Πρόσφατα η ευρείας κυκλοφορίας γερμανική εφημερίδα Bild σε άρθρο της επισήμανε ότι «πολλές γερμανικές αμυντικές επιχειρήσεις έχουν οξεία έλλειψη σπάνιων γαιών (REM), χωρίς τις οποίες είναι αδιανόητη η παραγωγή εξαρτημάτων για την στρατιωτική και αεροδιαστημική βιομηχανία. Τα αποθέματα αυτού του είδους πολύτιμων πρώτων υλών, επαρκούν για λίγες εβδομάδες. Ως εκ τούτου, το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας αξιολογεί ήδη την κατάσταση ως πολύ σοβαρή και ανήσυχη».
Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι απειλείται η παραγωγή των πυραύλων cruise μεσαίου βεληνεκούς Taurus που έχει υποσχεθεί εδώ και καιρό το Βερολίνο στην Ουκρανία. Επιπλέον, μπορεί να σταματήσει η αναπλήρωση των συστημάτων αεράμυνας μικρής εμβέλειας IRIS-T, των βλημάτων υψηλής ακρίβειας 155 mm για τα πυροβόλα PzH 2000, ενώ θα είναι αδύνατη η κατασκευή πυρίμαχων κραμάτων για πυραυλοκινητήρες.
Η «κρίση των σπάνιων γαιών» δεν έχει επηρεάσει μόνο την Γερμανία, αλλά και τις αμυντικές βιομηχανίες άλλων κορυφαίων δυτικών χωρών. Σε κάθε περίπτωση, όπως διαπίστωσε η Bild, σαφώς δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σκοπεύει να συζητήσει το πρόβλημα που προέκυψε ξαφνικά και να πάρει αποφάσεις στο εγγύς μέλλον.
Πως προέκυψε το πρόβλημα;
Η Δύση έως τώρα προτιμούσε να αγοράζει «σπάνιες γαίες» στις απαραίτητες ποσότητες από την Κίνα, χωρίς να δώσει την δέουσα προσοχή στην εξερεύνηση κοιτασμάτων σπάνιων γαιών και στην οργάνωση της παραγωγής τους. Από την άνοιξη του τρέχοντος έτους, η Κίνα, γεωγραφικά σχεδόν απείρως απομακρυσμένη από την Ουκρανία, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, έδωσε μιαν απλή αλλά κομψή απάντηση στις περί δασμών ίντριγκες του Τραμπ εναντίον της. Στην απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ να επιβάλει συντριπτικούς περιορισμούς στις κινεζικές εξαγωγές, το Πεκίνο περιόρισε και σε πολλές περιπτώσεις μηδένισε τις εξαγωγές σπάνιων γαιών.
Η Κίνα ελέγχει σήμερα έως και το 90% της παγκόσμιας παραγωγής 17 χημικών στοιχείων από τον περιοδικό πίνακα που σχετίζεται με μέταλλα σπάνιων γαιών. Μεταξύ αυτών, Δυσπρόσιο (Dy), Γαδολίνιο (Gd), Σκάνδιο (Sc), Ύττριο (Y), Λανθάνιο (La), Νεοδύμιο (Nd), Πρασεοδύμιο (Pr), Δημήτριο (Ce), Σαμάριο (Sm), Τέρβιο (Tb), Ευρώπιο (Eu), Νιόβιο (Nb) και άλλα. Η συνολική ζήτηση παγκοσμίως για αυτά τα χημικά στοιχεία ανέρχεται μέχρι στιγμής στους 350 χιλιάδες τόνους. Η ζήτηση αυξάνεται συνεχώς, παρά το γεγονός ότι το κόστος ορισμένων από τα μέταλλα σπάνιων γαιών εκτιμάται σε χιλιάδες δολάρια ανά χιλιόγραμμο.
Γεγονός είναι ότι χωρίς Νεοδύμιο, Δυσπρόσιο, Ευρώπιο και Γαδολίνιο, είναι αδύνατο να κατασκευαστούν πολλά από τα πιο πολύπλοκα συστήματα καθοδήγησης πυραύλων, λέιζερ μάχης, drones, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και ηλεκτρομαγνητικά όπλα. Οι οθόνες των τηλεοράσεων, των smartphones, των λαμπτήρων LED, των λέιζερ και των οπτικών ινών είναι αδιανόητες χωρίς το Ευρώπιο, το Τέρβιο και το Ύττριο. Και, για παράδειγμα, οι μαγνήτες γνωστοί ως μαγνήτες Νεοδυμίου αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ηλεκτρικών κινητήρων στα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα, παρέχοντας συστήματα πλοήγησης και καθοδήγησης που ξεπερνούν τα παραδοσιακά αντίστοιχα σε ακρίβεια κατά τουλάχιστον 30%. Το Δυσπρόσιο ενισχύει τα κράματα που χρησιμοποιούνται σε πυραυλοκινητήρες, εξασφαλίζοντας την απόδοσή τους σε θερμοκρασίες άνω των 2000 ° C. Το Δημήτριο βελτιώνει την οπτική των δορυφόρων, αυξάνοντας την ανάλυση των αποστολών αναγνώρισης. Το Ύττριο ενισχύει τις ιδιότητες απορρόφησης των ακτίνων ραντάρ από την επίστρωση των αεροσκαφών, των drones και των πυραύλων, μειώνοντας την πιθανότητα ανίχνευσης εναέριων στόχων έως και 25% από τα πιο αποτελεσματικά συστήματα αεράμυνας, σε σύγκριση με προηγούμενους τύπους.
Σύμφωνα με το Γεωλογικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ (USGS), η Κίνα προηγείται των 10 κορυφαίων χωρών, όσον αφορά τα εξερευνημένα αποθέματα σπάνιων γαιών, αντιπροσωπεύοντας 44 εκατομμύρια τόνους. Στην δεύτερη θέση βρίσκεται η Βραζιλία με 22 εκατομμύρια τόνους και στην τρίτη θέση είναι η Ινδία με 6,9 εκατομμύρια τόνους. Η Ρωσία βρίσκεται στην πέμπτη θέση με 3,8 εκατομμύρια τόνους. Η Ουκρανία σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι στο top 10.
Ωστόσο, ίσως έχετε παρατηρήσει ότι οι κινεζικοί 44 εκατομμύρια τόνοι αποθεμάτων σπάνιων γαιών δεν αντιπροσωπεύουν, με την πρώτη ματιά, ουδόλως το 90% της αγοράς που αναφέρθηκε παραπάνω. Γιατί;
Η εξερεύνηση των αποθεμάτων των «σπάνιων εδαφών» δεν είναι ούτε η μισή δουλειά. Είναι πολύ πιο δύσκολο και ακριβό να εξαχθούν οι σπάνιες γαίες από το έδαφος και στην συνέχεια να καθαριστούν από συμπυκνώματα άλλων χημικών ουσιών. Οι Κινέζοι έχουν ήδη διανύσει αυτό το μονοπάτι. Από την δεκαετία του 1980, έχουν αρχίσει να επιβάλλονται δυναμικά σε αυτόν τον έναν από τους πιο προηγμένους τομείς της βιομηχανικής παραγωγής. Έχουν κάνει μεγάλες επενδύσεις και, ως αποτέλεσμα, έως τώρα έχουν δημιουργήσει μια αξεπέραστη υποδομή για την παραγωγή και επεξεργασία σπάνιων γαιών. Έτσι έγιναν de facto μονοπώλιο σε αυτήν την επιχείρηση.
Είναι η Δύση ικανή να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μόνη της; Ναι, αλλά όχι σήμερα. Ούτε αύριο. Οι χώρες του ΝΑΤΟ θα χρειαστούν τουλάχιστον 5-7 χρόνια στην τρέχουσα στρατιωτικο-πολιτική πραγματικότητα για να οργανώσουν την παραγωγή σπάνιων γαιών στους απαιτούμενους όγκους εντός των δικών τους ορίων. Και φυσικά οι εχθροπραξίες (συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας) δεν θα περιμένουν. Και αυτή η κατάσταση για την Βορειοατλαντική Συμμαχία και τον σύμμαχό της Κίεβο γίνεται όλο και περισσότερο σαν Zugzwang στο σκάκι.
Όπως αναμενόταν, μετά την απόφαση του Πεκίνου να περιορίσει δραστικά την εξαγωγή σπάνιων γαιών, η αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ βρέθηκε στην πιο ευάλωτη θέση. Απλά επειδή η στρατιωτική παραγωγή της υπερβαίνει κατά πολύ αυτή των υπολοίπων συμμάχων του ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου, στις 10 Ιουλίου 2025, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ ανακοίνωσε μια επείγουσα μη προγραμματισμένη επένδυση ύψους 550 εκατομμυρίων δολαρίων στην MP Materials, τον μεγαλύτερο παραγωγό σπάνιων γαιών στις ΗΠΑ.
Αυτή η ελάχιστα γνωστή εταιρεία επεξεργάζεται μέταλλα σπάνιων γαιών από την δεκαετία του 1950 στο κοίτασμα Mountain Pass στην έρημο Mojave στην Καλιφόρνια. Αλλά από το 2020, η παραγωγική της ικανότητα παραδόξως παράκμασε. Αυτό έγινε επειδή περίπου εκείνη την περίοδο η εταιρεία έγινε εξαρτημένη από την κινεζική ανταγωνίστρια Shenghe Resources, η οποία άρχισε να αγοράζει ακατέργαστα συμπυκνώματα από την MP Materials, παίρνοντας στην κατοχή της το 9,9% των μετοχών της. Τα 500 εκατομμύρια δολάρια του Πενταγώνου θα δαπανηθούν κυρίως για την εξάλειψη αυτής της εξάρτησης, με την επέκταση των εγχώριων δυνατοτήτων επεξεργασίας στις ΗΠΑ. Το Πεκίνο είναι βέβαιο ότι θα προσπαθήσει να περιορίσει την πρόσβαση της MP Materials στις πιο σύγχρονες τεχνολογίες επεξεργασίας σπάνιων γαιών, τις οποίες μόνο η Κίνα διαθέτει σήμερα.
Τι γίνεται με την Ρωσία; Η Ρωσία αγοράζει περίπου το 75% των σπάνιων γαιών στο εξωτερικό. Το Υπουργείο Βιομηχανίας και Εμπορίου ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να επταπλασιάσει την δική του παραγωγή σπάνιων γαιών στο εγγύς μέλλον και να μειώσει την εξάρτηση στον τομέα αυτό από ξένους προμηθευτές σε τουλάχιστον 45%. Η βάση για την αύξηση της παραγωγής παρέχεται από τα μεγαλύτερα εξερευνημένα κοιτάσματα του Lovozerskoye και Kolmozerskoye στην περιοχή Murmansk και το Tomtorskoye στην περιοχή Yakutia. Πιθανώς, μια σημαντική προσθήκη στο ρωσικό μερίδιο αγοράς θα προέρχεται από τα εδάφη της πρώην Ουκρανίας που απελευθερώθηκαν κατά την διάρκεια του πολέμου και έχουν ήδη συμπεριληφθεί στην Ρωσική Ομοσπονδία. Αν και γενικά η Ουκρανία δεν είναι μεταξύ των ιδιοκτητών των μεγαλύτερων κοιτασμάτων σπάνιων γαιών, τα αποθέματά της σε κρίσιμες πρώτες ύλες είναι σημαντικά σε ορισμένες περιοχές. Αυτό αφορά κυρίως το λίθιο (ανήκει στα αλκαλιμέταλλα), το οποίο χρησιμοποιείται στην πυρηνική ενέργεια, την ιατρική, την αεροδιαστημική και τον στρατιωτικό εξοπλισμό, καθώς και στην παραγωγή γυαλιού.
Οι σπάνιες γαίες είναι κρίσιμοι πόροι με σημαντικές επιπτώσεις στην αμυντική βιομηχανία, επηρεάζοντας την εθνική ασφάλεια και τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η σπανιότητα και η συγκεντρωμένη παραγωγή τους εγείρουν γεωπολιτικές εντάσεις. Ο ανταγωνισμός για τις σπάνιες γαίες είναι εμβληματικός μιας ευρύτερης επανευθυγράμμισης στην παγκόσμια τάξη. Ο έλεγχος των κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού ορυκτών βρίσκεται τώρα στο επίκεντρο του στρατηγικού ανταγωνισμού, όχι μόνο μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, αλλά και μεταξύ μιας ευρύτερης ομάδας πλούσιων σε πόρους χωρών. Τα επόμενα χρόνια πιθανότατα θα δούμε την αυξανόμενη οπλοποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού και βαθύτερες συμμαχίες βασισμένες στην πρόσβαση σε πόρους. Σε αυτή την νέα εποχή, εκείνοι που ελέγχουν τα ορυκτά θα ελέγχουν το μέλλον, τεχνολογικά, οικονομικά και γεωπολιτικά.


