«Οι Γερμανοί Ρομαντικοί έπρεπε να καταστρέψουν τους ίδιους προμαχώνες που καταστρέφουμε κι εμείς. Λογοκεντρισμό και ιδεαλισμό, θεολογία, όλα τα υποστηρίγματα της καταπιεστικής κοινωνίας.»
Kathy Acker, «Η Αυτοκρατορία των Αναίσθητων»
ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΗ ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΣΤΙΚΗ ΕΥΔΥΣΜΟΡΦΙΑ
Η «Μετανεωτερική Επανάσταση» αναφέρεται στην πολιτισμική και φιλοσοφική μετατόπιση που αμφισβήτησε και απέρριψε τις βασικές αρχές της Νεωτερικότητας, του Μοντερνισμού, ξεκινώντας γύρω στα μέσα του 20ου αιώνα και εδραιώνοντας την παρουσία της στη δεκαετία του 1970. Αυτή η «επανάσταση» δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά ένα ευρύ κίνημα στην τέχνη, στη λογοτεχνία, στη φιλοσοφία και στην αρχιτεκτονική, που χαρακτηριζόταν από σκεπτικισμό απέναντι στις μεγάλες, καθολικές αλήθειες, μια κριτική της λογικής και θόλωση των διακρίσεων μεταξύ «υψηλής» και «χαμηλής» κουλτούρας. Ήταν μια αντίδραση στον «νεωτερικό ιδεαλισμό» και στην πίστη της Νεωτερικότητας στην πρόοδο, υιοθετώντας αντ’ αυτής την πολυπλοκότητα, την ειρωνεία και την αστάθεια του νοήματος.
Απόρριψη καθολικών αληθειών: Ο μεταμοντερνισμός αμφισβητεί την νεωτεριστική πίστη σε αντικειμενικές, καθολικές αλήθειες που θα μπορούσαν να ανακαλυφθούν μέσω της λογικής ή της επιστήμης. Κριτική των μεγάλων αφηγήσεων: Είναι βαθιά σκεπτικός απέναντι στις «μεγάλες αφηγήσεις» ή στις γενικές εξηγήσεις για την ιστορία και την κοινωνία, όπως ο μαρξισμός ή ο φιλελευθερισμός, θεωρώντας τις ως εργαλεία εξουσίας και όχι ως αντικειμενικές αλήθειες. Αποδόμηση της πραγματικότητας: Αμφισβητεί την ιδέα ότι η πραγματικότητα μπορεί να αναπαρασταθεί αντικειμενικά, με έμφαση στον τρόπο με τον οποίον η πραγματικότητα κατασκευάζεται κοινωνικά. Ανάλυση της υψηλής/χαμηλής κουλτούρας: Ο μεταμοντερνισμός απορρίπτει την αυστηρή διαίρεση μεταξύ «υψηλής τέχνης» και λαϊκής κουλτούρας, οδηγώντας στην ενσωμάτωση εμπορικής και λαϊκής εικόνας στις καλές τέχνες. Εστίαση στο ύφος/στυλ, στην ειρωνεία και στο παιχνίδι: Ο μεταμοντερνισμός είναι γνωστός για το ειρωνικό του παιχνίδι με τα στυλ, την αυτογνωσία για το πώς κατασκευάζονται τα στυλ και ένα μείγμα θεατρικού και θεωρητικού. Νοοτροπία «Όλα επιτρέπονται»: Στην τέχνη, οδήγησε στην πεποίθηση ότι οποιοδήποτε υλικό ή διαδικασία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία τέχνης και ότι η ιδέα πίσω από το έργο ήταν συχνά πιο σημαντική από το ίδιο το τελικό αντικείμενο. [Η φράση «Anything goes» σημαίνει ότι «όλα επιτρέπονται» ή «δεν υπάρχει τίποτα απαγορευμένο» και χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση όπου οι κανόνες και οι περιορισμοί είναι χαλαροί ή ανύπαρκτοι]. Τέχνη: Η ποπ αρτ, η εννοιολογική τέχνη και μεταγενέστερα κινήματα όπως ο νεοεξπρεσιονισμός και οι «Νέοι Βρετανοί Καλλιτέχνες» θεωρούνται μέρος του μεταμοντερνισμού, καταρρίπτοντας τις παραδοσιακές καλλιτεχνικές ιεραρχίες και μεθόδους. Αρχιτεκτονική: Το «στυλ αμπελώνα» της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, με την ορχήστρα στο κέντρο και το κοινό γύρω της, και κτίρια όπως η οστρακόμοεφη Όπερα του Σίδνεϊ, θεωρούνται ότι «σπάνε» την μηχανιστική αυστηρότητα της νεωτερικής αρχιτεκτονικής. Φιλοσοφία: Συνδέεται στενά με τον μεταδομισμό, όπου φιλόσοφοι όπως ο Ζακ Ντεριντά αποδόμησαν πολιτιστικές και λογοτεχνικές δομές για να αποκαλύψουν την τεχνητή πλαστότητά τους.
Η Κάθι Άκερ (Kathy Acker) ήταν Αμερικανοεβραία πειραματική μυθιστοριογράφος, ποιήτρια, θεατρική συγγραφέας, δοκιμιογράφος, κριτικός, καλλιτέχνης περφόρμανς και μεταμοντέρνα συγγραφέας είναι μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ’70 και του ’80 εχρησιμοποίησε το εξαιρετικά κοφτερό και ευρηματικό της μυαλό, στην προσπάθειά της να πειραματιστεί με λογοτεχνικά είδη, όπως η μυθοπλασία, η ποίηση, τα θεατρικά έργα, ο προφορικός λόγος και η «περφόρμανς» [εκτέλεση μιας δράσης ζωντανά, συχνά σε δημόσιο χώρο, με σκοπό την έκφραση ιδεών και συναισθημάτων μέσω της ίδιας της πράξης]. Έγινε γνωστή για την ιδιότυπη και παραβατική της γραφή που αντιμετώπιζε περίπλοκα θέματα όπως τα παιδικά τραύματα, η σεξουαλικότητα, η γλώσσα, η ταυτότητα και η επανάσταση. Η Άκερ γεννήθηκε το 1947 στην Νέα Υόρκη και πέθανε το Νοέμβριο του 1997 στην Τιχουάνα του Μεξικού.
Συχνά αποκαλείται «λογοτεχνική κόρη του William Burroughs» είτε «κληρονόμος του θρόνου της πρωτοποριακής πεζογραφίας». Η Άκερ έχει προβεί επανειλημμένα σε ξεκάθαρα λογοκλοπή σπουδαίων έργων, μεταξύ των οποίων ο «Δον Κιχώτης» και οι «Μεγάλες Προσδοκίες», κινούμενη ανάμεσα στη σκόπιμα «κακή» γραφή και στη φαντασία ως λογοτεχνικό είδος.
Η ευγενική και γοητευτική Άκερ υπήρξε μια πολύ μορφωμένη γυναίκα από πολύ πλούσια εβραϊκή οικογένεια, είχε τρελό πάθος με …. την άρση βαρών και ήταν «κατάστικτη», γεμάτη τατουάζ – όλα αυτά ήταν στοιχεία που συνέθεταν το ιδιότυπο και μοναδικό της σαγηνευτικό στιλ, έντονα επηρεασμένο και από την …. αντιαισθητική «queer αισθητική». Σε επίπεδο προσωπικής ζωής αυτή η «κλεψίτυπη παραμυθού» έμεινε γνωστή ως …. «σεξουαλικά φιλελεύθερη», ενώ απολάμβανε τις τρικυμιώδεις, τόσον εφήμερες όσο και μακροχρόνιες σχέσεις.
Κατά την δεκαετία του 1970, η Άκερ εισέβαλε στα σαλόνια. αλλά και στα καταγώγια της ανδροκρατούμενης αγγλόφωνης λογοτεχνίας και τα πλημμύρισε όλα με συντρίμμια. Επί δύο και πλέον δεκαετίες άσκησε ασταμάτητα τις τέχνες της (σωματικής) γραφής, της παραπλάνησης και της λογοκλοπής. Οικειοποιήθηκε πάμπολλους ετερόκλητους μύθους για να χτίσει τη δική της προσωπική μυθολογία, έζησε μια πραγματικά μυθιστορηματική ζωή και έγραψε μερικά από τα πιο ριζοσπαστικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα. Τα γραπτά της είναι ένα εκρηκτικό μείγμα φιλοσοφίας, μυθοπλασίας, αυτομυθολόγησης, πορνογραφίας, και πολιτικής καταγγελίας. Η Άκερ δεν έγραφε ποτέ για να ευχαριστήσει κάποιους, έγραφε για να προκαλέσει όλους, να διαλύσει βεβαιότητες, να ξεσκεπάσει την κοινωνική υποκρισία, να «επανεφεύρει» την γλώσσα. Προκλητικά αντισυμβατική, πανκ, …. μποντιμπίλντερ, λοξόφυλο αγρίμι, ιέρεια της αντικουλτούρας και αναρχική πειρατής – κατά δήλωσή της «πορνο-τρομοκράτισσα», αμφισβήτησε κάθε είδους κανόνα -αφηγηματικό, ηθικό, κοινωνικό και κάθε ομαδική σύμβαση. Πυρπόλησε τα όρια ανάμεσα στο σώμα και το κείμενο, την λογοτεχνία και την εξέγερση, το φανταστικό και το πραγματικό, αφήνοντας πίσω της ένα έργο σαν πραγματικό πνευματικό …. ναρκοπέδιο.
Βαφτισμένος στην περιφέρεια Γκόρκι ως «Έντουαρντ Βενιαμίνοβιτς Σαβένκο», ο Ρώσος συγγραφέας Έντουαρντ Βενιαμίνοβιτς Λιμόνοφ (Эдуард Вениаминович Лимонов, 1943–2020), πολιτικός και πανκ (με αυτή τη σειρά δραστηριότητας) υιοθέτησε το μυθιστορηματικό πατρώνυμο «Λιμόνοφ» την εποχή που ζούσε την εξορία του στη Νέα Υόρκη στη δεκαετία του 1970, ένα όνομα που θυμίζει τόσο την ξινή γεύση των εσπεριδοειδών όσο και την εκρηκτικότητα μιας αμυντικής χειροβομβίδας κατακερματισμού F-1 (Fugasnyy 1), καθώς «λιμόνκα» είναι η σοβιετική αργκό για αυτό το όπλο, λόγω του «εσπεριδοειδούς» σχήματός της.
Ο Έντουαρντ Λιμόνοφ τότε – ένα κατάλληλο ψευδώνυμο για έναν αντιφρονούντα ποιητή που έφτασε στη Νέα Υόρκη του 1974, στο «Μεγάλο Μήλο», μια μητρόπολη των γκράφιτι και των συχνών μεγάλων κτηριακών πυρκαγιών, των συχνών διακοπών ρεύματος και συσκοτίσεων, αλλά και των κατά συρροή δολοφόνων. Αυτή ήταν η «πόλη που δεν κοιμάται ποτέ», έδρα μουσικών καταστημάτων όπως το CBGB («Country, Bluegrass, Blues») και το Mudd Club στο Μανχάταν, των συγκροτημάτων New York Dolls και των Talking Heads, το διαβόητο μουσικό πολ-θέατρο «Factory» του έκφυλου καλλιτέχνη Andy Warhol Factory και το κέντρο διασκέδασης «Studio 54», των αναδιαμορφωμένων «πικάπ ηχητικής μείξης» του Μπρονξ και του χορού hip-hop / breakdance, καθώς και του Ντέιβιντ Ρίτσαρντ Μπέρκοβιτς, του κατ’ εξακολούθηση δολοφόνου γνωστού ως «Γιός του Σαμ».
Προφανώς υπήρχαν ελευθερίες που ήσαν δυνατές στη Νέα Υόρκη και δεν υπήρχαν στο Λένινγκραντ, όπου η παραβατικότητα του κέντρου της πόλης φυσικά τον γοήτευε. Η τριλογία του Λιμόνοφ, που αποτελείται από ελαφρώς μυθοπλαστικά μυθιστορήματα γραμμένα στα ρωσικά [το ημιπορνογραφικό και ομοφιλόφυλο «Είμαι εγώ, ο Έντι» * («Это я — Эдичка») (Παρίσι, 1979), το αυτοβιογραφικό «Απομνημονεύματα ενός Ρώσου Πανκ» (Ρωσικά «Подросток Савенко» – «Ενήλικας Σαβένκο») (Παρίσι 1983) και «Η ιστορία του μπάτλερ του» («История его слуги») (αγγλική έκδοση Νέα Υόρκη, «Grove Press», 1987)], αποτυπώνουν το «στερέωμα» των καλλιτεχνικών δημιουργών της πολυεθνικής πόλης, της καρδιάς του παρακμιακού «αμερικανικού τρόπου ζωής».
[* Ο εθνικιστής ηγέτης του κινήματος της «Ρωσικής Εθνικής Ενότητας», Αλεξάντερ Πέτροβιτς Μπαρκασόφ ανέφερε σε δημοσιογράφο της κομμουνιστικής Komsomolskaya Pravda σχετικά με τον Λιμόνοφ, την παροιμιώδη στους εθνικιστικούς κύκλους φράση του : «Αν ο αρχηγός είναι παιδεραστής, θα προδώσει την πατρίδα !» («Если лидер педерат, то он родину продаст!»)]
Στο «Είμαι εγώ, ο Έντι» ο… τότε Λιμόνοφ γράφει: «Και αυτός ο κόσμος χρειάζεται αγάπη, ο κόσμος ουρλιάζει για αγάπη.Βλέπω ότι ο κόσμος δεν χρειάζεται εθνική αυτοδιάθεση, ούτε κυβερνήσεις αυτού ή εκείνου του ατόμου, αλλά μόνον η αγάπη των ανθρώπων, του ενός για τον άλλον είναι απαραίτητη για να ζήσουμε όλοι». Αυτή η θέση ήταν μια ανώριμη, επιπόλαια φιλάνθρωπη και ιδεαλιστική δέσμευση για τον ποιητή που πήρε το όνομά του από μια ……χειροβομβίδα, ήταν μια φευγαλέα και άδεια δέσμευση που δεν θα διαρκούσε.
Ως αντιφρονών στην Σοβιετία, ο Λιμόνοφ δεν έβρισκε τη Νέα Υόρκη ως έναν παράδεισο μεταναστών, αλλά μάλλον μιαν αδίστακτη πόλη όπου οι κοσμικοί της Άνω Δυτικής Πλευράς ήσαν τόσο μισάνθρωπα δυσαρεστημένοι και ψυχολογικά ατροφικοί, όσο και τα «αποξηραμένα» μέλη του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ. Παρόλα αυτά, υπήρχε ποικιλόμορφη έξαψη και έκσταση σε αυτούς τους πολύκοσμους ή ημιέρημους δρόμους.
«Η ψυχή και το σώμα μου είναι διαθέσιμα σε όλους», λέει ο ήρωας Έντιτσκα («ο μικρός Έντι») στο πρώτο μυθιστόρημα. «Θα πάω μαζί σου όπου θέλω, στις σκοτεινές γειτονιές της Δυτικής Πλευράς ή στα πολυτελή διαμερίσματα της Λεωφόρου Παρκ. …. θα σε χαϊδέψω με όλα μου τα χέρια…. Θα πετύχω τον οργασμό σου», λέει με ατάραχο ύφος κριτικής «εγκατάλειψης» και αφηγηματικής ψυχρότητας, σαν τον μεγάλο δημιουργό Γουόλτερ – «Γουόλτ» Γουίτμαν στα «Φύλλα χλόης».
Σε κάποιο άλλο σύμπαν – κατοπτρικό είδωλο του δικού μας, ο Λιμόνοφ με τα κυκλικά γυαλιά του με συρμάτινο σκελετό, τα άσπρα μαλλιά του προς τα πίσω και το μικρό του μούσι αλά …. Τρότσκι θα διδάσκονταν μαζί με τα «πανκ» έργα της Κάθι Άκερ και του αγαπημένου του τραγουδιστή, ποιητή, στιχουργού, κιθαρίστα και συγγραφέα «Ρίτσαρντ Χελ» (Ρίτσαρντ Λέστερ Μέγιερς). Με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, επέστρεψε στη Ρωσία το 1991. Την Πρωτομαγιά του 1993 ίδρυσε το «Εθνικό Μπολσεβίκικο Κόμμα», αποκόπτοντας τη σβάστικα από τον λευκό κύκλο στο κέντρο της σημαίας του Τρίτου Ράιχ και αντικαθιστώντας την με ένα σφυροδρέπανο. Αυτή η νέα ιδεολογία που επαγγέλθηκε ήταν μία πολιτικοϊδεολγική ένωση άκρας αριστεράς και άκρας δεξιάς, κόκκινου και φαιού, κομμουνισμού και φασισμού.
Ένα χρόνο νωρίτερα, επισκέφθηκε τον Σέρβο εθνικιστή ηγέτη (και αργότερα καταδικασμένο ως εγκληματία πολέμου) ψυχίατρο Ράντοβαν Κάρατζιτς και το είδαμε να πυροβολεί αρκετές φορές στο Σεράγεβο, ενώ χαμογελούσε στις κάμερες. Το σύνθημα που έγραψε ο Λιμόνοφ για τους Εθνικομπολσεβίκους ήταν «Ναι, Θάνατος!». Βέβαια ούτε ο ίδιος, ούτε οι ακόλουθοί του κατενόησαν πως η παράβαση δεν ισοδυναμεί πάντα αναγκαστικά με την υπέρβαση και η ελευθερία δεν βρίσκεται πάντα στον «ελευθέριο» ακόλαστο αμφισβητία.
Στη Νέα Υόρκη ήταν στενός φίλος του αλκοολικού και ναρκομανούς, ομοφιλόφυλου διάσημου μυθιστοριογράφου, σεναριογράφου και ηθοποιού Τρούμαν Στρέκφους Πέρσονς (Truman Streckfus Persons), γνωστού με το ψευδώνυμο Τρούμαν Γκαρσία Καπότε (Truman Garcia Capote, 1924-1984), καθώς και του Αμερικανοεβραίου ιδρυτή και ιδιοκτήτη του διαβόητου Studio 54, Στιβ Ρούμπελ (Steve Rubell, 1943-1989). Όμως στη Μόσχα ήταν φίλος με τον εβραϊκής καταγωγής και αντισιωνιστή παραδοσιακό υπερσυντηρητικό βουλευτή Βλαντιμίρ Βόλφοβιτς Ζιρινόφσκι (Владимир Вольфович Жириновский, 1946-2022) αρχηγό του «Φιλελευθερου Δημοκρατικού Κόμματος» και με τον εθνικιστή φιλόσοφο Αλεξάντερ Γκέλιεβιτς Ντούγκιν (Александр Гельевич Дугин), τον αποκαλούμενο στη Δύση και «Ρασπούτιν του Πούτιν». Στη Μόσχα ο «αναγεννημένος» Λιμόνοφ ετόνιζε εμφατικά ότι : «Η Ρωσία είναι τα πάντα, τα υπόλοιπα είναι τίποτα!».
Ο ρόλος ενός τέτοιου ταλαντούχου, αφοσιωμένου και ξεχωριστού – μεθοριακού ανθρώπου πρέπει να εξεταστεί πολύ προσεκτικά, όταν ο ίδιος αυτός συγγραφέας και ακτιβιστής αφιέρωσε όλες του τις ενέργειες σε κάτι τόσο απραγματοποίητο και φαντασιακό. Οι Εθνικομπολσεβίκοι, γνωστοί ως «Νάζμπολ», που συνίδρυσε με τον Ντούγκιν, αν και αργότερα απαγορεύτηκαν από το Κρεμλίνο, ήταν αυτό που ο βιογράφος του, Γάλλος συγγραφέας, σκηνοθέτης, και σεναριογράφος Εμανουέλ Καρέρ (Emmanuel Carrère) περιέγραψε ως τη «μοναδική ρωσική αντικουλτούρα» της μεταψυχροπολεμικής περιόδου.
Αλλά μια «αντικουλτούρα», μία αντικοινωνική ή και αντικαθεστωτική κοσμοθεωρητική και ιδεολικοπολιτική καλλιέργεια δεν χρειάζεται , φυσικά, να είναι ένα κάποιο πολυχρηστικό και φιλάνθρωπο αγαθό χωρίς περιθώρια. Η ανατροπή είναι από μόνη της μια ουδέτερη αξία, το ερώτημα πάντα είναι «τι ανατρέπεται ;». Μήπως το αποτέλεσμα είναι τελικά μία στυλιστικά εντυπωσιακή «μυστική αστυνομία με καστόρινα/σουέτ τζιν» για την οποία προειδοποίησε ξεκάθαρα ο Αμερικανός τραγουδιστής και αριστερός πολιτικός ακτιβιστής Jello Biafra (Eric Reed Boucher) στο σιβυλλικό «California Über Alles», ένα τραγούδι του αμερικανικού Punk συγκροτήματος «Dead Kennedys». Που έγραψε ο ίδιος το 1979. Αν και είμαι βέβαιη ότι δεν κατάλαβαν όλοι το νόημα του «California Über Alles» Η δημιουργία ενός ηχοθαλάμου όπου οι άνθρωποι συνεχώς σηματοδοτούν (εικονικά) και ψέλνουν χορωδιακά πόσο μισούν τους εγκληματίες Ναζί είναι επιεικώς εξαιρετικά άκομψη. Το να γκρινιάζεις πώς δεν μπορείς να είσαι δημοκράτης, αναρχικός, αριστερός, ….πανκ αν δεν ακολουθείς ένα πολύ συγκεκριμένο δόγμα, τότε το πράγμα είναι πιο θλιβερό και ακόμα χειρότερο. Όποιος μοιράζεται διαφορετική άποψη καταψηφίζεται μέχρι θανάτου και δέχεται επίθεση. Τι υποτίθεται ότι επιτυγχάνεται με αυτό;
Εξετάζοντας την ιστορία του πανκ-ροκ διαπιστώνουμε πως είχε να κάνει με την ελευθερία της έκφρασης, σίγουρα δε υπήρχαν μερικά καταπληκτικά προχωρημένα πολιτικά συγκροτήματα όπως οι αριστεριστές «The Clash» και οι αναρχικοί – ειρηνιστές «Crass». Υπήρχαν επίσης μερικά καταπληκτικά απολίτικα συγκροτήματα όπως οι «The Vodiods» και οι «Stooges». Να ένα βρώμικο μυστικό που είμαι σίγουρη ότι δεν γνωρίζουν οι «πολιτικοποιημένοι» και «κοινωνικά» ενεργοί …antifa άνθρωποι. Μάλιστα, μια ομάδα πρώιμων πανκ στις παλαιότερες γενιές φορούσαν ναζιστικά σύμβολα (Sid Vicious, Dee Dee Ramone και Siouxsie Sioux).
Πρέπει να θυμόμστε πως η ελευθερία του λόγου έχει πραγματική σημασία μόνον όταν τολμάτε να διαφωνείτε με αυτά που λέγονται από τους πολλούς και η γνώση και η κατανόηση μπορούν να επιτευχθούν μόνον ακούγοντας και αλληλεπιδρώντας με ανθρώπους που έχουν διαφορετικές απόψεις από τις δικές σας.
Με την ραγδαία ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας, οι κοινωνίες αναδιαμορφώθηκαν ώστε να ζουν «εδώ-και-τώρα», να αδιαφορούν για οτιδήποτε μπορεί να έχει σημασία για την ιστορία του κόσμου. Φαινόμενα όπως ο λυσσαλέος καταναλωτισμός, η τηλεμανία, η ποπ κουλτούρα προέκυψαν σ’ αυτό το διάστημα και αφορούσαν το απλό, το καθημερινό, το ανώδυνο, το ελαφρύ, το μερικό, το «ήσσονος σημασίας». Με ένα «αξίωμα» που ταυτόχρονα αποτελεί και διαρκές ευχολόγιο : «Να περνάμε καλά !». Αυτά είναι φαινόμενα του αμερικανικού μεταψυχροπολεμικού ψευδο -πολιτισμού της εικόνας, που ενδιαφέρεται μόνο για την επιφανειακή μορφή που έχουν τα πράγματα, εύπεπτη, χαλαρή και γρήγορη, χωρίς να χρειάζεται να έρθει σε επαφή με το νόημά τους, δίχως βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι το νόημα δεν υπάρχει και δεν λειτουργεί.
Ο Λιμόνοφ υπήρξε ένας ανέστιος, περιπλανώμενος χίπστερ, δηλαδή ένας άνθρωπος εκκεντρικός χωρίς να είναι καλλιτεχνικός, που δεν είχε καμία πεποίθηση, πολιτική, θρησκευτική ή άλλη, που απέφευγε τις συναισθηματικές εξάρσεις. Διαθέσιμος, αγοραίος…. Ένας κραυγαλέος άνθρωπος χωρίς κανένα περιεχόμενο, χωρίς καμία άποψη, με μοναδικό χαρακτηριστικό την επιδερμική του ενασχόληση με τα επιβιωτικά μικροπράγματα, τα οποία δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου να εξηγήσει αισθητικά, κοινωνικά ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Κατόπιν άρχισε να τροποποιείται, να «μεταστοιχειώνεται». Εξωτερικά και κατόπιν εσωτερικότερα.
Η λειτουργική διάθεση του μετεξελισσόμενου χίπστερ Λιμόνοφ έγινε το χαμόγελο και ο χλευασμός, τα βασικά στοιχεία του σύγχρονου αστείου και υφέρποντος ακούσιου «φασισμού» Αν και αυτοπροσδιοριζόταν ως αντιφρονών του τότε νεαρού ηγέτη Πούτιν, ο Λιμόνοφ οραματιζόταν τον Πούτιν πριν από τον Πούτιν. Τον μεγάλο πολιτικό αντίπαλο της Δύσης, του Καθεστώτος των Διεθνών Επικυριάρχων. Αυτόν που περιγράφει ως «μοναδικό μείγμα κακίας και απειλής στη Μόσχα» ο ουκρανικής καταγωγής Εβραίος-Βρετανός δημοσιογράφος, συγγραφέας και τηλεοπτικός παραγωγός Πήτερ Πομεράντσεφ, ανώτερος συνεργάτης στο «Institute of Global Affairs» του London School of Economics στο βιβλίο του «Τίποτε δεν είναι αληθινό και όλα επιτρέπονται : Η σουρελιστική καρδιά της Νέας Ρωσίας» («Nothing is True and Everything is Permitted: The Surreal Heart of the New Russia», 2014).
Σκίνχεντς με άρβυλα «Doctor Martens» και με τους χιτλερικούς χαιρετισμούς τους, ορθόδοξοι μυστικιστές που φωνάζουν για την μεγάλη Μητέρα Ρωσία. Για τον Λιμόνοφ αυτό μπορούσε να προσληφθεί ως μία «σκηνική» πρόκληση πανκ ροκ, το ισοδύναμο μιας σβάστικας στο μπλουζάκι του Σιντ Βίσιους, ως μια πολιτισμική αντικαθεστωτική «αγκιτάτσια» που έμαθε ξεριζωμένος νέος, περιπλανώμενος στα στέκια της Νέας Υόρκης. Τώρα όμως ζούμε στο δυσοίωνο 2025, στην παραπαίουσα Ευρώπη της Κας Φον ντερ Λάιεν, ενώ και στην Αμερική τα πράγματα έχουν σοβαρέψει και ζορίσει αρκετά.
Δεν ήταν η δυτική υποκρισία που ενοχλούσε τον Λιμόνοφ, όταν καθάρισε η ψυχή και ωρίμασε ο νους του, αλλά οι ίδιες οι δυτικέες φιλελεύθερες αξίες. Αυτός άλλωστε, ήταν ο ακτιβιστής που συνελήφθη από τους Ουκρανούς το 1999 μετά από μια παράνομη διαμαρτυρία στη Σεβαστούπολη κατά της Συνθήκης Φιλίας και Συνεργασίας μεταξύ Κιέβου και Μόσχας. Αν ο Λιμόνοφ δεν είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν ξεκινήσει ο τρέχων πόλεμος, είναι δύσκολο να μην φανταστεί κανείς ότι θα επευφημούσε τις ρωσικές επιχειρήσεις. Ο Πούτιν μπορεί να υπήρξε αντίπαλος του ως συγγραφέα, αλλά και οι δύο θα συμφωνούσαν ασφαλώς με αυτό που περιγράφει ο Καρέρ για τις θέσεις των «Νάζμπολ» στο βιογραφικό βιβλίο του «Λιμόνοφ . Υπότιτλος : Οι εξωφρενικές περιπέτειες του ριζοσπαστικού σοβιετικού ποιητή που έγινε Αλήτης στη Νέα Υόρκη, Αίσθηση στη Γαλλία και Πολιτικός Αντιήρωας στη Ρωσία του 2011», ότι δηλαδή «η πίστη στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη δημοκρατία είναι μια κυνική χίμαιρα που βασίζεται σε μια βεβαιότητα ότι φέρνει την αλήθεια, την καλοσύνη και την ομορφιά στους άγριους».
Από τη φυλακή Λεφόρτοβο, όπου ο Πούτιν έθεσε υπό κράτηση τον Λιμόνοφ με βάση κάποιες ανυπόστατες κατασκευασμένες κατηγορίες για όπλα και την σχεδόν σίγουρα ψευδή κατηγορία ότι προετοίμαζε…. εισβολή στο Καζακστάν ο παθιασμένος και μεθοριακός ποιητής υποστήριξε στο βιβλίο του «Η Άλλη Ρωσία» («Другая Россия», 2003) -ένα από τα οκτώ που έγραψε κατά τη διάρκεια της ποινής του- ότι «Πολλοί τύποι ανθρώπων πρέπει να εξαφανιστούν… Οι άνθρωποι θα πεθάνουν νέοι, αλλά θα είναι διασκεδαστικό. Θα κάψουμε τα πτώματα».
Ψυχοπαθολογική περιπτώση επιδειξιομανίας, πολιτικό τέχνασμα ή εκκρηκτική έπαρση φανατισμού; Ακόμα κι έτσι, οι «λογικοί» και «νοικοκυραίοι» τρέμουν πιστεύοντας πως υπάρχει ο κίνδυνος μια μάσκα να γίνει πρόσωπο.
Ο Λιμόνοφ στο Λεφόρτοβο δείχνει ότι ένας διωκόμενος συγγραφέας δεν χρειάζεται να είναι φωνή ανοχής και ελεύθερης έκφρασης, όπως μπορεί να μας βεβαιώσει διαχρονικά ο τιτάνιος Έζρα Πάουντ που μετέδιδε κατά τον ΗΠΑ από το Ράδιο Ρώμη κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Μεγάλου Πολέμου. Ωστόσο, σε ένα ολοκληρωτικό κράτος, οι συγγραφείς συχνά έγιναν «μάρτυρες» της ελεύθερης έκφρασης, αντιφρονούντες όπως ο Βάτσλαβ Χάβελ και ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, πρόσφυγες όπως ο Πολωνοαμερικανός Τσέσλαβ Μίλος (Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1980) και ο Ρώσος και Αμερικανός ποιητής και δοκιμιογράφος Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς Μπρόντσκι. Ο τελευταίος σε μιαν ομιλία αποφοίτησης στο Williams College το 1984 είπε : «Η πιο σίγουρη άμυνα ενάντια στο Κακό είναι ο ακραίος ατομικισμός, η πρωτοτυπία της σκέψης, η ιδιοτροπία, ακόμη και —αν θέλετε— η εκκεντρικότητα». Πράγματι ο ασυγκράτητος Λιμόνοφ ήταν σίγουρα εγωιστικό και αυτεξούσιο άτομο, ήταν πρωτότυπος, αλλά και ιδιότροπος και εκκεντρικός.
Η αναφορά μας στο πρόσωπό του εν πολλοίς … απερίγραπτου Λιμόνοφ, ψηλαφεί την ιερή, συχνά μορφοποιητική και ενίοτε επαναστατική φύση της συγγραφής, της δραστικής προβολής του να σκέπτεσαι τον εαυτό σου ως συγγραφέα, της ενεργού αποτυπώσεως της πίστης πως είσαι ικανός να παράγεις λογοτεχνία, δηλαδή να αναδιοργανώνεις την πραγματικότητα. Απαιτεί έναν ιδιότυπο ναρκισσισμό που είναι το πραγματικό σήμα κατατεθέν του υψιπετούς ολοκληρωτισμού.
Τι άλλο είναι ένας αληθινός ολοκληρωτικός Ηγέτης εκτός από έναν εμπνευσμένον, αυτεξούσιο, απαρτιωμένο καλλιτέχνη – δημιουργό ; Από έναν οραματιστή καλλιτέχνη, ικανό να οδηγεί σε εφαρμογή τα σκληρά συμπεράσματα του κοσμοθεωρητικού δόγματος, σβήνοντας τη μοναδικότητα των ατόμων σε απλούς συστατικούς χαρακτήρες της ρωμαλέας, ιστορικά ενωμένης συλλογικότητας, όπως πορεύεται στο πεπρωμένο;