Ξεχωριστοί Έλληνες Καλλιτέχνες
Η Θάλεια Φλωρά-Καραβία γεννήθηκε το 1871 στη Σιάτιστα και έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα το 1960, σε ηλικία 89 ετών. Υπήρξε μία από τις πιο γνωστές και πολυγραφότατες Ελληνίδες καλλιτέχνιδες. Ο ακριβής αριθμός των έργων της παραμένει άγνωστος, ωστόσο υπολογίζεται ότι ξεπέρασε τις 2.500 ελαιογραφίες, ενώ πλήθος είναι και τα σκίτσα και οι ακουαρέλες που άφησε πίσω της.
Η οικογένειά της μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη το 1874, όταν ο πατέρας της, που ήταν ιερέας, αποφάσισε να εγκατασταθεί εκεί. Η Θάλεια τελείωσε το Ζάππειο Παρθεναγωγείο το 1888 και θέλησε να συνεχίσει με σπουδές ζωγραφικής στο Σχολείο των Τεχνών, αλλά την απέρριψαν εξαιτίας του φύλου της. Έτσι, πήγε στο Μόναχο και μαθήτευσε κοντά σε μεγάλους Έλληνες ζωγράφους, όπως ο Γύζης και ο Ιακωβίδης, ενώ αργότερα συνέχισε τις σπουδές της και στο Παρίσι.
Γύρισε στην Κωνσταντινούπολη το 1898 και άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με τη ζωγραφική. Από το 1907 κι έπειτα, εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου παντρεύτηκε τον Νίκο Καραβία, εκδότη μιας ελληνικής εφημερίδας. Εκεί ίδρυσε δική της σχολή καλών τεχνών, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία ανάμεσα στους Έλληνες της διασποράς.












Στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, βρέθηκε στο πλευρό του ελληνικού στρατού ως πολεμική ανταποκρίτρια, καταγράφοντας στιγμιότυπα με κάρβουνο, κιμωλία και παστέλ. Αργότερα έγραψε και βιβλίο με τις εμπειρίες της από εκείνη την περίοδο. Συνέχισε να ακολουθεί τον στρατό και στη Μικρά Ασία, ενώ απαθανάτισε και σκηνές από τον πόλεμο του 1940.
Το 1939 επέστρεψε μόνιμα στην Ελλάδα μαζί με τον σύζυγό της. Πέθανε στην Αθήνα είκοσι χρόνια αργότερα.
Εκτός από τα πολεμικά θέματα, η Φλωρά-Καραβία ξεχώρισε και για τα περίπου πεντακόσια πορτρέτα της, με τα οποία απεικόνισε προσωπικότητες των γραμμάτων, όπως ποιητές και συγγραφείς. Ασχολήθηκε επίσης με την εικονογράφηση βιβλίων και τη δημοσιογραφία. Λέγεται μάλιστα ότι κάποιος πασάς των Ιωαννίνων είχε πει χαριτολογώντας στον άντρα της: «Εσύ καπνίζεις ένα τσιγάρο, ενώ η κυρία σου προλαβαίνει να κάνει τρία σκίτσα!»
Το ύφος της ανήκει στη λεγόμενη ακαδημαϊκή σχολή του Μονάχου, αλλά τα έργα της φέρουν έντονα φωτεινά και χρωματικά στοιχεία που θυμίζουν ιμπρεσιονισμό. Η ίδια είχε δηλώσει το 1955 πως δούλευε με ιμπρεσιονιστικό τρόπο. Ωστόσο, σε μεταγενέστερα έργα της, ειδικά μετά τον πόλεμο, φαίνεται να κινείται προς τον εξπρεσιονισμό.
Για τη συνεισφορά της στην τέχνη, της απονεμήθηκαν σημαντικές διακρίσεις, όπως το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών το 1945 και ο Σταυρός των Ταξιαρχών του Τάγματος της Ευποιίας το 1954. Έργα της βρίσκονται σήμερα σε πολλά μουσεία και συλλογές, όπως η Εθνική Πινακοθήκη, το Ιστορικό Μουσείο, η Πινακοθήκη Ιωαννίνων, το Μέτσοβο και αλλού. Μεγάλο μέρος των πολεμικών σχεδίων της φυλάσσεται στη Θεσσαλονίκη και στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας.





