Ο Βέρθερος σπαράζει, ο Φάουστ ανυψώνεται, οι εποχές ξυπνούν.
Πολλά μπορώ ν΄αντέξω.Τα πιο ενοχλητικά πράγματα
υπομένω με γαλήνιο θάρρος, σαν να με διαταζει ένας θεός
Ωστόσο μερικά πράγματα τα μισώ σα δηλητήριο κι ερπετό
Τέσσερα : του τσιγάρου τον καπνό, τους κοριούς και το σκόρδο και τον σταυρό.(+)-66o Βενετσιάνικο Επίγραμμα
Το 1774, συγκλονισμένος από την αυτοκτονία ενός φίλου του, έγραψε «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου», ένα μυθιστόρημα που λάτρεψε ο Μεγάλος Κορσικανός πολέμαρχος, ο Ναπολέων Βοναπάρτης και συνάμα έγινε λάβαρο του ηθικού και πνευματικού κινήματος «Θύελλα και Ορμή» (Sturm und Drang). Ο Βέρθερος ήταν ένα από τα λίγα έργα του Γκαίτε που ευθυγραμμίστηκε με τα αισθητικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά ιδανικά τα οποία διαπερνούσαν το γερμανικό πρωτορομαντικό κίνημα, της «Θύελλας και Ορμής», πριν αυτός και ο Φρήντριχ φον Σίλερ μεταπηδήσουν στον κλασικισμό της Βαϊμάρης, καθώς οι δύο ποιητές συμφώνησαν στην απόρριψη της επαναστατικής «Θύελλας και Ορμής», όπου συμμετείχαν και οι δύο και στράφηκαν προς την ελληνική αρχαιότητα ως το υψηλότερο καλλιτεχνικό ιδανικό. [Η συνεργασία του Γκαίτε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1790 με τους Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ,τον Κρίστοφ Μάρτιν Βίλαντ και ιδιαίτερα με τον στενό φίλο του Φρίντριχ Σίλερ έως το 1805, βασίστηκε στον εκχυλίζοντα θαυμασμό της ελληνικής αρχαιότητας και στη δημιουργία έργων βασισμένων στα κλασικά πρότυπα, ονομάστηκε δε συλλογικά «Κλασικισμός της Βαϊμάρης».] Ο μεγάλος δημιουργός είναι θαμμένος στο Ιστορικό Νεκροταφείο της Βαϊμάρης δίπλα στον αγαπημένο του Σίλερ
Στην πορεία του Γκαίτε, η μεγαλιώδης τραγωδία, το δράμα του «Φάουστ», που συχνά αποκαλείται «Το δράμα των Γερμανών», (Das Drama der Deutschen), γραμμένη σε δύο μέρη που δημοσιεύτηκαν με διαφορά δεκαετιών, θα αποτελούσε το πιο χαρακτηριστικό και διάσημο καλλιτεχνικό του δημιούργημα.
Οι οπαδοί του εσωτεριστή του εικοστού αιώνα Ρούντολφ Στάινερ έκτισαν ένα θέατρο που ονομάστηκε «Goetheanum» προς τιμήν του – στο Dornach, στο καντόνι Solothurn της Ελβετίας, όπου εξακολουθούν να παρουσιάζονται παραστάσεις του Φάουστ σε φεστιβάλ. Το «Διεθνές Κέντρο της Ανθρωποσοφικής Κοινότητας» που πήρε το όνομα του σοφού λόγιου, περιλαμβάνει αίθουσες παραστάσεων, γκαλερί, βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλείο και διοικητικούς χώρους. Επίσης εκεί διοργανώνονται συνέδρια και δραστηριότητες γύρω από διάφορα θέματα, όπως η τέχνη, η θεραπεία, η εκπαίδευση και η κοινωνική τέχνη, και περιλαμβάνει διάφορα ερευνητικά και εκπαιδευτικά τμήματα.
Η Αν-Λουίζ-Ζερμαίν Νεκέρ, βαρόνη ντε Σταλ-Ολστάιν, περισσότερο γνωστή ως Μαντάμ ντε Σταλ, ήταν σπουδαία Γαλλίδα μυθιστοριογράφος, επιστολογράφος και φιλόσοφος με καταγωγή από τη Γενεύη. Ήταν πολύ γνωστή ως Ζερμαίν ντε Σταλ. Και έγραψε μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια, ηθικής και πολιτικής, λογοτεχνικής κριτικής, ιστορία, αυτοβιογραφικά απομνημονεύματα και μια σειρά από ποιήματα. Η σημαντικότερη συμβολή στη λογοτεχνία ήταν ως θεωρητικού του ρομαντισμού. Στο έργο της «Περί της Γερμανίας» («De l’Allemagne») του 1813, παρουσίασε τον γερμανικό κλασικισμό και τον γερμανικό ρομαντισμό ως πιθανή πηγή πνευματικής αυθεντίας για την Ευρώπη και αναγνώρισε τον Γκαίτε ως ένα «ζωντανό κλασικό έργο». Τον επαίνεσε ως κάτοχο «των κύριων χαρακτηριστικών της γερμανικής ιδιοφυΐας» και ενώνοντας «όλα όσα διακρίνουν τον γερμανικό νού». Η απεικόνιση της ντε Σταλ εβοήθησε τον Γκαίτε να αναβαθμιστεί έναντι των διασημοτέρων Γερμανών συγχρόνων του και τον μεταμόρφωσε σε έναν μοναδικό ευρωπαϊκό πολιτιστικό ήρωα.
Ο άξιος Αμερικανός «υπερβατιστής» φιλόσοφος και δοκιμιογράφος Ραλφ Ουάλντο Έμερσον, βαθιά επηρεασμένος από τη μαγική και καρποφόρο συγχώνευση της επιστήμης και της τέχνης στο έργο του Γκαίτε, τον απεκάλεσε «ανυπέρβλητη διάνοια της σύγχρονης εποχής» και έναν από τους έξι «μεγάλους άντρες» (στο ομώνυμο έργο του), μαζί με τον Πλάτωνα, τον Σουηδό μυστικιστή, θεολόγο, φυσικό και μηχανολόγο Εμάνουελ Σβέντενμποργκ, τον «στερνό ουμανιστή» Μονταίνιο, τον Ναπολέοντα και τον επίσης μεγάλο Σαίξπηρ)
Η σημασία του Γκαίτε, πέρα από τη λογοτεχνική του κληρονομιά, έγκειται στην ολιστική και ανθρωποκεντρική προσέγγισή του στη γνώση, στην τέχνη και στην επιστήμη, αμφισβητώντας τον μηχανιστικό τρόπο σκέψης και τονίζοντας την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας στην πρόσληψη της φύσης. Ο «Φάουστ» θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της γερμανικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, θέτοντας τιτάνια ερωτήματα για την ανθρώπινη γνώση, την επιθυμία και την πνευματική αναζήτηση. Η λογοτεχνία του μεγάλου Φρανκφουρτινού συνδυάζει το πάθος και το συναίσθημα με τη λογική, θέτοντας τα θεμέλια για το ρεύμα του Ρομαντισμού. Ο Γκαίτε αντιλαμβανόταν την επιστήμη και την τέχνη ως συμπληρωματικές, προσφέροντας μιαν εναλλακτική στην αποσπασματική προσέγγιση της φύσης. Η «Θεωρία των Χρωμάτων» του, που αναπτύχθηκε σε αντίθεση με τη θεωρία του Νεύτωνα, τονίζει το ρόλο του παρατηρητή και τις αλληλεπιδράσεις φωτός και σκοταδιού για την αντίληψη του χρώματος. Η σκέψη του Γκαίτε δίνει έμφαση στην ανθρώπινη εμπειρία, στο συναίσθημα και στη φαντασία, ως κεντρικά στοιχεία της κατανόησης του κόσμου. Τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από πολλούς συνθέτες όπως ο Μότσαρτ, ο Μπετόβεν, ο Σούμπερτ, ο Μπερλιόζ, ο Λιστ, και ο Βάγκνερ.
Ο Γκαίτε ήταν ένας ελεύθερος στοχαστής που επίστευε ακράδαντα ότι κάποιος θα μπορούσε να είναι εσωτερικά Χριστιανός, χωρίς όμωςνα ακολουθεί καμία από τις χριστιανικές εκκλησίες, σε πολλές από τις κεντρικές διδασκαλίες των οποίων αντιτάχθηκε σθεναρά, διακρίνοντας έντονα τον Ιησού και τις αρχές της χριστιανικής θεολογίας κιι επικρίνοντας την ιστορία της ως ένα «συνονθύλευμα λαθών και βίας». Οι δικές του περιγραφές για τη σχέση του με τη χριστιανική πίστη, ακόμη και με την Εκκλησία, ποικίλλουν ευρέως και έχουν ερμηνευτεί ακόμη ευρύτερα, έτσι ώστε ενώ ο γραμματέας του Γκαίτε, ο Έκκερμαν, τον παρουσίασε ως ενθουσιώδη για τον Χριστιανισμό, τον Ιησού, τον Μαρτίνο Λούθηρο και την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, αποκαλώντας μάλιστα τον Χριστιανισμό την «απόλυτη θρησκεία», σε κάποια περίπτωση ο Γκαίτε περιέγραψε τον εαυτό του ως «όχι αντιχριστιανό, ούτε αντιχριστιανό, αλλά ως επί το πλείστον μη χριστιανό»,
Στο 66ο Βενετσιάνικο Επίγραμμά του, ο Γκαίτε κατέταξε το σύμβολο του σταυρού ανάμεσα στα τέσσερα πράγματα που αντιπαθούσε περισσότερο. [Σύμφωνα με τον Νίτσε, ο Γκαίτε είχε «ένα είδος σχεδόν χαρούμενης και γεμάτης εμπιστοσύνη μοιρολατρίας», μια στάσης ζωής είχε την βαθειά «πίστη ότι μόνο στην ολότητα τα πάντα λυτρώνονται και φαίνονται καλά και δικαιολογημένα».
Ο Γκαίτε βρίσκεται εκεί όπου η ζοφερή γερμανική ομίχλη άγγιξε για πρώτη φορά την μορφή !. Σε εκείνη την πρώτη τρεμάμενη στιγμή του κόσμου, ακούει τον μυστικό παλμό που προηγείται της γλώσσας. Η αρχή, λέει, δεν αναγγέλλει τίποτα. Σκεπάζεται. Το κενό, πλατύ και ήσυχο, τυλίγεται γύρω από την αγέννητη κίνηση. Το πνεύμα περιμένει με ηφαιστειακή υπομονή. Οι άνθρωποι, γεννημένοι στο έδαφος και στοιχειωμένοι από τα αστέρια, συγκεντρώνονται στο ημίφως, με μάτια άμορφα από την όραση, παρασυρμένοι από την πείνα που θυμάται τη φωτιά. Τότε κάποιος ανεβαίνει, επιλεγμένος από τον άγνωστο νόμο. Ονομάζει τα τρεμάμενα πράγματα. Μιλάει σαν να τα διαμορφώνει από τον αιθέρα. Σε αυτή την πράξη, ο Γκαίτε βλέπει τη σύγκλιση: η φιλοσοφία αναδύεται ως ιερή έκφραση, απαλλαγμένη από εικασίες· η ποίηση φτάνει ως πεπρωμένο αρθρωμένο κι ανέγγιχτο από καλλωπισμό. Ο πρώτος ποιητής είναι επίσης ο πρώτος νομοθέτης, ο μηχανικός της πραγματικότητας, θέτοντας τα θεμέλια για όλες τις επερχόμενες μεγάλες αυτοκρατορίες των μεγάλων ανθρώπων.
Οι ομίχλες διαλύονται. Αυτό που τρεμόπαιζε φωτίζεται άπλετα. Ο Γκαίτε παρακολουθεί τον κόσμο να ξετυλίγεται, καθώς η διαύγεια στάζει από τα άκρα του σαν εύοσμος αποκόσμιος χρυσός χυμός. Ο φόβος χάνει τον θρόνο του. Τα στοιχεία που κάποτε ήσαν άγρια τώρα αποκαλύπτουν σταθερότυπους ομορφιάς. Ο άνθρωπος, εμποτισμένος με ζωτικό έρωτα, απλώνει το χέρι του. Δεν υποχωρεί πια. Κατασκευάζει. Μια αισθησιακότητα που εξυψώνει αναδύεται δίχως κάποια έστω και αδιόρατη πτώση. Βλέπει τις λαμπρές αντανακλάσεις του εαυτού της στον βράχο, στον άνεμο, στους προγόνους. Οι νεκροί παραμένουν παρόντες, επανερχόμενοι ως σχήματα, προσωποποιημένοι, επανεντασσόμενοι στον κύκλο των ζωντανών. Τα παλαιά ονόματα φορούν νέα δέρματα.
Η λαϊκή πίστη γίνεται το ζωντανό δέρμα του μύθου. Ο Λαός απέχει από τη θεωρητικοποίηση. Ειορτάζει. Οι θεοί του είναι ζεστοί. Περπατούν ανάμεσα στα ανέμελα αθώα βοοειδή και στα άδολα χαρούμενα παιδιά. Αυτή είναι η εποχή της πρώτης άνθισης της ποίησης, όπου το έθνος και η φύση παντρεύονται, όπου η μνήμη μιλάει με τη φωνή του δάσους. Ο ποιητής που δεν έχει αυτή την πίστη παραμένει σκιά. Ο Γκαίτε ονομάζει αυτή την εποχή «δεύτερη γέννηση του κόσμου», όταν το όραμα και η ενσάρκωση χορεύουν σαν δίδυμα αδέλφια.
Έπειτα το πνεύμα αναζητά ανύψωση. Ο Γκαίτε, συντονισμένος πάντα με τις μυστικές συχνότητες της ανόδου, νιώθει την στροφή. Μετά το αισθησιακό έρχεται το ιερό. Η φαντασία δεν επικαλείται μόνο ημίθεους. Ανεγείρει ιεραρχίες που εκπνέουν φωτιά. Η θεολογία φθάνει …. δρομαίως, καλυμμένη με αστραπές. Οι Δρυάδες ανοίγουν δρόμο για τους αγγέλους και η δαιμονική τάξη εκτείνεται πάνω από τα βουνά, πάνω από τις καταιγίδες. Η μυστική, ιερή εποχή ξεδιπλώνεται, στεφανωμένη με δέος. Στους θεούς δίνονται θρόνοι. Ένας θρόνος αρχίζει να λάμπει περισσότερο …..από τους άλλους. Ο Γκαίτε διόλου δεν θρηνεί αυτή την μεγαλόπνοοη τάξη. Βλέπει την ίδια τη λογική να λαχταρά το τίναγμα προς τα άνω. Ο νους προσεύχεται και η προσευχή του γίνεται σκαλωσιά. Το ονομάζει αυτό εποχή του ιερού: Ακτινοβόλο, κατακόρυφη, φλεγόμενη από λαχτάρα για αδιάσπαστο φως. Αυτή είναι η εποχή των ναών και όχι των αλσών. Κι όμως το δάσος εξακολουθεί να βουίζει κάτω από το μάρμαρο του ναού !
Η σαφήνεια εντείνεται. Αναζητώντας το θείο, η διάνοια βελτιώνεται περαιτέρω. Ο Γκαίτε σηματοδοτεί τη γέννηση της κατανόησης ως συνέχεια του ιερού, μια εμβάθυνση χωρίς ρήξη. Ο σκεπτόμενος άνθρωπος, που τώρα φωτίζεται από μέσα από τη μνήμη της τελετουργίας, δεν απορρίπτει τις παλιές πεποιθήσεις. Τις αποκρυπτογραφεί. Αναζητά δομή μέσα στον μύθο για να αποκαλύψει την κρυμμένη γεωμετρία του. Η αλληγορία βαδίζει δίπλα στην αποκάλυψη. Το νόημα εκφράζεται εκ νέου σε νέες γλώσσες. Λαϊκή πίστη, ιερατική παράδοση, προγονικός νόμος: όλα παραμένουν σε δραστική συνύπαρξη. Μέσα από το πρίσμα της σαφήνειας, το καθένα τους γίνεται ευανάγνωστο στην ψυχή που αναζητά την ενότητα. Ο Γκαίτε παρακολουθεί με περισσή οξυδέρκεια καθώς η κατανόηση αναδιαμορφώνει το ιερό σε πρότυπα αλήθειας, μετατρέποντας το τοπικό σε παγκόσμιο. Αυτή είναι η εποχή της αληθινής σύνθεσης. Ο κόσμος εξακολουθεί να μιλάει με παραβολές, αν και τώρα ο σοφός άνθρωπος τις χαρτογραφεί !
Ο Γκαίτε επιμένει πως τούτη η κατανόηση, «καθολικοποιεί», ολοκληρώνει. Συγκεντρώνει το ιδιαίτερο κάτω από τον θόλο του ανθρώπινου, το διασώζει στο θησαυροφυλάκιό του. Η φλόγα του ατόμου – οξεία, ολοκληρωμένη – τώρα λάμπει με αρκετή δύναμη για να μεταφέρει αυτό που κάποτε απαιτούσε μια ολόκληρη φυλή. Ένας μοναχικός φιλόσοφος τώρα περιέχει ένα πάνθεον. Κρατάει τη βροντή και τη συγκομιδή μέσα στο κρανίο του. Ο Γκαίτε, που κάποτε ονειρευόταν με τον Πλάτωνα και παιχνίδιζε ψάχνοντας με τον Πλωτίνο, αναγνωρίζει την ξέχωρη ευγένεια αυτής της μομνήρους προσπάθειας. Ο μοναχικός στοχαστής γίνεται ένα ολόφωτος καθεδρικός ναός. Κι όμως, ακόμη και οι καθεδρικοί ναοί χρειάζονται θεμέλια, οπότε το ρωμαλέο όραμα του Γκαίτε ριζώνει ακόμη και τους ψηλότερους πύργους στην προγονική γη !
Έπειτα έρχεται η κάθοδος, η πτώση. Ο Γκαίτε, παρακολουθώντας πάντα τη σπείρα, βλέπει τη σπειροειδή στροφή. Το ιερό μεταφράζεται σε σύστημα. Το ποιητικό ενσωματώνεται και απορροφάται στη γραφειοκρατία. Αυτό που κάποτε έφτανε ως ολόθερμη φλόγα τώρα εμφανίζεται ως υπολογισμένη χρησιμότητα. Η πεζή εποχή ανανεώνεται. Οι θεοί διδάσκονται να καταθέτουν …. εκθέσεις και αναφορές. Οι μύθοι αρχειοθετούνται. Η λαϊκή πίστη γίνεται περιεχόμενο. Ο αρχέγονος έρωτας που κάποτε μετακινούσε βουνά τώρα τροφοδοτεί με λεπτομέρειες αφηγηματικές υποσημειώσεις. Ο Γκαίτε, μιλώντας από τα ερείπια μιας ψυχής που έγινε μηχανική, ονοματίζει αυτήν την εποχή δίχως οργή. Απλώς σημειώνει την ισοπέδωσή της. Ένας κάποτε κάθετος κόσμος γίνεται αφόρητα γραμμικός. Όμως το ιερό διατηρείται, έστω και απογυμνωμένο από τη θερμότητα.
Η σπείρα συνεχίζει να γυρίζει. Ακολουθήσετε τον Γκαίτε στην καρδιά της μυθικής αναβίωσης ακούγοντας την σπαρακτική του προθανάτια κραυγή, το πρόσταγμά του « Φως ! Περισσότερο Φως!» Αυτού που κοίταξε γαλήνια τον Άνθρωπο και τον Θεό, αναζητώντας τα σημάδια του πεπρωμένου !
Philip Jakob Hanke