Το 125 Σύνταγμα Εφόδου κατά του Ρούπελ
«Η στενωπός του Ρούπελ παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Γερμανούς καθώς ήταν το μόνο αξιοπρεπές οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο από τη Βουλγαρία προς την Ελλάδα. Η κατάληψή της ήταν ουσιαστική για την υποστήριξη των μηχανοκίνητων σχηματισμών τους. Τυχόν παραβίαση της διάβασης άνοιγε τον καλύτερο δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη και θα εκμηδένιζε τις ελληνικές δυνάμεις ανατολικότερα. Η αποστολή ανατέθηκε στο 125 Σύνταγμα Εφόδου (ΣΕ) που είχε προσκολληθεί στην 72α ΜΠ.
Το σύνταγμα είχε σχηματιστεί στις 10 Νοεμβρίου 1938 από δύο τάγματα πεζικού με αποστολή τη φρούρηση οχυρώσεων της γραμμής «Ζίγκφριντ». Είχε έδρα το Σααρμπρύγκεν στη Στρατολογική Περιφέρεια και το 1940 μετατράπηκε σε σύνταγμα μηχανοκίνητου πεζικού. Το 1941 απέκτησε και τρίτο τάγμα, μετονομάστηκε σε σύνταγμα εφόδου και απέκτησε ειδική σύνθεση. Εκτός από τους τέσσερις λόχους μηχανοκίνητου πεζικού προστέθηκε σε κάθε τάγμα και πέμπτος λόχος σκαπανέων εφόδου (sturmpionier) με ειδίκευση στα εκρηκτικά, τα φλογοβόλα και την εξάλειψη κωλυμάτων με σκοπό την εκπόρθηση οχυρών θέσεων. Η μονάδα ήταν πλήρως μηχανοκίνητη και ακόμη και τα όπλα υποστήριξης (όλμοι) φέρονταν επί ημι-ερπυστριοφόρων οχημάτων Sdkfz 251/2. Διοικητής ήταν ο Συνταγματάρχης Έριχ Πέτερσεν.
Υποστηριζόμενο από βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης (Stuka) το σύνταγμα ανέτρεψε, χωρίς δυσκολία, τα ελληνικά τμήματα προκάλυψης και έφτασε στη γέφυρα της Κούλας. Η γέφυρα καταστράφηκε από το ελληνικό πυροβολικό αλλά οι σκαπανείς των Γερμανών χάρη στα γεφυροφόρα οχήματα Sdkfz 251/7 την επισκεύασαν ταχύτατα και η προέλαση συνεχίστηκε.
Όταν οι Γερμανοί εισήλθαν στην περιοχή απαγόρευσης του συγκροτήματος Ουσίτα-Ρούπελ οι μοτοσικλετιστές των ουλαμών ανίχνευσης του συντάγματος αποδεκατίστηκαν από τα πολυβόλα του οχυρού. Οι πεζοί προχωρούσαν σχετικά προστατευμένοι μέσα στα οχήματά τους αλλά αναγκάστηκαν να σταματήσουν στα αντιαρματικά κωλύματα και τότε πολλά οχήματα καταστράφηκαν από τους όλμους και τα πυροβόλα του Ρούπελ. Οι άνδρες του μηχανικού που δοκίμασαν να πλησιάσουν τα έργα αμύνης αποδεκατίστηκαν. Οι Γερμανοί γλύτωσαν τα χειρότερα χάρη στη μεγάλη αφλογιστία των ελληνικών βλημάτων [3 στα 5 σύμφωνα με τον Πέτερσεν] και αποσύρθηκαν κακήν κακώς.
Ο Πέτερσεν τότε ζήτησε τη συνδρομή της Luftwaffe και του υπερ-βαρέος πυροβολικού του XVIII ΟΣΣ αλλά καθώς οι παρατηρητές του είχαν φονευθεί ή τραυματιστεί οι βολές ήταν «τυφλές» και με περιορισμένα αποτελέσματα. Το βράδυ της 6ης Απριλίου, με νυκτερινή έφοδο, στοιχεία του 11/125 Τάγματος βρέθηκαν στα νώτα του Ρούπελ αλλά έμειναν χωρίς υποστήριξη καθώς η μονάδα τους αποδεκατίστηκε. Οι Γερμανοί όμως οχυρώθηκαν στη θέση Γκολιάμα και την άλλη ημέρα απέκρουσαν τις ελληνικές αντεπιθέσεις χάρη στην αεροπορία τους, η οποία και τους ανεφοδίασε από αέρος.
Επιπλέον επισήμαιναν τις ελληνικές θέσεις και καθοδηγούσαν τα πυρά του πυροβολικού τους και τις αεροπορικές επιθέσεις, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στους Έλληνες υπερασπιστές.

Στις 9 Απριλίου ο Πέτερσεν, ενισχυμένος με στοιχεία της 5ης ΟΜ, έριξε τα αποδεκατισμένα τμήματά του ξανά στη μάχη μαζί με τα αυτοκινούμενα πυροβόλα της 191 Μοίρας. Τα αντιαρματικά του Ρούπελ όμως, κατέστρεψαν τα πυροβόλα εφόδου και η επίθεση βάλτωσε. Παρά τις προσπάθειες των αντιαεροπορικών και αντιαρματικών στοιχείων του 125 Συντάγματος που έβαλαν κατά των φατνωμάτων, οι Έλληνες δεν κάμπτονταν και οι Γερμανοί είχαν εκ νέου βαριές απώλειες. Το οχυρό σταμάτησε την άμυνα, μόνο μετά τη συνθηκολόγηση.
Κατά την παραλαβή του οχυρού o Πέτερσεν απένειμε στρατιωτικές τιμές στους Έλληνες μαχητές και είπε στον ταγματάρχη Δουράτσο (διοικητή του Ρούπελ) ότι ως στρατιώτης αποδέχεται τη θυσία αλλά ως άνθρωπος θλίβεται για το αποδεκατισμένο σύνταγμά του.
Το 125 ΣΕ παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη και δεν πολέμησε άλλο στην Ελλάδα. Οι επιζώντες πεζοί αποτέλεσαν τον πυρήνα του 125 Συντάγματος Πεζικού (ΣΠ) και οι σκαπανείς με τους πυροβολητές στάλθηκαν ως αντικαταστάτες στο “Αφρικανικό Σώμα” του Ρόμμελ.»[1]

Το Αλβανικό Έπος συνίσταται στο ότι ο τυπικά υποδιαίστερος έναντι του Ιταλικού, Ελληνικός Στρατός διέσχισε πεζή τους χιονισμένους ορεινούς όγκους μεταφέροντας στους ώμους τον οπλισμό του και σπρώχνοντας με χέρια και μουλάρια τα πυροβόλα του, διενεργώντας εν μέσω του βαρύτερου χειμώνας της δεκαετίας, αντεπίθεση απωθώντας τον Ιταλικό και τον Αλβανικό στρατό. Παρόλα αυτά, οι μικρόψυχοι αριστεροκομμουνιστές κάθε αποχρώσεως, αφού προσπάθησαν να σαμποτάρουν με κάθε τρόπο τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Ελλάδος, κατόπιν προσπαθούν να σμικρύνουν τον πολεμικό ηρωισμό των Ελλήνων με «μακαρονάδες που [δήθεν] δεν πολέμησαν» και με τσιτάτα ρυπαρής προπαγάνδας του τύπου: «ο Ελληνικός φασισμός έθαψε στα βουνά της Αλβανίας τον Ιταλικό» [Ευαγ. Πανούτσος][2].
Το διαστρεβλωτικό ιστορικό ψέμα τους προσπάθησαν να το συνεχίσουν με ισοπεδωτικές διαπιστώσεις του είδους: «όταν ήλθαν οι Γερμανοί οι βασιλοφασίστες του Μεταξά κατέρρευσαν».
Έλα όμως που υπάρχουν οι μαρτυρίες του εχθρού, που πόνεσε και μάτωσε για να καταλάβει αυτή την ένδοξη γη και που αποδεικνύουν ότι η Ελληνική Πολεμική Αρετή ίπταται πολύ ψηλότερα από τις πολιτικές εμμονές των μπολσεβίκων:
Η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδος προετοιμάστηκε και εκτελέστηκε με τη γνωστή τευτονική μεθοδικότητα, αλλά δεν εξελίχθηκε σε στρατιωτικό περίπατο, λόγω της ηρωικής ελληνικής αντίστασης.
Ο ίδιος ο Γκαίμπελς, έγραψε στο ημερολόγιό του, δύο ημέρες μετά τη γερμανική επίθεση: “Προχωρούμε αργά στην Ελλάδα […] οι Έλληνες είναι γενναίοι μαχητές Τα καταληφθέντα χαρακώματα είναι γεμάτα πτώματα […] Και ο ίδιος ο Φύρερ θαυμάζει ιδιαιτέρως το θάρρος των Ελλήνων”.
Αυτό φαίνεται και στο ανακοινωθέν που εξέδωσε στις 11 Ιουνίου 1941 το στρατηγείο του Χίτλερ: “Εκλεκτά ελληνικά στρατεύματα υπεράσπισαν με εξαιρετικό ηρωισμό τα οχυρά της γραμμής «Μεταξά». Προκλήθηκαν έτσι συγκρούσεις εκ’ του συστάδην, Τόσο πεισματικές και έντονες, όσο δεν είχαν λάβει χώρα μέχρι τότε σε κανένα άλλο πολεμικό θέατρο».
Οι Γερμανοί αναγνώρισαν και επίσημα τη γενναιότητα των φρουρών των οχυρών και ο στρατάρχης Λίστ στην ημερησία διαταγή του της 10 Απριλίου 1941 αναφέρει: “οι Έλληνες υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους γενναίως […] οι Γερμανοί στρατιώτες να αντικρίζουν και να μεταχειριστούν τους Έλληνες στρατιώτες όπως αξίζει σε γενναίους άνδρες».
Μετά την κατάληψη της Ελλάδας οι Γερμανοί σύστησαν επιτροπή υπό τον αντιστράτηγο Σράιμπερ επιφορτισμένη με τη μελέτη της κατασκευής των ελληνικών οχυρών. Μετά από δίμηνη επιθεώρηση της γραμμής «Μεταξά», ο Γερμανός στρατηγός αναφέρει ότι «πολλά έργα είχαν δεχθεί πληθώρα από βόμβες αεροπλάνων και οβίδες πυροβολικού, με μόνο αποτέλεσμα Κάποιες αποφλοιώσεις και ελαφρές ρωγμές, οι οποίες δεν επηρέασαν την εκτέλεση της αποστολής τους. Τα έργα παρείχαν σωστή θέση, άριστη κάλυψη και προσαρμογή πυρών από το έδαφος και η ελληνική οχύρωση ήταν πλέον κατάλληλη για ορεινά εδάφη όπως τα ελληνικά». Ο Σράιμπερ απεφάνθη ότι η γραμμή «Μεταξά» ήταν ανώτερη από την αντίστοιχη γραμμή «Μαζινό».
Τέλος, ο ισχυρότερος έπαινος προέρχεται από τον επικεφαλής των επιτιθέμενων Γερμανών τον Αδόλφο Χίτλερ ο οποίος στον λόγο του «Έκκληση στην λογική» στο Ράιχσταγκ στις 4 Μαΐου 1942 ανέφερε: «η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω ότι απ’ όλους τους αντιπάλους τους οποίους αντιμετωπίσαμε, o Έλληνας στρατιώτης, ιδίως, πολέμησε με ύψιστον ηρωισμό και αυτοθυσία. Συνθηκολόγησε μόνον όταν η εξακολούθηση της αντίστασης δεν ήταν πλέον δυνατή και δεν είχε κανένα λόγο».
Η Ελλάδα πολέμησε εναντίον ισχυρότερων και πολυπληθέστερων στρατών, όπως κάνει άλλωστε σε ολόκληρη την ιστορία της. Πολέμησε και νίκησε τους Ιταλούς και Αλβανούς. Πολέμησε τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους.
Και όπως κάθε φορά στην ιστορία της, αποδείχθηκε φονέας γιγάντων και πηγή δόξης και ηρωισμού. Και όπως κάθε φορά, την δόξα των Ελλήνων και τα οστά των πεσόντων σκυλεύουν πολιτικοί βρικόλακες, που θα μας μιλήσουν τις ημέρες αυτές, για οποιοδήποτε άλλο ιδεολογικό κατασκεύασμα πλην της Πολεμικής Αρετής των στρατιωτών του Έθνους.
Κλείνω με έναν στίχο από το τραγούδι “Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου” που γράφτηκε από τον Μίμη Τραϊφόρο (στίχοι) και τον Μιχάλη Σουγιούλ (μουσική) και το τραγούδησε η Σοφία Βέμπο το 1946 και αποτέλεσε έναν κόλαφο στους δήθεν συμμάχους μας:
«Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου να μην μας αρρωστήσεις γιατί το θέλει κι ο Θεός, να ζήσεις και θα ζήσεις».
[1] Πηγή: Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία – τεύχος 265 – Απρίλιος 2019
[2] Ο ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ (1900 – 1982) ήταν υπερ-δημοκράτης παιδαγωγός, φιλόσοφος, θεολόγος και δοκιμιογράφος. καθιέρωση της δημοτικής στην Εκπαίδευση και ο διαχωρισμός της Μέσης Εκπαίδευσης στις βαθμίδες Γυμνασίου και Λυκείου. Το εκπαιδευτικό του έργο υπέστη έντονη κριτική από την δικτατορίας των συνταγματαρχών και αναιρέθηκε σχεδόν ολοσχερώς την περίοδο 1967-74. Ωστόσο, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Ράλλη του 1976 ουσιαστικά στηρίχθηκε στις δικές του ιδέες(1950 και 1963) Γενικός Γραμματέας στο Υπουργείο Παιδείας από τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου.