτικές κοινότητες να διαμορφώνονται με τον τρόπο αυτόν; Δίνοντας τις απαντήσεις του σε αυτά τα ερωτήματα ο Χομπς παράλληλα διετύπωσε τις επιστημολογικές και μεθοδολογικές εκείνες αρχές, οι οποίες εσήμαναν την αποκοπή της σύγχρονης θεωρητικής σκέψης από τις μεσαιωνικές και θρησκευτικές παραδόσεις. Έτσι, το έργο του σημάδεψε ένα ιστορικό μεταίχμιο, ενώ συνάμα η σημασία του υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της εποχής του].

Μια περιοριστική (και απλουστευτική) ανάγνωση του Σαρλ Λουί ντε Σεκοντά βαρώνου του Μοντεσκιέ (Charles Louis de Secondat, baron de Montesquieu) στο «Πνεύμα των Νόμων» του, που εκδόθηκε το 1748, θα μπορούσε να μας ανοίξει το δρόμο για μια σημασιολογική σύνδεση μεταξύ αριστοκράτη και ευγενή. Στο Βιβλίο III, Κεφάλαιο IV, με τίτλο «Περί της Αρχής της Αριστοκρατίας», κρίνει αυτό το είδος πολιτικής οργανώσεως ως εξής: «Η αριστοκρατική διακυβέρνηση έχει, από μόνη της, μιαν ορισμένη δύναμη που δεν έχει η δημοκρατία. Οι ευγενείς αποτελούν ένα σώμα το οποίο, λόγω του προνομίου του και για το δικό του ιδιαίτερο συμφέρον, καταπιέζει τον λαό […]».

Στην πραγματικότητα, ο σπουδαίος συγγραφέας των «Περσικών Επιστολών» περιγράφει εδώ μια πιθανή απόκλιση, όπως συμβαίνει σε κάθε πολιτικό σύστημα. Επιστρέφει γρήγορα στο ίδιο κεφάλαιο στην ουσιαστική αρχή γύρω από την οποίαν πρέπει να οικοδομηθούν οι αριστοκρατικές εξουσίες: «Η μετριοπάθεια είναι επομένως η ψυχή αυτών των κυβερνήσεων. Εννοώ αυτήν που βασίζεται στην αρετή, όχι αυτό που προέρχεται από δειλία και οκνηρία τα ψυχής».

Οι σύγχρονές μας απεικονίσεις της αριστοκρατίας τείνουν να την θεωρούν όχι όπως στην αρχαία ελληνική αντίληψη, δηλαδή ως σύστημα διακυβερνήσεως από τους καλύτερους, αλλά περισσότερον ως ολιγαρχία ή πλουτοκρατία, μία νομή της εξουσίας της πολιτείας από κάποιαν ομάδα λίγων ή πλουσίων.

Η έννοια της αριστοκρατίας κατά τον Πλάτωνα, έχει μια ιδανική πολιτεία που κυβερνάται από τον Φιλόσοφο-Βασιλιά. Ο Πλάτων περιγράφει αυτούς τους «φιλόσοφους βασιλείς» ως «αυτούς που αγαπούν την θέαση της αληθείας» («Πολιτεία» 475c) και υποστηρίζει την ιδέα με την αναλογία ενός πλοιάρχου και του πλοίου του ή ενός ιατρού και του φαρμάκου του. Σύμφωνα με τον ίδιον, η ιστιοπλοΐα και η υγεία δεν είναι πράγματα που ο καθένας έχει τα προσόντα να ασκήσει από τη φύση του. Στη συνέχεια, ένα μεγάλο μέρος της Πολιτείας εξετάζει πώς θα πρέπει να συγκροτηθεί το εκπαιδευτικό σύστημα ώστε για να παράγει αυτούς τους φιλόσοφους βασιλείς.

Σε αντίθεση με το αρχικό της εννοιολογικό σχήμα στην κλασική αρχαιότητα, η αριστοκρατία στη σύγχρονη «προοδευτική» εποχή έχει συσχετισθεί με τη γενικότερη και εκφυλισμένη μορφή της ολιγαρχίας, συγκεκριμένα δε μιαν ολιγαρχία βασισμένη στην αριστοκρατία, με κληρονομικό δικαίωμα «ευγένειας» όπως στις μοναρχίες ή στις «αριστοκρατικές εμπορικές δημοκρατίες», στις ιταλικές παραθαλάσσιες πόλεις, που  μεταξύ 10ου και 13ου αιώνος, εγνώρισαν μεγάλη οικονομική ευμάρεια χάρη στις εμπορικές τους δραστηριότητες και σε ευρεία πολιτική αυτονομία (π.χ.Βενετία, Γένοβα). Η άρτια, ορθή και πλήρης, αρχική κλασική κατανόησή της αριστοκρατίας έχει υιοθετηθεί από σύγχρονες έννοιες χαλαρά ισοδύναμες με την αξιοκρατία ή την τεχνοκρατία.

Ενώ η αστική τάξη συχνά χαρακτηρίζεται από την εστίασή της στη συσσώρευση κεφαλαίου και στην κοινωνική κινητικότητα, η ουσία της αριστοκρατίας έγκειται στο αίσθημα του καθήκοντος και της υπηρεσίας προς το ευρύτερο καλό. Ιστορικά, η παρακμή των ευρωπαϊκών αριστοκρατιών επισπεύστηκε από τη συγχώνευσή τους με τις αστικές δυναστείες. Αυτή η συγχώνευση αποδυνάμωσε τις παραδοσιακές αριστοκρατικές αξίες, οδηγώντας στη σταδιακή παρακμή και τελικά στην εξαφάνιση της αριστοκρατικής τάξης. Η αληθινή αριστοκρατία δεν είναι απλώς ένα κληρονομικό προνόμιο. Απαιτεί από κάθε γενιά να αποδείξει την αξία της μέσω ευγενών πράξεων και υποδειγματικής συμπεριφοράς. Σε ένα όραμα ενός κόσμου όπου η ανισότητα είναι αιώνια, οι αριστοκράτες πρέπει να έχουν περισσότερα δικαιώματα, αλλά αυτά συνοδεύονται αυτομάτως από μεγαλύτερες υποχρεώσεις, υπογραμμίζοντας την ηθική προσήλωση στους κοινωνικούς τους ρόλους.

Ωστόσον, η Δημοκρατία έθεσε τα δικαιώματα στην πρώτη γραμμή της Διακήρυξής της και δεν μπόρεσε να ενσωματώσει αυτήν την «διαφορική» αντίληψη της πολιτικής. Οι θεωρητικοί στη συνέχεια ανέλαβαν να χρησιμοποιήσουν σκόπιμα και λανθασμένα τον όρο «αριστοκράτης», σε σημείο που διαστρέβλωσαν ολότελα την αρχική του σημασία.

Λίγο περισσότερο από σαράντα χρόνια πριν από το ξέσπασμα της Επανάστασης, ο Μοντεσκιέ, σε μια τελική πράξη πιστότητας στην αρχαία έννοια, εξακολουθούσε να εμμένει στον ορισμό της αριστοκρατίας του Αριστοτέλη: «[…] διακυβέρνηση ενός μικρού αριθμού ανδρών […] είτε επειδή η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των πιο ενάρετων, είτε επειδή αυτοί τη χρησιμοποιούν για το ευρύτερο καλό του Κράτους και όλων των μελών της κοινωνίας».

Η λανθασμένη χρήση του όρου «αριστοκράτης» εξαπλώθηκε και έγινε συστηματική στα τέλη του 18ου αιώνα. Συνίστατο στον χαρακτηρισμό, όπως έκανε ο ευκαιριοκράτης Πιερ-Ωγκυστέν Καρόν ντε Μπωμαρσαί (Pierre Augustin Caron de Beaumarchais‎‎) ο θεατρικός συγγραφέας, ωρολογοποιός, μουσικός, επιχειρηματίας, ποιητής και ……ανήθικος τυχοδιώκτης με υποτιμητικές αναφορές κατά των υποστηρικτών της αριστοκρατίας και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια των επαναστατικών ενεργειών, γενικά κατά των υποστηρικτών του παλαιού καθεστώτος. Έτσι, ένας ταπεινός τσαγκάρης από την ηρωικά ανθιστάμενη  Βανδέα, νοσταλγός της μοναρχίας, ονομάζεται  ανανδοίστα …. «αριστοκράτης», ενώ οι ευτελείς Στρατηγοί (!) αδελφοί ντε Λαμέθ ( Ωγκυστέν Λοί Σάρλ – Augustin Louis Charles de Lameth και Τεοντόρ Théodore de Lameth), ευγενείς εκ γενετής αλλά …… εκλεγμένοι αριστεροί βουλευτές στη Συντακτική Συνέλευση, επαινούνται ως υποδειγματικοί «δημοκρατικοί πολίτες».

Η σύγχυση των όρων και η θόλωση των εννοιών, που τροφοδοτούνται από την ορμή μιας ιδεολογικής ανανέωσης, οδηγούν τους «δημοκρατικούς» «πατριώτες» στην προοδευτική εξίσωση της αριστοκρατίας με την κληρονομική αριστοκρατία. Τη νύχτα της 4ης  Αυγούστου 1789, η αριστοκρατία καταργείται και η λέξη «ευγενής» αντικαθίσταται φυσικά από τη λέξη «αριστοκράτης». Δέκα ημέρες αργότερα, ο τόνος αυτής της σύγχυσης δίνεται με ένα φυλλάδιο υπό τον τίτλο «Η ανακάλυψη της πλεκτάνης των αριστοκρατών». Στο ίδιο πνεύμα, οι πολίτες ψάλλουν το ρεφρέν «Αριστοκράτες στο φανοστάτη!» του επαναστατικού τραγουδιού «Ça ira» («Θάναι καλά») , σαν να ξορκίζουν τον «Μεγάλο Φόβο» της οχλοκρατικής Τρομοκρατίας των ημιβαρβάρων «Αβράκωτων» του καλοκαιριού του 1789.

Στην πραγματικότητα, η κατάργηση των προνομίων τη νύχτα της 4ης  Αυγούστου 1789 οδήγησε σε μια διάκριση μεταξύ του «πατριώτη», που σεβόταν αυτήν την κατάργηση, και του «αριστοκράτη», που συνέχιζε να διεκδικεί τα προνόμιά του. Με αυτήν την έννοια, ένας αριστοκράτης μπορούσε να είναι όχι μόνο ένας ευγενής, αλλά και μια εταιρεία, μια πόλη που διεκδικούσε ειδικά δικαιώματα, η Εκκλησία με την άρνησή της να δεχτεί την καταστολή του δικαιώματος ασύλου, και ούτω καθεξής. Τα άτομα και οι κοινότητες που αρνούνταν να εφαρμόσουν τους νέους επαναστατικούς νόμους ήσαν επομένως αριστοκράτες, ενώ οι ευγενείς που τους σεβόντουσαν και τους υποστήριζαν ήσαν ……πατριώτες.

Αυτή η γλωσσική απόκλιση θα επιβεβαιωνόταν τον 19ον  αιώνα. Ο αριστοκράτης διακρινόταν τότε από: έναν τίτλο, ένα ευγενές σωματείο όπου ανήκε, κατοχή γης και εκπαίδευση. Τελικά, η μέθοδος ταξινόμησης που υιοθετήθηκε ήταν ακριβώς η αντίθετη από αυτήν που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα: δεν κρινόταν πλέον η εγγενής αξία ενός ατόμου, αλλά μάλλον τα επιγενή, κυρίως υλικά χαρακτηριστικά του.

Η επανάσταση του 1848 επέβαλε έναν νέον ορισμό του αριστοκράτη, ο οποίος μπορούσε πλέον να είναι ένα απλό μέλος της αστικής τάξης. Το Journal des débats politiques et littéraires της 1ης  Αυγούστου 1848 έγραψε με την χυδαία γενικευτική του αποβλάκωση: «Όταν λέμε αριστοκρατία, δεν μιλάμε μόνο για την αριστοκρατία. Όλες οι προνομιούχες τάξεις είναι αριστοκράτες !».

Στη συνέχεια, ο όρος αριστοκράτης χρησιμοποιήθηκε συνήθως για να δηλώσει οποιαδήποτε κυρίαρχη μειονότητα. Έτσι, έφθασε κάποιος να μιλάει για τεχνοκρατική αριστοκρατία ή οικονομική ολιγαρχία. Η αρχική, αληθινή και πυρηνική ιδεολογικοπολιτική σημασία της αριστοκρατίας χάθηκε. Οι επόμενες γενιές έπρεπε επομένως να καταφύγουν σε μια βαθιά επανάληψη μελέτης της εννοίας, ώστε να την κατανοήσουν με σχετική πληρότητα και να την εκφράσουν ιδεολογικοπολιτικά με το αρχικό της περιεχόμενο.  

Auguste-Georges du Vergier

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

114
fb-share-icon
Insta
Tiktok