Η αιώνια διαλεκτική αντίθεση μεταξύ «Κατέχοντος» και «Αντιχρίστου» της φιλελεύθερης νεωτερικότητας
Η Κορεατική χερσόνησος αποτέλεσε το θέατρο της πρώτης μεγάλης ένοπλης σύγκρουσης της περιόδου του «Ψυχρού Πολέμου», ενώ σήμερα, δεκαετίες μετά εξακολουθεί να είναι ένα από το πιο εύφλεκτα και ασταθή σημεία του πλανήτη. Ταυτόχρονα, η διαδρομή της Κορέας, από το τέλος της ιαπωνικής κατοχής έως την εμφύλια σύρραξη που εξελίχθηκε σε σύγκρουση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και επέδρασε καταλυτικά στη μετέπειτα παγκόσμια πολιτική, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της ψυχροπολεμικής περιδου που πρέπει να μελετηθεί ενδελεχώς σε «εξωτερικά» γεωπολιτικά – γεωστρατηγικά χαρακτηριστικά και επίσης σε «εσωτερικό» – πνευματικό, συμβολικό και κοσμοθεωρητικό επίπεδο.
Μετά το τέλος του Δευτέρου Μεγάλου Πολέμου, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις της εποχής, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης, οδήγησε κλιμακωτά σε μία νέα σύγκρουση. Ο Ψυχρός Πόλεμος κατάφερε να ξαναχωρίσει την υφήλιο σε στρατόπεδα, με τις εστίες των συγκρούσεων να εντοπίζονται σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Χαρακτηριστικό αυτών των συγκρούσεων ήταν πως δεν υπήρξε κάποια κύρια, άμεση ένοπλη σύρραξη ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, παρά μόνον περιφερειακές συγκρούσεις. Ένα από τα πρώτα «θερμά» επεισόδια του Ψυχρού Πολέμου ήταν και ο «Ξεχασμένος Πόλεμος» της Κορέας, ο οποίος παραλίγο να γίνει και παγκόσμιος.
Ιστορικά, η κορεατική χερσόνησος αποτέλεσε ισχυρό «πόλο έλξης» τόσο για την Κίνα, όσο και για την Ιαπωνία. Η περιοχή αυτή μοιάζει με μια «φυσική γέφυρα» ανάμεσα στις δυο ασιατικές δυνάμεις, τα στρατεύματα των οποίων μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουν ως πέρασμα για κάποια πολεμική τους εκστρατεία. Τυπικό απτό παράδειγμα αποτελούν οι στρατιωτικές εκστρατείες του Ιάπωνα πολεμάρχου Τογιοτόμι Χιντεγιόσι το 1592 και το 1597, κατά τις οποίες αυτός χρησιμοποίησε την Κορέα ως «βατήρα» ώστε να κινηθεί ενάντια στην Κίνα και στην Ινδία. Αν και η κορεατική Δυναστεία των Τζοσεόν ασκούσε πλήρη κυριαρχία στην επικράτεια της, ουσιαστικά υπαγόταν στην κινεζική σφαίρα επιρροής από τον 17ον αιώνα. Ωστόσο, τα δεδομένα άρχισαν να αλλάζουν προς τα τέλη του 19ου αιώνα.
Οι μεταρρυθμίσεις του αποφασιστικού αυτοκράτορα Μεϊτζί στην γειτονική Ιαπωνία στόχευσαν στον σταδιακό εκσυγχρονισμό και την παγκόσμια επιρροή της αυτοκρατορίας του. Συνακόλουθα, η Συνθήκη Φιλίας ανάμεσα στην Ιαπωνία και στην Κορέα, τον Φεβρουάριο του 1876, κατάφερε να απομακρύνει την Δυναστεία των Τζοσεόν από την κινεζική σφαίρα επιρροής. Μάλιστα, έπειτα από μια σειρά συγκρούσεων ενάντια στα κινέζικα και ρωσικά στρατεύματα, η Ιαπωνία κατάφερε ουσιαστικά να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της κορεατικής αυτοκρατορίας και να την μετατρέψει σε ιαπωνική αποικία το 1910.
Επί τρεις, περίπου δεκαετίες, η «χώρα του ανατέλλοντος ηλίου» εφάρμοσε μια σκληρή κατακτητική πολιτική εις βάρος των Κορεατών. Οι μεγαλομανιακοί Ιάπωνες δεν δίστασαν να απαγορεύσουν την κορεατική γλώσσα (!), αλλά και να αντικαταστήσουν τα κορεάτικα επώνυμα με ιαπωνικά. Παράλληλα, ενίοτε ανάγκασαν νεαρές Κορεάτισες να εργαστούν δια της βίας σε … οίκους ανοχής. Αυτό το κλίμα φόβου και τρομοκρατίας συνέχισε να υφίσταται επί αρκετές δεκαετίες μέχρι και την λήξη του Δευτέρου Μεγάλου Πολέμου.
Στην διάσκεψη του Καΐρου το 1943, οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Αγγλίας και της Κίνας αποφάσισαν πως ο πόλεμος εναντίον της Ιαπωνίας έπρεπε να συνεχιστεί μέχρι την ολοκληρωτική ήττα και παράδοσή της. Ακολούθως, μετά την λήξη του πολέμου και την νίκη των Συμμάχων, η Κίνα θα ανακαταλάμβανε τα εδάφη που απώλεσε από την Ιαπωνία, ενώ η Κορέα θα έμπαινε σε ένα καθεστώς «Συμμαχικής συνδιοίκησης» και θα ανεξαρτητοποιούνταν σταδιακά.
Οι στόχοι αυτοί συζητήθηκαν ξανά τόσο στην Διάσκεψη της Τεχεράνης, όσο και στην αντίστοιχη της Γιάλτας, αυτή την φορά υπό την παρουσία του ηγέτη της ΕΣΣΔ. Ο Στάλιν συμφώνησε πως μετά την λήξη του πολέμου στην ευρωπαϊκή επικράτεια, τα σοβιετικά στρατεύματα θα στήριζαν τις συμμαχικές δυνάμεις στο «Μέτωπο του Ειρηνικού». Έτσι, οι Σοβιετικοί κήρυξαν τον πόλεμο με την Ιαπωνία στις 8 Αυγούστου του 1945 και εισέβαλαν στην Μαντζουρία και στο βόρειο τμήμα της Κορεατικής Χερσονήσου. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονη ανησυχία στην αμερικανική πλευρά.
Έπειτα από μια ολονύκτια συνδιάσκεψη, 2 Αμερικανοί συνταγματάρχες (οι Ντέιβιντ Ντην Ρασκ – μετέπειτα Υπουργός Εξωτερικών / 1961–1969 και Τσαρλς Μπόουνστιλ) πρότειναν στους Σοβιετικούς την δημιουργία δύο «ζωνών επιρροής», οι οποίες θα είχαν ως σύνορο τον 38ο παράλληλο και θα χώριζαν την περιοχή σε δυο ίσα κομμάτια. Λόγω … της έλλειψης αναλόγων χαρτών, οι δυο συνταγματάρχες χρησιμοποίησαν έναν χάρτη του περιοδικού «National Geographic», ο οποίος απεικόνιζε τους μεσημβρινούς και τους παράλληλους κύκλους !
Μεγάλο πλεονέκτημα για την Ουάσιγκτον ήταν πως σύμφωνα με αυτόν τον διαχωρισμό, η κορεατική πρωτεύουσα της Σεούλ θα βρισκόταν στην αμερικανική πλευρά. Η Μόσχα παραδόξως αποδέχθηκε αβίαστα την πρόταση και μερικές ημέρες αργότερα η συμφωνία αυτή εντάχθηκε στην Συνθήκη παράδοσης της Ιαπωνίας. Στη συνέχεια, η Διάσκεψη των Υπουργών Εξωτερικών στη Μόσχα, το Δεκέμβριο του 1945, κατέληξε σε συμφωνία για μεταβατική επιτροπεία της Κορέας, διαρκείας έως πέντε ετών. Ωστόσο, με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και λόγω άλλων παραγόντων, διεθνών και εγχώριων, (συμπεριλαμβανομένης της βαθιάς αντίθεσης της ίδιας της Κορέας στην προτεινόμενη λύση), οι αμερικανοσοβιετικές διαπραγματεύσεις απέτυχαν, ακυρώνοντας έτσι το μόνο υπάρχον πλαίσιο για τη δημιουργία ανεξάρτητου και ενιαίου κορεατικού κράτους
Αμέσως μετά την λήξη του πολέμου, τα σοβιετικά και τα αμερικανικά στρατεύματα εγκαταστάθηκαν στην χερσόνησο. Στα τέλη του 1945, οι αποφάσεις σχετικά με το μέλλον της Κορέας έμοιαζαν να είναι ξεκάθαρες. Όπως προανέφερα, μέσα από την Διάσκεψη της Μόσχας, οι Συμμαχικές Δυνάμεις αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια διεθνή επιτροπή, η οποία θα αναλάμβανε την εποπτεία της ενιαίας Κορέας για την επόμενη πενταετία. Όμως το ζήτημα προκαλούσε ανησυχία τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην ΕΣΣΔ, καθώς καμία δεν ήθελε να χάσει την Κορέα από την σφαίρα επιρροής της. Εν τέλει, βρέθηκε η «χρυσή τομή» με ….. την διενέργεια γενικών εκλογών και στις δυο ζώνες επιρροής, κάτι που οδήγησε και στην επίσημη διχοτόμηση της χερσονήσου.
Στο βόρειο τμήμα της Κορέας, ηγέτης αναδείχθηκε ο Κιμ Ιλ Σουνγκ, με την στήριξη της Σοβιετικής Ένωσης. Ο «Μεγάλος Ηγέτης» της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας και υπέρμαχος του Κομμουνισμού, κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε στον «Κόκκινο Στρατό». Στο νότιο τμήμα της χερσονήσου, ο Σίνγκμαν Ρι ανέλαβε την ηγεσία της Δημοκρατίας της Κορέας. Ο ένθερμος αντικομουνιστής Νοτιοκορεάτης ηγέτης είχε περάσει ένα σημαντικό μέρος της ζωής του στις ΗΠΑ. Παρά τις ιδεολογικές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσά τους, και οι δύο ηγέτες επιθυμούσαν την επανένωση της Κορέας. Ωστόσο, οι δυο υπερδυνάμεις της εποχής εξακολουθούσαν να εμμένουν στην στάση τους και να μην υποχωρούν στο ζήτημα της επανένωσης και της δημιουργίας μιας ενιαίας κυβέρνησης. Η Σοβιετική Ένωση μερίμνησε για την στρατιωτική ενίσχυση της Βόρειας Κορέας, οπλίζοντας τον βορειοκορεατικό στρατό με άρματα μάχης, αεροπλάνα και οπλισμό. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενίσχυσαν σημαντικά τον νοτιοκορεατικό στρατό, αφήνοντας την ασιατική χώρα «ανασφάλιστη» σε περίπτωση επίθεσης. Η ιστορία επαλήθευσε αυτό το βλακώδες γεγονός.
Τα ξημερώματα της 25ης Ιουνίου του 1950, ο βορειοκορεατικός στρατός πέρασε τον 38ο παράλληλο και εισέβαλε στην Νότια Κορέα. Ο στρατός του Κιμ Ιλ Σουνγκ, υποστηριζόμενος από την Σοβιετική Ένωση και την Κίνα, αιφνιδίασε τα νοτιοκορεατικά και αμερικανικά στρατεύματα και κατέλαβε σχεδόν όλη την χερσόνησο, (εξαιρουμένης της περιοχής του Πουσάν), ουσιαστικά μέσα σε ελάχιστες ημέρες. Στόχος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας ήταν βεβαίως η επανένωση της χερσονήσου υπό την δική της ηγεσία.
Χαρακτηριστικό της πρώτης φάσεως του πολέμου ήταν η κατάρρευση της Άμυνας της Νότιας Κορέας, μέσα σε 35 ημέρες (25 Ιουνίου – 30 Αυγούστου). Κατά το διάστημα αυτό, οι Βορειοκορεατικές δυνάμεις διένυσαν με σφοδρό επιθετικό αγώνα 500 χιλιόμετρα ορεινού και ημιορεινού εδάφους (!), ξεκινώντας από τον 38ο παράλληλο και φθάνοντας μέχρι το Πουσάν (το ότι απέτυχε η διάσπαση της άμυνας και στο Πουσάν, οφειλόταν στην επέμβαση των δυνάμεων του ΟΗΕ και στην Αμερικανική Αεροπορία την οποία φαίνεται δεν ανέμεναν).
Οι Βορειοκορεάτες επέδειξαν εξαίρετο επιθετικό πνεύμα, καθώς η μέτρια μηχανοκίνητη δομή τους, όπως και η πενιχρή αεροπορία τους δεν ήσαν ικανές για μια τόσο βαθειά και ταχύρυθμη προέλαση. Δεν είχαν απλώς αριθμητική υπεροχή, αλλά και άριστη επαγγελματική κατάρτιση όλων των στελεχών τους που είχαν υπηρετήσει στο Ρωσικό και Κινεζικό Στρατό. Προέβησαν σε κατάλληλη προς πόλεμο προπαρασκευή και επέδειξαν στην αριστοτεχνική διεξαγωγή των επιθετικών επιχειρήσεων πολλαπλό τακτικό αιφνιδιασμό των Νοτιοκορεατών. Εφήρμοσαν αριστοτεχνικά ελιγμούς μέχρι την κατάληψη της Σεούλ, αλλά και στη συνέχεια της προελάσεως τους μέχρι την περίμετρο του Πουσάν, όπου η έντονη επέμβαση της Αμερικανικής Αεροπορίας μείωσε τα προβλεπόμενα σχέδια των Βορειοκορεατών.
Πρέπει να τονισθεί εδώ, η βλακώδης τοποθέτηση των Νοτιοκορεατών, οι οποίοι ήσαν … πεπεισμένοι για τις αμερικανικές διαβεβαιώσεις των ετών 1945 – 1950, οπότε αφιερώθηκαν περισσότερο στην διπλωματική ενοποίηση ολόκληρης της Κορέας και στην πολιτική ανασυγκρότηση της, παρά στην αναγκαία εθνική άμυνα της χώρας τους, η οποία υπέστη οδυνηρή δοκιμασία με τον αιματηρό πόλεμο που ακολούθησε.
Άμεση ήταν η αντίδραση του αμερικανοκίνητου Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος εζήτησε από τα βορειοκορεατικά στρατεύματα να επιστρέψουν στα νόμιμα σύνορα τους. Τα στρατεύματα δεν αποσύρθηκαν από την περιοχή ενώ έπειτα από προτροπή των Αμερικανών, ο ΟΗΕ εζήτησε την στρατιωτική συνδρομή των κρατών-μελών του. Στην επιχείρηση συμμετείχαν συνολικά 21 κράτη, παρέχοντας στρατιωτική βοήθεια με οποιονδήποτε τρόπο. (Μεταξύ αυτών ήταν και η Ελλάδα, η οποία μετά την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που είχε λάβει από την Ουάσιγκτον, προφανώς δεν είχε και πολλά περιθώρια άρνησης). Η αντεπίθεση ξεκίνησε στις 16 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, με το αμερικανικό ναυτικό να διενεργεί απόβαση στο λιμάνι της Ιντσόν, κοντά στον 38ο παράλληλο. Με αυτό τον τρόπο, ο διοικητής των δυνάμεων των Ηνωμένων Εθνών, Αμερικανός στρατηγός Ντάγκλας Μακάρθουρ, (ο φυγάς της μάχης των Φιλιππίνων που εγκατέλειψε τους άνδρες του) κατάφερε να αποδιοργανώσει τις βορειοκορεατικές δυνάμεις και να διασπάσει το μέτωπο.
Κύριο χαρακτηριστικό της δεύτερης φάσεως, ήταν η κατάρρευση και η εξουδετέρωση του Βορειοκορεατικού Στρατού, κατάρρευση που επέφεραν οι δυνάμεις του ΟΗΕ, ιδιαίτερα νότια της Σεούλ. Η επιτυχία τους οφειλόταν στη ραγδαία αναδιοργάνωση και στην εξύψωση της μαχητικής αξίας του Νοτιοκορεατικού Στρατού, η οποία μάλιστα επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της αμυνάς του γύρω από το Πουσάν, αλλά και στις μεγάλες Δυνάμεις του ΟΗΕ και περισσότερο στις ΗΠΑ.Επίσης ήταν κρίσμος ο αριστοτεχνικός επιθετικός ελιγμό των Δυνάμεων του ΟΗΕ, στηριζόμενος στην αρχή της «απόλυτης υπερκεράσεως» του αντιπάλου σε μεγάλο βάθος και συνδυασμένος με ισχυρή «μετωπική επίθεση» σε πολλούς ταυτόχρονα άξονες. Το σχέδιο αυτό που απέβλεπε στην απομόνωση και αποκοπή του αντιπάλου από τη Ζώνη Συγκοινωνιών και στην ακόλουθη εξουδετέρωσή του, το κάλυπταν τεράστιες χερσαίες, ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις των Δυτικών Επέτυχε απόλυτα, εξουδετερώνοντας την πολεμική μηχανή των Βορειοκορεατών.
Σε λίγες μέρες, ο αμερικανικός στρατός ανακατέλαβε όχι μόνο την Σεούλ, αλλά και ολόκληρη την νότια περιοχή. Τα στρατεύματα συνέχισαν να καταδιώκουν τους Βορειοκορεάτες, εισήλθαν στον βόρειο τομέα και κατέλαβαν την Πιονγιανγκ. Θέλοντας να επανενώσει την Κορεατική χερσόνησο προς όφελος της Ουάσιγκτον, ο στρατηγός Μακάρθουρ συνέχισε την εκστρατεία του μέχρι τον ποταμό Γιαλού, ο οποίος χωρίζει την κορεατική χερσόνησο από την υπόλοιπη ασιατική ήπειρο. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έντονη ανησυχία τόσο στην Κίνα, όσο και στην Σοβιετική Ένωση.
Ο Κινέζος ηγέτης, Μαο Τσε Τουνγκ, θέλοντας να απωθήσει τους Δυτικούς, αποφάσισε να στηρίξει περισσότερο τον βορειοκορεατικό στρατό, ενισχύοντας τον με 189.000 στρατιώτες. Ο έμπειρος κινεζικός στρατός κατάφερε να εκδιώξει τα αντίπαλα στρατεύματα και να τα επαναφέρει στον 38ο παράλληλο. Μάλιστα, κατάφερε να φθάσει μέχρι την Σεούλ και να την καταλάβει τον Ιανουάριο του 1951. Όμως, δύο μήνες αργότερα, ο αμερικανικός στρατός κατάφερε να την ανακαταλάβει.
Η περίοδος από Νοέμβριο του 1950 – 15 Ιουλίου 1951, ήταν χαρακτηριστική εφόσον οι Κινέζοι και Κορεάτες δεν μπόρεσαν παρά τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή τους να εξουδετερώσουν τις δυνάμεις του ΟΗΕ. Αυτό οφειλόταν στην τακτική των Δυτικών συμμάχων, οι οποίοι με τα σχέδια που εφάρμοσαν δημιούργησαν σοβαρές δυσχέρειες στο καλοσχεδιασμένο αλλά φτωχό σύστημα Διοκητικής Μέριμνας του εχθρού. Γι’ αυτό παρατηρήθηκε μεγάλη αδυναμία στους Κινέζους και Κορεάτες να προωθήσουν προσωπικό και υλικό για αναπλήρωση των απωλειών τους και ενίσχυση των μαχόμενων Μονάδων τους που βάλλονταν αδιάκοπα σε όλο το βάθος του μετώπου από την Αμερικανική Αεροπορία.
Γενικά με την ιδιόμορφη τακτική πεδίου μάχης που εφάρμοσαν οι Δυτικοί, τακτική που περιλάμβανε υποχρεωτικούς ελιγμούς σε βάθος και άμεσες επιθετικές επιστροφές, κατάφεραν μεγάλο πλήγμα στον εχθρό τους, φθείροντας αισθητά τον πολυπληθέστερο στρατό του, ο οποίος όμως δε διέθετε μηχανοκίνητα μέσα και αεροπορία.
Εκείνη την περίοδο, ο στρατηγός Μακάρθουρ απαίτησε από την πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ να στρέψουν την πολεμική τους προσοχή προς την Κίνα και …… να προβούν ακόμα και σε πυρηνική επίθεση ! Η εξέλιξη αυτή τον έφερε σε άμεση ρήξη με τον τότε Πρόεδρο της Αμερικής, Χάρι Τρούμαν, και οδήγησε στην αντικατάσταση του από τον στρατηγό Ριτζγουει.
Οι συγκρούσεις στην κορεατική χερσόνησο συνεχίστηκαν επί δύο ακόμη έτη, με τα σύνορα να σταθεροποιούνται στον 38ο παράλληλο. Η αλλαγή της αμερικανικής Προεδρίας το 1953, μετά την εκλογική νίκη του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, και ο θάνατος του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης Στάλιν, συνέβαλαν στην μείωση των εντάσεων και δημιούργησαν ευκαιρία για κατάπαυση του πυρός. Τον Ιούλιο του 1953, οι εχθροπραξίες ανάμεσα στην Βόρεια και την Νότια Κορέα, πρακτικά, τερματίστηκαν.
Μέχρι σήμερα, η κορεατική χερσόνησος εξακολουθεί να παραμένει διχασμένη, με τις εκάστοτε σποραδικές διαπραγματεύσεις για επανένωση να αποτυγχάνουν. Προφανώς, η αποφασιστική στάση της Πιονγιάνγκ, με την εθνοκεντρική – σκληροπυρηνική της ιδεολογία*, τις τακτές οπλικές δοκιμές και τις ισχυρές αμυντικές κινήσεις εις βάρος των γειτόνων της, προκαλεί πάγια ανησυχία στην Σεούλ, η οποία για να προστατευθεί, συσφίγγει διαρκώς περισσότερο τις στρατιωτικές της σχέσεις με τις ΗΠΑ. Το κλίμα στην κορεατική χερσόνησο εξακολουθεί να παραμένει τεταμένο και φθάνει μια σπίθα για την δημιουργία νέων πολεμικών συγκρούσεων.
Ο Πόλεμος της Κορέας πρέπει να ερμηνευτεί ως ένα από τα πρωταρχικά γεγονότα του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν η πρώτη γενικευμένη έκρηξη πυρός και χάλυβα μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του Β’ Μεγάλου Πολέμου, ένα πεδίο δοκιμών όπου οι δύο αναδυόμενες πλανητικές δυνάμεις – η Ατλαντική αυτοκρατορία των Ηνωμένων Πολιτειών και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο της Σοβιετικής Ένωσης – συναντήθηκαν σε ανοιχτό ανταγωνισμό. Η κορεατική χερσόνησος έγινε ένα εργαστήριο γεωπολιτικής, όπου κάθε βολή όπλων και κάθε ελιγμός είχε νόημα που αντανακλούσε πολύ πιό πέρα από τους απότομους λόφους της Κορέας.
Υπό την άμεση λογιστική και ρεαλιστική έννοια, οι Ηνωμένες Πολιτείες «νίκησαν» σε αυτόν τον πόλεμο. Η αρχική βόρεια επίθεση, με την καθοδήγηση της Πιονγιάνγκ και υποστηριζόμενη μέσω σοβιετικού σχεδιασμού, απείλησε να εξαλείψει το αμερικανόφιλο – αμερικανόδουλο καθεστώς της Σεούλ και να ενώσει τη χερσόνησο υπό τη σημαία του ανύπαρκτου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ωστόσο, η παρέμβαση της Ουάσιγκτον ήταν γρήγορη, αποφασιστική και συντριπτική. Το αμφίβιο πλήγμα στην Ιντσόν άλλαξε την πολεμική ισορροπία, οδηγώντας τον Βορρά πίσω στον ποταμό Γιαλού. Με την ανακωχή, ο χάρτης έμοιαζε με το «status quo ante»: Ο Νότος παρέμεινε εκών-άκων δεμένος με τη θέληση της Ουάσιγκτον. Στα χαρτιά, αυτή ήταν μια νίκη της αμερικανικής «Δύσης».
Ωστόσο, μια βαθύτερη αλήθεια αναδύεται όταν σκίζεται το πέπλο της λογιστικής χαρτογραφίας : Ο θρίαμβος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν ήταν μιά απελευθέρωση του Νότου, αλλά η επιβολή της αμερικανικής δημοκρατικής, δήθεν «αυτοκρατορικής» τάξης. Η Σεούλ έγινε μια συνοριακή φρουρά της, μια προωθημένη λειτουργική βάση του Ατλαντικού συστήματος, προφυλαγμένη από αμερικανικές μεραρχίες και άμεσα κατευθυνόμενη από την πολιτική της Ουάσιγκτον. Το νοτιοκορεατικό κράτος, που γεννήθηκε στην εξάρτηση και αναθράφηκε από αυτήν, αντανακλούσε το μοντέλο «προστατευτικής διακυβέρνησης» που θα επαναλαμβανόταν σε όλο τον κόσμο: Μια μάσκα δημοκρατίας που εκάλυπτε την πραγματικότητα της υποταγής στην Ουάσιγκτον και τους βαλέδες της. Αυτή ήταν η πραγματική έννοια της αμερικανικής νίκης: Μιά ηγεμονική κυριαρχία, ντυμένη επιτήδεια με τη σαγηνευτική ρητορική της «ελευθερίας».
Η Σοβιετική Ένωση, παρατηρώντας και υπολογίζοντας, επέλεξε την οδό της στρατηγικής αυτοσυγκράτησης. Η καθοδήγηση του Στάλιν προς την Πιονγιάνγκ ήταν τολμηρή αλλά συνάμα και μετρημένη. Η άμεση αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον έπρεπε να αποφευχθεί, καθώς η πυρηνική εποχή απαιτούσε ψύχραιμη σύνεση. Αντ’ αυτού, η Μόσχα υποστήριξε τον Βορρά με όπλα, τεχνολογία και συμβούλους, επιτρέποντας παράλληλα στο Πεκίνο να εισέλθει στο ευρύτερο στρατιωτικό παίγνιο ως η ορατή ασπίδα. Αυτό δεν ήταν αδυναμία. Ήταν η σαφής αναγνώριση ότι το Πολυπολικό πεπρωμένο απαιτεί πειθαρχημένη υπομονή, ότι η πρόωρη κλιμάκωση θα μπορούσε να εξαλείψει οριστικά την πιθανότητα μελλοντικών νικών. Το σοβιετικό όραμα τοποθέτησε την Κορέα στην μακρότερη προοπτική του πολιτισμικού αγώνα.
Η παρέμβαση της Λαίκής Δημοκρατίας της Κίνας μετέτρεψε τον πόλεμο σε μιαν αληθινή στιγμή κοσμικής κλίμακας. Οι Κινέζοι «Εθελοντές του Λαού», διασχίζοντας τον ποταμό Γιαλού μέσα στη νύχτα, δεν ήσαν απλώς στρατιώτες. Ήσαν οι κήρυκες της εισόδου της Κίνας στην ιστορία ως μεγάλης δύναμης για άλλη μια φορά. Με σοβιετικά όπλα και κινεζικό ανθρώπινο δυναμικό, το σοσιαλιστικό στρατόπεδο επέδειξε τεράστια ανθεκτικότητα στην ατλαντική επίθεση. Η Αμερική μπορούσε να διεκδικήσει τη νίκη, ωστόσο είχε εξαναγκαστεί σε ένα αιματηρό αδιέξοδο από δύο ανερχόμενους Ευρασιατικούς τιτάνες. Αυτή η διαλεκτική «σύντηξη» – Μόσχα, Πεκίνο, Πιονγιάνγκ – απεκάλυψε στο ιστορικό φώς την μεταπολεμική εμβρυϊκή γεωμετρία της Πολυπολικότητας.
Από γεωπολιτικής άποψης, ο Πόλεμος της Κορέας σηματοδότησε αντίστροφα την «κρυστάλλωση» του οράματος της Καρδιογαίας του μεγάλου γεωπολιτικού Χάλφορντ Μακίντερ. Η ατλαντική αυτοκρατορία είχε προωθήσει τα σύνορά της βαθιά στην Ανατολική Ασία, ωστόσο η αντίσταση των ηπειρωτικών δυνάμεων εμπόδισε αποτελεσματικά την ολοκληρωτική της κυριαρχία. Η Κορέα έγινε ο γεωπολιτικός στροφέας όπου συγκρούονταν η θαλάσσια και η χερσαία δύναμη. Οι στόλοι της Αμερικής κυριαρχούσαν σαφώς στα εγγύς ωκεάνεια ύδατα, αλλά τα βουνά και τα ποτάμια της χερσονήσου ανήκαν στους στρατούς της Ευρασίας. Η γραμμή ανακωχής, που χαράχθηκε κατά μήκος του 38ου παραλλήλου, συμβόλιζε τα όρια μεταξύ της θαλασσοκρατικής αυτοκρατορίας και της χερσαίας – τελλουροκρατικής κυριαρχίας, μεταξύ του «Καπιταλιστικού Λεβιάθαν» και του «Σοσιαλιστικού Βεεμώθ».
Για την Ουάσινγκτον, ο πόλεμος ήταν ταυτόχρονα νίκη και κατάρα. Η διατήρηση της Νότιας Κορέας απαιτούσε μόνιμη δέσμευση, μόνιμη φρουρά άρα και και μόνιμες δαπάνες. Για να διατηρήσει ένα περιφερειακό φυλάκιο, η αμερικανική «αυτοκρατορία» έπρεπε να δεσμευτεί για την εκεί αιώνια παρουσία της. Η νίκη δημιούργησε το πρότυπο ατελείωτων πολέμων: Το διεθνοπολιτικό και διπλωματικό θέσμιο να εξασφαλίζει το ένα προτεκτοράτο της μετά το άλλο, «τεντώνοντας» την εξουσία της στα άκρα, καθιστάμενη όλο και πιο αδύναμη. Έτσι, ο «θρίαμβος» της Κορέας υπήρξε ο σπόρος της όποιας «αυτοκρατορικής» εξάντλησης των ΗΠΑ, η ίδια λογική που αργότερα θα οδηγούσε στο Βιετνάμ, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Κάθε «νίκη» αλυσόδενε την Αμερική και την ατελή δήθεν «αυτοκρατορία» της πιο σφιχτά στο πεπρωμένο της, αυτό της υπερβολικής – εξωπραγματικής επέκτασης.
Για τη Μόσχα, ο πόλεμος επιβεβαίωσε μια βαθύτερη αλήθεια: Στην φύση και στην ιστορία, η Πολυπολικότητα δεν μπορεί να σβηστεί με κανένα τρόπο. Ακόμα και υπό το καθεστώς της ατομικής απειλής, ακόμα και όταν οι αμερικανικές δυνάμεις φαίνονταν αήττητες, το σοσιαλιστικό στρατόπεδο άντεξε. Η Σοβιετική Ένωση παρέμεινε άθικτη, η Κίνα ανέκαμψε και η Βόρεια Κορέα επέζησε. Ο πόλεμος έγινε μια ωμή και ψυχρή αλλά πανίσχυρη παραβολή: Η Αμερική μπορεί να κάψει πόλεις, μπορεί να διασκορπίσει στρατούς, αλλά δεν μπορεί να εξαλείψει την ιδέα της εθνικής κυριαρχίας που έχει τις ρίζες της στην ευρασιατική βούληση. Ο πόλεμος της Κορέας δεν ήταν τέλος. ήταν μια αρχή, η εναρκτήρια πράξη μιας μακράς, πολυσύνθετης και πολυεπίπεδης πολιτισμικής μονομαχίας.
Η ίδια η Βόρεια Κορέα έγινε ένα ζωντανό μνημείο αντιαμερικανικής αντίστασης. Βομβαρδισμένη, σε στάχτες, απομονωμένη και πολιορκημένη, παρόλα αυτά επέμεινε. Η επιβίωσή της ήταν από μόνη της μια διακήρυξη: Η ιμπεριαλιστική βία δεν μπορεί να εξαλείψει την αποφασισμένη ταυτότητα. Η αντοχή της Πιονγιάνγκ, σφυρηλατημένη στη φωτιά, ενσάρκωσε την Πολυπολική αρχή ότι ακόμη και το μικρότερο κράτος, όταν ευθυγραμμίζεται με ένα ανώτερο πεπρωμένο, μπορεί να αντισταθεί στον Λεβιάθαν της πλουτοκρατικής αδίστακτης αυτοκρατορίας.
Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αποκάλυψαν την ουσία τους ως ιμπεριαλιστικός Λεβιάθαν. Προφανώς δεν πολέμησαν για την ελευθερία της Κορέας, αλλά για τον έλεγχο της πύλης της Ασίας. Η λογική του πολέμου ήταν ο περιορισμός της Ενδοχώρας, της γεωπολιτικής Καρδιογαίας, η περικύκλωση της Ρωσίας και της Κίνας και η δημιουργία αλυσίδων από στρατιωτικές βάσεις που εκτείνονταν σε όλο τον Ειρηνικό. Η Κορέα έγινε το οχυρό τείχος της αμερικανικής θαλασσοκρατίας. Η «νίκη» των ΗΠΑ αφορούσε πολύ λιγότερο την Κορέα και περισσότερο την προβολή της αμερικανικής βούλησης στους ωκεανούς.
Η Πολυπολική αυτή ανάγνωση αποκαλύπτει την πνευματική εσχατολογική διάσταση αυτού του πολέμου. Η κορεατική σύγκρουση ήταν μια εκδήλωση της αιώνιας διαλεκτικής μεταξύ του θεϊκού Κατέχοντος και του Αντίχριστου της φιλελεύθερης νεωτερικότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επεδίωξαν τον ρόλο της παγκόσμιας αυτοκρατορίας, ανακηρύσσοντας τον εαυτό τους κριτή της ιστορίας, ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτουν τη φύση τους ως δόλιου διαλύτη ταυτοτήτων και διασπαστή εθνικών κυριαρχιών. Η Σοβιετική Ένωση, με την Κίνα στο πλευρό της, ανέλαβε αντανακλαστικά τον ρόλο του Κατέχοντος, του συγκρατούντος την παλίρροια της παγκόσμιας ομογενοποίησης. Η πολύπαθη Κορέα έγινε ο βωμός όπου το αίμα των μαχητών και των αμάχων καθαγίασε αυτόν τον τιτάνιο κοσμογονικόν αγώνα.
Κατά τις ιερές γραφές, ο Αντίχριστος, ένας χαρισματικός ηγέτης με ανθρωπιστικό προσωπείο και με σύνθημα την διασφάλιση της ειρήνης και της ευημερίας, εγκαθιστά μια παγκόσμια δικτατορία, υποσχόμενος να αποτρέψει τον Αρμαγεδδώνα, τον επικείμενο πυρηνικό όλεθρο. Προφανώς τα αγαθά της ειρήνης και της ευημερίας δεν είναι ασήμαντα καθ’ εαυτά. Το πρόβλημα έγκειται στο τίμημα που καλούνται οι λαοί να καταβάλουν γι’αυτά, την αποδοχή δηλαδή μιας παγκόσμιας δικτατορίας, συγκεκαλυμμένης δόλια ως αγαθοεργός υπερδημοκρατία.
Ένα πανίσχυρο παγκόσμιο – παγκοσμιοπιημένο φιλελεύθερο υπερκράτος που επιτηρεί στενά και διαρκώς τις ζωές των πολιτών με την χρήση της πιο προηγμένης τεχνολογίας συνιστά μια «τεχνοτυραννική» εκτροπή σε παγκόσμια κλίμακα. Στα πλαίσια αυτά ο κόσμος καλείται να γίνει ενιαίος και ασφυκτικά ελεγχόμενος και επιτηρούμενος ή …… να παραδοθεί στον αυταρχικό όλεθρο των …. εχθρών της «Δημοκρατίας».
Στην πορεία των λαών προς τους «εσχάτους καιρούς» υπεισέρχεται η έννοια του Κατέχοντος. Περί αυτού υφίσταται ένα αινιγματικό χωρίο που βρίσκεται στην Β’ προς Θεσσαλονικείς επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Στο χωρίο αυτό αναφέρεται το Κατέχον ή ο Κατέχων, που εμποδίζει το χάος και τις καταστροφές, καθώς και την εμφάνιση του Αντιχρίστου την οποία και συνεπάγονται αυτές οι καταστάσεις.
Την ουσιωδέστερη ερμηνεία έδωσε σε αυτό το αινιγματικό χωρίο ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος εταύτισε το Κατέχον με την αυτοκρατορική εξουσία και τον Κατέχοντα με τον Αυτοκράτορα, αναφερόμενος βέβαια στην εκχριστιανισμένη νέα Δεύτερη Ρώμη, στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας και υπήρξε Αρχιεπίσκοπος και Οικουμενικός Πατριάρχης.
Η όποια αποκωδικοποίηση των προφητικών συμβολισμών θολώνει και συγχέεται με δόλο όταν προκρίνεται η Ουάσιγκτον ως προνομιακή έδρα του Κατέχοντος, ως η Τρίτη Ρώμη, ούσα κατ΄ουσία η κατ΄εξοχή υποστηρήκτρια του Αντιχρίστου, η νέα Καρχηδών. Η εκ μέρους των ΗΠΑ προώθηση της Παγκοσμιοποίησης αποπειράται να υποκαταστήσει τα έθνη-κράτη, ενώ πολεμά τον Πολυπολικό Κόσμο που προωθούν η Ρωσία και η Κίνα. Αυτομάτως λοιπόν είναι επιεικώς, ανοησία ή δόλος να οριοθετείται ως πιθανότερος Κατέχων η Ουάσιγκτον, η πηγή αχαλίνωτου κερδοσκοπικού υλισμού.
Η σημερινή αποβιομηχανοποιημένη ιμπεριαλιστική Αμερική, προσδεδεμένη στο σιωνιστικό άρμα, παρασιτεί εις βάρος του πλανήτη με την μεσολάβηση του χρηματοπιστωτικού της συστήματος και του δολαρίου. Συνεπώς έχει απωλέσει κάθε πιθανότητα να αναδειχθεί ως ο νέος Κατέχων. Στην διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όταν εξήλθε νικήτρια από τον Ψυχρό Πόλεμο, προέκρινε την παγκόσμια κυριαρχία της μέσω των διαρκών ληστρικών πολέμων και της απάνθρωπης νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Η «μονοπολική στιγμή» της εποχής έμεινε ανεκμετάλλευτη. Η Ουάσιγκτον δεν συμπεριφέρθηκε ως ο Κατέχων, αλλά ως προπομπός του Αντιχρίστου.
Από τη σοβιετική οπτική γωνία, ο πόλεμος της Κορέας ήταν ταυτόχρονα μια ήττα και ένας θρίαμβος. Ήττα, στο ότι ο Νότος παρέμεινε αλυσοδεμένος στην Ουάσινγκτον. Θρίαμβος, στο ότι το σοσιαλιστικό μπλοκ επέζησε, επεκτάθηκε και τράβηξε την Κίνα στην τροχιά του. Η αμερικανική «αυτοκρατορία» είχε αποδειχθεί ισχυρή μεν, αλλά και θνητή. Οι νίκες της έφεραν μέσα τους μια κρυφή τοξίνη: Κάθε θρίαμβός της αυτομάτως υποσχόταν περαιτέρω δεσμεύσεις, ευρύτερες περιμέτρους άμυνας και ένα συνεχώς αυξανόμενο δίκτυο υποχρεώσεων που δεν θα μπορούσαν ποτέ να εκπληρωθούν πραγματικά. Αυτό που φαινόταν ως δύναμη σταδιακά μεταβλήθηκε και παγιώθηκε ως βάρος, δεσμεύοντας την αμερικανική αυτοκρατορία σε μια μόνιμη κατάσταση επαγρύπνησης, στην οποία κάθε επιτυχία δημιουργούσε νέα σύνορα προς φύλαξη και νέες συγκρούσεις προς διαχείριση. Οι ίδιοι οι θρίαμβοί της γέννησαν το Πολυπολικό μέλλον. Η Κορέα αποκάλυψε έτσι τα όρια της μονοπολικής φιλοδοξίας την ίδια στιγμή της φαινομενικής επιτυχίας της μονοπολικής αμερικανικής δύναμης.
Ο Πόλεμος της Κορέας μας διδάσκει ότι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός θριαμβεύει πάντα μέσω της βίας, όμως κάθε θρίαμβός του εμπεριέχει την καταδίκη του. Επιβάλλοντας τη θέλησή τους στην Κορέα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεσμεύτηκαν σε ατελείωτο πόλεμο. Αντιστεκόμενες, η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα άνοιξαν το δρόμο προς την Πολυπολικότητα. Η κορεατική χερσόνησος παραμένει διαιρεμένη, ωστόσο αυτή η ίδια η διαίρεση αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία: Η βουλιμική εταιρεία των Διεθνών Επικυριάρχων που παριστάνει την αυτοκρατορία αδυνατεί να ενοποιήσει τον κόσμο, δεν μπορεί να σβήσει την πολλαπλότητα των πολιτισμικών πόλων.
Η Πολυπολικότητα αντέχει και μέσω της επίμονης αντοχής της, το πεπρωμένο προχωρά !
Γλαύκος Ξανθόπουλος
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Η ιδεολογία της Βόρειας Κορέας βασίζεται κυρίως στο Juche («Τζούτσε»), είναι δε μια κρατικοκεντρική ιδεολογία που προωθεί την απόλυτη αυτάρκεια, την εθνική ανεξαρτησία και την απόλυτη πίστη στον ηγέτη. Ιδρύθηκε από τον Κιμ Ιλ-σουνγκ, συνδυάζοντας κομμουνιστικά στοιχεία με έντονο εθνικισμό και προσωπολατρία, ενώ συμπληρώνεται από την ιδεολογία Songun(«Σονγκούν» – «Πρώτα ο Στρατός»).
Θεμελιώδη Χαρακτηριστικά του Τζούτσε:
Τζούτσε (Juche): Σημαίνει γενικά «αυτάρκεια» ή ακριβέστερα «τοποθέτηση του εαυτού στο επίκεντρο». Προωθεί την αυτοδυναμία σε πολιτικό, οικονομικό και αμυντικό επίπεδο, απορρίπτοντας κάθε είδους εξάρτηση από ξένες δυνάμεις. Η λέξη επινοήθηκε το 1887 για να μεταφράσει την έννοια του «Υποκειμένου» – «Subjekt» στη γερμανική φιλοσοφία, (όπου υποκείμενο, σημαίνει «η οντότητα που αντιλαμβάνεται ή ενεργεί πάνω σε ένα αντικείμενο ή περιβάλλον»).
Το Τζούτσε ενσωματώνει τις ιδέες ιστορικού υλισμού του Μαρξισμού-Λενινισμού, αλλά δίνει επίσης έντονη έμφαση στην ανθρώπινη δράση, στον ρόλο της συνείδησης και στην πρωτοκαθεδρία της ιδεολογίας και της προπαγάνδας. Στην πολιτική, το Τζούτσε δίνει έμφαση στο έθνος-κράτος, την εθνική κυριαρχία και υπερασπίζεται σθεναρά τον ρόλο ενός κορυφαίου ατόμου-ηγέτη.
Σονγκούν (Songun – «Πρώτα ο Στρατός»): Η ιδεολογία που θέτει τον στρατό ως τον κύριο πυλώνα της κοινωνίας και της διακυβέρνησης, εξασφαλίζοντας την πίστη στο καθεστώς. Αποτελεί το πλαίσιο για την κυβέρνηση, σχεδιάζοντας τον στρατό ως «υπέρτατο αποθετήριο εξουσίας». Η κυβέρνηση δίνει στον Κορεατικό Λαϊκό Στρατό την ύψιστη οικονομική προτεραιότητα και απόλυτη προτεραιότητα στην κατανομή των πόρων, ενώ τον τοποθετεί ως μοντέλο προς μίμηση από την κοινωνία. Το Songun αντιπροσωπεύει την ιδεολογική έννοια πίσω από μια μετατόπιση των πολιτικών από το 1994, μετατόπιση η οποία δίνει καθολική έμφαση στον λαϊκό στρατό έναντι όλων των άλλων πτυχών του κράτους και της κοινωνίας.
Λατρεία του Ηγέτη: Η δυναστεία των κυβερνητών Κιμ (Κιμ Ιλ-σουνγκ, Κιμ Τζονγκ-ιλ, Κιμ Τζονγκ-ουν) παρουσιάζεται ως «θεόσταλτη», με τον ιδρυτή της να αναφέρεται ως «Αιώνιος Πρόεδρος».
Ροντόνγκ Σινμούν (Rodong Sinmun – Εφημερίδα της Εργασίας) : Η επίσημη ημερήσια κρατική εφημερίδα που χρησιμοποιείται για τη διάδοση της ιδεολογίας του κόμματος. Πρωτο εκδόθηκε το 1945 ως «Τσόνγκρο» – «Σωστός Δρόμος»
Κύριος Σκοπός: Η διατήρηση του απόλυτου ελέγχου του κράτους από το «Εργατικό Κόμμα της Κορέας» και η επιβίωση του καθεστώτος μέσω της διεθνούς απομόνωσης.
«Δέκα Αρχές για Μονο-Ιδεολογικό Σύστημα» : Eίναι ένα σύνολο δέκα αρχών και εξήντα πέντε προτάσεων που καθορίζουν πρότυπα για διακυβέρνηση και καθοδήγηση των συμπεριφορών του λαού. Ο Κιμ Ιλ-σουνγκ ανακοίνωσε τις αρχές στο κοινό σε μια ομιλία που πραγματοποιήθηκε στο «Ανώτατη Λαϊκή Συνέλευση» στις 16 Δεκεμβρίου 1967, με τίτλο «Ας Ενσωματώσουμε το Επαναστατικό Πνεύμα της Ανεξαρτησίας, της Αυτοσυντήρησης και της Αυτοάμυνας περισσότερο σε όλους τους κλάδους της Κρατικής Δραστηριότητας». Οι αρχές απέκτησαν επίσημο καθεστώς στο κόμμα το 1974. Οι Δέκα Αρχές έχουν αντικαταστήσει το Σύνταγμα της Βόρειας Κορέας και διατάγματα από το Εργατικό Κόμμα της Κορέας, και στην πράξη, χρησιμεύουν ως ο ανώτατος νόμος της χώρας. Γιά τελευταία φορά έχουν αναδιαμορφωθεί το 2013.
Η ιδεολογία αυτή ενστάλαξε επιτυχημένα στον βορειοκορεατικό λαό την αίσθηση ότι ζει σε έναν «Παράδεισο των Εργατών», παρά τις εκάστοτε σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, επικεντρώνοντας στην πνευματική πίστη στον ηγέτη και στην εθνική υπερηφάνεια