” βαρβάρων δ’ Ἕλληνας ἄρχειν εἰκός, ἀλλ’ οὐ βαρβάρους … Ἑλλήνων· τὸ μὲν γὰρ δοῦλον, οἱ δ’ ἐλεύθεροι” Ευριπίδης«Ιφιγένεια εν Αυλίδι»
Οι Έλληνες, αρχαίοι μας πρόγονοι, οι κυρίαρχοι της «Πόλεως» και πρόγονοι της λογικής, ξεχώρισαν από την υπόλοιπη ανθρωπότητα με μιαν υπερηφάνεια που έφτανε στα όρια της θεϊκής εντολής. Για αυτούς, ο «βάρβαρος» ήταν ένα πλάσμα του χάους και της κτηνώδους άγνοιας, αδάμαστο από τους νόμους της πόλεως και την πειθαρχία του «γυμνασίου». Ωστόσο, ακόμη και μέσα στην αυτοπεποίθησή τους για περιφρόνηση της κατωτερότητας, οι Έλληνες εκχυλίζοντας συναισθηματικά πρόδωσαν την υποκρισία τους. Κατηγόρησαν τον «βάρβαρο» για σκληρότητα, προδοσία και παραβίαση όρκων, ενώ όμως διέπραξαν παράλληλα και αυτοί τις ίδιες απαράδεκτες πράξεις με μια πονηριά που μπορούσε να κάνει τους ίδιους τους θεούς να αποστρέψουν το βλέμμα τους.
Αυτή η καθοριστική διάκριση Ελλήνων και βαρβάρων, που γεννήθηκε όχι από το αίμα αλλά από τον παράγωγό του πολιτισμό, ήταν το βαθύ θεμέλιο επάνω στο οποίο στηριγμένοι οι Έλληνες έβλεπαν τον κόσμο : Mια έντονη αντίθεση ανάμεσα στο φως του δικού τους πολιτισμού και στη σκιώδη ερημιά εκείνων που θεωρούσαν κατώτερους. Πριν η λέξη αποκτήσει την μετέπειτα σημασία του «α-πολίτι-στου και αξέστου, ήταν ηχοποίητη και απέδιδε πως άκουγαν οι πρόγονοί μας τους Πέρσες και Άραβες να μιλούν την άγνωστη για αυτούς γλώσσα τους, χρησιμοποιώντας συχνά το φώνημα μπαρ-μπαρ. Έτσι κλιμακωτά το μπαρ-μπαρ μετέπεσε σε βαρ-βαρ και εν τέλει οι τραχύφωνοι και δυσαρθρικοί, «ακατανόητοι» αλλόγλωσοι μη -Έλληνες ξένοι σημειώθηκαν ως βάρβαροι.
Από τον 5ον πΧ αιώνα και ύστερα, η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται σαφώς με χαρακτήρα απαξιωτικό και μειωτικό έναντι όλων εκείνων που δεν ήσαν Έλληνες, αποκτώντας πλέον μία σειρά από αρνητικές σημασίες, μπορούσε δε κατά περίπτωση να σημαίνει τον κτηνώδη, τον άνθρωπο που ρέπει προς την υποταγή, τον διανοητικά κατώτερο. Ήδη όμως στον αρχαϊκό εθνικό μας βάρδο Όμηρο (Ιλιάς Β, 867) υπάρχει η λέξη βαρβαρόφωνος που αναφέρεται στους Κάρες της Μικράς Ασίας («Νάστης αυ Καρών ηγήσατο βαρβαροφώνων»).
Βεβαίως οι Περσικοί Πόλεμοι κατέστησαν εντονότερη και πιο έκδηλη την ευρύτερη την διάσταση των χαρακτηριστικών Ελλήνων και βαρβάρων, την αντίθεση του ελληνικού ήθους προς το βαρβαρικό. Ο πρώτος που αναφέρεται στη διάθεση και τη στάση των Ελλήνων, σε αντιπαράθεση με εκείνη των βαρβάρων είναι ο μαραθωνομάχος Αισχύλος, ο οποίος αντιπαραθέτει το ελληνικό «μέτρον», την ελληνική «αρμονία» και την ελληνικήν «ελευθερία» προς την «αμετρία», τη «χλιδή» και τη «δουλοφροσύνη» των βαρβάρων, ενώ εξαίρει την «εσωτερική» αντίθεση της ελληνικής ανθρωπίνης «φύσεως» προς τη βαρβαρική και την αντίθεση του χαρακτήρα του ελληνικού λαού προς τους βαρβαρικούς.
Άλλωστε, αργότερα ο Ισοκράτης προτρέπει τον Μακεδόνα βασιλέα Φίλιππο τον Β΄να κυριεύσει τους βαρβάρους του Βορρά, που εκ φύσεως είναι «δουλικά γένη», ενώ ο μέγας Αριστοτέλης λέει πως οι Έλληνες «είναι πλασμένοι να άρχουν και οι Ασιάτες να άρχονται». Ο Μέγας Αλέξανδρος, ο υιός του Φιλίππου με την αναθηματική επιγραφή «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων», απέστειλε στην Αθήνα 300 περσικές πανοπλίες αφιέρωμα στον Παρθενώνα, ναό της Παλλάδας, παρουσιάζοντας τη νίκη του Γρανικού, ως νίκη των Πανελλήνων εναντίον των βαρβάρων της Ασίας.
Η ιστορική εξελικτική «ειρωνεία» της ελληνικής ταυτότητας έγκειται στην κατακερματισμένη προέλευσή της. Δεν συγκαταλέγονταν όλοι όσοι μιλούσαν την ελληνική γλώσσα στους αληθινούς Έλληνες στο αίμα. Επιλέον οι ελληνικές και άλλες ινδοευρωπαϊκές φυλές που προσκολλούνταν στα τραχιά υψίπεδα ή στα ανεξέλεγκτα σύνορα της ελληνικής επικράτειας, ανέγγιχτες από την εκλέπτυνση της ελληνικής αστικής ζωής, απορρίφθηκαν ως κάτι λίγο περισσότερο από βάρβαροι. Αυτά τα ανεξέλικτα και καθυστερημένα απομεινάρια της περασμένης αρχαϊκής εποχής των φυλετικών μετακινήσεων περιφρονούνταν για την έλλειψη δημόσιων χώρων συνάντησης, την εκούσια παρατεταμένη απουσία τους από τους ιερούς πανελλήνιους αγώνες και τη συνεχιζόμενη ύπαρξή τους ως τακτικοί επιδρομείς, λεηλάτες και συχνά περιπλανώμενοι.
Ακόμα και μέσα στο λίκνο του πολιτισμού τους, οι Έλληνες αναγνώριζαν τα απομεινάρια μιας εποχής που οι δικοί τους πρόγονοι είχαν ζήσει σε παρόμοια αθλιότητα, ωστόσο χλεύαζαν όσους δεν είχαν ξεπεράσει τέτοιες συνθήκες. Η περιφρόνησή τους οξύνθηκε από την πεποίθησή τους ότι ο Ελληνισμός είχε σφυρηλατηθεί σε αντίθεση με μια τέτοια βαρβαρότητα, ωε ένας θρίαμβος της κοσμικής αρμονίας και τάξης επί του χάους.
Στα ανατολικά του Ελληνισμού βρίσκονταν οι ασιατικές αυτοκρατορίες, απέραντες και αρχαίες, με τις γαίες τους λουσμένες στον πλούτο και τους ηγεμόνες τους καλυμμένους «από κορυφής έως ονύχων» με περισσή λαμπρότητα. Οι λαοί της Ασίας θεωρούνταν από τους προγόνους μας ως «φύσει» δουλοπρεπείς, δεσμευμένοι από την άκαμπτη κι ανυπέρβλητη κοινωνική τους διαστρωμάτωση και τον δεσποτισμό, με τις ψυχές τους συντεθλιμμένες κάτω από το βάρος των δικών τους παραδόσεων. Η γνώση τους για τον ουρανό και η κυριαρχία τους στις τέχνες ήταν μεν αναμφισβήτητη, αλλά αυτό μόνον ενέτεινε την αποστροφή των Ελλήνων καθιστώντας πιο ακατανόητη την καθυστέρησή τους στα βιωτικά δρώμενα.
Εδώ, σ’ αυτές τις χώρες υπήρχαν άνθρωποι που είχαν παραδώσει την ελευθερία τους για χάρη της τάξης, των οποίων οι ηγεμόνες στέκονταν ως ζωντανοί θεοί, αδιαμφισβήτητοι από τους υπηκόους τους. Οι Έλληνες, οι οποίοι απολάμβαναν την ατομική αριστεία και τιμούσαν απόλυτα τη σύγκρουση των ίσων, έβρισκαν μια τέτοια υποταγή αφόρητη, βλέποντάς την ως πραγματικό θάνατο του ανθρώπινου πνεύματος.
Στις χώρες του βορρά, όπου ο ουρανός ήταν τραχύς και το έδαφος ανένδοτο, οι Έλληνες συνάντησαν μια διαφορετική γενιά βαρβάρων. Οι Σκύθες και οι συγγενείς τους ήταν εκ φύσεως ατρόμητοι πολεμιστές, η δε ζωή τους ήταν μια ακατάσχετη ορμητική καταιγίδα κίνησης και αίματος. Ίππευαν σαν τον άνεμο και κτυπούσαν σαν αστραπή, η ελευθερία τους ήταν τόσο απεριόριστη όσο και οι στέπες που αποκαλούσαν σπίτι τους. Ωστόσο, αυτή η ελευθερία ήταν ένα αμφίστομο μαχαίρι. Για τους Έλληνες, η θαυμαστή ενότητα των Σκυθών, αποτέλεσμα σταθερών παραδόσεων και φυλετικής αφοσίωσης, ήταν η μεγαλύτερη δύναμή τους και συνάμα η μεγαλύτερη αδυναμία τους. Ήταν ένας λαός που ζούσε ως ένας άνθρωπος, ενεργώντας με την ενιαία αντίληψη και απόκριση ενός σμήνους. Αλλά μια τέτοια ακατάλυτη συνοχή είχε ένα κόστος, διότι δεν άφηνε κανέναν απολύτως χώρο για την ατομικότητα και την καινοτομία που όριζε το ελληνικό μεγαλείο.
Κεντρικό στοιχείο του ελληνικού πνεύματος ήταν ο «Αγών», ο αδιάκοπος αγώνας για την αριστεία («Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων») Από την άμμο της παλαιστικής κονίστρας μέχρι τις έντονες συζητήσεις των δημόσιων συναντήσεων, οι Έλληνες πρόγονοί μας προσπαθούσαν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον, να αποδείξουν ότι είναι όντως άξιοι στα μάτια των συνομηλίκων τους και των θεών τους. Αυτή η αγάπη για τον ανταγωνισμό τους ξεχώριζε από τους βαρβάρους, οι οποίοι έβλεπαν τη δύναμη μόνο στη συλλογικότητα. Ακόμα και οι θεοί του Ολύμπου επέδειξαν αυτό το χαρακτηριστικό στην αθάνατη ζωή τους, μια συνεχή μάχη θελήσεων και πνεύματος. Για τους Έλληνες, αυτός ο ατελείωτος αγώνας ήταν η κινητήρια δύναμη της ανελίξεως, της προόδου, το αμόνι όπου σφυρηλατούσαν τους ήρωες. Ήταν ένα χαρακτηριστικό που τους κατέστησε υπέροχα αξιοθαύμαστους και αβάσταχτα αφόρητους για όσους δεν συμμερίζονταν την ακούραστη και άμετρη φιλοδοξία τους.
Οι θεοί της Ελλάδας ήταν σχεδόν ακριβή υπερφυσικά αντίγραφα του λαού τους – όμορφοι, οξυδερκείς και έντονα μοναδικοί. Σε αντίθεση με τις θεότητες των βαρβάρων, οι οποίες ήσαν συχνά αποτρόπαια μείγματα ανθρώπου και ζώου, δεσμευμένοι από τελετουργίες και τυλιγμένοι σε μυστήριο, οι Ολύμπιοι Θεοί ήσαν συνάμα λαμπεροί, προσιτοί και ανθρώπινοι.
Μάλωναν και συνωμοτούσαν, αγαπούσαν και μισούσαν, ενσαρκώνοντας τα καλύτερα και τα χειρότερα της θνητής φύσης. Για τους προγόνους μας, αυτό ήταν απόδειξη της θεϊκής αλήθειας, μια απόδειξη της μοναδικής τους κατανόησης του κόσμου. Αντίθετα, οι βάρβαροι θεοί, με τις άκαμπτες ιεραρχίες τους και τους φοβισμένους λάτρεις τους, φαινόταν τελικά να συμβολίζουν την υποταγή και την άγνοια. Ακόμα και στο σεβασμό τους, στην ευλάβεια και την θεοσέβειά τους οι Έλληνες δεν μπορούσαν παρά να επιβεβαιώνουν πολύμορφα την ανωτερότητά τους.
Με την πάροδο του χρόνου, η εικόνα του βαρβάρου εξελίχθηκε στην ελληνική σκέψη, αποτελώντας μια περιφρονητική καρικατούρα όλων όσων περιφρονούσαν οι Έλληνες. Οι ευγενείς Τρώες του Ομήρου, που κάποτε απεικονίζονταν ως ίσοι με τους Αχαιούς, έδωσαν τη θέση τους στα ωμά στερεότυπα του Ευριπίδη, ο οποίος έπαιζε με τις προκαταλήψεις του κοινού του με απεικονίσεις δειλίας και δουλοπρέπειας. Αυτή η μετατόπιση έδειξε την αυξανόμενη απομόνωση των Ελλήνων, την πεποίθησή τους ότι αυτοί και μόνοι κρατούσαν την δάδα του πολιτισμού σε έναν κόσμο σκότους. Ωστόσον, ακόμη και όταν χλεύαζαν τους βαρβάρους, φοβόντουσαν τη δική τους παρακμή, τρέμοντας την πιθανότητα ο πολιτισμός τους να μολυνθεί ή να ξεπεραστεί από τις ξένες επιρροές.
Οι Περσικοί Πόλεμοι σηματοδότησαν την απόλυτη κορύφωση, το «ζενίθ» του χάσματος μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων, μια σύγκρουση πολιτισμών που καθόρισε μιαν εποχή. Στις νίκες τους στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα, οι Έλληνες είδαν τον θρίαμβο της ελευθερίας επί της τυραννίας, του προσώπου επί της συλλογικότητας. Ωστόσο, οι πόλεμοι αποκάλυψαν επίσης την ευθραυστότητα της ελληνικής ενότητας, καθώς οι πόλεις-κράτη διαπληκτίζονταν και συνωμοτούσαν με εχθρότητα μεταξύ τους, ακόμη και μπροστά στην ενδεχόμενη εξόντωση από τον εθνικό βάρβαρο εχθρό. Η σύγκρουση με την Περσία έγινε σύμβολο της ελληνικής ταυτότητας, μια υπενθύμιση της κοινής τους κληρονομιάς και του καθήκοντός τους να την υπερασπιστούν. Αλλά καθώς οι γενιές περνούσαν, αυτή η ενότητα διαλύθηκε κλιμακωτά, αφήνοντας τους Έλληνες τρωτούς κι ευάλωτους στις ίδιες δυνάμεις που κάποτε είχαν αψηφήσει. Στη διεθνή συναφή βιβλιογραφία υπάρχουν σημαντικές δημοσιευμένες μελέτες που ασχολούνται με το δίπολο Έλληνες-βάρβαροι ως μέρος της ευρύτερης διάκρισης και σύνδεσης μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Βεβαίως η πλειοψηφία των δημοσιεύσεων αυτών επικεντρώνεται κυρίως στον 5ο π.Χ. αιώνα και στους Περσικούς πολέμους, οι οποίοι διαμόρφωσαν τη σχέση Ελλήνων και Περσών. Στη συνείδηση των αρχαίων προγόνων μας, ως ο μέγιστος υπαρξιακός εθνικός κίνδυνος που εβίωσαν, οι Πέρσες θεωρούνταν οι κατεξοχήν βάρβαροι.
Με τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, οι παλαιές διακρίσεις μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων Περσών άρχισαν σιγά – σιγά να «θολώνουν». Οι πολιτισμοί της Ανατολής, που για καιρό απορρίπτονταν ως κατώτεροι, θεωρούνταν πλέον πηγές σοφίας και δύναμης. Οι Έλληνες φιλόσοφοι μελέτησαν τα μυστήρια της Αιγύπτου, ενώ οι βασιλείς της Ανατολής υιοθέτησαν τη γλώσσα και τα έθιμα της Ελλάδας. Τα όρια που κάποτε φαίνονταν τόσο ξεκάθαρα τώρα επισκιάστηκαν, καθώς ο κόσμος μίκραινε και η ανταλλαγή ιδεών και παραδόσεων γινόταν αναπόφευκτη. Αυτή ήταν μια εποχή μεταμόρφωσης, μια ανάμειξη πολιτισμών που θα διαμόρφωνε το μέλλον με τρόπους που ούτε οι Έλληνες δεν μπορούσαν να είχαν προβλέψει.
Στο λυκόφως τους, οι Έλληνες έστρεψαν το βλέμμα τους προς τα έξω, αναζητώντας στους βαρβάρους τις αρετές που είχαν χάσει. Η τραχιά απλότητα των βόρειων φυλών καθώς και το πελώριο πνευματικό βάθος της Ανατολής έγιναν αντικείμενα θαυμασμού για έναν λαό βαθιά απογοητευμένο από την παρακμή του. Ωστόσο, αυτή η ύστερη, κατοπινή εξιδανίκευση του βαρβάρου ήταν μια μαγαλόπνοη ελληνική φαντασίωση όσο και η προηγούμενη υποτίμησή του. Σηματοδοτούσε μια πηγαία λαχτάρα για ένα παρελθόν που δεν είχε ποτέ υπάρξει πραγματικά, μια επιθυμία να ανακτήσουν την αρχέγονη δύναμη και την αγνότητα που πίστευαν ότι κάποτε κατείχαν, όταν εισέδυσαν στο νοτιότερο τμήμα της βαλκανικής χερσονήσου και στην Μικρασία, κι απλώθηκαν στις παρευξείνιες ξηρές και στα παράλια της Μεσογείου. Τελικά, ο βάρβαρος ήταν ένας ψυχοπνευματικός «καθρέφτης», που δεν αντανακλούσε την αλήθεια του Έλληνα ως «αντικείμενου άλλου», αλλά απέδιδα προβλητικά την απέχθεια, τους φόβους και τις ελπίδες των ίδιων των Ελλήνων, απέναντι στους μη – Έλληνες ξένους.
Ιάκωβος Ναυκλήρου