Ο θάνατος του Κωστή Παλαμά στις 27 Φεβρουαρίου 1943 διαδόθηκε γρήγορα σε μιαν Αθήνα κουρασμένη, σιωπηλή και καθημερινά πιεσμένη. Παρ’ όλα αυτά, η είδηση λειτούργησε σαν κάλεσμα. Πλήθη ανθρώπων, από όλες τις ηλικίες και τις κοινωνικές τάξεις, αποφάσισαν να συνοδεύσουν τον ποιητή στην τελευταία του κατοικία. Παρά την γενική απαγόρευση συγκεντρώσεων από τον στρατό κατοχής, για την κηδεία δεν υπήρξε απαγόρευση, ούτε προσπάθεια να περιοριστεί η προσέλευση. Οι στρατιώτες παρακολουθούσαν από απόσταση, χωρίς να παρέμβουν.
Η κηδεία έγινε στις 28 Φεβρουαρίου. Το φέρετρο εκτέθηκε για προσκύνημα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε με μια πομπή που μεγάλωνε συνεχώς. Στους δρόμους της Αθήνας σχηματίστηκε ένα ανθρώπινο ποτάμι. Οι άνθρωποι περπατούσαν ήσυχα, με σεβασμό, κρατώντας λουλούδια και σημαίες ή απλώς ακολουθώντας σιωπηλά.
Στο Α΄ Νεκροταφείο η συγκέντρωση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Πνευματικοί άνθρωποι της εποχής, φίλοι και συνοδοιπόροι του Παλαμά, μίλησαν με λόγια απλά και συγκινητικά. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά αλλά αξιοπρεπής, με μια αίσθηση ότι ο λαός αποχαιρετούσε όχι μόνο έναν ποιητή, αλλά και μια εποχή που έφευγε μαζί του.


Ο Άγγελος Σικελιανός απήγγειλε στίχους από το Πνευματικό Εμβατήριο (1940) που είχαν έντονη συναισθηματική δύναμη. Το πλήθος άκουγε με προσοχή, χωρίς φωνές.
«Ηχήστε οι σάλπιγγες…
Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα…»
Η επιλογή αυτών των στίχων δεν ήταν τυχαία. Ο Σικελιανός ήθελε να τιμήσει τον Παλαμά με λόγο υψηλό, τελετουργικό, σχεδόν λειτουργικό. Οι δύο πρώτες γραμμές λειτουργούν σαν κάλεσμα: μια ποιητική προσταγή που ζητά από τα σύμβολα της συλλογικής μνήμης — τις σάλπιγγες και τις καμπάνες — να σημάνουν το πέρασμα ενός μεγάλου δημιουργού. Οι μαρτυρίες της εποχής περιγράφουν ότι η φωνή του Σικελιανού είχε μια σχεδόν τελετουργική δύναμη. Η απαγγελία του δεν ήταν θεατρική· ήταν βαθιά, καθαρή, με εκείνη τη χαρακτηριστική χροιά που είχε ο ποιητής. Οι πρώτες λέξεις «Ηχήστε οι σάλπιγγες» έπεσαν πάνω στο πλήθος σαν κύμα, δημιουργώντας μια στιγμή συλλογικής συγκίνησης.
Η απαγγελία του λειτούργησε σαν σινιάλο. Το πλήθος ξέσπασε και χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να ψάλλουν τον Εθνικό Ύμνο πάνω από τον τάφο του Παλαμά, μια πράξη ανοιχτής ανυπακοής, πρωτοφανής για την εποχή. Η φωνή του πλήθους τράνταξε τον ουρανό, έκανε την Αθήνα: κι η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι, όπως είχε γράψει εκείνος, ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα και μυσταγωγικά ενώθηκε με την διαχρονική φωνή του Ελληνικού Έθνους, σε έναν ύμνο προς τον πολιτισμό και την Ελληνικότητα.
Ο Κωστής Παλαμάς, με το έργο του, απεκάλυψε τις ομορφότερες και σημαντικότερες πτυχές των Ελλήνων, όπως ένας γλύπτης αποκαλύπτει αυτό που κρύβει ένα κομμάτι Πεντελικό μάρμαρο. Για παράδειγμα, οι στίχοι του:
Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα. Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.
Αλλά και το συγκλονιστικό:
Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα, μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα!
Έχουν ενσωματωθεί στο Εθνικό ύφασμα.
Μετά τον Παλαμά, οι Έλληνες ασταμάτητα προσπαθούμε να διαψεύσουμε τους βασανιστικούς στίχους του:
Δεν έχεις Όλυμπε θεούς, μηδέ λεβέντες Όσσα,
ραγιάδες έχεις μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονάν τη θεία τραχειά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
Και δεν θα σταματήσουμε ποτέ, αψηφώντας πολιτικές, συμφέροντα, προδότες και προδοσίες.
Κάποτε τ’ άφταστα όνειρα γεννάνε τα μεθύσια τα πιο παθητικά.