Ο Διδάσκαλος Έκαρτ – Meister Eckhart Μέρος 3
Η ένωση του ανθρώπου και του Θεού : Στις διάφορες μορφές μυστικισμού ο στόχος του ανθρώπου είναι να βιώσει μία μορφή ενώσεως με τον θεό και για να φτάσει στο σημείο αυτό προηγείται κατά κανόνα μία μακρά περίοδος πνευματικής προετοιμασίας μέσω διαφόρων σταδίων και σε συνδυασμό συνήθως με διάφορες τεχνικές προσευχής και διαλογισμού. Ο Διδάσκαλος Έκαρτ, ο αξιολογότατος και σπουδαιότατος μυστικιστής (ή όπως λέγουν άλλοι αγγλόφωνοι και αγγλοτραφείς) «μυστικός» της Γερμανίας, ως θεολόγος και πνευματικός προϊστάμενος των Δομηνικανών μοναχών, εγνώριζεν αυτές τις παραδόσεις και τις μυστικιστικές αναζητήσεις, όμως, ο ίδιος ανέπτυξε μίαν ιδιότυπη διδασκαλία για την ένωση θεού και ανθρώπου. Σύμφωνα με αυτήν, ο κυριότερος τρόπος πνευματικής προετοιμασίας του ανθρώπου δεν είναι να επιδοθεί σε μεθόδους διαλογισμού, αλλά να περιέλθει σε μία κατάσταση εσωτερικής απομονώσεως ή αποσπάσεως – αποσυνδέσεως, αφέσεως από τα πράγματα του κόσμου (Abgeschiedenheit, Gelassenheit). [Βλέπε το βιβλίο του θεολόγου και ιερέως της Λουθηρανικής – Ευαγγελικής Εκκλησίας Έρικ Αλεξάντερ Πάντσιχ (Erik Alexander Panzig), «Απόσπαση και Απομόνωση. Μία εισαγωγή στην θεολογική σκέψη του Διδασκάλου Έκαρτ» («Gelâzenheit und Abegescheidenheit. Eine Einführung in das theologische Denken des Meister Eckhart»), «Ευαγγελικές εκδόσεις», Λειψία, 2005]
Σε αυτήν την πνευματική κατάσταση ο άνθρωπος αποδεσμεύεται από τα δημιουργήματα και τότε αυτά δεν είναι πλέον εμπόδιο στο δρόμο του προς την τελείωση, αλλά μέσα στα πράγματα του κόσμου ανακαλύπτει την παρουσία του Δημιουργού και ταυτόχρονα βιώνει τη σταθερή παρουσία του θεού στο εσωτερικό του. «Ο άνθρωπος πρέπει να συλλαμβάνει τον θεό μέσα σε όλα τα πράγματα και πρέπει να συνηθίσει το νου του σε αυτό, στο να έχει διαρκώς τον θεό παρόντα» . Η «αποσπασμένη» ψυχή πρέπει επίσης να είναι κενή από όλα, να έχει εγκαταλείψει για χάρη του θεού ακόμη και τη σκέψη του θεού, καθώς τότε ο θεός ευρίσκει το εσωτερικό της ελεύθερο και κενό, οπότε εισέρχεται εκεί και ενεργεί.
Ιδιαίτερος είναι και ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τη μυστική ένωση θεού και ανθρώπου, σε σχέση με τις προηγούμενες μυστικιστικές παραδόσεις. Εφόσον ο σκοπός για τον οποίο ο θεός γεννήθηκε ως άνθρωπος είναι για να μπορεί ο άνθρωπος να γεννηθεί ως θεός, αυτό, σύμφωνα με τον Έκαρτ, ταυτίζεται με τη «γέννηση του θεού μέσα στην ψυχή» («Gottesgeburt in der Seele»). Στο ανώτερο σημείο της ψυχής, σε εκείνο το αδημιούργητο σημείο που ο Έκαρτ ονομάζει «βάθος» και το οποίον υποστηρίζει ότι ταυτίζεται με το βάθος της θεότητας, «εδώ το βάθος του θεού είναι το δικό μου βάθος και το δικό μου βάθος είναι το βάθος του θεού», εκεί ο θεός γεννά αιώνια τον μονογενή Υιό του, έτσι όπως τον γεννά και στον εαυτό του! «Ο θεός γεννά τον Υιό του στην ψυχή με τον ίδιο τρόπο, όπως τον γεννά και στην αιωνιότητα και όχι διαφορετικά !!».
Αυτή η πράξη μοιάζει να αποτελεί μιαν υποχρεωτική ενέργεια για τον Θεό, είναι στη φύση του να γεννά τον Υιό του όταν ευρίσκει μία καθαρή και κενή ψυχή. Ο Διδάσκαλος Έκαρτ οδηγεί τον συλλογισμό του ακόμη παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι, αφού δεν υφίσταται καμία ουσιαστική διάκριση μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου βάθους, τότε κάθε πράξη συμβαίνει ταυτόχρονα και στα δύο αυτά μέρη, όπως η ηχώ που επιστρέφει στην πηγή της ή όπως η αντανάκλαση μιας εικόνος, που από τον καθρέπτη γυρίζει στο πρωτότυπο.
(Βλέπε το λεπτομερές και λίαν επεξηγητικό έργο του Μπέρναρντ Βέλτε (Bernard Welte, 1906-1983) «Διδάσκαλος Έκαρτ. Σκέψεις επί των σκέψεών του» («Meister Eckhart. Gedanken zu seinen Gedanken»), Φράϊμπουργκ, 1992, σελίδες 134-135. Ο Βέλτε ήταν καθηγητής της Φιλοσοφίας της Χριστιανικής Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο του Φράϊμπουργκ).Το εξαιρετικό βιβλίο διερευνά τις σκέψεις του Διδασκάλου Έκαρτ σχετικά με τον μυστικισμό, τη μεταφυσική και τη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρωπότητος. Τονίζεται εδώ το δια βίου ενδιαφέρον του Βέλτε για τον Διδάσκαλο, ο οποίος θεωρείται βαθύς μυστικιστής με μιαν ευρυτάτη θεωρητική πορεία ζωής. Οι ερμηνείες του Βέλτε είναι σχετικές με τη σύγχρονη κατανόηση. Η ενσωμάτωση μεταφυσικών, μυστικιστικών και θεολογικών διαστάσεων είναι απαραίτητη για την κατανόηση του έργου του Διδασκάλου Έκαρτ.
Η έννοια της «Abgeschiedenheit» (αποσυνδέσεως) είναι κεντρική στη σκέψη του Διδασκάλου. Η αποσύνδεση επιτρέπει μια βαθυτέρα θρησκευτική εμπειρία και σύνδεση με τον Θεό. Η σχέση μεταξύ Θεού και ανθρωπότητος είναι δυναμική και «μεταμορφωτική».Ο Διδάσκαλος ταυτίζει τον Θεό με την αλήθεια, τονίζων τη σημασία της κατανοήσεως της αληθείας σε ένα πνευματικό πλαίσιο. Η πράξη της «αποχωρήσεως» (Seinlassen) είναι κρίσιμη για την εμπειρία της θεϊκής αληθείας. Η αλήθεια θεωρείται ως μια θεμελιώδης πτυχή της υπάρξεως, που υπερβαίνει την απλή διανοητική κατανόηση.
Συζητά τη σχέση μεταξύ καλοσύνης και Θεού, υποστηρίζων ότι ο Θεός ενσαρκώνει την απόλυτη καλοσύνη. Η έννοια της καλοσύνης είναι συνυφασμένη με τη φύση του Θεού και την ανθρωπίνη εμπειρία. Η κατανόηση της καλοσύνης απαιτεί την υπέρβαση των μεταφυσικών ορισμών σε μια βιωμένη εμπειρία θεϊκής αγάπης.Η ενότητα της υπάρξεως, της αλήθειας και της καλοσύνης διερευνάται ως θεμελιώδης για την θεολογία του Διδασκάλου Έκαρτ. Συνδέει αυτές τις έννοιες με τη χριστιανική κατανόηση της Αγίας Τριάδος. Η αλληλεπίδραση μεταξύ ενότητος και ποικιλομορφίας στη δημιουργία αντανακλά την φύση του Θεού.
Η σκέψη του αμφισβητεί τα παραδοσιακά μεταφυσικά πλαίσια, αναζητώντας μια βαθυτέρα κατανόηση του Θεού πέρα από τις έννοιες. Η διαδικασία υπερβάσεως της μεταφυσικής περιλαμβάνει την αναγνώριση των περιορισμών της γλώσσας και της σκέψης. Δίδει έμφαση στη βιωματική γνώση του Θεού έναντι των θεωρητικών κατασκευών.
Περιγράφει μια βαθιά εμπειρία του Θεού ως «μηδέν», τονίζοντας την άφατη φύση του θείου. Αυτή η εμπειρία υπερβαίνει όλες τις έννοιες και τη γλώσσα, οδηγώντας σε μιαν άμεση συνάντηση με τον Θεό. Η σχέση μεταξύ του εαυτού και του Θεού επαναπροσδιορίζεται με όρους ενότητος και ταυτότητος.Ο Διδάσκαλος Έκαρτ ασχολείται επίσης με την ύπαρξη του κακού και της αμαρτίας, αναγνωρίζοντας την πραγματικότητά τους στην ανθρώπινη εμπειρία. Τονίζει την παρουσία του Θεού ακόμη και στον πόνο, προσφέροντας παρηγορία μέσω της θεϊκής συντροφιάς. Αναγνωρίζεται η πολυπλοκότητα της αμαρτίας, με έμφαση στη μεταμορφωτική δύναμη της χάρης του Θεού.
Το σπουδαίο βιβλίο ολοκληρώνεται με ένα όραμα του κόσμου ως μία δυναμική κίνηση προς τον Θεό. Ο Διδάσκλαος Έκαρτ παρουσιάζει την ιδέα ότι όλη η δημιουργία έλκεται εγγενώς από το θείο. Ο απώτερος στόχος της υπάρξεως είναι η ενότης με τον Θεό, ξεπερνώντας όλες τις μορφές αρνητικότητος. Το παράρτημα του κειμένου συζητά το ιστορικό πλαίσιο της δίκης του και τις θεολογικές επιπτώσεις των διδασκαλιών του. Υπογραμμίζει την ένταση μεταξύ των μυστικιστικών ιδεών του Έκχαρτ και των επικρατούντων εκκλησιαστικών δογμάτων της εποχής του. Συνολικώς το βιβλίον τονίζει τη διαρκή σημασία της σκέψεως του Διδασκάλου Έκαρτ στον σύγχρονο πνευματικό λόγο.
Επίσης άξιον προσοχής είναι το συναφές βαθυστόχαστο έργο του Βουλφ Έκχαρντ (Wulf Eckhard, γεννηθείς το 1939): «Η εμφάνιση της σύγχρονης υποκειμενικότητος στην έννοια του λόγου του Διδασκάλου Έκαρτ» («Das Aufkommen neuzeitlicher Subjektivität im Vernunftbegriff Meister Eckharts»), Tübingen, 1972, σελίδες 93-94. [Τα πρώτα χρόνια του Δόκτορος Έκχαρντ Βουλφ μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο ήσαν βαθέως θρησκευόμενα: Πέρασε επτά χρόνια ως μοναχός στο Καθολικό Τάγμα των Δομηνικανών, όπου εσπούδασε θεολογία και ιστορία της τέχνης. Στην συνέχεια, ολοκλήρωσε το δεύτερο πτυχίο του στη φιλοσοφία και στην κοινωνιολογία, στο Πανεπιστήμιο του Τύμπιγκεν, αποκτώντας το διδακτορικό του στη φιλοσοφία το 1972. Από το 1972 έως το 1974, κατείχε θέση επισκέπτη καθηγητή.Από το 1974 έως το 1985, ήταν ερευνητικός βοηθός και κατόπιν τακτικός καθηγητής, διδάσκων στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Τύμπιγκεν]
Ο Διδάσκαλος Έκαρτ λέγει :«Ο θεός γεννά τον μονογενή Υιό του στο ανώτατο της ψυχής. Με την ίδια κίνηση με την οποία γεννά μέσα μου τον μονογενή Υιό του, τον γεννώ και εγώ πίσω στον Πατέρα». Αν και η γέννηση του θεού στην ανθρώπινη ψυχή προβάλλει ως ο κύριος τρόπος με τον οποίον ο Έκαρτ κατανοεί την «μυστική ένωση» (unio mystica) Θεού και ανθρώπου, υπάρχουν επίσης κάποια χωρία στα οποία ομιλεί για μία δυναμική κίνηση επιστροφής του ανθρώπου στην αρχέγονη ενότητα με τη θεία ουσία. Η απορροή είναι η κίνηση με την οποίαν ο άνθρωπος εξήλθε από το βάθος της θείας ουσίας και έλαβε το «δημιουργημένο Είναι» του, ενώ την αντίστροφη κίνηση την ονομάζει «διάτρηση» (Durchbrechen), γιατί με αυτήν διαπερνά ακόμη και τα τρία πρόσωπα του τριαδικού θεού για να επιστρέψει στην κατάσταση της θείας ενότητος, όπως ήταν πριν τη δημιουργία του.
Οι συνέπειες για τον άνθρωπο : Συνήθως οι μυστικιστικές αναζητήσεις οδηγούσαν μοναχούς και λαϊκούς να εγκαταλείπουν την καθημερινή ζωή και τις πρακτικές ασχολίες και να καταφεύγουν στην απομόνωση για να επιδοθούν απερίσπαστοι σε διαλογισμούς και σε τεχνικές πνευματικής άσκησης. Ο Διδάσκλαος Έκαρτ εγνώριζε αυτές τις πρακτικές και φαίνεται ότι δεν τις επικροτούσε, γιατί υποστηρίζει ότι η βίωση του θεού δεν πρέπει να οδηγεί σε άρνηση των καθημερινού βίου και των ασχολιών. Ο άνθρωπος που βιώνει μέσα του τον θεό πρέπει να συνεχίζει να επιτελεί τα συνηθισμένα, καθημερινά έργα του, αλλά αυτά φανερώνουν μίαν άλλη ποιότητα. Τα εκτελεί από αγάπη και για χάρη του θεού, χωρίς ταπεινά κίνητρα και χωρίς ιδιοτέλεια, «χωρίς γιατί» («ohne warum»). Μάλιστα τονίζει ότι ακόμη και αν κάποιος ευρίσκεται σε κατάσταση έκστασης, όπως η αναρπαγή του Παύλου, αλλά κάποιος συνάνθρωπός του έχει ανάγκη μία …. σούπα, τότε είναι καλύτερο να εγκαταλείψει την έκσταση και να κάνει μία πράξη αγάπης βοηθώντας τον διπλανό του.Όταν οι πράξεις του ανθρώπου προέρχονται από την εσωτερική ενότητά του με τον θεό, τότε τα πράγματα του κόσμου δεν είναι εμπόδια για την πνευματική του τελείωση, αλλά μέσα σε αυτά βλέπει την παρουσία του δημιουργού.[Βλέπε το πόνημα του Ντήτμαρ Μητ (Dietmar Mieth), καθηγητή της «θεολογικής ηθικής» στο Πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν, «Η μονάς της δραστικής και της στοχαστικής ζωής» («Die Einheit von vita activa und vita contemplativa») Ρατισβόνη/Ρέγκενσμπουργκ, 1969, εκδόσεις Pustet , σελίς 131]
Με αυτόν τον τρόπον ο Έκαρτ γίνεται εισηγητής της ενότητος μεταξύ της εσωτερικής, πνευματικής ζωής και της εξωτερικής δράσεως και μεταφέρει τον μυστικισμό στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου.[Η ανάγνωση των κηρυγμάτων του, μας καταδεικνύει σε πόσον μέγα βαθμόν ήταν όντως πανθεϊστής και πόσον εξαρτάται κατά τούτο εκ των ιδεών του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και του Ερίγενη. [Ο Ιωάννης Σκώτος Εριγένης (John Scotus Eriugena ή Johannes Scotus Eriugena, 815 – 877) ήταν Ιρλανδός θεολόγος, νεοπλατωνιστής φιλόσοφος και ποιητής. Ήταν σπουδαίος ελληνιστής που θεωρούσε την ελληνική γλώσσα ανώτερη, έδωσε δε στο βασικό έργο του τον ελληνικόν τίτλο «Περί Φύσεων»] Ο Θεός είναι, συμφώνως προς τα κηρύγματα αυτά, το καθαρόν «Είναι» και ύψιστον όνομα αυτού είναι : «Ουσία». Είναι άπειρος, καθώς το πεπερασμένον αποκλείεται εκ της φύσεώς του. Εδώ έχουμε αναντιρρήτως μιαν εκ των αρχών της γερμανικής φιλοσοφίας, το γεγονός δε αυτό εξηγεί τον κατοπινόν ενθουσιασμόν του Εγέλου περί του Διδασκάλου Έκαρτ.
Αλλού πάλιν ο Έκαρτ διδάσκει ότι ο Θεός δεν είναι ούτε ουσία αλλ’ η όχι ακόμη «φυσιοποιηθείσα φύσις», αποκαλυπτομένη διά της φυσιοποιηθείσης φύσεως, δηλ. της Αγίας Τριάδος, που διά των τριών προσώπων φανερώνει εαυτήν. Είναι φανερά εδώ η επίδραση του πλατωνισμού κατά το πνεύμα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.
Η πλατωνίζουσα όμως θεολογία του μεγάλου Γερμανού μυστικιστή περιέχει και αμφίσημες έως επικινδυνότητος συνέπειες, όπως π.χ. τις εξής: ο Θεός δεν είναι αγαθός, πράττει κινούμενος εξ εσωτερικής του ανάγκης, δεν υποχρεούμαι σε ευγνωμοσύνην προς αυτόν για την αγάπην του, δεν αγαπά ει μη μόνον τον εαυτόν του, δεν δύναται να νοηθεί χωρίς εμάς όπως και εμείς άνευ αυτού. Ορμώμενος εκ των «ελάχιστα χριστιανικών» τούτων προϋποθέσεων, διδάσκει έπειτα ο Διδάσκαλος Έκαρτ ότι πάντα τα δημιουργήματα και ολόκληρη η φύση, τείνουν να εξομοιωθούν προς τον Θεόν, επειδή ο Θεός ενυπάρχει εντός πάντων των πραγμάτων, τόσον των εμψύχων όσον και των αψύχων. «Εάν ο Θεός δεν ενυπήρχε εντός όλων των πραγμάτων η φύση θα εστερείτο και δράσεως και επιθυμίας. Εάν εντός του ποτού δεν υπήρχεν ο Θεός, ο άνθρωπος δεν θα το ορεγόταν, όσην δίψα και αν υποτεθεί ότι αισθανόταν».
Έτσι διαπιστώνει ο Διδάσκαλος Έκαρτ την μεταξύ Θεού και ψυχής ενότητα, την οποίαν μέσω διαφόρων εικόνων αγωνίζονται να εκφράσουν και οι Πέρσες και οι Ινδοί μυστικιστές. Λέγει : «Ο άνθρωπος γεννάται εν τω Θεώ και ο Θεός γεννάται εν τω ανθρώπω. Η φύσις του πατρός είναι το να γεννά τον υιόν· του δε υιού το να γεννάται και το να γεννώμαι εγώ εν αυτώ· του δε πνεύματος το να φλέγωμαι εν αυτώ και να μεταβάλλωμαι εις καθαρά αγάπη». Ο πανθεϊσμός του πηγάζει από τα ενδόμυχα βάθη της ψυχής του. Οι πελώριες θεολογικοφιλοσοφικές συνέπειες των πανθεϊστικών αυτών δοξασιών είναι τόσες, ώστε καταντά περίεργον πως η επίσημος Εκκλησία δεν εστράφη δραστικώτερα εναντίον του.
Διότι τα μυστήρια, η λατρεία, η «ειδική χάρις» και η «μεσίτευσή» της, όλα εκμηδενίζονται δια των αντιλήψεων εκείνων, μαζί τους δε και η Εκκλησία. Άλλ’ ο Διδάσκαλος Έκαρτ δεν είχε βεβαίως σαφή συνείδηση τέτοιων ενδεχομένων συνεπειών, καθώς συνήγαγε το κάθε συμπέρασμα για τον εαυτόν του, όπως ακριβώς και οι Ινδοί και οι Πέρσες μυστικιστές – μυστικοπαθείς από τις ιδικές τους δοξασίες. Τα θεάρεστα έργα δηλαδή δεν είναι αναγκαία για εκείνον ο οποίος έφθασε στην πλήρη γνώση. Το συμπέρασμα του αυτό δεν ήταν το μόνον. Η μεταξύ Θεού και ανθρωπίνης ψυχής ενότης οδήγησε τον πατέρα του γερμανικού μυστικισμού στην σκέψη ότι αντί να ερωτάμε διαρκώς περί της φύσεως του Θεού, δυνάμεθα να ερωτάμε περί της φύσεως του ανθρώπου.
Έτσι ο Διδάσκαλος στρέφει την προσοχή στην ψυχικήν εσωτερικότητα, καθιστόμενος πραγματικός πρόδρομος της «Διαμαρτυρήσεως» του Λουθήρου. Το πρόβλημα γι’ αυτόν δεν είναι τα θεάρεστα «αγαθά έργα», ο εξωτερικός αγιασμός, η εξωτερική ομολογία, αλλ’ η εσωτερική διαγωγή, η μόνιμος εσωτερική κατάσταση, η ενδόμυχος φύση.
Παρά ταύτα ο Διδάσκαλος Έκαρτ, [ο οποίος υπενθυμίζεται ότι μόλις κατά τον 19ον αιώνα «ανεβίωσε» δια του ιατρού, μηχανικού και φιλοσόφου Φραντς Μπένεντικτ Ιππότη φον Μπάαντερ (Franz Benedikt Ritter von Baader, 1764-1841), ο οποίος έστρεψε το ενδιαφέρον των συγχρόνων του στον Έκαρτ], δεν είναι μόνον ένα «πρωτότυπον πνεύμα», όπως τον ύμνησεν ο Δανός θεολόγος Χανς Μάρτενσεν (Hans Martensen, 1808-1884) στο έργο του «Διδάσκαλος Έκαρτ : Μία θεολογική μελέτη» («Meister Eckhart : eine theologische Studie») Αμβούργο 1842, εκδόσεις Perthes και όπως θα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει εκ της μεγάλης και ισχυράς ροπής, την οποίαν εξήσκησεν επί μυστικιστών, ωσάν τον μαθητή του Χάϊνριχ Ζώυζε (Heinrich Seuse, 1295-1366 ), γνωστόν και ως «Σούσων» και τον Γιοχάννες Τάουλερ (Johannes Tauler,1290-1361). Ο μαθητής του Ζώυζε υπερασπίστηκε εμμέσως την διδασκαλία του Διδασκάλου Έκαρτ στο έργον του «Βιβλιάριον της Αληθείας» («Büchlein der Wahrheit»). [Βλέπε περαιτέρω λεπτομέρειες στο βιβλίο της Γερμανίδος Ρωμαιοκαθολικής θεολόγου και συγγραφέως Κριστίνε Μπύχνερ (Christine Büchner, γεννηθείσα 1970). «Die Transformation des Einheitsdenkens Meister Eckharts bei Heinrich Seuse und Johannes Tauler», Στουτγκάρδη, 2007]
Ο Διδάσκαλος Έκαρτ ως προς την φιλοσοφική θεωρίαν είναι μεν πρωτότυπος και τολμηρά φύση, κατ’ εξοχήν θεωρητική, αλλά εν τούτοις εξαρτάται και εκ των μυστικιστών-μυστικοπαθών Θωμά του Ακινάτη [(1225-1274), Ιταλός ιερέας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στο Τάγμα των Δομηνικανών και σημαντικός φιλόσοφος και θεολόγος, εκπρόσωπος της σχολής του σχολαστικισμού, γνωστός και ως «Αγγελικός Διδάσκαλος» ή «Παγκόσμιος Δάσκαλος»] και Ούγου του «Αγίου Βίκτορα» [Σημαντικός Γερμανός θεολόγος και φιλόσοφος τον 12ον αιώνα, (1096-1141) λέκτωρ και ηγέτης στην «σχολή» του Αββαείου του Αγίου Βίκτορος στο Παρίσι, γνωστός για το έργο του στην Μυστική Θεολογία: «Περί Μυστικής Θεολογίας», «Περί Ουρανίας Ιεραρχίας» και «Διδασκαλικόν»].Οφείλουμε όμως να αναγνωρίσουμε σαφώς ότι πρώτος ο Διδάσκαλος Έκαρτ συνεκέντρωσε τον εαυτό του με αφοσίωση και ένταση, «έργω και λόγω», στις θεμελιώδεις ιδέες της μυστικιστικής και μυστικοπαθούς θεολογίας και τις μετέφερε στην γερμανική, προς «οικοδομίαν» και συγκρότηση της Πίστεως των συγχρόνων του λαϊκών. Συνεπώς, δικαίως δύναται να ονομασθεί «Διδάσκαλος της όλης σχολής», «Πατήρ της φιλοσοφικής θεωρίας παρά Γερμανοίς» και εν τέλει «Πατριάρχης» της.
Ως Δομηνικανός, δηλαδή ως μέλος λογίου μοναστικού τάγματος, έπρεπε να διανύσει προδιαγεγραμμένον κύκλον σπουδών, επιστέγασμα των οποίων ήταν η υπό του τάγματος αποστολή του στο Παρίσι προς απόκτηση του αξιώματος και του τίτλου του θεολόγου στοεν τω εκεί πανεπιστήμιο. Μετά οκταετή απασχόλιση περί διοικητικά καθήκοντα, προς τα οποία τον ανάγκασεν το τάγμα, τον συνανατάμε πρώτον στο Παρίσι ως διδάσκαλον της θεολογίας, έπειτα δε στο Στρασβούργο, στη σχολή του τάγματος (Stadium provinciale), και τέλος στην Κολωνία ως καθηγητή στο εκεί πανεπιστήμιον (Stadium generale) των Δομηνικανών. Αλλ’ εδώ κατηγορήθηκε υπό του αρχιεπισκόπου ως αιρετικός, κυρίως λόγω των πανθεϊστικών στοιχείων της διδασκαλίας του. Εναντίον της κατηγορίας αυτής εκδίδει τότε διαμαρτυρίαν, στην οποίαν αποκρούει το ενσυνείδητον και το σκόπιμον των τυχόν αποκλινουσών δοξασιών του από του εκκλησιαστικού δόγματος, ενώ κηρύσσει τον εαυτόν του πρόθυμον να ανακαλέσει τις πραγματικές του πλάνες. Ο θάνατό του που επήλθε κατά τη διάρκεια της δίκης την διέκοψε χωρίς να θέσει τέρμα στην υπόθεση. Αυτό συνέβη δύο έτη μετά τον θάνατον του Διδασκάλου Έκαρτ, οπότε παπική βούλα («In agro dominico»), του Πάπα Ιωάννη του ΚΒ΄, καταδικάζει είκοσι οκτώ σημεία της διδασκαλίας του περιφήμου μυστικοπαθούς ιεραποστόλου. [«In agro dominico» σημαίνει «Στον αγρό του Κυρίου» στα Λατινικά και είναι ο τίτλος μιας εγκυκλίου, η οποία αφορά την ανάγκη προστασίας και διατήρησης της αγνότητας της καθολικής πίστης και διδασκαλίας. Τονίζει την ευθύνη της εκκλησίας να φυλάει τον «καλό σπόρο» της Πίστεως από επιβλαβείς και ανακριβείς ιδέες, ιδίως από τους απλούστερους και λιγότερο μορφωμένους πιστούς, που μπορεί να διαστρεβλώσουν την αλήθεια της διδασκαλίας]
Η παπική βούλα του 1329 που καταδίκαζε τις 28 προτάσεις από τα έργα του, απηγόρευε ταυτοχρόνως και την κυκλοφορία όσων έργων του περιείχαν τις συγκεκριμένες προτάσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, καθώς η προσωπικότητα και η διδασκαλία του ήταν αγαπητές, ιδίως σε κύκλους των Δομηνικανών της βόρειας Γερμανίας και των Κάτω Χωρών, τα έργα του να κυκλοφορούν ευρύτατα και ανώνυμα από συμπαθούντες των ιδεών του.
Η επίδρασή του δεν περιορίσθηκε μόνο σε μορφωμένους κληρικούς και οπαδούς του μυστικισμού, αλλά προφανώς επηρέασε και πολλούς πιστούς λαϊκούς σε αυτές τις περιοχές, αφού μετά τον θάνατόν του εκυκλοφόρησαν διάφορες λαϊκές αφηγήσεις στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο Έκαρτ και οι ιδέες του.[Βλέπε το βιβλίο της υπέργηρης πλέον (γεν. 1935) γερμανίστριας και θεωρητικού κινηματογράφου, τέως καθηγήτριας το Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης επί του Μάϊν, Ίνγκεμποργκ Ντέγκενχαρντ (Ingeborg Degenhardt), «Μελέτες για την μεταβoλή της εικόνος του Έκαρτ» «Studien zum Wandel des Eckhartbildes», Λάϊντεν, εκδόσεις E.J.Brill Archive, 1967. σελίδες 21-28.]
Την διδασκαλία και τα έργα του Έκαρτ εκτιμούσε επίσης μία σημαντική προσωπικότητα του 15ου αιώνος, ο Γερμανός φιλόσοφος, θεολόγος, επίσκοπος, νομικός και αστρονόμος Νικόλαος Κουζάνος (Nikolaus von Kues, 1401-1464), ο οποίος επηρεάστηκε βαθύτατα από τη σκέψη του Διδασκάλου, ενώ από τη βιβλιοθήκη του Κουζάνου εσώθηκε ένας κώδικας με τα λατινικά έργα του Έκαρτ.[Βλέπε την έκδοση των Harald Schwaetzer και Georg Steer, «Meister Eckhart und Nikolaus von Kues» (Meister-Eckhart-Jahrbuch 4). Στουτγκάρδη, εκδόσεις Kohlhammer, 2011.]
Κατά τους επομένους αιώνες τα έργα του Έκαρτ, ανώνυμα ή ψευδεπίγραφα, κυκλοφορούσαν σε μικρούς κύκλους ενδιαφερομένων για πνευματικά θέματα, αλλά οι εποχές της Αναγεννήσεως και του υλόφρονος Διαφωτισμού δεν ευνοούσαν την ενασχόληση με τον μυστικισμό της μεσαιωνικής θρησκευτικότητος. Αντιθέτως, τα κινήματα του ρομαντισμού και του γερμανικού ιδεαλισμού κατά τον 19ον αιώνα συνέβαλαν στο να ανακαλυφθεί και πάλιν η σπουδαία διδασκαλία του.
Μέσω του προαναφερθέντος Franz von Baader ανεκάλυψε τον Διδάσκαλο Έκαρτ και ο πολύς Χέγκελ – Έγελος, ενώ παρότρυνε τον Ελβετό γερμανιστή φιλόλογο φίλο του, Franz Viktor Pfeiffer (1815-1868) να εκδώσει τα γερμανικά έργα του Διδασκάλου. Το 1857 ο Pfeiffer εξέδωσε στην Λειψία το δίτομον έργο του «Γερμανοί μυστικιστές του δεκάτου τετάρτου αιώνος» («Deutsche Mystiker des 14. Jahrhunderts»), του οποίου ο δεύτερος τόμος περιελάμβανε γερμανικά κηρύγματα και πραγματείες του Διδασκάλου Έκαρτ. Η έκδοση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να θέσει στο επίκεντρο των πρώτων μελετητών τα γερμανικά έργα του Έκαρτ και να θεωρήσουν ότι επρόκειτο για έναν τελείως πρωτότυπο και ιδιαίτερο, θεολόγο και φιλόσοφο.
Αυτή η άποψη διαφοροποιήθηκε κατά τι, όταν το 1886 ο Αυστριακός παλαιογράφος και εκκλησιαστικός ιστορικός Φρήντριχ Χάϊνριχ Ζώυζε ή Ζούζο Ντενίφλ (Friedrich Heinrich Seuse – Suso Denifle, 1844-1905) εδημοσίευσε τον κώδικα από την βιβλιοθήκη του Κουζάνου, κώδικα ο οποίος κατεδείκνυε ότι στα λατινικά του έργα ο Έκαρτ ακολουθούσε στις βασικές γραμμές τον κυρίαρχο στην εποχή του σχολαστικισμό. Η ανακάλυψη των λατινικών του συγγραμμάτων στην εν λόγω βιβλιοθήκη κατέστησε δυνατό στον Denifle να καταδείξει δίχως αυθαιρεσία την μεγάλην εξάρτηση του Διδασκάλου Έκαρτ εκ της σχολαστικής του Θωμά του Ακινάτη και εμμέσως εκ της θεολογίας του Αυγουστίνου και του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. [Βλέπε Friedrich Heinrich Seuse -Suso Denifle «Meister Eckeharts Lateinische Schriften und die Grundanschaung seiner Lehrer» στο Αρχείον για την λογοτεχνία και εκκλησιαστική ιστορία του Μεσάιωνος» «Archiv für Literatur und Kirchengeschichte des Mittelalters» τόμος II. Βερολίνο, 1886].
Στις επόμενες δεκαετίες το ενδιαφέρον για τα έργα του και την διδασκαλία του αυξανόταν συνεχώς, από φιλοσόφους, από καθολικούς και προτεστάντες θεολόγους, αλλά και από φιλολόγους, καθώς τα έργα του αποτελούν μερικά από τα πρωιμότερα παραδεδομένα κείμενα στη μεσαιωνική γερμανική γλώσσα. Η αναζήτηση αξιοπίστων εκδόσεων οδήγησε το 1934 το «Γερμανικόν Ίδρυμα Ερευνών» («Deutsche Forschungsgemeinschaft») στην απόφαση να αναλάβει το μεγάλον έργο της έρευνας των χειρογράφων, της μετάφρασης στα νέα γερμανικά και της κριτικής εκδόσεως των λατινικών και γερμανικών έργων του Διδασκάλου Έκαρτ. Η επιστημονική προσπάθεια συνεχίσθηκε επί αρκετές δεκαετίες με τη συμμετοχή πολλών επιστημόνων και εν τέλει η έκδοση των λατινικών έργων του ολοκληρώθηκε σε έξι τόμους, ενώ των γερμανικών του έργων σε πέντε τόμους.
Τα έργα και η διδασκαλία του Διδασκάλου Έκαρτ συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο μελέτης από φιλοσόφους και θεολόγους, προερχόμενους από τον ρωμαιοκαθολικό, όσον και από τον προτεσταντικό χώρο.
Βεβαίως είναι ενδιαφέρον και το γεγονός ότι ασχολούνται με τις ιδέες του και επιστήμονες από άλλους τομείς, όπως ο διάσημος κορυφαίος ψυχολόγος Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ [στο έργον του «Psychologische Typen», Ζυρίχη, 1960, σελ. 259-276 (ελληνική μετάφραση «Ψυχολογικοί τύποι», δίτομον έργο από τις εκδόσεις «Σπαγειρία», Θεσσαλονίκη, 1991)], αλλά και ο επίσης γνωστός ψυχολόγος Έριχ Φρομ στο έργον του «Να έχεις ή να είσαι» («Haben oder Sein»). [Για την επίδραση του Διδασκάλου στο έργον του Φρομ, βλέπε τον καθηγητή Διδακτικής της γερμανικής, στο Πεπιστήμιο Ερλάνγκεν – Νυρεμβέργης, Φόλκερ Φρέντερκινγκ (Volker Frederking, γεννηθείς 1958), στο βιβλίον – διατριβή του «Τομή (σημαντική ανακάλυψη) από το να έχεις στο να είσαι. Ο Έριχ Φρομ και ο μυστικισμός του Διδασκάλου Έκαρτ» («Durchbruch vom Haben zum Sein. Erich Fromm und die Mystik Meister Eckharts»), Πάντερμπορν, εκδόσεις Brill Schoningh, 1994.]