Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΜΕΣΩ ΙΣΧΥΡΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΑΥΞΑΝΕΙ ΤΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ

Η Τουρκία επί  πολλές δεκαετίες ήταν σημαντικός εισαγωγέας όπλων. Η οικονομική της ενσωμάτωση με την Δύση από το 1945 και η επακόλουθη ένταξή της στο ΝΑΤΟ είχε βλάψει ακόμη και τις απαρχές μιας εγχώριας βιομηχανίας όπλων, τα πλέον σύγχρονα δυτικά οπλικά συστήματα ήταν πλέον άνευ περιορισμών διαθέσιμα και σχετικά φθηνά λόγω της αμερικανονατοϊκής στρατιωτικής βοήθειας. Η εισβολή στην Κύπρο το 1974 έφερε ένα πρώτο σημείο καμπής, καθώς αυτή οδήγησε σε ένα πρώτο προσωρινό εμπάργκο, το οποίο ανησύχησε την Άγκυρα και την ανάγκασε να χαράξει μια νέα πολιτική αναφορικά με τα εξοπλιστικά προγράμματα.

Ως αποτέλεσμα, το τουρκικό κράτος θέλησε να γίνει λιγότερο εξαρτημένο από τις εισαγωγές όπλων. Έτσι  από την δεκαετία του 1980 και μετά πραγματοποίησε ένα συντονισμένο πρόγραμμα υποκατάστασης των εισαγωγών. Ο εσωτερικός πόλεμος με τους Κούρδους που προκάλεσε αρνητικά πρωτοσέλιδα διεθνώς οδήγησαν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σε ένα άτυπο εμπάργκο οπλικών συστημάτων από τα οποία εξαρτάτο σημαντικά η τουρκική στρατιωτική μηχανή, έκανε την τουρκική ηγεσία να συνειδητοποιήσει ότι οι εισαγωγές όπλων τελικά ήταν μια επισφαλής πολιτική αντίθετη με τα συμφέροντα της χώρας.

Σήμερα τα drones TB2 Bayraktar που κατασκευάζονται στην Τουρκία δεν είναι πλέον άγνωστα ιπτάμενα αντικείμενα στην Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ευρώπη, αλλά σημαντικές εξαγωγές όπλων. Οι επιχειρησιακές αποστολές τους προκαλούν σάλο μόνο όταν είναι ιδιαίτερα θεαματικές, όπως για παράδειγμα, τον Απρίλιο του 2022, όταν συμμετείχαν στην βύθιση του Moskva, της ναυαρχίδας του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Και η επόμενη γενιά, το TB3, βρίσκεται εδώ και καιρό σε δοκιμές και σύμφωνα με πληροφορίες πρόκειται να παρουσιαστεί.

Άλλα εξοπλιστικά έργα όπως η ανάπτυξη του ελικοπτέρου Atak, του άρματος μάχης Altay, του stealth drone Anka-3, του anti-drone laser συστήματος Gökberk και του stealth μαχητικού αεροσκάφους KAAN, όλα αποδεικνύουν ότι οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων στην Άγκυρα επιδιώκουν τρεις στρατηγικές προτεραιότητες άμυνας και ασφάλειας. Η πρώτη προτεραιότητα αυτού του είδους είναι η πλήρης ανεξαρτησία από τους διεθνείς παρόχους, ήδη πάνω από 100 εγχώριες επιχειρήσεις παράγουν πολεμικό υλικό. Η δεύτερη είναι η συστηματική προώθηση και οικονομική στήριξη της τεχνολογικής καινοτομίας μέσω της εξαγοράς ευρωπαϊκών επιχειρήσεων του αμυντικού κλάδου, μέσω της συνεργασίας με νεοφυείς επιχειρήσεις και πανεπιστήμια του εσωτερικού και εξωτερικού. Και η τρίτη προτεραιότητα είναι να αυξηθεί σταθερά η ικανότητα της Τουρκίας να εξάγει οπλικά συστήματα.

Το 2024, ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της Τουρκίας ήταν 25 δισεκατομμύρια δολάρια, καταλαμβάνοντας την 17η θέση στον κόσμο. Το 1,9% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος δαπανήθηκε έτσι για εξοπλισμούς. Σε σύγκριση με το 2015, αυτό αντιπροσώπευε οριακή αύξηση του μεριδίου κατά 0,1%, κάτι που εξηγείται με την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης στα τέλη της δεκαετίας του 2010 που είχε περιοριστική επίδραση στις στρατιωτικές δαπάνες, παρά τις υψηλές φιλοδοξίες εξωτερικής πολιτικής.

Σήμερα η τουρκική βιομηχανία όπλων έχει βρεθεί στο επίκεντρο των στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων λόγω των εξαγωγών της. Έως το τέλος του 2023, drones από τον κατασκευαστή Baykar είχαν εξαχθεί σε περισσότερες από 30 χώρες, συμπεριλαμβανομένων ευρωπαϊκών χωρών και χωρών της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. Είναι ιδιαίτερα ελκυστικά για τους λεγόμενους ασύμμετρους πολέμους. Επίσης  τεθωρακισμένα οχήματα εξάγονται  στο Πακιστάν, ενώ η Πορτογαλία έχει επιλέξει τουρκικές κορβέτες.

Αυτό αντικατοπτρίζεται και στα στοιχεία: Μεταξύ 2015 και 2019, η Τουρκία αντιπροσώπευε το 1,7 % των παγκόσμιων εισαγωγών όπλων και την περίοδο από το 2020 έως το 2024 αντιπροσώπευε το 1,1 %. Οι εξαγωγές όπλων εξελίχθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι ενώ τα τουρκικά όπλα εξακολουθούσαν να αντιπροσωπεύουν το 0,8% των παγκόσμιων εξαγωγών από το 2015 έως το 2019, αυτό διπλασιάστηκε στο 1,7% για το 2020 έως το 2024, δηλαδή 11η θέση στην παγκόσμια κατάταξη.

Αυτά τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι τώρα εξάγονται περισσότερα όπλα από ό,τι εισάγονται. Όμως, παρόλο που υπάρχουν αυξανόμενες αναφορές για την αύξηση των εξαγωγών όπλων από την δεκαετία του 2010, αυτό δεν έχει εκφραστεί με την μορφή συνεχούς πλεονάσματος εξαγωγών (εξοπλισμών) για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ελαφρά πλεονάσματα εξαγωγών κατά τα έτη 2014 έως 2017 ακολουθήθηκαν από σημαντικά πλεονάσματα εισαγωγών το 2018 και το 2019. Από το 2020, το εμπορικό ισοζύγιο είναι σταθερά και σημαντικά θετικό, τόσο λόγω της βραχυπρόθεσμης πτώσης των εισαγωγών που σχετίζεται με την κρίση το 2020/21 όσο και λόγω της ραγδαίας αύξησης των εξαγωγών που επιταχύνθηκαν ξανά με την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022. Το 2024, η Τουρκία εξήγαγε όπλα αξίας 7,12 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Οι ποσοτικές εξελίξεις εκφράζουν και μια ποιοτική αλλαγή. Ξεκινώντας από μεμονωμένα σχέδια για την υποκατάσταση των εισαγωγών όπλων και συγκροτημάτων, η Τουρκία παράγει σήμερα λίγο πολύ όλο το φάσμα των συμβατικών όπλων. Ήδη από την δεκαετία του 1980, τα πρώτα συγκροτήματα για τα εισαγόμενα αεροσκάφη κατασκευάζονταν εγχώρια και ήδη από την δεκαετία του 1990, οι συμβάσεις π.χ. με γερμανικές εταιρείες ναυτικών εξοπλισμών προέβλεπαν όχι μόνο την απόκτηση πλοίων, αλλά και την κατασκευή τους σε εγχώρια ναυπηγεία. Μετά από δεκαετίες στοχευμένης υποκατάστασης των εισαγωγών και αυξανόμενης προώθησης των εξαγωγών, η τουρκική βιομηχανία καυχιέται ότι σύντομα θα παράγει το δικό της μαχητικό αεροσκάφος. Το stealth Kaan έχει ήδη κάνει την παρθενική του πτήση πέρυσι και αργότερα προβλέπεται να εξαχθεί ακόμη και στην Ινδονησία.

Η δημιουργία της εγχώριας παραγωγής αύξησε τα στρατιωτικοπολιτικά περιθώρια ελιγμών της τουρκικής κυβέρνησης με αναφορά στα γεωπολιτικά ρεύματα και στην ισορροπία δυνάμεων, τόσο σε περιφερειακό επίπεδο στην Ανατολική Μεσόγειο, βλ. αναθεωρητική πολιτική εις βάρος της Ελλάδας, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο με συμμαχίες που σφυρηλατεί η Άγκυρα στην Αφρική, Κεντρική Ασία και την Ευρώπη.

Σήμερα, το αδύνατο σημείο των τουρκικών εξοπλισμών δεν είναι πλέον η εισαγωγή ολόκληρων οπλικών συστημάτων, αλλά οι διεθνείς πατέντες και οι κοινοπραξίες με διεθνείς κατασκευαστές. Πολιτικά, αυτό σημαίνει ότι τα μέτρα άμεσου εμπάργκο κατά των εξοπλισμών δύσκολα μπορούν να έχουν άμεση αποτελεσματική επίδραση στις επικείμενες ή συνεχιζόμενες τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Τουτέστιν σε μια πιθανή στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Ελλάδας, κανένα εμπάργκο της Δύσης δεν μπορεί να εμποδίσει τους στρατιωτικούς σχεδιασμούς της Άγκυρας. Αντιθέτως η Ελλάδα όντας πλήρως εξαρτημένη από εισαγωγές πυρομαχικών/πυραύλων παντός είδους (πέραν των οπλικών συστημάτων), με εξαίρεση τα πυρομαχικά μικρών διαμετρημάτων και μερικώς των μεσαίων, και έχοντας αποθέματα που δεν υπερβαίνουν τις 5-10 ημέρες πολεμικών επιχειρήσεων, μπορεί να βρεθεί σε μειονεκτική θέση εξ αιτίας αυτού του δεδομένου.

Σημειώνουμε μετ’ επιτάσεως ότι ακόμη κι αν αποφασιζόταν σήμερα η στρατηγική αναδιάρθρωση της πολεμικής μας βιομηχανίας [υπάρχουν σχετικές εξαγγελίες της κυβέρνησης] τα αποτελέσματα αυτής θα φαινόταν σε βάθος πενταετίας έως δεκαετίας. Η τουρκική πολεμική βιομηχανία θα παραμείνει αυτά τα χρόνια στάσιμη;

Spes ultima dea est !

Βιβλιογραφία:

SIPRI 2025a: SIPRI Fact Sheet (April 2025): Trends in World Military Expenditure, 2024

SIPRI 2025b: SIPRI Fact Sheet (March 2025): Trends in international Arms Transfers, 2024

SIPRI 2024: The SIPRI Top 100 arms-producing and military services companies in the world, 2023.

Egeli, Sıtkı; Güvenç, Serhat; Kurç ,Çağlar und Mevlütoğlu, Arda (2024): From Client to Competitor: The Rise of Türkiye’s Defence Industry; The International Institute for Strategic Studies (IISS) and Center for Foreign Policy and Peace Research (CFPPR); London and Ankara.

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

125
fb-share-icon
Insta
Tiktok