Χάιντεγκερ, Σμιτ και Ντούγκιν στην Ανατολή
Η Κίνα αναδύεται στην παγκόσμια σκηνή. Το «παλαιό – πρόσφατο» δυτικό αφήγημα υποστήριζε ότι ο πλούτος θα καθιστούσε την Κίνα φιλελεύθερη, ο φιλελευθερισμός θα την έκανε υπάκουη, και η υπακοή θα την ενέτασσε σε μια αμερικανική τάξη πραγμάτων, η οποία παρουσιαζόταν ως το φυσικό «τέλος της ιστορίας». Αυτό το αφήγημα κατέρρευσε. Η Κίνα εισήλθε στην παγκόσμια αγορά χωρίς να απεμπολήσει το Κράτος, το Κόμμα ή τη μνήμη της εθνικής ταπείνωσης. Αξιοποίησε ξένα κεφάλαια, αντέγραψε ξένες μεθόδους, κατέκτησε τη χρήση ξένων μηχανημάτων και, εν συνεχεία, έστρεψε κάθε δανεισμένο εργαλείο προς την υπηρεσία της δικής της επανόδου στην ισχύ. Το 2025, η οικονομία της αναπτύχθηκε κατά 5% και έφτασε τα 140,2 τρισεκατομμύρια γιουάν, παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά 3,39 εκατομμύρια και οι επενδύσεις στον τομέα των ακινήτων υποχώρησαν κατά 17,2%. Συνεπώς, η Κίνα αναδύεται υπό έντονη πίεση, διαθέτοντας βιομηχανική ισχύ, αλλά ταυτόχρονα επιβαρυμένη με χρέη, γήρανση του πληθυσμού, ασθενή εγχώρια ζήτηση και συρρικνούμενο εργατικό δυναμικό. Ο δράκος είναι ισχυρός, αλλά όχι ανίκητος. Η δύναμή του πηγάζει από τη συνειδητοποίηση ότι η παρακμή είναι μια υπαρκτή πιθανότητα.
Εδώ καθίσταται πάλι χρήσιμος ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ. Ο όρος του «Dasein» (Είναι-εκεί) αναφέρεται στο ον που καλείται να αντιμετωπίσει και να ερμηνεύσει την ίδια του την ύπαρξη. Δεν πρόκειται για μια ψυχή κρυμμένη μέσα στο σώμα, ούτε για το φιλελεύθερο άτομο που φαντασιώνεται τον εαυτό του ως έναν ελεύθερο καταναλωτή, ο οποίος στέκεται εκτός ιστορίας. Η λέξη σημαίνει κυριολεκτικά την «ύπαρξη» ή την «παρουσία» (από το da = εδώ/εκεί και sein = είναι). Ο άνθρωπος δεν υπάρχει απλώς βιολογικά, αλλά βρίσκεται τοποθετημένος μέσα στον κόσμο και έχει επίγνωση αυτής της παρουσίας. Ο Χάιντεγκερ περιγράφει το Dasein ως το «ξέφωτο» (το ανοιχτό πεδίο) μέσα στο οποίο μπορεί να εμφανιστεί το νόημα και τα όντα. Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον που μπορεί να αναρωτηθεί για το τι σημαίνει «υπάρχω» και «είναι».
Το Dasein είναι πάντοτε «ριγμένο» (geworfen) σε έναν κόσμο που δεν επέλεξε. Κληρονομεί μια γλώσσα, ένα τοπίο, ένα παρελθόν, ένα σύνολο καθηκόντων, καθώς και έναν θάνατο από τον οποίο δεν μπορεί να διαφύγει. Βρίσκεται ανάμεσα σε άλλους προτού καν αρχίσει να ερμηνεύει τον εαυτό του. Ο Χάιντεγκερ ονόμασε αυτή την κατάσταση «Συν-είναι» (Mitsein). Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι ποτέ πραγματικά μοναχική, διότι ακόμη και η απόσυρση, η εξέγερση ή η μοναξιά αντλούν το νόημά τους από έναν κόσμο που μοιραζόμαστε με άλλους. Υπό αυτό το πρίσμα, η Κίνα μπορεί να ερμηνευθεί ως μια τεράστια ιστορική μορφή αυτής της «ριγμένης» κατάστασης: ένας πολιτισμός που βρέθηκε ριγμένος μέσα στη μνήμη της δυναστικής κατάρρευσης, της ξένης εισβολής, του λιμού, της επανάστασης, του εμφυλίου πολέμου, της βιομηχανικής πειθαρχίας και της τεχνολογικής ανόδου.
Ωστόσον, ο ίδιος ο Χάιντεγκερ δεν δίδαξε ότι κάθε έθνος διαθέτει ένα ενιαίο, συλλογικό Dasein. Η φιλοσοφία του αφορά στην ύπαρξη πριν αυτή μετατραπεί σε πολιτικό δόγμα. Προειδοποίησε, επίσης, ότι η καθημερινή ζωή βυθίζεται στο «das Man» — το ανώνυμο «αυτοί» (ή «ο κόσμος»), που σκέπτεται, μιλά και κρίνει για λογαριασμό μας. Μια πειθαρχημένη μαζική κοινωνία μπορεί να αντισταθεί στον δυτικό καταναλωτισμό, παράγοντας ταυτόχρονα τη δική της μορφή ανώνυμης συμμόρφωσης. Τα συνθήματα αλλάζουν, αλλά ο κίνδυνος παραμένει. Ένας λαός μπορεί να χάσει τον εαυτό του μέσα σε εισαγόμενες μόδες, αλλά μπορεί επίσης να τον χάσει μέσα στην επίσημη γλώσσα, στη γραφειοκρατική ρουτίνα και στην ψηφιακή υπακοή. Η κλίμακα της Κίνας δεν καταργεί το ερώτημα του Χάιντεγκερ. Αντιθέτως, το οξύνει : Μήπως ο κινεζικός λαός ενεργεί με βάση μια κληρονομημένη κατανόηση του Είναι, ή μήπως το κράτος απλώς οργανώνει εκατομμύρια ανθρώπους σε μια πιο αποτελεσματική εκδοχή του «das Man»;
Ο σπουδαίος Ρώσος στοχαστής Αλεξάντρ Ντούγκιν προσδίδει στο ερώτημα αυτό μια γεωπολιτική διάσταση. Στην «Τέταρτη Πολιτική Θεωρία» του, μεταφέρει την έννοια του Dasein από την αίθουσα σεμιναρίων στο πλαίσιο των πολιτισμών. Ο φιλελευθερισμός αντιμετωπίζει το άτομο ως το βασικό πολιτικό υποκείμενο. Ο μαρξισμός επιλέγει την τάξη. Ο εθνικοσοσιαλισμός επιλέγει τη φυλή ή το έθνος, νοούμενα με βιολογικούς όρους. Ο Ντούγκιν αναζητά ένα άλλο υποκείμενο: έναν λαό που υπάρχει μέσα από τη γλώσσα του, την ιερή μνήμη, τη γη, τα έθιμα, τους μύθους και την ιστορική του μοίρα. Ένας τέτοιος λαός δεν μπορεί να αναχθεί σε ψηφοφόρους, εργάτες, καταναλωτές ή γενετικό υλικό. Πρόκειται για έναν αυθεντικό τρόπο ύπαρξης στον κόσμο. Κατά τον Ντούγκιν, δεν υπάρχει μία ενιαία ανθρωπότητα που βαδίζει σε έναν δρόμο προς ένα τελικό σύστημα. Υπάρχουν διάφοροι πολιτισμοί, καθένας με το δικό του μέτρο χρόνου, δικαιοσύνης, τάξης και αλήθειας.
Υπό αυτήν την έννοια, η Κίνα δεν είναι απλώς ένα ακόμη μεγάλο κράτος που ανταγωνίζεται για ένα μεγαλύτερο μερίδιο του ίδιου δυτικού κόσμου. Αντιπροσωπεύει την επιστροφή της πολιτισμικής πολυμορφίας. Η κομφουκιανή ιεραρχία, η νομικιστική κρατική διακυβέρνηση, η μαρξιστική οργάνωση, οι συναλλαγές της αγοράς, η μνήμη των προγόνων και η ψηφιακή διοίκηση συνυπάρχουν στο ίδιο πολιτικό σώμα. Ο Μαρξ στέκεται δίπλα στον Κομφούκιο· το πορτρέτο του Μάο δεσπόζει πάνω από πόλεις χτισμένες από το κεφάλαιο· τρένα υψηλής ταχύτητας διασχίζουν περιοχές όπου σε ναούς τελούνται ακόμη ιεροτελεστίες παλαιότερες από την ύπαρξη πολλών ευρωπαϊκών κρατών. Αυτά τα στοιχεία δεν συνταιριάζουν με βάση τις δυτικές κατηγορίες, αλλά ακριβώς αυτό είναι το ζητούμενο. Η κινεζική νεωτερικότητα δεν χρειάζεται να καταστεί δυτική νεωτερικότητα. Μπορεί αξιοθαύμαστα να χρησιμοποιήσει το μηχάνημα χωρίς να αποδεχτεί τη «θεολογία» του πρώτου κατόχου του μηχανήματος.
Η ύστερη σκέψη του Χάιντεγκερ προσθέτει μια προειδοποίηση. Περιέγραψε τη σύγχρονη τεχνολογία όχι ως μια συλλογή συσκευών, αλλά ως έναν τρόπο αποκάλυψης του κόσμου. Μέσω αυτού του τεχνολογικού τρόπου θέασης, η φύση μετατρέπεται σε απόθεμα ενέργειας, η γη σε πόρο και ο άνθρωπος σε ανθρώπινο υλικό. Ο Χάιντεγκερ ονόμασε αυτή τη διατακτική δύναμη *Gestell* — όρος που συνήθως αποδίδεται ως «πλαισίωση». Η Κίνα αντιστάθηκε στην πολιτική απορρόφηση από τη Δύση, αλλά δεν απέφυγε την τεχνολογική πλαισίωση. Τα εργοστάσιά της, τα συστήματα επιτήρησης, τα βιομηχανικά σχέδια, τα βιομετρικά δίκτυα και τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να προασπίζουν την κυριαρχία, μετατρέποντας ταυτόχρονα τον Κινέζο πολίτη σε μια μονάδα που μετριέται και τελεί υπό διαχείριση. Ένα έθνος μπορεί μεν να κατέχει τις μηχανές του, αλλά παρ’ όλα αυτά μπορεί εν τέλει να καταλήξει να βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια τους. Επομένως, η βαθύτερη σύγκρουση δεν διεξάγεται μεταξύ κινεζικής και αμερικανικής τεχνολογίας. Διεξάγεται μεταξύ του πολιτισμού και μιας τεχνολογικής λογικής που ανάγει κάθε πολιτισμό σε δεδομένα, παραγωγή και έλεγχο.
Ο Ντούγκιν θα απαντούσε κάλλιστα πως η τεχνολογία πρέπει να τεθεί υπό τον έλεγχο του πολιτισμικού υποκειμένου. Το κεφάλαιο, ο κώδικας και η βιομηχανία αποτελούν μέσα, όχι κυρίαρχους. Αυτό βοηθά στην κατανόηση του κινεζικού μοντέλου. Ο ιδιωτικός πλούτος μπορεί να αυξάνεται, αλλά δεν διαθέτει το τελικό δικαίωμα να δίνει εντολές στο κράτος. Οι επιχειρήσεις μπορούν να αποκτήσουν ισχύ, ωστόσο το Κόμμα είναι σε θέση να τις πειθαρχήσει όταν η δύναμή τους απειλεί την πολιτική εξουσία ή τις εθνικές προτεραιότητες. Οι δυτικοί παρατηρητές χαρακτηρίζουν αυτή τη στάση …. αυθαίρετη, επειδή θεωρούν ως δεδομένο ότι η ιδιοκτησία οφείλει να κυριαρχεί επί της πολιτικής. Το Πεκίνο εκκινεί από την αντίθετη θέση: η ιδιοκτησία υφίσταται εντός μιας πολιτικής τάξης και επιβιώνει μόνον εφόσον αυτή η τάξη το επιτρέπει. Το κινεζικό κράτος δεν κατήργησε το κεφάλαιο. Αρνήθηκε στο κεφάλαιο την κυριαρχία !
Ο ευρύνους Γερμανός πολιτικός θεωρητικός Καρλ Σμιτ θα αναγνώριζε αμέσως αυτή τη δομή. Η περίφημη θέση του ότι «κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την εξαίρεση» δεν σημαίνει μονοδρομημένα ότι η κυριαρχία εξαντλείται στην κήρυξη καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Σημαίνει ότι κάθε νομικό σύστημα εδράζεται, σε τελική ανάλυση, σε μια δύναμη ικανή να αποφασίσει πότε οι συνήθεις κανόνες παύουν να παρέχουν απάντηση. Το δίκαιο δεν μπορεί να θεμελιώσει το ίδιο την τελική του ισχύ. Στα όρια της τάξης βρίσκεται μια απόφαση. Το φιλελεύθερο κράτος επιχειρεί να συγκαλύψει αυτό το γεγονός πίσω από δικαστήρια, συνθήκες και την ορολογία των ειδικών. Οι κρίσεις, ωστόσο, αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Κάποιος επιλέγει ποιοι κανόνες θα καμφθούν, ποια συμφέροντα θα προστατευθούν και ποιοι κίνδυνοι θα αντιμετωπιστούν ως θανάσιμοι.
Η κυριαρχία της Κίνας είναι «σμιτιανή» (υπό την έννοια του Καρλ Σμιτ), καθώς αρνείται να προσποιηθεί ότι η οικονομία υφίσταται εκτός της πολιτικής. Όταν οι κυρώσεις, οι δασμοί, οι έλεγχοι στις εξαγωγές, η ιδιοκτησία λιμένων, τα μικροτσίπ, οι ναυτιλιακές διαδρομές και τα συστήματα πληρωμών μετατρέπονται σε όπλα, το Πεκίνο τα αντιμετωπίζει ως τέτοια. Η CK Hutchison, ένας όμιλος εταιρειών με έδρα το Χονγκ Κονγκ που ελέγχεται από την οικογένεια του Λι Κα-σινγκ, επιχείρησε να πωλήσει δεκάδες λιμένες στο εξωτερικό σε μια κοινοπραξία υπό δυτική ηγεσία. Αν και η εταιρεία ελέγχεται από ιδιώτες, το Πεκίνο έθεσε τη συμφωνία υπό εξέταση, φοβούμενο ότι στρατηγικές υποδομές θα περιέρχονταν σε δυτικά χέρια. Έτσι, η προτεινόμενη εμπορική συναλλαγή μετατράπηκε σε μια γεωπολιτική αναμέτρηση, καταδεικνύοντας ότι οι λιμένες, ενώ στα χαρτιά αποτελούν ιδιωτική περιουσία, στην πράξη παραμένουν εργαλεία κρατικής ισχύος. Έως και τον Αύγουστο του 2026, η πώληση είχε σημειώσει ελάχιστη πρόοδο και έκτοτε παρέμενε ημιτελής.
Η διάκριση του Σμιτ μεταξύ «φίλου» και «εχθρού» συχνά παρερμηνεύεται ως κάλεσμα σε μίσος, ως πρόσκληση σε «εχθροπάθεια». Ωστόσο, η θέση του ήταν ακόμη πιο σκληρή και πιο ψυχρή. Ο πολιτικός εχθρός δεν είναι απαραίτητα κακός, απεχθής ή προσωπικά μισητός. Πρόκειται για μια οργανωμένη δύναμη, η ισχύς της οποίας ενδέχεται να απειλήσει τον τρόπο ζωής μιας κοινότητας. Η πολιτική ξεκινά τη στιγμή που ένας λαός είναι σε θέση να κατονομάσει μια τέτοια απειλή και είναι προετοιμασμένος να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντί της. Για το Πεκίνο, συνεπώς, ένας αμερικανικός δασμός δεν είναι ποτέ απλώς ένας φόρος, μια απαγόρευση εξαγωγής ημιαγωγών δεν είναι ποτέ απλώς ένας εμπορικός κανονισμός, και μια πώληση όπλων στην Ταϊβάν δεν είναι ποτέ απλώς μια σύμβαση. Το καθένα από αυτά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αναμέτρησης: θα καθορίσει η Κίνα το δικό της μέλλον ή θα τεθούν τα όριά του από την Ουάσιγκτον;
Η Ταϊβάν βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της δοκιμασίας, καθώς συνενώνει ζητήματα εδαφικής κυριαρχίας, ναυτικής ισχύος, τεχνολογίας αλλά και εθνικής νομιμοποίησης. Το Πεκίνο αντιλαμβάνεται το νησί μέσα από το πρίσμα της ημιτελούς ιστορίας του Κινεζικού Εμφυλίου Πολέμου και του «αιώνα της ξένης παρέμβασης». Η κυβέρνηση της Ταϊβάν, από την πλευρά της, αυτοπροσδιορίζεται ως μια αυτοδιοικούμενη πολιτική κοινότητα, το μέλλον της οποίας πρέπει να καθοριστεί από τον ίδιο τον λαό της. Η διαμάχη αυτή δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω της γλώσσας της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», καθώς οι δύο πλευρές εκκινούν προφανέστατα από αντικρουόμενες αντιλήψεις περί πολιτικής ύπαρξης. Να θυμηθούμε ότι, τον περασμένο Αύγουστο, η Κίνα διεξήγαγε έρευνες στον βυθό ανατολικά της Ταϊβάν και συνέχισε τις περιπολίες της ακτοφυλακής σε ύδατα που η ίδια διεκδικεί, ενώ η Ταϊβάν ενίσχυσε τα προγράμματά της για μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) και προετοίμασε τα νησιά Πενγκού για το ενδεχόμενο αποκλεισμού ή εισβολής. Χάλυβας, χάρτες, έρευνες, προϋπολογισμοί και διαδρομές περιπολίας αποτελούν πλέον επιχειρήματα που δεν μπορούν να διευθετηθούν με λόγια !
Η μεταγενέστερη θεωρία του Σμιτ (Schmitt) περί «Großraum» («Μείζων Χώρος») υπερβαίνει το πλαίσιο του κυρίαρχου κράτους. Ο ίδιος υποστήριζε ότι ο κόσμος διαιρείται σε μεγάλες πολιτικές περιφέρειες, οι οποίες συγκροτούνται γύρω από δυνάμεις αρκετά ισχυρές ώστε να αποτρέπουν εξωτερικές παρεμβάσεις. Το μοντέλο του αντλεί εν μέρει έμπνευση από το Δόγμα Μονρόε: μια ηγεμονική δύναμη θεσπίζει μια περιφερειακή αρχή και προειδοποιεί τις ξένες αυτοκρατορίες να μείνουν εκτός. Η στάση της Κίνας στην Ανατολική Ασία ακολουθεί μια παρόμοια λογική. Το Πεκίνο δεν επιδιώκει απλώς την ισοτιμία εντός ενός Ειρηνικού Ωκεανού υπό αμερικανική ηγεμονία. Επιδιώκει μια περιφερειακή τάξη πραγμάτων, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούν πλέον να καθορίζουν τα όρια της κινεζικής δράσης μέσω βάσεων, συμμαχιών και ναυτικών διαδρομών κατά μήκος των κινεζικών ακτών. Η Ταϊβάν, η Νότια Σινική Θάλασσα, η Κορεατική Χερσόνησος και η «πρώτη αλυσίδα νησιών» αποτελούν πτυχές ενός ενιαίου χωρικού ζητήματος : ποιος λοιπόν έχει το θράσος να διεκδικεί το δικαίωμα να καθορίσει το μέλλον της περιοχής;
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα ελέγχει ήδη ένα παγιωμένο μπλοκ στην Ανατολική Ασία. Η τριμερής συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Κίνας, Ιαπωνίας και Νότιας Κορέας παραμένει, προς το παρόν, σε επίπεδο πρότασης. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2012, «πάγωσαν» μετά τον δέκατο έκτο γύρο τους το 2019 και έκτοτε έχουν αποτελέσει αντικείμενο επανειλημμένων υποσχέσεων για αναζωπύρωση. Το 2025, οι τρεις κυβερνήσεις συμφώνησαν να εργαστούν για την επανέναρξη των συνομιλιών, ενώ παράλληλα η Κίνα και η Νότια Κορέα συνέχισαν ενώ η Κίνα και η Νότια Κορέα συνέχισαν ξεχωριστές διαπραγματεύσεις για την αναβάθμιση της διμερούς συμφωνίας τους. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα παραμένουν συνδεδεμένες με τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω ισχυροτάτων συμμαχιών ασφαλείας, ενώ και οι τρεις ασιατικές χώρες τρέφουν βαθιές ιστορικές επιφυλάξεις η μία για την άλλη.Η περιοχή δεν αποτελεί ακόμη μιαν ενιαία ορχήστρα υπό την καθοδήγηση ενός Κινέζου μαέστρου. Είναι ένα πεδίο αλληλεπιδρώντων κρατών, των οποίων τα διαδραστικά οικονομικά συμφέροντα τα φέρνουν κοντά, ενώ οι φόβοι για την ασφάλεια τα απομακρύνουν !
Επιπλέον, η Κίνα δεν διέκοψε απλώς τη διπλωματία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε αποχώρησε από το πεδίο της αντιπαράθεσης. Ο Σι Τζινπίνγκ και ο Ντόναλντ Τραμπ συναντήθηκαν στο Πεκίνο τον Μάιο του 2026. Η σύνοδός τους απέφερε περιορισμένα αποτελέσματα, αντί για μια συνολική διευθέτηση, ενώ προετοιμάζεται ήδη μια νέα συνάντηση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σύγκρουση συνεχίζεται μέσω δασμών, ελέγχων στην τεχνολογία, διαρκή μόχλευση του ζητήματος της Ταϊβάν, περιορισμών στις επενδύσεις και ανταγωνιστικών συστημάτων ασφαλείας, ωστόσο η διπλωματία παραμένει ένα από τα εργαλεία της. Ένα κράτος, κατά την έννοια του Σμιτ, δεν απορρίπτει τις διαπραγματεύσεις. Διαπραγματεύεται, διότι γνωρίζει ότι οι συμφωνίες εδράζονται στην ισχύ. Τα χαμόγελα, τα επίσημα δείπνα και οι κοινές δηλώσεις δεν καταργούν τη διάκριση μεταξύ φίλου και εχθρού· απλώς τη διαχειρίζονται προσωρινά.
Το εμπόριο πετρελαίου της Κίνας με τη Ρωσία διέπεται από τον ίδιο ρεαλισμό. Η Κίνα αρνήθηκε να αποδεχθεί τη δυτική αξίωση ότι η Ουάσιγκτον, οι Βρυξέλλες και το Λονδίνο μπορούν να αποφασίζουν ποιοι πόροι επιτρέπεται να αγοράζονται από τον υπόλοιπο κόσμο. Ωστόσο, οι κινεζικές επιχειρήσεις δεν είναι «ατρόμητες». Μεγάλες κρατικές εταιρείες έχουν κατά καιρούς αναστείλει τις αγορές τους όταν ο κίνδυνος κυρώσεων γινόταν υπερβολικά μεγάλος, ενώ το βάρος το επωμίσθηκαν σε μεγαλύτερο βαθμό μικρότερα διυλιστήρια και αδιαφανή ναυτιλιακά δίκτυα. Τον Ιούλιο του 2026, η κινεζική κρατική πετρελαϊκή εταιρεία Sinopec επανέλαβε τις μαζικές αγορές ρωσικού αργού πετρελαίου σε μειωμένες τιμές, παρά τη συνεχιζόμενη ασυκτική δυτική πίεση που ασκείται στο ρωσικό ενεργειακό εμπόριο. Το πετρέλαιο συνεχίζει να ρέει, όχι επειδή η Κίνα έχει αποδράσει από την παγκόσμια αγορά, αλλά επειδή το Πεκίνο εξισορροπεί τις τιμές, την ενεργειακή ασφάλεια, τον εμπορικό κίνδυνο και τη γεωπολιτική εταιρική σχέση, χωρίς να αποδέχεται τις δυτικές κυρώσεις ως παγκόσμιο νόμο.
Εδώ, η «πολυπολικότητα» του Ντούγκιν συναντά τη «χωρική τάξη» του Σμιτ. Η πολυπολικότητα δεν συνιστά ένα αφηρημένο «κοινοβούλιο πολιτισμών» που συμβιώνουν σε διαρκή αρμονία. Πρόκειται για έναν κόσμο στον οποίο καμία μεμονωμένη δύναμη δεν μπορεί να επιβάλει τη δική της βούληση ως παγκόσμιο νόμο. Κάθε πόλος προστατεύει έναν πολιτισμικό χώρο, οικοδομεί τους δικούς του θεσμούς και αξιολογεί τον κίνδυνο με βάση τη δική του ιστορική θέση. Ένας τέτοιος κόσμος ενδέχεται να είναι πιο ελεύθερος, καθώς επιτρέπει την ύπαρξη περισσότερων του ενός τρόπων ζωής. Μπορεί, ωστόσο, να είναι και πιο σκληρός, δεδομένου ότι οι αντίπαλες δυνάμεις στερούνται ενός κοινού κριτή. Ο Ντούγκιν δίνει έμφαση στην «πληθυντικότητα», ενώ ο Σμιτ μάς υπενθυμίζει ότι η πληθυντικότητα γεννά σύνορα, αποφάσεις και πιθανούς εχθρούς. Η πολυπολικότητα δεν τερματίζει τη σύγκρουση. Τερματίζει το μονοπώλιο ως προς το ποιος μπορεί να ορίζει τη σύγκρουση.
Ο Εθνικός Μπολσεβικισμός προσεγγίζει το ζήτημα από μιαν άλλη οδό. Ο πολύς Ερνστ Νίκις (Ernst Niekisch) κοίταξε εξεταστικά τη φιλελεύθερη Δύση και διέκρινε ένα σύστημα που διέλυε τα έθνη σε αγορές και τους πολίτες σε αγοραστές. Οραματίστηκε μιαν ένωση εθνικής πειθαρχίας, κοινωνικής ιδιοκτησίας, πρωσικής αυστηρότητας και ανατολικής αντίστασης απέναντι στην ατλαντική ισχύ. Η Κίνα όμως δεν είναι «Εθνικομπολσεβικική»: η ιστορία, ο πολιτισμός και η επαναστατική της παράδοση είναι μοναδικά δικά της. Ωστόσο, επιβεβαιώνει έμπρακτα μία από τις βασικές διαισθήσεις του Νίκεις: Το έθνος και ο σοσιαλισμός δεν είναι απαραίτητο να είναι εχθροί. Το κράτος μπορεί να αξιοποιεί τις αγορές, χωρίς να επιτρέπει στις αξίες της αγοράς να καθορίζουν το έθνος. Ο εργάτης, ο στρατιώτης, ο μηχανικός, ο αγρότης και ο δημόσιος υπάλληλος μπορούν να ενταχθούν σε ένα ενιαίο εγχείρημα εθνικής επιβίωσης !
Ωστόσο , το κινεζικό σύστημα δεν πρέπει να εξιδανικεύεται ως μια καθαρή συλλογική δημοκρατία. Τα επιτεύγματά του είναι όντως μετρητά και πραγματικά: μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής, μαζική εκπαίδευση, τεράστιες υποδομές, βιομηχανικό βάθος, πελώρια μείωση της φτώχειας, επιστημονική πρόοδος και πόλεις που συνδέονται σιδηροδρομικά σε μια κλίμακα την οποία η Ευρώπη αδυνατεί πλέον να συναγωνιστεί. Εξίσου πραγματικοί είναι όμως και οι μηχανισμοί λογοκρισίας, επιτήρησης, τιμωρίας και γραφειοκρατικής παρέμβασης. Ένα κράτος μπορεί, ταυτόχρονα, να υπηρετεί τον λαό του και να τον ελέγχει. Το ουσιαστικό επιχείρημα υπέρ της Κίνας δεν είναι ότι η εξουσία καθίσταται «αθώα» όταν ασκείται από το Κόμμα. Είναι ότι κάθε πολιτική τάξη πραγμάτων ασκεί εξουσία, με τη διαφορά ότι η φιλελεύθερη τάξη συχνά συγκαλύπτει τον καταναγκασμό που ασκεί, χρησιμοποιώντας ως προκάλυμμα τις αγορές, τις ιδιωτικές πλατφόρμες, τις συνεργασίες μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών, τα νομικά σχήματα και τα ηθικοπλαστικά κηρύγματα. Στην περίπτωση της Κίνας, η κρατική εξουσία είναι πιο ευδιάκριτη.
Συνεπώς το κινεζικό «Dasein» (η κινεζική ύπαρξη/οντότητα) παραμένει, ως ένα ερώτημα και όχι ως ένα δεδομένο και οριστικά διαμορφωμένο γεγονός. Εκφράζεται με αξιοθαύμαστη καλειδοσκοπική πολυπλοκότητα μέσα από τη γλώσσα, τη διατροφή, τις οικογενειακές υποχρεώσεις, τις τελετουργίες προς τιμήν των προγόνων, την κομφουκιανή φιλοσοφία, την επαναστατική θυσία, την πειθαρχία στα εργοστάσια, τα διαστημικά προγράμματα, τις εφαρμογές επιτήρησης, τις παραδόσεις της υπαίθρου και την τεχνητή νοημοσύνη. Δεν επιλύει αυτές τις αντιφάσεις· τις φέρει εντός του. Το μέλλον του εξαρτάται από το αν το κράτος θα καταφέρει να τις μετουσιώσει σε μια ζωντανή ιστορική μορφή, χωρίς να συνθλίψει τους ανθρώπους εκείνους, η ύπαρξη των οποίων προσδίδει νόημα σε αυτή τη μορφή. Αν το Κόμμα μετατραπεί σε μιαν απλή διοικητική μηχανή, τότε θα αναπαραγάγει το «Gestell» (το τεχνοκρατικό πλαίσιο/την πλαισίωση) του Χάιντεγκερ κάτω από την κόκκινη σημαία. Αν το κεφάλαιο διαφύγει από τον πολιτικό έλεγχο, η Κίνα θα μετατραπεί σε μιαν ακόμη επαρχία της αγοράς. Αν η συλλογική μνήμη καταντήσει κενό θέαμα, ο πολιτισμός της θα διατηρήσει τα σύμβολά του, χάνοντας όμως την ψυχή του.
Η Κίνα πορεύεται πλέον μέσα στην ιστορία, χωρίς να αποδέχεται τη δυτική θέση ότι η ιστορία έχει μία και μόνο κατεύθυνση. Η κυριαρχία της είναι «σμιτιανή» (κατά τον Σμιτ), διότι η ίδια λαμβάνει τις αποφάσεις. Ο πολιτισμικός της πλουραλισμός είναι «ντουγκινικός» (κατά τον Ντούγκιν), καθώς απορρίπτει την ιδέα ότι ένα και μόνο μοντέλο ταιριάζει σε όλους τους λαούς. Το θεμελιώδες ερώτημά της είναι «χαϊντεγκεριανό» (κατά τον Χάιντεγκερ), καθώς η βιομηχανική επικράτηση δεν δίνει καμιά απάντηση στο τι σημαίνει «Είναι». Ο δράκος έχει εξασφαλίσει λιμάνια, εργοστάσια, πυραύλους, κέντρα δεδομένων, σιδηροδρόμους, αγορές και πρόσβαση στο διάστημα. Όμως δεν έχει εξασφαλίσει την αιωνιότητα. Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί. Έχει ωστόσο ανακτήσει το δικαίωμα να αντιμετωπίζει τον κάθε δικό του κίνδυνο, επ’ ονόματί του! Και αυτό είναι η κορυφαία Εθνική Ανεξαρτησία. Το μέγιστο ζητούμενο μαζί με την Κοινωνική Δικαιοσύνη !
Ο δράκος εξακολουθεί να αναπνέει. Το ρωσικό πετρέλαιο φτάνει στα διυλιστήριά του. Κινεζικά πλοία και περιπολικά σηματοδοτούν την παρουσία τους σε αμφισβητούμενα ύδατα. Τα λιμάνια του παραμένουν ιδιομόρφως «εγκλωβισμένα» ανάμεσα σε εταιρείες, δικαστήρια και κράτη. Οι διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον συνεχίζονται χωρίς να αποκαθίσταται η αμερικανική κυριαρχία, ενώ η ενοποίηση της Ανατολικής Ασίας προχωρά, χωρίς ωστόσο να έχει μετατραπεί ακόμη σε έναν κινεζικό «μείζονα χώρο». Η Κίνα δεν αντικατέστησε τον παλιό κόσμο με έναν ολοκληρωμένο νέο. Αντιθέτως, κατέστησε αδύνατο αίτημα πλέον να γίνει πιστευτή η παλαιά αξίωση για μια καθολική δυτική κυριαρχία. Ο πυρσός της ισχύος δεν παραδόθηκε μέσα από μια καθαρή, τυπική διαδικασία. Βρίσκεται ανάμεσα σε δασμούς, καλώδια, λιμάνια, drones, μικροτσίπ, συνθήκες και δημογραφική παρακμή. Η Κίνα τον επιζητά — όχι για να φωτίσει τον παλαιό δρόμο, αλλά για να αποδείξει ότι η ιστορία, ακόμη, διαθέτει περισσότερα από ένα νομοτελειακά μονοπάτια.
Γ. Ηλιόπουλος