Ο Γερμανός είναι ένας χαρακτήρας εξαιρετικά περίπλοκος, γεμάτος αντιφάσεις – ένα μείγμα ιδιοτήτων που ημπορούν να αλληλοαντιμετωπιστούν και να εξουδετερωθούν. Παρά την ανοικτή και ειλικρινή του διάθεση, έχει την τάση να είναι αμήχανος και ευαίσθητος. Η ματαιοδοξία του είναι επιπόλαιη, σε αντίθεση με εκείνη του Άγγλου, που είναι σίγουρη και σταθερή. Δυσκολεύεται κανείς να ξέρει πώς ακριβώς να τον αντιμετωπίσει. Έτσι, στην ροή του Χρόνου έχει γίνει η απελπισία πολλών διπλωματών και έτσι συνεχίζει να είναι και σήμερα. Είναι θετικός, άμεσος και επίμονος σε βαθμό παθολογικού πείσματος. Ο συμβιβασμός είναι ξένος προς την φύση του, και εάν πρόκειται να πεισθεί να συμβιβαστεί, αυτό θα πρέπει να προέλθει από αυτόν.
Καθίσταται εδώ αναγκαίο να αγγίξουμε μίαν ανάμνηση που πρέπει να είναι εκατό φορές πιο οδυνηρή για τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί έκλεψαν από την Ευρώπη την τελευταία πολιτισμική συγκομιδή που θα μπορούσε να μαζέψει αυτή. Την συγκομιδή της Αναγεννήσεως. Καταλαβαίνουμε επιτέλους, θέλουμε να καταλάβουμε τι ήταν η Αναγέννηση;
Φρειδερίκος Νίτσε «Ο Αντίχριστος» – § 61
Η Τρίτη διακοίνωση του Αμερικανού Προέδρου Γουίλσων από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Γερμανία, το 1915, με αφορμή τον τορπιλισμό και την βύθιση του βρετανικού επιβατικού υπερωκεανίου πλοίου Λουζιτανία 1, άνοιγε το δρόμο για μια τροποποίηση στην διεξαγωγή του πολέμου των υποβρυχίων ενάντια στο εμπόριο, αλλά, αν και οι Γερμανοί το συνειδητοποίησαν, δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να το εκμεταλλευθούν και να προσαρμοσθούν επιτυχώς. [Ο Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον, με την νομική συμβουλευτική υποστήριξη του Υφυπουργού Εξωτερικών, Ρόμπερτ Λάνσινγκ, εξεκαθάρισε στην κυβέρνηση της Γερμανίας την θέση του για την απώλεια του Λουζιτανία, σε τρείς διακοινώσεις που εξεδόθησαν στις 13 Μαΐου, 9 Ιουνίου και 21 Μαΐου 1915. Η «Τρίτη διακοίνωση» του Γουίλσον ήταν ένα τελεσίγραφο, όπου γινόταν σαφές πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεωρούσαν οποιαδήποτε επακόλουθη βύθιση εμπορικών πλοίων με Αμερικανούς επιβαίνοντες ως «σκόπιμα εχθρική».]
Ο Γερμανός είναι λοιπόν πεισματάρης σε τεράστιο βαθμό, ενώ η ηράκλεια υπομονή του φθάνει μέχρι τις βαθύτερες ρίζες της υπάρξεώς του. Αυτός ο ισχυρότατος συνδυασμός ενίοτε τον καθιστά παθολογικώς εμμονικόν.
Επιφανειακώς, τείνει να φαίνεται τραχύς και άξεστος, αλλά ουσιαστικώς είναι καλόκαρδος, συναισθηματικός και ιδεαλιστής. Φαίνεται λοιπόν ότι ο πολεμικός του χαρακτήρας δεν είναι έμφυτος αλλά παριστά ένα έντονο συμπεριφορικό μιμίδιο που του έχει επιβληθεί ιστορικά από πιεστικές εξωτερικές συνθήκες. Αιώνες πολέμου, εισβολών και πολυαρίθμων ισχυρών εχθρών τριγύρω, του έχουν δώσει αυτό το χαρακτηριστικό συν μια μεγάλη στρατιωτική ικανότητα.
Όπως όλοι οι Βορειοευρωπαίοι, ο Γερμανός έχει την συνήθεια της ενδοσκοπήσεως, την τάση για αυτοανάλυση, την προθυμία να αντιμετωπίζει τα γεγονότα, όσον δυσάρεστα και εάν είναι αυτά. Η νευρική και διανοητική του ενέργεια τον ωθεί στην περισυλλογή και στην περίσκεψη πριν από την δράση. Η αυτοεπιβεβαίωση των υπολοίπων Βορειοευρωπαίων δεν του λείπει, καθώς διαθέτει τεράστια θέληση, πρωτοβουλία, επιχειρηματικότητα και αρκετή υλόφρονα διάθεση. Ωστόσον, η ευαισθησία του στον αυταρχικό έλεγχο είναι αξιοσημείωτη. Κοιτάζει … ταπεινά όλους όσους ευρίσκονται επάνω από την προσωπική θέση του.
Ο Γερμανός ευρίσκεται ιστορικά στην πρώτη γραμμή των λογίων και μελετητών της γνώσεως. Κανείς άλλος δεν τον υπερβαίνει στην κατανόηση των επιστημών, κυρίως στον βαθμό που αφορούν στην άψυχη πλευρά της ζωής. Τα επιτεύγματά του στην αρχαιολογία, στην χημεία και στην φυσική είναι εμφανή. Σκέπτεται επιτυχώς ορθολογικά, αλλά η δύναμη της φαντασίας του είναι μεγάλη, οπότε τα δύο αυτά στοιχεία συχνά συγκρούονται. Υπήρξε συχνό να επιδιώκει με πείσμα διάφορες ιδέες στο βασίλειο της φαντασίας και μάλιστα αντίθετα με οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας ή πραγματώσεως. Ο Αρχιναύαρχος Ντένιτζ και άλλοι ανώτατοι αξιωματικοί και αξιωματούχοι, στην περίοδο του Γ΄Ράϊχ, είχαν μιαν έμμονη ιδέα ότι ο πόλεμος των γερμανικών υποβρυχίων κατά του συμμαχικού εμπορίου θα είχεν αποφασιστικό αποτέλεσμα στον Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο, όταν ο ψυχρός και νηφάλιος υπολογισμός έπρεπε να τους είχε καταδείξει ότι οι Σύμμαχοι ήσαν έτοιμοι για την υπέρβαση της υποβρυχιακής απειλής από το 1942 και ότι με τις αποτυχίες των υποβρυχίων την άνοιξη του 1943 κανείς δεν ημπορούσε πλέον να ελπίζει σε αποφασιστική επιτυχία μέσω του υποβρυχιακού πολέμου.
Η κρίσιμη δοκιμασία της μαχητικής ικανότητος ενός έθνους είναι, φυσικά, η διεξαγωγή του πολέμου. Σε δύο Μεγάλους Παγκοσμίους Πολέμους, οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις επέδειξαν εξαιρετικήν ικανότητα, υψηλό ηθικό, τεχνική δεινότητα και χρήση τεχνικών πληροφοριών, καθώς και αξιοθαύμαστην αντοχή. Ανέδειξαν ικανούς οργανωτές, εξαιρετικούς τακτικούς ηγέτες και ικανούς έως εξαιρετικούς στρατηγούς. Υπήρξαν όμως αδύναμοι στον συντονισμόν της στρατηγικής στο ανώτατο επίπεδο και μοιραίως ελλιπείς στον τομέα της πολιτικής.
Η Ιστορία αποτυπώνει με επώδυνη χαραγή την αλήθεια της : Eίναι πράγματι καταραμένο ό,τι διδάσκει μεν, αλλά δεν καταφέρνει να εμφυσήσει «φωτιά» στην πράξη ! Διδασκαλία χωρίς αφύπνιση, γνώση χωρίς κίνηση, ιστορία χωρίς αίμα – αυτά είναι φθορά ενδεδυμένη ως διάνοια, σήψη μεταμφιεσμένη σε πρόοδο. Ο Φρειδερίκος Νίτσε, ο «εκ Γερμανών Προσωκρατικός» με μάτια που είχαν σαρώσει τόσον την ηλιογενή ελληνική γλυπτική όσο και τον οικείο του γερμανικόν ημίφως, εδέχθη αυτά τα λόγια της ιστορικής αληθείας ως ένα θεμελιώδες αξίωμα, ένα πρόταγμα σκέψεως, ένα κατωνικό «ceterum censeo»: Κάθε οικοδόμημα της γνώσεως πρέπει να ανταποκρίναται στην ζωή ή αλλιώς να αντιμετωπίσει την κατεδάφιση και τον αφανισμόν του. Προκλητικός, αγέρωχος και «αιάντειος» ύψωσε την στεντόρειο φωνή του σαν κάποιος που στέκεται στην άκρη ενός πεδίου μάχης, κατονομάζων και προκαλλών τους εχθρούς.
Είδε τους κενούς και μωροφιλόδοξους θεράποντες και ψευδοϊερουργούς της Ιστορίας να θρέφονται με το ιερό ζωικό αίμα του γίγνεσθαι. Είδε το στίλβον πλεόνασμα της άχρηστης πολυμάθειας, στολισμένο και αυτάρεσκο, να παραλύει την ειλικρινή θέληση για την μεταμόρφωση. Δεν ζητούσε για το μέλλον άγνοια, αλλά επεδίωκε την Ανάσταση: Να επιστρέψει η γνώση ως φλόγα, ως ξίφος, ως χορός. Οτιδήποτε άλλο ασφυκτιά. Και όπου απουσιάζει η πνοή της ζωής, πρέπει να ακολουθεί η περιφρόνηση. Ο εχθρός είναι μία τεχνητή μνήμη χωρισμένη από το γίγνεσθαι. Αυτή η μνήμη δεν περιέχει Α-λήθεια, είναι απλώς ένα ευτελές καύσιμο της Λήθης και θα σβήσει, θα λησμονηθεί. Η Ιστορία, απογυμνωμένη από την αναγκαιότητα, παρελαύνει σε μουσεία και σαλόνια, ενώ το πραγματικό – ακατέργαστο, ζωτικό, ημιτελές, ισχυρό – ευρίσκεται φιμωμένο στην γωνία, εξόριστο από την πραγμτικότητα των αφηγητών που υπακούουν στους Επικυριάρχους.
Ο πολύς Νίτσε «ομολόγησε» όπως κάποιος «δαιμονισμένος», κατεχόμενος από τον ίδιο δαίμονα που ήθελε να εξορκίσει. Δεν ανέλυε την Ιστορία από απόσταση. Η εμμονή είχε διαπεράσει ολότελα τα ζωτικά όργανά του. Αιμορραγούσε υπό το ατλάντειο βάρος της. Κάθε λέξη που έγραφε ήταν ένας τρόπος να καθαρίσει την ασθένεια, που κάποτε πλανημένος ονόμασε αρετή. Προωθούσε την έκθεση της ασθενείας στα πανεπιστήμια και στις πλατείες, μετέδιδε την πληγή του στα χέρια των ανθρώπων σαν πρόκληση ζωής. Κάποιοι υποχωρούσαν, τρομοκρατημένοι από αυτό που ονόμαζε «ανεστραμμένο ένστικτο». Άλλοι συγκατένευαν κρυφά, πάρα πολύ φοβισμένοι να συμφωνήσουν φωναχτά μαζί του.
Η εποχή του Φρειδερίκου Νίτσε εβάδιζε σε συντονισμό με τις καλλιεργούμενες ιστορικές εμμονές, τις επιβαλλόμενες «άνωθεν», από τους κρατούντες, από το πολιτικό και ακαδημαϊκό καθεστώς, – στοίβαγμα μνημείων επάνω σε μνημεία, επαίνους και χειροκροτήματα, επάνω σε παραπομπές ή ιερεμιάδες και θρηνωδίες – όμως ο Νίτσε ετόλμησε να βγει από αυτόν τον ρυθμό, να διστάσει απέναντι στα κηρύγματα μιας «αναγκαστικής αληθείας» και μετά αυτόν τον δισταγμό να «πηδήξει» στο κοινωνικό και ηθικό κενό. Αυτό του το άλμα, ολότελα αφύσικο για όσους στοχαστές εγεννήθησαν μέσα στις εγκεκριμμένες βιβλιοθήκες, επανέφερε αυτομάτως την σκληρότητα στην σκέψη και την κλήση για δράση. Επανέφερε την ειλικρίνεια. Δεν ανεζήτησε χειροκροτήματα ή αποδοχή. Ανεζήτησε κεραυνούς ! Ο ιστορικός πυρετός κατέκαψε την Γερμανία του 20ου αιώνος ωσάν ένα όνειρο ανυπέρβλητου μεγαλείου που μετετράπη σε γενικευμένο καρκίνο. Και ο Νίτσε σε απάντηση των βολεμένων, των συμβιβασμένων, των … καταξιωμένων άνοιξε τις φλέβες του για να γράψει με αίμα, επιζητών μόνον να ομιλήσει στους ανθρώπους το αμείλικτο πνευματικό του κώνειο πριν διαλυθεί εντελώς στην επιτηδευμένη σιωπή.
Για να επιτεθεί ενάντια στην φτιασιδωμένη ιστορία, ως ασθένεια του Πνεύματος, ο Νίτσε εγνώριζε ότι απαιτείτο ένα σκληρό νοητικό παράδοξο. Χειριζόταν επιδέξια τα εργαλεία του ιστορικού για να καταστρέψει την λατρεία της … εξωραϊσμένης ιστορίας των «ιερατείων». Είχε εκπαιδευτεί στις ίδιες μεθόδους που προσπαθούσε να αναιρέσει. Η φιλολογία, για αυτόν, έπρεπε να μετατραπεί σε δολιοφθορά ενάντια στην κοινωνία του ψέμματος. Ο παράταιρος στοχασμός του – που γεννήθηκε από το αμείλικτο φως του ελληνικού ηλίου και την πυκνή ζοφερά γερμανικήν ομίχλη – αψήφησε περιφρονητικά τον ρυθμό της εποχής. Ενώ άλλοι επήνεσαν την ιστορική τους «διορατικότητα» και τις επεξηγητικές «νομοτέλειες» που κατασκεύασαν, ο Νίτσε υπεστήριξεν απροκάλυπτα ότι όλοι τους ήσαν θύματα μιας νοσηρής λογικής υπερτροφίας, ενός κακοήθους όγκου γνώσεως. Αυτό που κάποτε ήταν τεράστια δύναμη – συνείδηση προέλευσης, αναλυτικός στοχασμός, μεθοδική καταγραφή δεδομένων – είχε διογκωθεί πέρα από κάθε χρήση. Η ίδια παρόρμηση που κάποτε έκτιζε ναούς τώρα είχε φθάσει να κτίζει φυλακές. Ο ιστορικός, μεθυσμένος από θραύσματα του παρελθόντος, εξέχασε πώς να διαμορφώνει τα μέλλοντα ! Ένας πολιτισμός που επλημμύρισε από ανάμνηση αδυνατούσε πλέον ….να χορέψει, να οργιστεί, να ζήσει.
Ο Νίτσε είδε στους προγόνους μας ένα αντίδοτο. Είδε το σωτήριο αντίδοτο σ’ εκείνους των οποίων η μνήμη υπηρετούσε την μορφή τους, των οποίων οι μύθοι διεμόρφωσαν το ένστικτο. Αυτός, ένα πλάσμα του 19ου αιώνος, εκάλεσε τα αψεγάδιαστα μαρμάρινα φαντάσματα να πλήξουν το άχαρο παρόν, να ανοίξουν ένα πέρασμα, μία δίοδο για την ζωή και το όνειρο. Και αυτό το πέρασμα δεν οδηγούσε προς τα οπίσω, σε μιάν άψυχη καταγραφή, αλλά στο δραστικό μέλλον που ακόμα ονειρευόταν.
Ο γερμανικός λαός, σύμφωνα με έναν από τους διασημοτέρους μεταπολεμικούς ιστορικούς του, τον «αντιφασίστα πατριώτη» Γκόλο Μαν, ήταν πάντα μια δραστήρια δύναμη κλειδωμένη σε μια «μεγάλη φυλακή», μια δύναμη που επάσχιζε μονίμως να ξεφύγει. Με τον Βορρά και τον Νότο της χώρας του αποκλεισμένο από νερό και βουνά, το «έξω», η «διέξοδος» για τον γερμανικό λαό εσήμαινε Δύση και Ανατολή – ιδιαίτερα δε ανατολή, όπου οι Γερμανοί, λόγω διαδοχικών μεταναστευτικών κυμάτων, ανεμίχθησαν με τους Σλάβους. Ο Μαν, (υιος του διασήμου μυθιστοριογράφου Τόμας Μαν), γράφει: «Αυτό που χαρακτηρίζει την γερμανική φύση εδώ και εκατό χρόνια είναι η έλλειψη μορφής, η αναξιοπιστία της». Το ίδιο θα ημπορούσε να ειπωθεί και για το μέγεθος και το σχήμα της Γερμανίας στον χάρτη, καθώς η Γερμανία εξελίχθηκε μέσα από τα τρία «Ράϊχ», τις τρείς αυτοκρατορικές πολιτείες του γερμανικού έθνους που έχουν σφραγίσει την ιστορία του.
Μπορεί να ειπωθεί ότι το «Πρώτο Ράιχ» ιδρύθηκε από τον Φράγκο ηγεμόνα Καρλομάγνο, το 800 μ.Χ. Στο δεύτερον ήμισυ του δωδεκάτου αιώνος, υπό την κυριαρχία του Φρειδερίκου Α’, (1122 – 1190), γνωστόύ επίσης ως Μπαρμπαρόσσα (δηλαδή Κοκκινογένη), εξελίχθηκε στην «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους», [η οποία -αν και αυτό το γεγονός δεν γίνεται αρκετά σαφές στα βιβλία ιστορίας- ήταν το δυτικό ανάλογο της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας δηλαδή της ανατολικής «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορία του Ελληνικού Έθνους»]. Το Πρώτο Ράιχ ήταν μια μεγάλη μάζα εδάφους, μεταβαλλομένη συνεχώς από κατακτήσεις, μάζα η οποία στο «ζενίθ» της περιελάμβανε όχι μόνον την σημερινή Γερμανία αλλά και την Αυστρία, την Ελβετία και την Ολλανδία, καθώς και μέρη της σημερινής Γαλλίας, του Βελγίου, της Πολωνίας, της Ιταλίας και της τέως Γιουγκοσλαβίας. Επί ένα διάστημα οι Γερμανοί εφαινοντο προορισμένοι να κυβερνήσουν το μεγαλύτερον μέρος της Ευρώπης για πάντα. Αλλά στις αρχές του δεκάτου έκτου αιώνος, ακριβώς την στιγμήν που οι Γάλλοι, οι Βρετανοί και άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί μετεσχηματίζοντο οριστικώς σε έθνη, ένας …. Γερμανός μοναχός, ο Μαρτίνος Λούθηρος, προεκάλεσε την «Μεταρρύθμιση» με την Διαμαρτυρία κατά του Ρωμαιοκαθολικισμού και διέσπασε τον Δυτικό Χριστιανισμό. Η Μεταρρύθμιση επυροδότησε τον φονικότατο Τριακονταετή Πόλεμο, ο οποίος διεξήχθη κυρίως σε γερμανικό έδαφος.
Η φράση «Τριακονταετής Πόλεμος» προκαλεί, μέχρι σήμερα, σε πολλούς Γερμανούς μια φρίκη που για τους μη Γερμανούς φαίνεται ταυτοχρόνως μακρινή και σκοτεινή. Για τους Γερμανούς εκείνην την εποχήν, ο αντίκτυπός του Τριακονταετούς Πολέμου ήταν ισοδύναμος με τον αντίκτυπο που θα είχαν οι δύο παγκόσμιοι Μεγάλοι Πόλεμοι μαζί. Εξεκίνησε το 1618 ως τοπική σύγκρουση στην Βοημία, για τα δικαιώματα των Προτεσταντών υπό έναν Καθολικόν ηγέτη, και εδιογκώθη από ένα πολύπλοκο σύστημα συμμαχιών, (τύπου εκτεταμμένου Μεγάλου Πολέμου), μετατρεπόμενος σε μια σύγκρουση που περιελάμβανε έξι έθνη. Η Ειρήνη της Βεστφαλίας, η οποία ετερμάτισε τον πόλεμο το 1648, επεβεβαίωσε την Γαλλία και (σε μικρότερον βαθμόν) την Σουηδία και την Αψβουργική Αυστρία ως τις μεγάλες ηπειρωτικές δυνάμεις. Το Πρώτο Ράιχ κατεστράφη. Το ένα τρίτο του πληθυσμού ήταν νεκρό ! Η αυτοκρατορία μειώθηκε με την δημιουργία μιας ανεξάρτητης Ελβετίας και Ολλανδίας και διαιρέθηκε οριστικά κατά θρησκευτικές γραμμές. «Η Γερμανία διετηρήθη σε ένα συνονθύλευμα περισσοτέρων από τριακόσια κρατών και πριγκιπάτων», εξηγεί ο Ντέιβιντ Μαρς επί μακρόν ανταποκριτής των «Financial Times» στην Βόννη και αργότερον Ευρωπαϊκός Συντάκτης τους στο Λονδίνο, πρώην συνιδρυτής, πρόεδρος και αναπληρωτής πρόεδρος του «Γερμανο-Βρετανικού Φόρουμ». [Ο (γεννημένος το 1952) κατά σπουδή χημικός Ντέιβιντ Μαρς, στο σπουδαίο και λεπτομερές βιβλίο του «Οι Γερμανοί: Πλούσιοι, Ενοχλημένοι και Διχασμένοι» (1989). Έγραψε «Τα μόνα δύο γερμανικά κράτη, αρκετά μεγάλα για να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία της Ευρώπης ήσαν αντίπαλοι: η Πρωσία και η Αυστρία»].
Το Πρώτο Ράιχ συνεχίζει να είναι σημαντικό μέχρι σήμερα, για δύο κύριους λόγους: Η άνοδός του έσπειρε στον γερμανικό νού την ιδέα για την εύλογη κεντρική θέση της Γερμανίας στην Ευρώπη και για το δικαίωμα του γερμανικού λαού σε «μια θέση στον ήλιο». Αλλά και η πτώση του έσπειρε βαθιά στην γερμανική ψυχή τους σπόρους της πικρίας και της εθνικής απογοητεύσεως.
Έχουσα ηγηθεί της Ευρώπης, επί σχεδόν μια χιλιετία, στην προσπάθεια για εθνική ολοκλήρωση, η Γερμανία μετά την Ειρήνη της Βεστφαλίας ευρέθη εντελώς κατακερματισμένη. Η ολοκλήρωση θα ερχόταν αργά και με έναν επιτηδευμένο τρόπο. Στερουμένη τα όποια οφέλη του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού του 18ου αιώνος -μια άλλη μερική συνέπεια του Τριακονταετούς Πολέμου- η γερμανική κοινωνία ανεπτύχθη επίσης ολιγότερον «δημοκρατικά» από άλλες. Ήταν εντελώς συμπτωματικό το γεγονός ότι το πρώτο εθνικό κοινοβούλιο, που οργανώθηκε από Γερμανούς φιλελευθέρους στη Φρανκφούρτη το 1848, εκφυλίσθηκε σε χάος. Τελικώς, τα διάφορα αυτόνομα γερμανικά κράτη έπρεπε να ενωθούν δια της βίας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα δεύτερο, όχι πολύ «διαφωτισμένο», σύγχρονο, Ράιχ.
Όπως ο πρίγκηψ Κλέμενς φον Μέτερνιχ, ο Αυστριακός καγκελάριος που εγκαθίδρυσε την κυριαρχία των Αψβούργων σε πολλά από τα γερμανικά κράτη στο πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνος, ο πρίγκηψ Όττο Έντουαρντ Λέοπολντ φον Μπίσμαρκ-Σενχάουζεν, ο πατήρ του Δευτέρου Ράιχ, ήταν αρχιτεχνίτης της πολιτικής τέχνης. Η ιδιοφυΐα και των δύο ανδρών έγκειται στην εξαιρετικήν ικανότητά τους να συγκρατούν το μέλλον κατασκευάζοντες ένα εύθραυστο παρόν από επιμελώς επιλεγμένα θραύσματα του παρελθόντος. Το 1862, ο Μπίσμαρκ διορίσθηκε Πρωθυπουργός της Πρωσίας, του ισχυροτέρου και καλύτερον οργανωμένου των γερμανικών κρατών, το οποίον, υπό τον Φρειδερίκο τον Μέγα τον δέκατο όγδοον αιώνα, είχεν επεκταθεί στην Πολωνία και στην Βαλτική Ρωσία. Αξιοποιών επιδεξιότατα την στρατιωτικήν ισχύ της Πρωσίας, ο Μπίσμαρκ ενίκησε επανειλημμένως τους αντιπάλους του—πρώτον την Δανία, έπειτα την Αψβουργική Αυστρία και στην συνέχεια την Γαλλία—σε καταστάσεις όπου η μάχη παρείχε την μόνην ελπίδαν εξόδου από ένα πολιτικό αδιέξοδον. Η ήττα της Αυστρίας από τον Μπίσμαρκ, στο Κένιγκρατζ, (εγγύς της Πράγας), εσκότωσε το όραμα της «Μείζονος Γερμανίας» (της «Grossdeutschland») των τότε Γερμανών φιλελευθέρων που είχαν συγκεντρωθεί στη Φρανκφούρτη το 1848—το όραμα, δηλαδή, μιας «μεγάλης Γερμανίας» ενωμένης με την Αυστρία σε μιαν ειρηνική, δημοκρατική κοινοπολιτεία. Οι αμείλικτες πραγματικότητες του πολέμου και όχι η επιθυμία για ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος εσφυρηλάτησαν την σύγχρονο γερμανική ενότητα. Ο Γκόλο Μαν, ο «αντιφασίστας πατριώτης» γράφει επ΄αυτού : «Αυτό που επί μισόν αιώνα ήταν το όνειρο των μεσαίων τάξεων, τώρα επετεύχθη χωρίς, και κατά καιρούς παρά, τις μεσαίες τάξεις. Στο τέλος, το Γερμανικό Ράιχ ανεκηρύχθη μεταξύ πριγκήπων και στρατηγών…»
Το Δεύτερο Ράιχ του «σιδηρού καγκελλαρίου» Μπίσμαρκ εγεννήθη το 1871, καθώς η Γαλλία συνετρίβη κατά τον Γαλλοπρωσικόν πόλεμο. Με όλα τα γερμανικά κράτη (εκτός από την Αυστρία) υπό τη σημαία του, τα σύνορά του Ράιχ έμοιαζαν πολύ με αυτά του Τρίτου Ράιχ επί Χίτλερ το 1937. Εσωτερικώς εχαρακτηρίζετο από μιαν ιδίότυπο, γαλήνια «κοινωνικήν ακινησία», ένα αδύναμο κοινοβούλιο, καθώς και από το καταπιεστικό βάρος μιας συμπαγούς στρατιωτικής κάστας. Η Γερμανία ωρίμασε οικονομικώς αλλά όχι πολιτικώς κατά τα «δημοκρατικά» πρότυπα. Όπως σημειώνει ευστοχότατα ο διάσημος Σκωτο-αμερικανός γερμανιστής ιστορικός Γόρντον Αλεξάντερ Κραίγκ (Gordon Alexander Craig, 1913–2005) στην κλασική του μελέτη «Γερμανία: 1866-1945». : «… ο Μπίσμαρκ εφαίνετο πως υπέθετεν ότι η σχέση μεταξύ των δημοκρατικών-συνταγματικών και των συντηρητικών δυνάμεων θα παρέμενε ουσιαστικώς αμετάβλητος. … Αυτό ήταν αδύνατον, δεδομένης της δυναμικής κοινωνικής αναπτύξεως η οποία εδημιουργήθη από την διαδικασίαν της βιομηχανοποιήσεως στην Γερμανία !…». Το Δεύτερον Ράιχ αντεπροσώπευεν έτσι μια τραγικήν αναβολή της «δημοκρατικής» και κοινωνικής αναπτύξεως που εβίωναν άλλα δυτικοευρωπαϊκά έθνη.
Η καταστροφή απεφεύχθη μόνον εφ’ όσον ο μεγάλος Μπίσμαρκ ήταν εκεί, συνεχώς παρών, για να προσαρμόζει τους μοχλούς του συστήματος και να κρατά την χώρα του μακριά από τον πόλεμο στην Ανατολή, όπου η γερμανική επιρροή και οι εμπλοκές ηυξάνοντο. «Ολόκληρα τα Βαλκάνια», είπε σοφά ο Μπίσμαρκ, «δεν αξίζουν ούτε τα υγιή οστά ενός και μόνο Πομερανού τυφεκιοφόρου !». Αλλά οι διάδοχοι του Μπίσμαρκ δεν ήσαν τόσον σοφοί όσον αυτός. Υπό τον κάϊζερ Γουλιέλμο Β’, το κράτος παρά την υλική του ευμάρεια και ακμή, είχεν αρχίσει να υποστρέφει και εφαίνετο ότι οδηγείτο σε μαρασμό ακόμη και πριν από το ξέσπασμα του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου – τον οποίον, σε μεγάλο βαθμό λόγω της ηλιθιώδους επάρσεως και των ανελαστικών εμμονών του Κάιζερ, η Γερμανία επετάχυνε απερισκέπτως.
Όταν ετελείωσεν ο Πρώτος Μεγάλος Πόλεμος, η Γερμανία ευρίσκετο στα πρόθυρα μιας κομμουνιστικής επαναστάσεως, παρομοίας με αυτήν που είχε λάβει χώρα στην Αγία Πετρούπολη το 1917. Οι «σοσιαλεπαναστάτες» – κυρίως οι κομμουνιστές Σπαρτακιστές – απέκτησαν τον έλεγχο μεμονωμένων πόλεων και εφημερίδων, αναγκάζοντες τους εθνικιστές να σχηματίσουν τις ιδικές τους περιοδεύουσες ένοπλες ομάδες, που ονομάζοντο «Ελεύθερα Σώματα» (Freikorps), από μονάδες αποστρατευμένων στρατιωτών της εργατικής τάξεως. Όπως εξελίχθησαν τα πράγματα, η ερυθρά επανάσταση ανεβλήθη και η Γερμανία μετέπεσε σε μιαν αναποτελεσματική μεσοπολιτεία, την διαβήτον «Δημοκρατίαν της Βαϊμάρης», που διήρκεσε δεκατέσσερα χρόνια. Τελικώς, όπως γνωρίζουμε, η Γερμανία είχε το ιδικό της είδος προλεταριακής επαναστάσεως, αλλά μιας μοναδικής, πατριωτικής – εθνικιστικής εκδοχής.
Ο στοχασμός του «Τεύτονος Προσωκρατικού» Φρειδερίκου Νίτσε είναι εξόχως πλατύς, βαθύς και πολυσχιδής. Μάλιστα το μεγαλύτερον μέρος του έργουτου είναι άγνωστο στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Ο λόγος του χειμαρώδης, οξύς, ενίοτε ποιητικός και σιβυλλικός, παράγεται από τις αριστοκρατικές πολιτικές σκέψεις του και επιρρωννύει το προκλητικό νιτσεϊκό στοίχημα της άρσεως των ενόχων ιδεολογημάτων. Αδιαλείπτως ένθεος, ο ηρακλείτιος στοχαστής που διεκήρυξε τον «θάνατον του θεού», εκδιπλώνεται εντόνως κριτικός στον σπανίως αλλά συμπαγώς εκφερόμενο πολιτικόν του λόγο, με καταφανή δείγματα της «πολιορκητικής» του γραφής. Οι «Ανεπίκαιροι Στοχασμοί», («Unzeitgemässe Betrachtungen»)των οποίων η συγγραφή εκράτησεν από το 1873 μέχρι το 1876, συνιστούν την αιχμηροτάτην άκρη της νιτσεϊκής γραφίδος, (παρ όλον που οι διάσπαρτες στο νιτσεϊκό έργο πολιτικές κρίσεις δεν είναι ολιγότερο τραυματικές και αποτελεσματικές). Το πρώιμον αυτό πόνημα του μεγάλου στοχαστή αποτελεί την πλέον επικαιρική παρέμβαση της νιτσεϊκής σκέψεως. Όπως πάντα, δίχως ενδοιασμούς, με πάθος και αυστηρά γλώσσα, στοχεύει τα σύγχρονά του πολιτικά δρώμενα – και αρκετά διαχρονικά ανάλογα-, αναδεικνύων την βαθεία και ευρείαν αντίληψή του και στο πολιτικό στοιχείο, καθώς και τον ορίζοντα που αυτό καταλαμβάνει. Οι «Ανεπίκαιροι Στοχασμοί» συνίσταται απότέσσαρες «πολεμικές», τέσσερα χωριστά δοκίμια σαφούς και αμέσου πολιτικού σχολιασμού.
Το δεύτερον δοκίμιον των Σοχασμών, υπό τον τίτλον«Περί της χρήσεως και κακοποιήσεως της Ιστορίας για την ζωήν» («Vom Nutzen und Nachtheil der Historie für das Leben») διακρίνεται για το τραχύ και ακατάστατον ύφος του. Ως διανοούμενος ο οποίος απολύτως συνειδητά απετύπωνε το θυμικόν του στα γραπτά του, ο Νίτσε φαίνεται ότι επεδόθη στην συγγραφήν αυτού ως διαδικασία αποφορτίσεως. Τον ενοχλούσαν ιδιαιτέρως οι τυπικές προσεγγίσεις της Ιστορίας, εξεπλήσσετο δε με την ισχυρογνωμοσύνη όλων όσων αγνοούσαν τα όρια της ανθρωπίνης γνώσεως εμπρός στον «πανδαμάτορα» χρόνο και στις αλλαγές που αυτός επέφερε. Σε αυτό του το κείμενο ενεθάρρυνε τον άνθρωπο-δημιουργό του ιδικού του νοήματος και κατεκεραύνωσε τα δόγματα του «κοινωνικού πλουραλισμού» και της «ρευστότητος των εννοιών».
Τα εν λόγω δόγματα τα εχαρακτήρισεν κυνικά και ρεαλιστικά μεν, αλλά «θανατηφόρα» για τον άνθρωπο. Ισχυρίσθηκε προφητικώς ότι εάν οι διδαχές τους συνεχίσουν να εξαπλώνονται, ο ανταγωνισμός, η απληστία, η συμβατικότης και η μιμητική κοινοτυπία θα αποδομήσουν τον λαό και στην θέση του θα φέρουν μιαν άχρωμη μάζα γεμάτη ατομισμό, δογματικές ομάδες φανατικών και «παρόμοιες δημιουργίες ωφελιμιστικής χυδαιότητας.»
Γράφει : «Μου φαίνεται ότι, οι μάζες, μόνον από τρεις απόψεις αξίζουν ένα βλέμμα: μια φορά ως δυσδιάκριτα αντίγραφα των μεγάλων ανθρώπων, που έχουν παραχθεί πάνω σε κακής ποιότητος χαρτί και με φθαρμένες πλάκες, έπειτα ως αντίσταση εναντίον των μεγάλων και τελικώς ως όργανα των μεγάλων». Και συνεχίζει, εκφράζων την απέχθειάν του για κάτι αποδεκτό και «επιτυχημένο» εν σχέσει με ό,τι είναι πράγματι σπουδαίο και μεγαλειώδες. «Είναι το κριτήριον της μάζης το στοιχείον εκείνο το οποίον διατηρεί μιαν ιδέα διαχρονική. Μιάς μάζης η οποία αδυνατεί εκ της θέσεώς της να εντοπίσει, να αντιληφθεί, να εκτιμήσει και βεβαίως να επιλέξει το υψηλότερο».
Ενάντιος στις κυρίαρχες αντιλήψεις των καιρών του, ο Νίτσε περιγράφει την ιστορία ως μια διαδικασία επικρατήσεως του χυδαίου κυνισμού, της οχλαγωγίας, της ακατασχέτου επιθυμίας για εξουσία και δύναμη. Η κίνηση αυτής της ιστορίας δεν μας οδηγεί ένα βήμα εγγύτερον στο απόλυτο Αγαθό ή έστω σε κάτι περισσότερο ευμενές από το άθλιο σήμερα. Αντιθέτως, οι διατυπώσεις και η εκφορά του κριτικού λόγου του, (όπως θα εμφανισθούν και σε πολλά σημεία στο ύστερον έργον του), δεν αφήνουν καμίαν αμφιβολία: Βλέπει την Ιστορία ως μιαν αρένα στην οποίαν κάθε φορά κυριαρχεί το περισσότερον αδίστακτο, ύπουλο, δαιμονικό δόγμα, εκείνο που συσπειρώνει και φανατίζει ενάντια στο ευγενές, το έξοχο, το μεγαλόψυχο, αντιστρέφον τους όρους της εξελίξεως και καταστέλλον τα εκλεπτυσμένα ήθη με αισθήματα ενοχής. Η Ιστορία, κολοβωμένη, αποστειρωμένη, κατατονική δεν μας οδηγεί πλέον κάπου, δίοτι δεν έχει σκοπόν. Με την αδίστακτη ματιά του ο Νίτσε την εξετάζει και αντικρίζει τον ερχομό του απολύτου Κακού, του αθλίου, του χυδαίου, του οικτρού, του άκομψου. Το ήθος, η εντιμότης και κάθε αβρότης προς τον συνάνθρωπο χειραγωγούνται και κατευθύνονται από εσμούς υπηρετών των κρατούντων, καθώς ολοέν πρέπει να περιορίζονται και να εξαλείφονται, ώστε να επέλθει η επομένη επιτυχής ηθική ρήξη και μετάλλαξη της ανθρωπίνης κοινωνίας, σε αγέλη αβούλων διπόδων.
Η αμείλικτη επίθεσή του στα δόγματα της προόδου, η αντίδραση του στον ωφελιμιστικό ρεαλισμό και ο ανένδοτος ελιτισμός του είχαν μόλις ξεκινήσει να ανθίζουν. Το δοκίμιο συνεχίζει με μια κριτική του επιστημονισμού και ιδιαίτερα των αρνητικών συνεπειών του στον άνθρωπο : Το πλήγμα στις ανθρώπινες βεβαιότητές, στην πίστη στο αιώνιο, στο διαρκές, στο ανυπολόγιστο μη λογιστικό. Ο Νίτσε συνέδεσε τον επιστημονισμό με τον άνθρωπο – άθυρμα στον άνεμο, δίχως παρηγορία, ελπίδα, οράματα και στόχους, έναν άνθρωπο για τον οποίον η γνώση δεν υπηρετεί τη ζωή, αλλά αντιθέτως η ζωή θυσιάζεται για την ανεξέλεγκτη, αχαλίνωτη επιστημονική γνώση. Όμως ο Νίτσε οραματίσθηκε και την «νεότητα», εκείνους οι οποίοι θα εμάχοντο εναντίον σε αυτήν την νέα κατεύθυνση των πραγμάτων. Εκείνους που θα εστρέφοντο στο στέρεο, στο αναλλοίωτο, για να δημιουργήσουν πολιτισμόν. Η καλλιέργεια του ήθους και της αισθητικής ετέθη από τον Νίτσε σε ευθεία αντιπαράθεση με το καθεστωτικώς ελεγχόμενο και «πρέπον» ιστορικό, επιστημονικό και πολιτικό δρώμενο και προβαλλόμενο. Εκείνος ανεφέρετο στον πολιτισμόν, στην καλλιέργεια, κατά την αρχαιοελληνική της σύλληψη, της απορρίψεως του περιττού, της αποθεώσεως του ακεραίου τύπου ως διαχρονικής «σταθεράς», της απολύτου ενότητος «ζωής, σκέψεως, εμφανίσεως και θελήσεως.»
Ο Νίτσε μας είπε : «Κοιτάξτε τα ζώα.Παρακολουθήστε τα να κινούνται – ειρηνικά, ρυθμικά, ξεχασιάρικα. Καταβροχθίζουν το παρόν χωρίς άγχος. Το παρελθόν τους εξατμίζεται ωσάν την πρωινήν ομίχλη. Η ελευθερία τους ευρίσκεται στην απουσία μνήμης. Πηδούν στην επιφάνεια του τώρα χωρίς να πνίγονται. Ο άνθρωπος, εν τω μεταξύ, παραπατεί κάτω από στρώματα πέτρας – αναμνήσεις χαραγμένες πολύ βαθιά για να τις αποκολλήσει. Ζηλεύει τα θηρία, όχι για την απλότητά τους αλλά για την σαφήνεια του ενστίκτου. Μια ανθρώπινη στιγμή είναι στοιχειωμένη. Το φάντασμα του χθες εισπηδά στο σήμερα, ψελλίζον ονόματα, χειρονομίες, λάθη. Ακόμα και το ανοιγοκλέισιμο των βλεφάρων γίνεται πληγή. Το ζώο, όταν ερωτάται για την χαρά του, ημπορεί μόνον να κοιτά επιμόνως. Λησμονεί πριν προλάβει να απαντήσει. Αυτή η λήθη γίνεται ένα στέμμα. Ο άνθρωπος, αντιθέτως, σύρει κάθε στιγμήν ωσάν νεκρικήν άμαξα. Τρέχει εμπρός, πάντοτε αλυσοδεμένος. Κάθε προσπάθεια ελευθερίας καταρρέει κάτω από μια χορωδία επαναλαμβανομένων ήχων. Η αγέλη βόσκει. το παιδί γελά. Και τα δύο υπήρχαν ανέγγιχτα από το “ήταν”. Ο άνθρωπος, μανθάνων αυτήν την φράση, μαθαίνει επίσης την κατάρα της μονιμότητος. Ο παράδεισός του – εάν υπήρξε ποτέ – ευρίσκεται θρυμματισμένος κάτω από μνημεία της μνήμης».
Η πιθανότης της ευτυχίας, ισχυρίζετο ο Νίτσε, εξαρτάται αποκλειστικώς από το «κατώφλι της λήθης». Ένας άνθρωπος που δεν ημπορεί να πηδήξει πέραν από την μνήμη είναι καταδικασμένος σε παράλυση. Ζει στις σκιές, κινείται ωσάν νευρόσπαστο ανδρείκελο που τραντάζεται από παλαιές χορδές. Η μικρότερη, αδιάκοπη χαρά υπερβαίνει το μεγαλύτερον έπος της σπασμένης ευδαιμονίας. Η αληθινή χαρά χρειάζεται μιαν εκλεκτικήν τύφλωση στο «δήθεν χθες»- μιαν ιερά άγνοια. Όσοι κάθονται στο χείλος του τώρα, οι οποίοι ξεχνούν όλες τις γραμμές αίματος και τις προδοσίες, γεύονται κάτι θεϊκό. Μια γυναίκα που κυριεύεται από πάθος, ένας στρατιώτης που ετοιμάζεται να επιτεθεί, ένα παιδί που σχεδιάζει κύκλους στο χώμα: αυτοί είναι οι άγιοι του ιστορικώς ανεπιβεβαιώτου, του ανιστόρητου.
Ο σιβυλικός Τεύτων μαθητής του Ηρακλείτου, παρατηρών την «ροή των πάντων», διαλύεται μέσα στον δισταγμό. Ουδείς δύναται να δράσει μέσα σε έναν ωκεανόν. Ο ιστορικός άνθρωπος, ο οποίος αναμασά αιωνίως παλαιάν τροφή, χάνει την πείνα του για δημιουργία. Ο ύπνος, έλεγε ο Νίτσε, έχει περισσοτέραν αξιοπρέπεια από την συνεχή επίγνωση. Και έτσι ανεκοίνωσε μια αίρεση: Ημπορεί κανείς να ζήσει καλώς; – όχι, ημπορεί κανείς μόνον να ζήσει – μέσα από την λήθη. Ο νούς χρειάζεται την σκιά, άλλως η ψυχή αρρωσταίνει. Μια περίσσεια ιστορίας είναι αϋπνία στην σάρκα. Ένας πολιτισμός χωρίς λήθη γίνεται ένα πτώμα το οποίον μιμείται την αναπνοήν.
Οι ίδιοι Γερμανοί που κάποτε συνωψίζοντο ως έθνος «ποιητών και στοχαστών» (η φράση χρονολογείται από το 1837) μερικές δεκαετίες αργότερον έγιναν γνωστοί ως χημικοί και φυσικοί των οποίων τα επιστημονικά επιτεύγματα έφεραν γρήγορα πρακτικά οφέλη (Λίμπιχ, Μπούνσεν, Ζήμενς, Ρέντγκεν, κ.λπ.). Το 1864, το 1866 και το 1870-71, ο ίδιος λαός ενίκησεν αρκετούς πολέμους με ταχύτητα και αριστείαν, αμέσως δε εγοητεύθη από την στρατιωτικήν δόξαν, όπως είναι τόσον πιθανόν να πράξουν τα έθνη. Στο νου του υπολοίπου κόσμου, οι Γερμανοί κατέστησαν το πολεμοχαρές έθνος – μια φήμη που παλαιότερον, κατά την εποχήν του Λουδοβίκου ΙΔ΄ και του Ναπολέοντος Α΄, απεδίδετο στους Γάλλους.
«Ο Γερμανός», (υποθέτοντες προς το παρόν ότι ένα τέτοιο ανθρώπινο όν συνεχίζει να υπάρχει), φαίνεται πιο περίπλοκος και ανεξήγητος στον εαυτόν του και σε άλλα έθνη, επειδή η ιστορία του είναι πιο περίπλοκη από αυτή άλλων εθνών. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τις πολιτικές του πτυχές. Οι πολυπλοκότητες δεν έγκεινται τόσο στις διαφορές μεταξύ των διαφόρων «γενών», οι οποίες, παρά τις διαφορετικές διαλέκτους, έπρεπε να αναπτύξουν μιαν αίσθηση γλωσσικής και πολιτικής ενότητος. Ωστόσον, οι διάφορες περιφερειακές και φυλετικές παραδόσεις ημπορούσαν να διατηρηθούν και, αν εφαίνετο ότι απειλούνται, ημπορούσαν να εκτιμηθούν δεόντως, να ζωογονηθούν και να ανθίσουν. Παρόμοιες καταστάσεις υπάρχουν και σε άλλα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη: στην πατρίδα μας έχουμε τον Μακεδόνα και τον Κρητικό, στην Βρετανία έχουμε τον Σκωτσέζο του Βορρά και τον Άγγλο του Κεντ στον Νότο, στην Γαλλία τον Βρετόνο και τον Προβηγκιανό, στην Ιταλία τον Πιεμοντέζο και τον Σικελό, στην Ισπανία τον Βάσκο και τον Καταλανό, ο καθένας με τη δική του ιδιαίτερη πολιτιστική ατμόσφαιρα. Φυσικά, το ίδιο ισχύει όταν λέμε: ο Σάξονας και ο Βαυαρός, ο Πομερανός και ο Σουηβός. Αλλά στη Γερμανία υπάρχει και ένα άλλο στοιχείον: οι εσωτερικές εδαφικές διαιρέσεις έχουν παραμείνει εντατικές και δραστήριες περισσότερον από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη.
Οι δυσαρμονίες στην γερμανική ιστορική εξέλιξη οδήγησαν έναν Γάλλο σοσιαλιστή και αντιστασιακό συγγραφέα τον Πιέρ Βιενό (Pierre Viénot, 1897-1944), υφυπουργό εξωτερικών στην κυβέρνηση «Λαϊκού Μετώπου» του Λεόν Μπλουμ (1936-1937) να μιλήσει για τις «γερμανικές αβεβαιότητες» ως συστατικό στοιχείο του γερμανικού χαρακτήρος (στο βιβλίο του – «Γερμανικές αβεβαιότητες : Η κρίση του αστικού πολιτισμού στην Γερμανία» – «Incertitudes allemandes : la crise de la civilisation bourgeoise en Allemagne», εκδοθέν το 1931 στο Παρίσι, από τις εκδόσεις Valois).
Μια πηγή αυτών των δυσαρμονιών ημπορεί να ευρεθεί στο βάθος των θρησκευτικών διαμαχών που εβασάνιζαν την Γερμανία και οι οποίες διεμόρφωσαν τα πολιτικά της πεπρωμένα επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Η Αγγλία και η Γαλλία υπέφεραν επίσης από τέτοιες συγκρούσεις, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτές ετερματίσθησαν με μια σαφή στρατιωτική λύση (Κρόμγουελ και Ρισελιέ αντιστοίχως). Επί τριάντα έτη — 1618 έως 1648 — η Γερμανία υπήρξεν το πεδίον μάχης ενός σχεδόν πανευρωπαϊκού πολέμου. Κατά την διάρκειαν αυτού του ανελεήτου αιματηρού αγώνος, τα αρχικά θρησκευτικά αίτια του πολέμου απώλεσαν σταδιακώς την σημασίαν τους. Στο τέλος, η Γερμανία ανεδύθη εξηντλημένη και πολιτικώς ανισόρροπη. Από τα ερείπιά της εξεπήδησεν ένα συνονθύλευμα χωριστών κρατών που ήσαν διηρεμένα πνευματικώς αλλά και νομικώς. Στα πολιτικώς πλέον σημαντικά τμήματα, η πατριωτική αφοσίωση στο Ράιχ συνερρικνώθη σε πίστη σε πρίγκιπες και ιδιαιτερότητες. Στην συνέχεια, μια συναισθηματική συνείδηση της Γερμανίας ως σύνολον, επανεμφανίσθη μόνον σε σπάνιες περιπτώσεις — όταν η Βιέννη ηπειλείτο από τους Τούρκους και προς το τέλος της ναπολεοντείου εποχής.
Αλλά πού ευρίσκεται η παθολογική «ερυθρά γραμμή» μεταξύ φυσικής ταυτοτικής μνήμης και κατευθυνομένης πλαστής ιστορίας; Ο Νίτσε ανεζήτησεν επιμόνως τα όρια μεταξύ της γονίμου μνήμης και της νεκρωτικής εμμονής στα διδάγματα των κρατούντων. Κάποιοι άνθρωποι κατέχουν μια δημιουργική πλαστική δύναμη – την ικανότητα να μεταμορφώνουν τον τραυματισμό σε μορφή, τον πόνο σε δομή. Αυτοί είναι οι γλύπτες του πεπρωμένου. Άλλοι αιμορραγούν ασταμάτητα από μικρές πληγές. Μια και μόνο αδικία, μικρή και λεπτή, μπορεί να αιμορραγήσει τέτοιους ανθρώπους ασταμάτητα, να τους αφαιμάξει μέχρι θανάτου. Η διαφορά είναι το βάθος. Όσοι έχουν ριζωμένες ψυχές έλκουν το παρελθόν προς τα έσω, το μεταβολίζουν, το αναμασούν ως Εθνικόν Μύθο. Χωνεύουν το ξένο και το οικείο εξίσου. Η αδύναμη ανάκρουση. Η δυνατή μεταμόρφωση. Φαντασθείτε ένα ον τόσον απέραντο, τόσο μοναδικά πελώριο στην δημιουργική του δύναμη, που κάθε ιστορία γίνεται εμπρός του αγγειοπλαστικός πηλός. Τίποτα δεν δύναται να το απειλήσει. Κανένα γεγονός δεν θα το σημαδέψει. Αυτό το ον (μυθικό, μη πραγματοποιημένο) ημπορεί να καταναλώσει όλον τον χρόνο δίχως να χάσει τον εαυτό του.
Ο Νίτσε οραματίσθηκε ένα τέτοιο πλάσμα και στην συνέχεια εμέτρησε τον αιώνα του με αυτό ως μέτρο. Η σύγκριση τον αηδίασε. Η Γερμανία, βουτηγμένη σε παρελθοντικά δεδομένα, μόλις που ημπορούσε να αναπνεύσει. Κάνετε το ίδιο για τον αιώνα μας. Θα τρομάξετε : Το παρελθόν, αντί να απορροφηθεί, έχει καταστεί τοξίνη. Οι ορίζοντες κατέρρευσαν. Η ενέργεια εχάθη. Ακόμα και η πράξη της λήθης έχει γίνει αδύνατη.
Γιάννης Ηλιόπουλος
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Το βρετανικό υπερωκεάνιο «Λουζιτανία» ήταν το κόσμημα της ναυπηγικής βιομηχανίας στις αρχές του 20ου αιώνος. Ανήκε στην εταιρία «Cunard» και ήταν το ταχύτερο πλοίο της κλάσης του. H βύθισή του από γερμανικό υποβρύχιο στις 7 Μαΐου του 1915 συνετέλεσε τα μέγιστα στην είσοδο των ΗΠΑστον Α’ Μεγάλο Πόλεμο.
Το πλοίο έπλευσε για΄πρώτξ φορά στις 7 Σεπτεμβρίου 1907. Ήταν εκτοπίσματος 32.000 τόννων και ανέπτυσσε ταχύτητα 26 κόμβων. Στις παραμονές του Μεγάλου Πολέμου, είχε υποστεί μετατροπές σε ναυπηγείο του Λίβερπουλ για τις ανάγκες του Βρετανικού Πολεμικού Ναυτικού.Την Πρωτομαγιά του 1915 κι ενώ ο Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη σε όλα τα μέτωπα, το «Λουζιτανία» απέπλευσε από τη Νέα Υόρκη για το προγραμματισμένο δρομολόγιό του προς το Λίβερπουλ, με 1.959 επιβάτες και πλήρωμα.Στις 7 Μαΐου ευρισκόμενο κοντά στις ιρλανδικές ακτές, το δέχθηκε επίθεση από γερμανικό υποβρύχιο τύπου U-20. Μία τορπίλη το βρήκε στα πλευρά και μετά την πρώτη έκρηξη ακολούθησε μία δεύτερη, που το έσχισε στα δύο. Το πλοίο βυθίσθηκε μέσα σε 20 λεπτά και 1.198 άνθρωποι πνίγηκαν. Η απώλεια τού υπερωκεανίου και των πολυαρίθμων επιβατών, μεταξύ των οποίων ήσαν 114 αμερικανοί πολίτες, προεκάλεσε κύμα αγανάκτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον διαμαρτυρήθηκε εντονώτατα με διακοινώσεις προς την γερμανική κυβέρνηση για την καταβύθιση του Λουζιτανία και ανέφερε: «…. Εξ ονόματος της ανθρωπότητας και του Διεθνούς Δικαίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν εγγύηση ότι αυτό το δικαίωμα (των ουδετέρων να ταξιδεύουν σε ουδέτερα ή σε πολεμικά ύδατα) θα είναι σεβαστό και ότι δε θα υπάρξει επανάληψη παρομοίου επεισοδίου σε σκάφη που μεταφέρουν αμάχους».
Η Γερμανία δικαιολογήθηκε ότι από τις 22 Απριλίου είχε δημοσιεύσει στις εφημερίδες ανακοίνωση, με την οποία προειδοποιούσε τους πολίτες των ουδετέρων χωρών να μην επιβιβάζονται σε πλοία των εμπολέμων δυνάμεων. Ισχυρίστηκε δε επιπλέον ότι το «Λουζιτανία» μετέφερε όπλα, προοριζόμενα για την Βρετανία, γεγονός που η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε κατηγορηματικά.
Πολλά χρόνια αργότερα απεκαλύφθη ότι το σκάφος όντως μετέφερε ικανό πολεμικό υλικό και συγκεκριμένα φορτίο φυσιγγίων και οβίδων (συνολικά περίπου 173 τόννους), εν αγνοία των επιβαινόντων. Η καταβύθιση του υπερωκεανίου και ο εν γένει επιτυχής υποβρυχιακός πόλεμος των Γερμανών κατά των Άγγλων ήταν μεταξύ των λόγων της αμερικανικής εμπλοκής στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων της Αντάντ.