Η υπονόμευση και ο κατακερματισμός της Ρωσίας είναι ένα παλιό, αέναο σχέδιο. Για λόγους συντομίας, ας ξεκινήσουμε την λίστα των επιθέσεων κατά της Ρωσίας με τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853–1856). Η Ρωσία δεν ηττήθηκε τελικά, αλλά έχασε το δικαίωμά της στον στόλο της Μαύρης Θάλασσας και έπρεπε να περιμένει έως το 1871 για να το ανακτήσει. Ο Ρωσο-Ιαπωνικός Πόλεμος (1905), μια προσπάθεια που χρηματοδοτήθηκε από το Σίτυ του Λονδίνου, ήταν η επόμενη επίθεση στην στρατιωτική δύναμη της Ρωσίας. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, σε συνδυασμό με την Οκτωβριανή Επανάσταση (1914–1917), που οδήγησε στην κατάρρευση της Τσαρικής Αυτοκρατορίας, ακολούθησε λίγο αργότερα. Ωστόσο, με την νίκη των Μπολσεβίκων, οι Βρετανοί έχασαν τον έλεγχο της πορείας των πολιτικών γεγονότων. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ανύψωσε τη Σοβιετική Ένωση, η πλειοψηφία της οποίας ήταν η Ρωσία, στο καθεστώς της ισχυρότερης χερσαίας δύναμης στον κόσμο. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης (1991) οδήγησε στο ξεπούλημα των πιο πολύτιμων βιομηχανιών της μέσω ολιγαρχών που χρηματοδοτήθηκαν από τους Ρότσιλντ και άλλους Αγγλοαμερικανούς τραπεζίτες. Αυτό έφερε το Σίτυ του Λονδίνου πιο κοντά από ποτέ στην επίτευξη του τελικού του στόχου. Εκτός από τα χρήματα από τους προστάτες τους, οι ολιγάρχες υπό τον Γέλτσιν άσκησαν πολιτική επιρροή που θα μπορούσε να περιγραφεί ως σημαντική, αν όχι συνολική.
Μόνο μετά την εκλογή του Προέδρου Πούτιν αποσπάστηκαν τα ηνία της εξουσίας από τους ολιγάρχες και επομένως από το Σίτυ του Λονδίνου. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο οι Βρετανοί μισούν τον Πούτιν όπως ο διάβολος μισεί τον αγιασμό.
Σήμερα η Βρετανία και η ΕΕ συνεχίζουν να επιδιώκουν τον στόχο της αποδυνάμωσης της Ρωσίας (ο στόχος των ΗΠΑ υπό την παρούσα ηγεσία μέχρι στιγμής παραμένει νεφελώδης) σε σημείο που τελικά να καταρρεύσει ή να διαιρεθεί προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στους φυσικούς της πόρους. Το εγχειρίδιο, το σχέδιο αυτής της στρατηγικής, δημοσιεύτηκε το 2019 από το think tank Rand Corporation με τον τίτλο «Extending Russia». Σημειώνουμε επίσης ότι η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, Κάγια Κάλας, έχει αναφέρει πως «η Ρωσία περιλαμβάνει πολλούς διαφορετικούς λαούς και εθνότητες και ότι μια μικρότερη και λιγότερο συγκεντρωτική Ρωσία δεν θα ήταν αρνητική εξέλιξη για την γεωπολιτική ισορροπία».
Οι πόλεμοι έκαναν την Ρωσία να αιμορραγεί, να υποφέρει και να αποδυναμώνεται, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να προαναγγείλουν την πτώση της. Τα γεγονότα του 1917 και του 1991 επιβεβαίωσαν την (παραφρασμένη) δήλωση του Κλάουζεβιτς ότι η Ρωσία δεν μπορεί να ηττηθεί από έξω, αλλά μόνο να καταστραφεί από μέσα. Οι προσπάθειες μετά το 2000 να εγκατασταθούν προσωπικότητες όπως ο Ναβάλνι ή ο Χοντορκόφσκι ήταν ασήμαντες προσπάθειες, καθώς απέτυχαν από την αρχή λόγω της έλλειψης κύρους τους στην Ρωσία.
Ο πόλεμος δια αντιπροσώπων στο ουκρανικό έδαφος είναι μια ακόμη επίθεση από την Δύση που διεξάγεται με κάθε μέσο, στρατιωτικό, πολιτικό ή οικονομικό και που συνεχίζει να αποτυγχάνει παταγωδώς. Ποτέ η Ρωσία δεν ήταν ισχυρότερη στρατιωτικά, οικονομικά (η Ρωσία έχει το χαμηλότερο χρέος στον κόσμο, με εξαίρεση μερικά μικρά κράτη) ή κοινωνικά. Σημειωτέον ότι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού υποστηρίζει πλήρως την γεωπολιτική κατεύθυνση της Ρωσίας.
Σε αντίθεση με άλλους πολιτικούς παράγοντες, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ άρχισαν να το συνειδητοποιούν όλο και πιο ξεκάθαρα, ειδικά από την στιγμή (εκτός από τον πόλεμο κατά της Ρωσίας στην Ουκρανία) που έχει δημιουργηθεί ένα πρόβλημα στην Μέση Ανατολή το οποίο φαίνεται επίσης να ξεφεύγει από τον έλεγχο τους. Το αποτέλεσμα θα ήταν οι ΗΠΑ να χάσουν εντελώς την επιρροή τους στην περιοχή που είχαν κυριαρχήσει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρώτα, κατέλαβαν την Σαουδική Αραβία από τους Βρετανούς και μετά το πραξικόπημα του Άγιαξ (1953), εξουδετέρωσαν και τους Βρετανούς στο Ιράν. Το 1979, έχασαν έναν από τους δύο μεγάλους εταίρους τους: Το Ιράν. Ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ (1980-1988), τον οποίο στην συνέχεια υποκίνησαν, μπορεί να ωφέλησε την αμερικανική αμυντική βιομηχανία και, αρχικά, τα αμερικανικά πετρελαϊκά συμφέροντα στο Ιράκ, αλλά τελικά απέτυχε λόγω της ανθεκτικότητας των Ιρανών.
Οι επακόλουθες συγκρούσεις που ξεκίνησαν το 1991 (Ιράκ το 1991, Αφγανιστάν που ξεκίνησε το 2001, Ιράκ το 2003, Λιβύη το 2011) ήταν, με την σειρά τους, μια γιορτή για το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα, αλλά δεν άφησαν πίσω τους τίποτα άλλο παρά καταστροφή και θάνατο και κανένα βιώσιμο επιχειρηματικό αποτέλεσμα για τις ΗΠΑ. Αφού ο Νετανιάχου πέρασε ένα τέταρτο του αιώνα προσπαθώντας να πείσει κάθε πρόεδρο των ΗΠΑ να εξαπολύσει επίθεση στο Ιράν, τελικά τα κατάφερε με τον Τραμπ τον Φεβρουάριο του 2026. Το αποτέλεσμα ήταν, και παραμένει, όχι μόνο ένα στρατιωτικό φιάσκο για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά οδήγησε επίσης σε ενίσχυση του «Άξονα της Αντίστασης» σε κλίμακα που ούτε το Ισραήλ ούτε οι ΗΠΑ είχαν προβλέψει ποτέ.
Τα Στενά του Ορμούζ ελέγχονται μαζί με το Ομάν από τους Ιρανούς. Το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ ελέγχεται από τους Χούθι (Ανσάρ Αλλάχ) και φαίνεται να έχουν τις καλύτερες πιθανότητες να ανατρέψουν τον Οίκο των Σάουντ. Η βοήθεια που λαμβάνουν οι Σάουντ από τους Γάλλους και τους Βρετανούς περιορίζεται στην προσωπική ασφάλεια της πολυπληθούς βασιλικής οικογένειας, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας αποτελούνται από καλοπληρωμένους μισθοφόρους που πλουτίζουν αλλά σίγουρα δεν θέλουν να δώσουν την ζωή τους πολεμώντας τους αντάρτες Χούθι. Η κατάσταση είναι παρόμοια με τις «επίσημες» ένοπλες δυνάμεις της Υεμένης. Επιπλέον, το καθεστώς του Ιράκ θα μπορούσε να ανατραπεί και η κατάσταση στην Συρία είναι επίσης ασταθής. Η Συμφωνία της Μέκκας δεν έχει αποφέρει αποτελέσματα μέχρι στιγμής, διότι ουδείς θέλει να επενδύσει αίμα.
Εάν πέσει ο Οίκος των Σάουντ, αναπόφευκτα θα ακολουθήσουν και οι άλλες μοναρχίες του Κόλπου. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια πλήρης εδαφική και πολιτική αναδιάρθρωση ολόκληρης της περιοχής, η οποία σχεδιάστηκε με μολύβι και χάρακα από τους Βρετανούς και τους Γάλλους στο πλαίσιο της Συμφωνίας Sykes-Picot. Μέσω αυτής της συμφωνίας και της επακόλουθης βρετανικής επιρροής, οι ακόλουθες χώρες «ιδρύθηκαν» έως την δεκαετία του 1970 για να εξασφαλίσουν την αγγλοσαξονική κυριαρχία: Συρία, Λίβανος, Ιράκ, Παλαιστίνη και Υπεριορδανία (που αργότερα έγινε Ιορδανία), καθώς και η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν στην συνέχεια. Όλες αυτές οι χώρες κινδυνεύουν να καταρρεύσουν. Δεν είναι οργανικά ανεπτυγμένα έθνη-κράτη, επειδή δεν έχουν κοινή εθνική ταυτότητα. Είναι τεχνητά κατασκευάσματα, εταιρείες των οποίων οι ηγέτες έχουν προικιστεί με χρήματα και εξουσία για να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των ιδρυτών τους. Αυτά τα κατασκευάσματα επιβιώνουν όσο δεν βρίσκονται υπό πίεση, αφού σε μια κρίση, οι πληθυσμοί είναι εντελώς ανίκανοι να αναγνωρίσουν για ποιον και για τι πραγματικά αγωνίζονται.
Αν και οι ΗΠΑ μαζί με το Ισραήλ κάνουν επί του παρόντος εκτεταμένες προετοιμασίες για πόλεμο, αποκλείεται ένας άλλος βομβαρδισμός του Ιράν να φέρει οποιαδήποτε πρόοδο για το αμερικανο-ισραηλινό μέτωπο. Η «Μητέρα όλων των Βομβών» ( GBU-43/B MOAB), η οποία συζητείται τώρα, είναι πράγματι η μεγαλύτερη αμερικανική συμβατική βόμβα, βάρους περίπου 10 μετρικών τόνων, αλλά δεν θα έκανε τίποτα περισσότερο από το να σηκώσει λίγη σκόνη στις βασικές στρατιωτικές υποδομές του Ιράν, που βρίσκονται κάτω από τουλάχιστον χίλια μέτρα γρανίτη. Ακόμη και οι πυρηνικές βόμβες δεν θα πετύχαιναν τίποτα, θα προκαλούσαν μόνο μόλυνση από ραδιενέργεια. Εκτός από αυτό, οι Ιρανοί έχουν ήδη απειλήσει ότι, σε περίπτωση επίθεσης, θα μετέτρεπαν τα κράτη του Κόλπου και το Ισραήλ σε ερείπια και στάχτες, κάτι που οι ειδικοί πιστεύουν ότι είναι πράγματι δυνατό. Αποκλείουμε μια χερσαία επίθεση κατά του Ιράν, καθώς αυτό θα απαιτούσε τουλάχιστον αρκετά εκατομμύρια στρατιώτες για να έχουν μια ευκαιρία ενάντια σε έναν ιρανικό στρατό που αριθμεί σήμερα τουλάχιστον 3 εκατομμύρια ενόπλους. Οι ΗΠΑ απλά δεν έχουν τέτοιο στρατό στην διάθεσή τους, ούτε με ούτε χωρίς την υποστήριξη του ΝΑΤΟ. Ως κόλπο μάρκετινγκ, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν ενδεχομένως να καταλάβουν ένα μικρό νησί στον Κόλπο, αλλά το νόημα μιας τέτοιας επίθεσης αψηφά κάθε στρατιωτική λογική.
Το ίδιο ισχύει και για τους Χούθι. Για να τεθούν υπό έλεγχο οι αντάρτες, θα χρειαστούν επίσης σημαντικές χερσαίες δυνάμεις. Αλλά και εδώ δεν θα γίνει τίποτα που θα μπορούσε να αποδυναμώσει την θέση των Χούθι.
Εκτιμούμε ότι οι πιθανότητες των ΗΠΑ να μπορέσουν να διατηρήσουν την θέση τους στην Μέση Ανατολή είναι ελάχιστες. Οι ΗΠΑ έχουν υποτιμήσει εντελώς τους Ιρανούς, τους Χούθι, την Χαμάς και την Χεζμπολάχ και έχουν υπερεκτιμήσει τους Ισραηλινούς. Η ζωή και η ιστορία έχουν δείξει ξανά και ξανά ότι η υποτίμηση του αντιπάλου μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή. Ένα παράδειγμα αυτού ήταν η Γερμανία όταν εισέβαλε στην Σοβιετική Ένωση.
Το κλασικό έργο 2.500 ετών για την τέχνη του πολέμου, η «Τέχνη του Πολέμου» του Σουν Τζου, διδάσκεται στις αμερικανικές στρατιωτικές ακαδημίες, αλλά προφανώς ούτε γίνεται κατανοητό ούτε εφαρμόζεται στην πράξη. Το να γνωρίζει κανείς τον εχθρό του και τις δικές του δυνάμεις και, πάνω απ’ όλα, τις αδυναμίες του, είναι αναμφισβήτητα η πιο σημαντική προϋπόθεση για να κερδίσει κανείς μια στρατιωτική σύγκρουση.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΙΝΑΡΔΗΣ