(Η ΑΡΧΑΙΟΦΟΥΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ – ΜΕΡΟΣ 9)
Εθνοπλουραλισμός / Εθνοπολυφωνία – Σύμφωνα με τον Αμερικανό εθνογράφο Μπέντζαμιν Ραφαέλ Τάιτελμπαουμ, (Benjamin Raphael Teitelbaum) οι Ταυτοτικοί υποστηρίζουν «έναν φαινομενικά μη ιεραρχικό παγκόσμιο διαχωρισμό για τη δημιουργία ενός “πλουραλισμού”, όπου οι διαφορές μεταξύ των λαών διατηρούνται και γιορτάζονται». [Ο Τάιτελμπαουμ (γεννημένος το 1983) είναι εθνογράφος και πολιτικός σχολιαστής. Αναπληρωτής καθηγητής εθνομουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, στο Μπόλντερ και πρώην επικεφαλής των Σκανδιναβικών Σπουδών στο ίδιο ίδρυμα, είναι περισσότερο γνωστός για την εθνογραφική του έρευνα σε ακροδεξιές ομάδες στη Σκανδιναβία και τα σχόλιά του για τη μετανάστευση, αναφέρεται de συχνά ως ειδικός στα σκανδιναβικά και αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.
Ο πολιτικός επιστήμονας Ζαν-Υβ Καμύ [γεννημένος το 1958, είναι Γαλλοεβραίος επιστήμονας που ειδικεύεται στα εθνικιστικά κινήματα στην Ευρώπη και αυτοαποκαλείται «αντι-ολοκληρωτικός αριστερός»] συμφωνεί και ορίζει το Ταυτοτικό Kίνημα ως επικεντρωμένο στην έννοια του εθνοπλουραλισμού (ή «εθνο-διαφορισμού») της Nouvelle Droite: «κάθε λαός και πολιτισμός μπορεί να ανθίσει μόνο στο έδαφος προέλευσής του· η εθνοτική και πολιτισμική ανάμειξη (métissage) θεωρείται παράγοντας παρακμής· η πολυπολιτισμικότητα ως παθογόνο έργο, που παράγει έγκλημα, απώλεια προσανατολισμού και, τελικά, την πιθανότητα ενός “εθνοφυλετικού πολέμου” σε ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ εθνοφυλετικά Ευρωπαίων και μη ιθαγενών Αράβων του Μαγκρέμπ (της Βορειοδυτικής Αφρικής), σε κάθε περίπτωση Μουσουλμάνων».
Τα ευρωπαϊκά κινήματα της ταυτότητας χρησιμοποιούν συχνά ένα κίτρινο σύμβολο «Λάμδα» σε μαύρο υπόβαθρο, τιμώντας την αρχαία Μάχη των Θερμοπυλών μεταξύ Ελλήνων υπό την ηγεσία των Λακεδαιμονίων (Σπαρτιατών) και Περσών. Συμβολίζει έναν σύγχρονο πανευρωπαϊκό αγώνα ενάντια σε ξένους και Μουσουλμάνους, και γενικά σε μη Ευρωπαίους.
Η σύνδεση της μουσουλμανικής μετανάστευσης και του Ισλάμ με την έννοια του εθνοπλουραλισμού είναι πράγματι μια από τις κύριες βάσεις του Ταυτοτισμού, και η πρόβλεψη ενός μελλοντικού εθνοφυλετικού πολέμου μεταξύ λευκών και μεταναστών είναι κεντρική για τους θεωρητικούς της Ταυτότητας. Στην κοσμοθεωρία τους, ο «εθνομαζοχισμός» (το μίσος κάποιου για την εθνικότητά του) και η ξενοφιλία (η αγάπη για τους ξένους) συμβάλλουν σε μια «Μεγάλη Αντικατάσταση» των λευκών Ευρωπαίων, οδηγώντας σε έναν τελικό κίνδυνο εξαφάνισής τους. Ισχυρίζονται ότι αυτή η αντικατάσταση μπορεί να σταματήσει και ένας πιθανός εμφύλιος πόλεμος να αποφευχθεί, μόνο με τον τερματισμό των πολιτικών υπέρ της πολυπολιτισμικότητας, υπέρ της μετανάστευσης και κατά του ρατσισμού.
Ωστόσον, αμφιβάλλουν αν θα ληφθούν τέτοια μέτρα, επειδή οι ελίτ και το ευρύ κοινό δεν αναγνωρίζουν την απειλή για την οποία προειδοποιούνται ξεκάθαρα. Το 2016, ο Φέι δήλωσε ξεκάθαρα ότι : «…. ο εθνοτικός εμφύλιος πόλεμος, σαν το μωρό ενός φιδιού που σπάει το κέλυφος του αυγού του, βρίσκεται μόνο στις πολύ μέτριες αρχές του». Νωρίτερα, είχε κηρύξει τον «ολοκληρωτικό εθνοτικό πόλεμο» μεταξύ των «γνήσιων» Ευρωπαίων και των Μουσουλμάνων στο βιβλίο του «Ο Αποικισμός της Ευρώπης» το 2000, γεγονός που …. του χάρισε μια ποινική καταδίκη για «υποκίνηση φυλετικού μίσους». Όμως, αυτές οι εκκλήσεις για εθνοτική βία, που καταδεικνύεται επίσης από την υποκίνηση ενός «πολέμου απελευθέρωσης» κατά του «εθνοτικού αποικισμού» από τον Pierre Vial, αντιτίθενται σε άλλους στοχαστές και ομάδες της Ταυτότητας. Για παράδειγμα ο Alain de Benoist απέρριψε τις «έντονα ρατσιστικές» ιδέες του Φέι σχετικά με τους Μουσουλμάνους μετά την έκδοση του βιβλίου εκείνου το 2000.
Πανευρωπαϊκός εθνικισμός – Σύμφωνα με την ταυτοτική σκέψη, η ταυτότητα θα πρέπει να υπερασπίζεται σε τρία επίπεδα : τοπικό/περιφερειακό, εθνικό και πολιτισμικό, με το έθνος-κράτος να λειτουργεί ως η ενδιάμεση γέφυρα μεταξύ των περιφερειακών ριζών (με την έννοια της γερμανικής Heimat-Πατρίδας Γενέτειρας) και της συμμετοχής στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Απορρίπτοντας τις παραδοσιακές ακροδεξιές αντιλήψεις για την Ευρώπη ως απλώς μια συλλογή εθνών-κρατών, φαντάζονται μιαν «Ευρώπη των 100 Σημαιών» ως ένα μωσαϊκό ποικίλων περιφερειακών κοινοτήτων που ενώνονται από την ίδια πολιτισμική κληρονομιά. [είναι μια έννοια που ανέπτυξε ο Βρεττόνος εθνικιστής Yann Adolphe Fouéré (1910-2011) στο βιβλίο του «Η Ευρώπη των 100 Σημαιών» («L’Europe aux Cent Drapeaux»,1968). Σε αυτό προτείνει την αναδιαμόρφωση των ευρωπαϊκών συνόρων από τα ήδη υπάρχοντα έθνη σε μικρότερες περιφερειακές πολιτείες, με τρόπο που μοιάζει περισσότερο με χάρτη της περιοχής κατά τον Μεσαίωνα, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας κρατών για Βάσκους, Βρετόνους και Φλαμανδούς].
Επίσης, οι Ταυτοτιστές αναδιατυπώνουν την έννοια της «βιοποικιλότητας» ως πολλαπλότητα των ευρωπαϊκών πολιτισμών, υποστηρίζοντας ότι απέναντι στις ομογενοποιητικές επιπτώσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού και της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, η προστασία της βιοποικιλότητας σημαίνει διαφύλαξη των μοναδικών πολιτιστικών ταυτοτήτων των λαών της Ευρώπης μέσω μιας αφοσιωτικής δέσμευσης στον ιστορικό και πολιτιστικό τοπικισμό.
Ο ακαδημαϊκός Stéphane François υποστηρίζει ότι η ταυτοτική γεωπολιτική θα πρέπει να θεωρείται ως μια μορφή «εθνοπολιτικής». Στο όραμα των Ταυτοτιστών, ο κόσμος δομείται σε διαφορετικές «εθνοσφαίρες», καθεμία από τις οποίες κυριαρχείται από εθνικά συγγενείς λαούς. Προωθούν την εθνοτική αλληλεγγύη μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών και την εγκαθίδρυση μιας συνομοσπονδίας περιφερειακών ταυτοτήτων, η οποία τελικά θα αντικαθιστούσε τα διάφορα εθνικά κράτη της Ευρώπης, τα οποία θεωρούνται κληρονομιά από την «αμφίβολη φιλοσοφία της Γαλλικής Επανάστασης». Ενώ οι υποστηρικτές της ταυτότητας γενικά απορρίπτουν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως «διεφθαρμένη» και «αυταρχική», υποστηρίζουν επίσης ένα «πολιτικό όργανο σε ευρωπαϊκό επίπεδο που να μπορεί να αντισταθεί σε υπερδυνάμεις όπως η Αμερική και η Κίνα».
Απόψεις για το Ισλάμ και τον φιλελευθερισμό – Το ταυτοτικό κίνημα αντιτίθεται έντονα στην πολιτική και τη φιλοσοφία του Ισλάμ, αντίθεση την οποίαν ορισμένοι επικριτές περιγράφουν ως συγκαλυμμένη ισλαμοφοβία. Οι οπαδοί συχνά διαμαρτύρονται για αυτό που θεωρούν ως εξισλαμισμό της Ευρώπης μέσω της μαζικής μετανάστευσης, ισχυριζόμενοι ότι αποτελεί απειλή για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την κοινωνία. Όπως συνοψίζει σαφέστατα ο Γερμανός ταυτοτιστής συγγραφέας Μάρκους Βίλινγκερ (Markus Willinger), βασικός ακτιβιστής του κινήματος : «Δεν θέλουμε ο Μεχμέτ και ο Μουσταφά να γίνουν Ευρωπαίοι !». Αυτή η θέση συνδέεται με τις ιδέες της Μεγάλης Αντικατάστασης, μιας θεωρίας που ισχυρίζεται ότι μια παγκόσμια ελίτ συνωμοτεί εναντίον του λευκού πληθυσμού της Ευρώπης για να τον αντικαταστήσει με μη ευρωπαϊκούς λαούς.
Ως προτεινόμενη λύση σε αυτή την παγκόσμια συνωμοσία, οι ταυτοτικοί παρουσιάζουν τη μαζική «αναμετανάστευση», τον επαναπατρισμό και την παλινόστηση των μεταναστών, ένα έργο αντιστροφής της αυξανόμενης πολυπολιτισμικότητας μέσω μιας αναγκαστικής μαζικής απέλασης μη Ευρωπαίων μεταναστών (συχνά συμπεριλαμβανομένων των απογόνων τους) πίσω στον τόπο φυλετικής καταγωγής τους, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως πολίτη. Η Γενιά της Ταυτότητας έχει κάνει συχνή χρήση του όρου «Ανακατάληψη» («Reconquista»), αναφερόμενη στην απέλαση Μουσουλμάνων και Εβραίων από την Ιβηρική Χερσόνησο το 1492.
Ωστόσο, οι υποστηρικτές της ταυτότητας δεν συμμερίζονται όλοι ένα κοινό όραμα για τον φιλελευθερισμό. Κάποιοι τον θεωρούν ως μέρος της ευρωπαϊκής ταυτότητας «που απειλείται από Μουσουλμάνους οι οποίοι δεν σέβονται τις γυναίκες ή τους ομοφυλόφιλους», ενώ άλλοι, όπως ο Ντάνιελ Φρίμπεργκ, τον περιγράφουν ως την «ασθένεια» η οποία συνέβαλε εξ αρχής στη μουσουλμανική μετανάστευση.
Σχέση με τον φασισμό και τον ναζισμό – Οι Ταυτοτιστές έχουν χαρακτηριστεί ως «ρατσιστές» ή «φασίστες» από τους πολιτικούς αντιπάλους τους, αν και υπάρχει σχετική συζήτηση μεταξύ των μελετητών αναφορικά με το εάν ο «πολιτιστικός εθνικισμός» συνιστά και «πολιτιστικό ρατσισμό».
Ο μελετητής A. James McAdams έχει περιγράψει το κίνημα των Ταυτοτιστών ως «δεύτερη γενιά» στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς θεμελιώδους κριτικής της φιλελεύθερης δημοκρατίας κατά την μεταπολεμική εποχή: «Η πρώτη από αυτές τις γενιές, συγκεντρωμένη γύρω από τα μέλη της γαλλικής Nouvelle Droite (Νέας Δεξιάς), όρισε τη διαφορά ως ένα δικαίωμα («δικαίωμα στη διαφορά») το οποίο όλα τα άτομα δικαιούνται λόγω της κοινής τους ανθρώπινης φύσης. Μια δεύτερη γενιά, που συνοψίστηκε στο πανευρωπαϊκό κίνημα των Ταυτοτιστών στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αντικατέστησε την γλώσσα των δικαιωμάτων με την λιγότερο απαιτητική, αλλά ουσιώδη αξίωση σεβασμού των διαφορών των άλλων, ειδικά εκείνων των διαφορών που βασίζονται στην εθνικότητα. Τέλος, σε απάντηση στον εκφυλισμό της Ταυτοτικής σκέψης σε δήθεν άμεση ξενοφοβία και ρατσισμό, μια τρίτη γενιά θεωρητικών εμφανίστηκε στη δεκαετία του 2010 με εκπεφρασμένο στόχο τους την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας της ακροδεξιάς σκέψης». [Ο A. James McAdams είναι πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο ιδιωτικό Καθολικό ερευνητικό Πανεπιστήμιο της Notre Dame στην Ιντιάνα των ΗΠΑ. Ο McAdams είναι περισσότερο γνωστός για την έρευνα του σχετικά με τον κομμουνισμό, τον εκδημοκρατισμό, τη μεταβατική δικαιοσύνη και την ακροδεξιά πολιτική]
Η Ταυτοτική Επανάσταση – «Οι αισθήσεις μας διαμεσολαβούνται από την εκπαίδευσή μας ως μέλη μιας ομάδας με την ίδια εμπειρία, γλώσσα και κουλτούρα. … δεν είναι μόνον η τοπικοκρατία που μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι τα μέλη πολύ διαφορετικών ομάδων αισθάνονται τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο. …Αλλά επειδή έχουν συστηματικά διαφορετικές (και εσωτερικά συνεπείς) αισθήσεις ως απάντηση στα ίδια ερεθίσματα, τα μέλη διαφορετικών ομάδων ζουν κατά κάποιο τρόπο σε διαφορετικούς κόσμους.» – Ρεζά Τζορτζανί , «Προμηθεύς και Άτλας»
Ο Τζορτζανί προσεγγίζει την πρόκληση της επανεισαγωγής της «υπερφύσης» στον δυτικό πολιτισμό μέσω της ηπειρωτικής φιλοσοφίας του 20ου αιώνα, η οποία του επιτρέπει να εκμεταλλευτεί τις κριτικές αναλύσεις των Bergson και Heidegger σχετικά με τους εμπειρικούς περιορισμούς της Νεωτερικότητας. Από αυτή την άποψη, η προσέγγιση του Τζορτζανί δείχνει και πάλι μιαν έμμεση παραλληλία με την Παραδοσιοκρατική προσέγγιση του ίδιου προβλήματος. Η επανοικειοποίηση της διαίσθησης και της «ζωτικής ορμής» από τον Bergson ως πολυεπίπεδη αντίδραση στην νεωτεριστική / μοντέρνα ατροφία του πνευματικού ενστίκτου όχι μόνον επικυρώνει την Αρχαιο-Φουτουριστική επανεισαγωγή της «υπερφύσης» από τον Τζορτζανί – επικυρώνει επίσης την Παραδοσιοκρατική άποψη της Νεωτερικότητας ως ένα αντιληπτικό και εννοιολογικό «μειονέκτημα».
Η θεμελιώδης κριτική του Χάιντεγκερ στον μηχανιστικό επιστημονισμό ως αιτία της τεχνητά μειωμένης χωροχρονικής εμπειρίας της σύγχρονης ανθρωπότητας, όχι μόνον επικυρώνει την Αρχαιο-Φουτουριστική επαναβεβαίωση των αρχέγονων «υπερφυσικών» ικανοτήτων από τον Τζορτζανί – επικυρώνει επίσης την Παραδοσιοκρατική επιμονή στην ουσιαστική πραγματικότητα των «μαγικών» ικανοτήτων της ανθρωπότητας. Η σύγχρονη ατροφία αυτών των αρχαίων αντιληπτικών και εννοιολογικών ικανοτήτων εξηγεί επίσης την αδυναμία της σύγχρονης ανθρωπότητας να αντιμετωπίσει τις δικές της υπαρξιακές ταυτότητες. Αυτές τις οποίες η Παραδοσιοκρατική σκέψη θεωρεί ότι είναι διπλά εξειδικευμένες , κοινοτικά και ατομικά, ανάλογα με τη φυλή, την εθνικότητα, το φύλο, την κάστα και το επάγγελμα. Μόνον ένας βαθμός επανοικειοποίησης αυτών των ικανοτήτων θα επιτρέψει την επανανακάλυψη, την επανοικειοποίηση και την επανενεργοποίηση αυτών των ταυτοτήτων.
Έχοντας οικειοποιηθεί τις έννοιες του Χάιντεγκερ για τον εξειδικευμένο χρόνο (τον οριοθετημένο «χρονικό ορίζοντα» των Πολιτιστικών Κύκλων (Kulturkreisen) και τον εξειδικευμένο χώρο (τον προστατευτικό χωρικό ορίζοντα του «Αίματος και της Γης» (Blut und Boden), ως ζωτικές προϋποθέσεις για κάθε αυθεντική μορφή κοσμο-ιστορικής ανθρώπινης ύπαρξης, ο Τζορτζανί συζητά τον κίνδυνο της παγκόσμιας, αχαλίνωτης τεχνολογικής επιστήμης, επισημαίνοντας την εξαιρετική αρχετυπική της ισχύ να υποτάξει ολόκληρο τον φυσικό κόσμο και όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς.
Αυτή η ισχύς της επιτρέπει να διαλύει τον εξειδικευμένο χρόνο και τον εξειδικευμένο χώρο μέσω προβλεπτικής προβολής και προγνωστικών μοντέλων: τείνει να αποξενώνει τους ανθρώπους από τη φύση, από τον πολιτισμό και από την κοινότητα. Σε αυτό το σημείο, η Αρχαιο-Φουτουριστική ανάλυση του Τζορτζανί ταιριάζει με την κλασική θέση των Παραδοσιοκρατών ότι, η κοσμοθεωρία του σύγχρονου επιστημονικού κόσμου αντιπροσωπεύει έναν σοβαρό κίνδυνο για όλες τις μορφές αυθεντικής ταυτότητας. Ακριβώς σε αυτό το σημείο, το έργο «Προμηθεύς και Άτλας» του Τζορτζανί προσφέρει την πιο ισχυρή μεταπολιτική του συμβολή στο Κίνημα της Ταυτότητας : προσφέρει μια καταστροφική φιλοσοφική «αντι-αποδόμηση» του Πολιτιστικού Μηδενιστικού μύθου του πολιτισμικού σχετικισμού – και αναδιατυπώνει την ανυπολόγιστη αξία της αυθεντικής δυτικής ταυτότητας. Ο Τζορτζανί τονίζει ρητά τη σημασία της επανοικειοποίησης αυτού που βρίσκεται στον πυρήνα της δυτικής ταυτότητας : Του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμικού υποστρώματος, ιστορικά γνωστού ως «Αρίου». Προχωρώντας από την ελεύθερη ιρανική του κληρονομιά, επαναδιεκδικεί με θάρρος τον όρο «Άριος» και για την αρχετυπική ουσία της δυτικής ταυτότητας, όπως αυτή εκπροσωπείται στην αρχική της ετυμολογική έννοια: «Ευγενής». Με αυτόν τον τρόπο, είναι σε θέση να επανεξερευνήσει την πνευματική ρίζα της ταυτότητας και την πολιτισμική-ιστορική κληρονομιά των Αρίων-Ινδοευρωπαϊκών λαών. Ως Ιρανός – Πέρσης ο Τζορτζανί δοαποτίζεται ψυχοϊστορικά από το αρχέτυπο που διδαχθήκαμε στο Πανεπιστήμιο στην Ιστορία των Ανατολικών Λαών : Είναι η επιγραφή στους βράχους του περάσματος στο Βεχιστούν που αναφέρει χαρκτηριστικά τα γενεαλογικά διαπιστευτήρια του Μεγάλου Βασιλιά : «…Εγώ ο Δαρείος του Υστάσπη, Άριος, γιός Αρίου….»
Από την Αρχαιο-Φουτουριστική αλλά και την Παραδοσιοκρατική οπτική γωνία, αυτή η ταυτότητα και αυτή η κληρονομιά είναι πρωτίστως πνευματικής φύσης – πρέπει αμφότερες να κερδηθούν και να κατακτηθούν. Εναπόκειται στην Ινδοευρωπαϊκή – Άρια γενιά της ταυτότητας να διεκδικήσει την νόμιμη κληρονομιά της, ώστε ο Ινδοευρωπαϊκός λαός να μπορέσει να κατοικήσει ξανά στους εξειδικευμένους κόσμους που αποτελούν τη νόμιμη κληρονομιά του. Εκτός της αυθεντικής ταυτότητας δεν μπορεί να υπάρξει καμία αυθεντική γνώση – μόνον εάν η γενιά της ταυτότητας ξαναβιώσει την αυθεντική ταυτότητα, τότε μπορεί να ελπίζει ότι θα αποκτήσει την απαραίτητη ενδυναμωτική γνώση.
Η ισχύς ξεκινά εκεί που τελειώνει το ταμπού: το σπάσιμο του ασφυκτικού κλοιού του Πολιτιστικού Μηδενισμού στην αυθεντική ταυτότητα είναι ο πρώτος Ρουβίκων που πρέπει να διαβεί η Ταυτοτική Επανάσταση. Τώρα εναπόκειται στη Δυτική γενιά της ταυτότητας να ακολουθήσει με τόλμη τα βήματα των φιλοσοφικών πρωτοπόρων της. Να απαιτήσει μιαν υπαρξιακή διεκδίκηση στο μέλλον, που βρίσκεται πέρα από τον επικείμενο «ορίζοντα γεγονότων» της Δυτικής ιστορίας, δηλαδή πέρα από το όριο κατά το οποίο η ταχύτητα διαφυγής ισούται με την ταχύτητα του φωτός, καθιστώντας συνεπώς αδύνατη την απόδραση οποιασδήποτε ύλης, ακτινοβολίας ή φωτός, άρα καθιστώντας αδύνατη κάθε περαιτέρω ιστορική εξέλιξη !