Προ ημερών ο υφυπουργός Εξωτερικών, Ιωάννης Λοβέρδος, δήλωσε σε πρωινή εκπομπή τηλεοπτικού σταθμού με ύφος δεκάδων καρδιναλίων ότι «η Τουρκία φοβάται την Ελλάδα», τεκμηριώνοντας τα λεγόμενα του με την ενίσχυση του οπλοστασίου της χώρας μας.
Εν προοιμίω να θυμίσουμε στους αναγνώστες της ιστοσελίδας τον Μακιαβέλλι και τα σχόλια του για τον θάνατο της ιταλικής δυναστείας των Σφόρτσα εξ αιτίας «της εξάρτησης της από μισθοφορικά στρατεύματα», κάτι που στην σημερινή εποχή μεταφράζεται ως εξάρτηση πολεμικού υλικού από ξένες δυνάμεις. Από την εποχή του Μακιαβέλι μέχρι της σύγχρονης εποχής το ακροτελεύτιο δόγμα για την ικανότητα άμυνας ενός κράτους παραμένει το ίδιο: Μια ανεξάρτητη, αξιόπιστη και εγχώρια αμυντική βιομηχανία είναι η μοναδική και πλέον σίγουρη ασφάλεια εναντίον εχθρών που επιβουλεύονται την εθνική κυριαρχία ενός κράτους. Κράτη τα οποία για τους εξοπλισμούς τους εξαρτώνται από ξένες δυνάμεις, ιστορικά υποκύπτουν πάντα στις απαιτήσεις των εχθρών ή στις βλέψεις ισχυροτέρων αντιπάλων και δυνάμεων.
Θα ήμασταν ιδιαίτερα ευτυχείς αν μπορούσαμε να αναφερθούμε στα σύγχρονα επιτεύγματα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Δυστυχώς δεν υπάρχει ατμομηχανή (όπως παλιότερα με την ΕΑΒ, ΠΥΡΚΑΛ, ΕΒΟ, ΕΛΒΟ), δεν υπάρχει ούτε καν τρενάκι λούνα παρκ. Το ρολόι σε αυτόν τον τομέα της βιομηχανίας μας έχει σταματήσει εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια με ευθύνη όλων των κυβερνήσεων. Έστω και αν αποφασιζόταν σήμερα η στρατηγική αναδιάρθρωση της αμυντικής μας βιομηχανίας, ο χρόνος που χάθηκε πολύ δύσκολα αναπληρώνεται, ακόμη και αν η τουρκική αμυντική βιομηχανία δείξει στασιμότητα τα επόμενα χρόνια, κάτι που ουδόλως διαφαίνεται. Αφηγήματα και παρουσιάσεις από το υπουργείου Άμυνας παραγωγής drones (επιπέδου παιδικών παιχνιδιών από γνωστό πολυκατάστημα) σε στρατιωτικές μονάδες μόνο τον γέλωτα προκαλούν και στερούνται σοβαρότητας και ουσίας.
Ας αναλύσουμε λοιπόν τι πράττουν αυτοί που μας «φοβούνται».
Η πολιτική άμυνας και ασφάλειας της Τουρκίας χαρακτηρίζεται εδώ και τρεις δεκαετίες από τον στόχο της επίτευξης αυτονομίας. Η Τουρκία προσπαθεί να μειώσει την εξάρτηση της από ξένους εταίρους από εννοιολογική, τεχνολογική και υλικοτεχνική άποψη, όσον αφορά την κατασκευή στρατιωτικού υλικού. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα εστιάζει στην τοπική παραγωγική ικανότητα, ενώ ελαχιστοποιεί τις προμήθειες από το εξωτερικό. Για την επίτευξη αυτού του στόχου πολιτικής, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της άμυνας διασυνδέονται θεσμικά, τα τοπικά δίκτυα εφοδιαστικής αλυσίδας επεκτείνονται και οι σχετικές ερευνητικές δυνατότητες υπόκεινται σε συντονισμό από την Προεδρία των Αμυντικών Βιομηχανιών SSB (Savunma Sanayii Bașkanlığı) που υπάγεται στον Ερντογάν. Σήμερα, η τουρκική αμυντική βιομηχανία καλύπτει περίπου το 80% των αναγκών των εθνικών δυνάμεων ασφαλείας της, μια σημαντική μέτρηση της βιομηχανικής ικανότητας.
Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται τις σύγχρονες στρατιωτικές δυνατότητες της Τουρκίας, αναλογίζονται τα drones. Το Bayraktar TB2 κέρδισε παγκόσμια αναγνώριση για την αποτελεσματικότητά του σε συγκρούσεις στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, την Συρία, την Λιβύη και την Ουκρανία. Η επιτυχία του έκανε την τουρκική αμυντική βιομηχανία γνωστό όνομα μεταξύ των στρατιωτικών παρατηρητών παγκοσμίως. Αλλά αυτή η εστίαση στα drones, αν και κατανοητή, συσκοτίζει έναν πολύ πιο βαθύ βιομηχανικό μετασχηματισμό, που καθοδηγείται από μια εθνική στρατηγική για την οικοδόμηση ενός παγκοσμίως ανταγωνιστικού αμυντικού οικοσυστήματος. Η τουρκική κυβέρνηση έχει θέσει έναν φιλόδοξο στόχο για την αμυντική βιομηχανία της: Να έχει μια εταιρεία μεταξύ των 30 κορυφαίων αμυντικών εταιριών στον κόσμο έως το τέλος αυτής της δεκαετίας. Με πέντε εταιρείες, ASELSAN, TAI, ROKETSAN, MKE και ASFAT, να βρίσκονται ήδη στο «Top 100» του Defense News 2024, αυτός ο στόχος φαίνεται εύλογος.
Η Τουρκία δεν περιορίζεται μόνο στην κάλυψη των εξοπλιστικών της αναγκών από την εσωτερική αγορά, αλλά αυξάνει το αποτύπωμα της στην διεθνή αμυντική αγορά, εξασφαλίζοντας την 11η θέση μεταξύ των μεγαλύτερων προμηθευτών όπλων στον κόσμο κατά την περίοδο 2021-2025. Αυτό το εύρημα προέρχεται από μια ολοκληρωμένη έκθεση που κυκλοφόρησε από το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI) στις 9 Μαρτίου. Η αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία της χώρας πέτυχε ρεκόρ εξαγωγών 10,05 δισεκατομμυρίων δολαρίων το έτος 2025. Η δυναμική συνεχίστηκε και το 2026, με μόνο τον Φεβρουάριο να σημειώνονται εξαγωγές 553,4 εκατομμυρίων δολαρίων, αύξηση 27,2% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους. Σωρευτικά, οι δύο πρώτοι μήνες του 2026 απέφεραν εξαγωγές 1,11 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σημειώνοντας άνοδο 35,1% από έτος σε έτος.
Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι οι κύριοι πελάτες της θα ήταν τα αναπτυσσόμενα έθνη στην Μέση Ανατολή, την Αφρική ή την Κεντρική Ασία, όπου η γεωπολιτική της επιρροή έχει αυξηθεί. Τα στοιχεία, ωστόσο, αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα: Ο πυρήνας της αμυντικής εξαγωγικής επιχείρησης της Τουρκίας είναι σταθερά αγκυροβολημένος στην Δύση. Το 75% των αμυντικών εξαγωγών της Τουρκίας πηγαίνει στις ΗΠΑ, στα μέλη του ΝΑΤΟ και στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για να ενισχυθεί αυτό το σημείο, οι πέντε κορυφαίοι μεμονωμένοι πελάτες τουρκικών αμυντικών προϊόντων είναι όλες ευρωπαϊκές χώρες. Το γεγονός αυτό σημαίνει μια ιστορία στρατηγικής διείσδυσης στην αγορά σε παγκόσμια κλίμακα, υποδηλώνοντας ότι το τουρκικό στρατιωτικό υλικό πληροί τα υψηλά πρότυπα ποιότητας και διαλειτουργικότητας που απαιτούνται για την ενσωμάτωση στα οπλοστάσια των καθιερωμένων δυτικών στρατιωτικών συμμαχιών.
Προφανώς η Τουρκία εξακολουθεί να βασίζεται σε ξένες χώρες για τεχνολογική υποστήριξη, για παράδειγμα, την τεχνογνωσία της Νότιας Κορέας για το κύριο άρμα μάχης Altay και την ισπανική τεχνογνωσία για τα δυο ελικοπτεροφόρα της. Ταυτόχρονα εξαλείφει με γρήγορους ρυθμούς την εξάρτηση της από ξένες εταιρίες για κρίσιμες αμυντικές πλατφόρμες όπως τα μαχητικά stealth 5ης γενιάς (και μελλοντικά 6ης γενιάς), Συνεργατικά Αεροσκάφη Μάχης CCA (Collaborative Combat Aircraft), Μη Επανδρωμένα Εναέρια Συστήματα UAS (Unmanned Aircraft Systems), προηγμένους κινητήρες αεροσκαφών, σύγχρονα πολεμικά πλοία, συμπεριλαμβανομένων των υποβρυχίων (με πιθανή πυρηνική παραλλαγή υπό εξέταση), βαλλιστικοί πύραυλοι (συμπεριλαμβανομένων των υπερηχητικών εκδόσεων), ένα πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας γνωστό ως «Steel Dome», μια πλήρης γκάμα τεθωρακισμένων οχημάτων μάχης και ρομπότ εδάφους (σε παλαιότερες αναρτήσεις μας έχουμε αναλύσει διεξοδικά τα προγράμματα των τουρκικών αμυντικών εταιριών).
Η Τουρκία εκτελεί μεθοδικά ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό όραμα με στόχο την στρατηγική αυτοδυναμία. Η Τουρκία έχει δημιουργήσει ένα τρομερό αμυντικό οικοσύστημα, το οποίο είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει η Ελλάδα που εξακολουθεί να αγοράζει πανάκριβα οπλικά συστήματα χωρίς καμία ελληνική προστιθέμενη αξία. Οπλικά συστήματα με πυρομαχικά που επαρκούν από 5-10 ημέρες πολέμου, όταν ο εχθρός έχει στην διάθεση του απεριόριστη επάρκεια από την αμυντική του βιομηχανία.
Μπορεί κάποιοι αιθεροβάμονες να ισχυριστούν ότι σε περίπτωση πολεμικής σύγκρουσης θα μας προστρέξουν οι «σύμμαχοι», αλλά η άμυνα της πατρίδας μας είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την εμπιστευθούμε σε συμμάχους που ιστορικά μας έχουν πάντα προδώσει.
Ας αναρωτηθούμε λοιπόν σοβαρά: Προκαλούμε τον «φόβο» στην Τουρκία;