Το Ισραήλ επιτέθηκε στο Ιράν νωρίς το πρωί της Παρασκευής, στοχεύοντας την πρωτεύουσα Τεχεράνη και άλλα μέρη της χώρας με πολλαπλές αεροπορικές επιδρομές σε μια δραματική κλιμάκωση του περιφερειακού πολέμου. Εκρήξεις αναφέρθηκαν σε πόλεις που φιλοξενούν σημαντικές εγκαταστάσεις που συνδέονται με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Οι αρχικές αναφορές δείχνουν ότι το Ισραήλ έχει στοχεύσει τα σπίτια Ιρανών πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, καθώς και επιστημόνων που σχετίζονται με το πυρηνικό του πρόγραμμα. Η ιρανική κρατική τηλεόραση ανέφερε ότι αρκετοί ανώτεροι αξιωματούχοι σκοτώθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του αρχηγού του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, Χοσεΐν Σαλαμί και του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Μοχάμαντ Μπαγκέρι.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου χαρακτήρισε την επίθεση, που ονομάστηκε επιχείρηση «Rising Lion», ως «προληπτικό χτύπημα», προτού κηρύξει κατάσταση γενικής έκτακτης ανάγκης στο εσωτερικό του Ισραήλ εν αναμονή πιθανών ιρανικών αντιποίνων. Σε ομιλία του το βράδυ της Πέμπτης, ο Νετανιάχου περιέγραψε λεπτομερώς μια πλήρους κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση με στόχο την ιρανική πυρηνική και πυραυλική υποδομή, υποστηρίζοντας ότι ήταν απαραίτητο να σταματήσει το Ιράν από την κατασκευή πυρηνικών όπλων και υποσχόμενος ότι οι επιθέσεις θα συνεχιστούν «για όσες ημέρες χρειαστεί». Ο Νετανιάχου ισχυρίστηκε ότι οι επιθέσεις κατάφεραν να πλήξουν την κύρια εγκατάσταση εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν στο Νατάνζ και Ιρανούς πυρηνικούς επιστήμονες που εμπλέκονται στην ανάπτυξη όπλων και το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν.
Οι επιθέσεις έρχονται μετά την ανακοίνωση προ ολίγων ημερών των ΗΠΑ για απόσυρση προσωπικού από πρεσβείες και προξενεία στην Μέση Ανατολή, ενώ ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωνε ότι μια ισραηλινή επίθεση στο Ιράν μπορεί να έρθει στο εγγύς μέλλον. Παρά τις προετοιμασίες αυτές, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε την Πέμπτη ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν συμμετείχαν στις επιθέσεις». Ωστόσο, σύμφωνα με τους Times of Israel, ο ισραηλινός στρατός λέει ότι συντονίζει τις ενέργειές του με τις ΗΠΑ. Στην δήλωσή του, ο Ρούμπιο είχε πει ότι «το Ισραήλ μας ενημέρωσε ότι πιστεύει ότι αυτή η ενέργεια ήταν απαραίτητη για την αυτοάμυνά του», προσθέτοντας μια προειδοποίηση προς το Ιράν ότι «δεν πρέπει να στοχεύσει τα συμφέροντα ή το προσωπικό των ΗΠΑ».
Η επίθεση του Ισραήλ έρχεται μετά από συνομιλίες μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν που σταμάτησαν λόγω νέων απαιτήσεων από τις ΗΠΑ για πλήρη διάλυση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Αν και αξιωματούχοι των ΗΠΑ έχουν αρνηθεί ότι συμμετείχαν στις τρέχουσες επιθέσεις, η επιχείρηση κινδυνεύει τώρα να εμπλέξει τις ΗΠΑ σε έναν ευρύτερο πόλεμο, καθώς το Ισραήλ προετοιμάζεται για πιθανά ιρανικά αντίποινα, ενώ επεκτείνει την δική του εκστρατεία επιθέσεων σε όλο το Ιράν.
Αν και ο δεδηλωμένος στόχος της επιχείρησης του Ισραήλ είναι να καθυστερήσει τις ιρανικές πυρηνικές προσπάθειες, θα πρέπει να είμαστε σκεπτικοί σχετικά με αυτόν τον στόχο. Πολύ πριν από το τρέχον κύμα επιθέσεων, αξιωματούχοι των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ και άλλοι αναλυτές είχαν επισημάνει την περιορισμένη ικανότητα των ισραηλινών επιθέσεων να καταστρέψουν ή να καθυστερήσουν ουσιαστικά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Σε αντίθεση με τις πυρηνικές εγκαταστάσεις που το Ισραήλ έχει χτυπήσει στο παρελθόν στο Ιράκ και την Συρία, το ιρανικό πρόγραμμα είναι πιο προηγμένο, οχυρωμένο και κατανεμημένο σε πολύ μεγαλύτερη επικράτεια. Βασικές ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις όπως το Νατάνζ και το Φόρντο είναι χτισμένες κάτω από στρώματα οχυρωμένου σκυροδέματος και γρανίτη, σε ορισμένες περιπτώσεις κυριολεκτικά χτισμένες σε βουνά, καθιστώντας αδύνατο να καταστραφούν από οποιαδήποτε γνωστή συμβατική ισραηλινή στρατιωτική ικανότητα.

Ούτως συμπεραίνουμε ότι η πιθανή αδυναμία του Ισραήλ να καταστρέψει πλήρως το πυρηνικό πρόγραμμα, παρά το γεγονός ότι είναι σε θέση να χτυπήσει διάφορους στόχους στο εσωτερικό του Ιράν, έχει ως πραγματικό στόχο να πυροδοτήσει έναν μεγαλύτερο περιφερειακό πόλεμο χωρίς καθορισμένο τελικό σημείο. Ένας τέτοιος πόλεμος θα μπορούσε ενδεχομένως να σύρει τις ΗΠΑ ως συμμετέχοντα, συμπεριλαμβανομένης της υπεράσπισης του Ισραήλ από ιρανικά αντίποινα, ακόμη και σε μια εποχή που τμήματα της διοίκησης Τραμπ και της εγχώριας πολιτικής εκφράζουν έντονη απογοήτευση για την καταπολέμηση των συνεχιζόμενων συγκρούσεων στην Μέση Ανατολή.
«Τόσο η ισραηλινή όσο και η αμερικανική κυβέρνηση, καθώς και οι αντίστοιχες στρατιωτικές και μυστικές υπηρεσίες μας, έχουν πλήρη επίγνωση ότι οι ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές στο Ιράν δεν πρόκειται να καταστρέψουν με επιτυχία το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Έχουμε να κάνουμε με υπόγειες εγκαταστάσεις διασκορπισμένες σε μια μεγάλη χώρα και ανθρώπινο κεφάλαιο που ξέρει πώς να ανοικοδομήσει τα πράγματα. Στην καλύτερη περίπτωση, τέτοιες επιθέσεις θα καθυστερούσαν την πρόοδο για μια περίοδο μηνών ή λιγότερο από ένα χρόνο», δήλωσε ο Χάρισον Μαν, πρώην ταγματάρχης του αμερικανικού στρατού και ανώτατο στέλεχος της Υπηρεσίας Πληροφοριών Άμυνας (DIA) για το Περιφερειακό Κέντρο Μέσης Ανατολής / Αφρικής (Middle East/Africa Regional Center). «Το μόνο πράγμα που μπορείς πραγματικά να πετύχεις προσπαθώντας να βομβαρδίσεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις είναι να προκαλέσεις αντίποινα από το Ιράν που βοηθούν στην κλιμάκωση της κατάστασης σε έναν μεγαλύτερο πόλεμο και προσελκύουν τις ΗΠΑ. Αυτός είναι ο στόχος σε κάθε υποτιθέμενη προσπάθεια βομβαρδισμού του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος».
Οι ισραηλινές επιθέσεις ξεκίνησαν αφού οι πυρηνικές συνομιλίες μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν άρχισαν να καθυστερούν για το ζήτημα της άδειας στο Ιράν να διατηρήσει πυρηνικό εμπλουτισμό για μη στρατιωτικούς ενεργειακούς σκοπούς. Τον Απρίλιο, ο απεσταλμένος των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή Στηβ Βίτκοφ δήλωσε δημοσίως ότι μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να είναι αποδεκτή από τις ΗΠΑ, εφόσον ικανοποιηθεί η απαίτηση του Τραμπ να μην αναπτύξει το Ιράν πυρηνικό όπλο. Αφού οι Ιρανοί εξέφρασαν την συμφωνία τους με αυτούς τους όρους σε δημόσιες δηλώσεις, η θέση των ΗΠΑ άρχισε να αλλάζει γρήγορα. Τις τελευταίες ημέρες, ο Βίτκοφ και άλλοι στην νεοσυντηρητική παράταξη του κατεστημένου εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον είχαν αρχίσει να απαιτούν αντ’ αυτού μια διάλυση ολόκληρου του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ένα ζήτημα που η Τεχεράνη είχε ήδη υποδείξει ότι ήταν μια κόκκινη γραμμή που θα κατέστρεφε την δυνατότητα μιας διπλωματικής συμφωνίας.
Ανάλογα με το πώς θα εξελιχθεί ο κύκλος των επιθέσεων και των αντιποίνων, μια σύγκρουση με το Ιράν μπορεί κάλλιστα να πυροδοτήσει την διαδικασία έναρξης ενός μεγαλύτερου πολέμου. Μια έκθεση φέτος από το νεοσυντηρητικό Ινστιτούτο της Ουάσιγκτον για την Πολιτική της Εγγύς Ανατολής (Washington Institute for Near East Policy) αναγνώρισε ότι οι αεροπορικές επιδρομές θα είναι μόνο η πρώτη φάση μιας πολύ μεγαλύτερης σύγκρουσης, δηλώνοντας ότι «η επακόλουθη συγκεκαλυμμένη δράση και οι στρατιωτικές επιθέσεις για να διαταράξουν και να καθυστερήσουν τις προσπάθειες ανοικοδόμησης των πυρηνικών εγκαταστάσεων μπορεί να είναι απαραίτητες τους μήνες και τα χρόνια μετά από μια αρχική επίθεση».
Μετά από τις σοβαρές ισραηλινές επιθέσεις στο πυρηνικό του πρόγραμμα, το Ιράν βρίσκεται τώρα αντιμέτωπο με μια επιλογή μεταξύ συνθηκολόγησης, ολομέτωπης αντιπαράθεσης ή απόσυρσης από την NPT (Treaty on the Non-Proliferation of Nuclear Weapons) και κατασκευής πυρηνικών όπλων. Δεδομένης της φύσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν, οι οποίες βασίζονται σε ένα τεράστιο στόλο βαλλιστικών και υπερηχητικών πυραύλων, η ικανότητα του Ιράν να ανταποδώσει με μετρημένο τρόπο που θα δημιουργούσε αποτρεπτικό παράγοντα χωρίς κλιμάκωση της κατάστασης σε μεγάλο πόλεμο είναι περιορισμένη.
Ανάλογα με την διάρκειά του, ο πόλεμος μπορεί να καταλήξει να προκαλέσει διασπάσεις στο εσωτερικό του συνασπισμού του Τραμπ, διαιρεμένου μεταξύ των προσωπικοτήτων του America First που αντιτίθενται σε περισσότερους πολέμους στη Μέση Ανατολή και των νεοσυντηρητικών, για τους οποίους η επίθεση στο Ιράν ήταν ένας μακροχρόνιος στόχος. Εάν ο πόλεμος συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, η ικανότητα των ΗΠΑ να αποφύγουν μια μεγαλύτερη σύγκρουση θα μειωθεί και η πίεση του ίδιου του Ισραήλ στις ΗΠΑ να παρέμβει και να βοηθήσει στην συνέχιση της εκστρατείας του θα αυξηθεί.
«Δεν υπάρχει βιώσιμη ισραηλινή επιλογή χωρίς στενό αμερικανικό συντονισμό. Οποιαδήποτε εκτεταμένη ισραηλινή εκστρατεία πρέπει να έχει κεντρικό αμερικανικό ρόλο σε αυτήν», δήλωσε ο Trita Parsi, εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Quincy Institute for Responsible Statecraft. «Οι Ισραηλινοί δεν πωλούν μόνο πόλεμο στην Αμερική, πωλούν ατελείωτο πόλεμο στην Αμερική».