Η φυλετική θεώρηση του ανθρώπου δεν μπορεί να σταματήσει σε ένα απλό βιολογικό επίπεδο, διαφορετικά θα ήταν άξια της κατηγορίας του Ιουδαίου Τρότσκι ότι είναι απλώς «ζωολογικός υλισμός». Δεν αρκεί επίσης να πούμε, όπως ο Βάλτερ Γκρος (Walter Gross )1, ότι «στην έννοια της φυλής εννοούμε την πληρότητα της ανθρώπινης ζωής, στην οποία το σώμα και το πνεύμα, η ύλη και η ψυχή, συντήκονται σε μιαν ανώτερη ενότητα», ούτε να αποφασίσουμε για το ποιό από τα δύο πράγματα καθορίζεται από το άλλο. Το αν η σωματική μορφή καθορίζεται από την ψυχή ή το αντίστροφο είναι ένα εξωεπιστημονικό, μεταφυσικό πρόβλημα που δεν αποτελεί θεώρηση του φυλετισμού. Ακόμα λιγότερο ικανοποιητική είναι η ακόλουθη δήλωση του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ: «Δεν συμφωνούμε με την πρόταση ότι το πνεύμα δημιουργεί το σώμα, ούτε με το αντίστροφο, ότι το σώμα δημιουργεί το πνεύμα. Δεν υπάρχει σαφές όριο μεταξύ του πνευματικού και του φυσικού κόσμου: Και οι δύο αποτελούν ένα αδιαίρετο σύνολο».
Αν η φυλή δεν πρέπει πλέον να θεωρείται μύθος, αλλά ως αντικείμενο ενός δόγματος, τότε κάποιος δεν μπορεί να σταματήσει σε αυτά τα επίπεδα.
Η έννοια της φυλής προσλαμβάνει διαφορετικά νοήματα, όχι μόνον εφαρμοσμένη στον άνθρωπο και στα ζωικά είδη, αλλά και ως προς τους διαφορετικούς ανθρώπινους τύπους. Επομένως, πρέπει να θέσουμε μια πρωταρχική διάκριση: Αυτήν που βρίσκεται μεταξύ των «φυλών της φύσεως» και εκείνων μιας ανώτερης, πιο ανθρώπινης και πνευματικής έννοιας.
Από μεθοδολογική άποψη, είναι παράλογο να θεωρούμε τον φυλετισμό ως αυτοτελή κλάδο αντί γιά αυστηρά εξαρτώμενο από μια γενική θεωρία του ανθρώπου. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτός ο άνθρωπος επηρεάζει την ουσία οποιουδήποτε δόγματος περί φυλής. Αν γίνεται αντιληπτός με υλιστικό τρόπο, αυτός ο υλισμός θα εκδηλωθεί στην αντίστοιχη έννοια της φυλής. Αν είναι πνευματιστικός τρόπος, τότε έτσι θα είναι και η φυλετική έννοια. Ακόμα και όταν εξετάζουμε αυτό που είναι υλικό στον άνθρωπο και εξαρτάται από τους νόμους της ύλης, το φυλετικό δόγμα δεν πρέπει ποτέ να ξεχνά την ιεραρχική θέση και τη λειτουργική εξάρτηση την οποία κατέχει η ύλη στο σύνολο του ανθρωπίνου όντος.
Ο άνθρωπος διακρίνεται από το ζώο με τη συμμετοχή του σε ένα υπερφυσικό, υπερβιολογικό στοιχείο, και μόνον με αυτήν τη συμμετοχή μπορεί να είναι ελεύθερος ή να είναι ο εαυτός του.
Στον άνθρωπο η διάκριση των τριών διαφορετικών αρχών του σώματος, της ψυχής και του πνεύματος είναι θεμελιώδης για το παραδοσιακό όραμα του ανθρώπου. Σε μια περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένη μορφή της, βρίσκει κανείς αυτή τη διάκριση σε όλες τις αρχαίες παραδόσεις, ενώ συνεχίσθηκε και κατά τον Μεσαίωνα : Η αριστοτελική-σχολαστική σύλληψη των «τριών ψυχών», (φυτική, ευαίσθητη και διανοητική)· η τριάς του σώματος, της ψυχής και του νου· η ρωμαϊκή των corpus, mens και anima· η ινδο-αρία τριάς των «τριών σωμάτων» 2 στούλα – σαρίρα, λίνγκα – σαρίρα και κάρανα – σαρίρα, δεν πρέπει να θεωρείται ως μια ιδιαίτερη «φιλοσοφική» ερμηνεία μεταξύ πολλών άλλων, αλλά ως μία αντικειμενική και απρόσωπη γνώση, η οποία εμμένει στην ίδια την φύση των πραγμάτων.
Ως βασική εξήγηση των τριών εννοιών, μπορεί να ειπωθεί ότι το πνεύμα, στην παραδοσιακή σύλληψη, εσήμαινε πάντα κάτι υπερφυσικό και υπερατομικό. Δεν έχει επομένως καμία σχέση με την κοινή διάνοια και λιγότερο ακόμα με τον χλωμό κόσμο των «στοχαστών» και των «ανθρώπων των γραμμάτων». Αντίθετα, είναι το στοιχείο που συγκεντρώνει και εστιάζει τη βάση οποιασδήποτε ανδρικής ανάβασης, ηρωικής ανύψωσης ή προσπάθειας για να επιτευχθεί στη ζωή αυτό το οποίο είναι «περισσότερο από ζωή».
Στην κλασική αρχαιότητα, το πνεύμα, ως «νους» ή anima [Η λέξη anima είναι λατινική και σημαίνει ψυχή, ζωτική δύναμη, πνεύμα ή πνοή. Στην ψυχολογία, ειδικότερα στη Γιουνγκιανή ανάλυση, αναφέρεται στο αρχέτυπο της θηλυκής πλευράς (εσωτερική ψυχή) που υπάρχει στο ασυνείδητο του άνδρα, ενώ η αντίστοιχη αρσενική πλευρά στη γυναίκα ονομάζεται animus], ήταν αντίθετο με την ψυχή όπως η αρσενική αρχή είναι αντίθετη με την θηλυκή, ή όπως το ηλιακό στοιχείο αντιτίθεται στο σεληνιακό. Η ψυχή ανήκει ήδη στον κόσμο του Γίγνεσθαι περισσότερον από αυτόν τοι Είναι, συνδέεται με τις ζωτικές δυνάμεις, καθώς και με όλες τις αντιληπτικές ικανότητες και με τα όποια πάθη. Με τις ασυνείδητες διακλαδώσεις της, δημιουργεί την σύνδεση μεταξύ πνεύματος και σώματος. Από αυτήν την άποψη, πρέπει κανείς να αναγνωρίσει ότι η ανισότητα της ανθρωπότητος δεν είναι μόνον φυσική, βιολογική ή ανθρωπολογική, αλλά και ψυχική και πνευματική. Οι άνδρες δεν διαφέρουν μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή και στο πνεύμα.
Σύμφωνα με αυτά, το φυλετικό δόγμα πρέπει να διατυπωθεί σε τρεις βαθμίδες.
Φυλές της Φύσεως και Ανώτερες Φυλές
Ο άνθρωπος, αντί να αποθέσει το κέντρο του εαυτού του εκεί που είναι φυσιολογικό, π.χ. στο πνεύμα, μπορεί να το αποθέσει σε ένα από τα δευτερεύοντα στοιχεία, στο ψυχικό στοιχείο ή στο φυσικό στοιχείο, το οποίο στη συνέχεια θα αναλάβει ως το κατευθυντήριο τμήμα της υπάρξεώς του και θα ανάγει τα ανώτερα στοιχεία σε ρόλο οργάνων. Επεκτείνοντες αυτήν την άποψη, από τη μονάδα σε αυτές τις μεγαλύτερες ατομικότητες που ονομάζονται φυλές, φθάνει κανείς στην προαναφερθείσα διάκριση μεταξύ των φυλών της φύσεως και των αληθώς ανθρωπίνων φυλών.
Μερικές φυλές μπορούν να συγκριθούν με τον άνθρωπο ή το ζώο που, υποβαθμίζοντας τον εαυτό του, έχει φτάσει σε έναν καθαρά κτηνώδη τρόπο ζωής : τέτοιες είναι οι φυλές της φύσεως. Δεν φωτίζονται από κανένα ανώτερο στοιχείο, από καμίαν δύναμη άνωθεν στην οποία διαδραματίζεται η ζωή τους στο χώρο και στο χρόνο. Εξαιτίας αυτού κυριαρχούν σε αυτές τα συλλογικά μαζικά στοιχεία, ως ένστικτο, τόσο χαρακτηριστικό του είδους, όσο το πνεύμα και η ενότητα της ορδής.
Σε άλλες φυλές, το νατουραλιστικό στοιχείο διατηρεί την κανονική του λειτουργία ως όχημα και εκφραστικό εργαλείο ενός ανώτερου, υπερβιολογικού στοιχείου που είναι το πρώτο, το ηγετικό, όπως σε ένα άτομο είναι το πνεύμα για το σώμα.
Σε αυτές τις φυλές, πίσω από μια φυλή του σώματος, του αίματος και της ψυχής, υπάρχει μια φυλή του πνεύματος. Μια τέτοια αλήθεια ήταν σαφώς αισθητή εκεί όπου η ιστορία απέδιδε «θεϊκή» ή «ουράνια» προέλευση σε μια δεδομένη φυλή, γενεά ή κάστα και υπερφυσικά, «ηρωικά» χαρακτηριστικά στον ηγέτη ή στον αρχέγονο νομοθέτη της.
Φυλετισμός της Δευτέρας Βαθμίδος – η Φυλή της Ψυχής
Ως φυλετισμό δευτέρας βαθμίδος εννοούμε μια θεωρία της φυλής της ψυχής και μια τυπολογία της ψυχής της φυλής. Αυτός ο φυλετισμός πρέπει να αναγνωρίσει τα πρωταρχικά και μη αναγώγιμα στοιχεία που δρουν εκ των έσω, έτσι ώστε ομάδες ατόμων εκδηλώνουν έναν σταθερό τρόπο του Είναι ή ένα σταθερό ύφος – «στυλ» στις πράξεις, στις σκέψεις και στα συναισθήματά τους.
Εδώ ερχόμεθα σε μια νέαν έννοια της φυλετικής καθαρότητος ενός δεδομένου τύπου: δεν είναι πλέον ζήτημα, όπως στην φυλή της πρώτης βαθμιδος (βάσει καθαρά βιολογικών εκτιμήσεων), να εξακριβωθεί εάν ένα δεδομένο άτομο παρουσιάζει αυτήν τη συγκεκριμένη ομάδα φυσικών χαρακτηριστικών. Είναι ζήτημα να διαπιστωθεί εάν η φυλή του σώματος που φέρει ένα δεδομένο άτομο είναι η επαρκής, σύμφωνη έκφραση της φυλής της ψυχής του, και αντιστρόφως. Αν συμβαίνει αυτό, ο τύπος είναι καθαρός από την άποψη της δευτέρας βαθμίδος.
Μπορούμε να θεωρήσουμε την «Φυλετική Ψυχογνωσία» (Rassenseelekunde) ή «Ψυχοανθρωπολογία» του Λούνβιχ Φέρντιναντ Κλάους (Ludwig Ferdinand Clauss) 3 ως φυλετισμό της δευτέρας βαθμίδος. Ετόνισε την αναγκαιότητα μιας τέτοιας έρευνας με πειστικά παραδείγματα.
Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, το φαινόμενο της αμοιβαίας κατανοήσεως : Στην καθημερινή ζωή υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ατόμων που έχουν την ίδια φυσική φυλή, την ίδια γενεά ή μερικές φορές ακόμη –όπως στην περίπτωση των αδελφών ή των πατέρων και των γιων– την ίδια καταγωγή, οι οποίοι δεν καταφέρνουν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον. Ένα όριο χωρίζει τις ψυχές τους και ο τρόπος που νιώθουν και βλέπουν είναι διαφορετικός.
Μια κοινή φυλή σώματος ή μία κοινή γενεαλογία δεν αρκεί για να γεφυρώσει τέτοιες διαφορές. Η δυνατότητα κατανοήσεως, άρα και αληθινής αλληλεγγύης, μπορεί να υπάρξει μόνον όπου υπάρχει μια κοινή φυλή της ψυχής.
Φυλετισμός της Τρίτης Βαθμίδος – Η Φυλή του Πνεύματος
Η φυλετική έρευνα της τρίτης βαθμίδος, ως γνωστόν, αφορά στις φυλές του πνεύματος. Είναι πράγματι η έρευνα που επιδιώκει την σύλληψη και κατανόηση των φυλών μέχρι την τελική της ρίζα, όπου και αν πρόκειται για κανονικούς πολιτισμούς και ανώτερες ανθρώπινες γενεές. Μια ρίζα που επικοινωνεί με υπερπροσωπικές, υπερηθικές και μεταφυσικές δυνάμεις.
Για μια τέτοιαν έρευνα, ο συγκεκριμένος τρόπος συλλήψεως και κατανοήσεως τόσον του ιερού όσο και του υπερφυσικού, καθώς και η σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, το όραμα της ζωής με την υψηλοτέρα του έννοια και ολόκληρος ο κόσμος των συμβόλων και των μύθων, όλα αυτά αποτελούν ένα πολύ θετικό και αντικειμενικό θέμα, όπως τα χαρακτηριστικά του προσώπου και οι κρανιακές δομές αποτελούν θετικούς προσδιορισμούς για τη φυλή της πρώτης βαθμίδος.
Στο πεδίο του φυλετικού δόγματος της τρίτης βαθμίδος, τα σημάδια της «καθέτου», υπεριστορικής κληρονομικότητος είναι υψίστης σημασίας.
Ως πρώτο βήμα, είναι απαραίτητο να εξαλειφθεί ο εξελικτικός μύθος σε όλες του τις μορφές, αφού είναι προφανές ότι, αν συνεχίσει κανείς να πιστεύει ότι όσο περισσότερο γυρίζει πίσω στο χρόνο, τόσο περισσότερο βυθίζεται στην φρίκη της κτηνώδους βαρβαρότητος, τότε θα ήταν τρέλα να προσποιηθεί ότι λαμβάνει από την προϊστορική έρευνα έγκυρα και ισχύοντα για το παρόν.
Όπου υπάρχει οποιαδήποτε εξελικτική υπόθεση, η έρευνα της προελεύσεως και η έμφαση στην αρχή της κληρονομικότητος θα οδηγούσε μοιραία σε παρεκκλίσεις όπως αυτές που περιέχονται σε ορισμένες ψυχαναλυτικές εξηγήσεις όμοιες με το «Τοτέμ και ταμπού» του Φρόιντ.
Η επίσημη κουλτούρα μας, που αυτοαποκαλείται «σοβαρή» και «κρίσιμη» και η οποία είναι αξιοθρήνητη και εκπροσωπείται σε μεγάλο βαθμό στα σχολεία μας, επιμένει να θεωρεί τον μύθο είτε ως αυθαίρετο δημιούργημα της «προφιλοσοφικής» συνειδήσεως, είτε ως κάτι που σχετίζεται με μορφές κατωτέρων θρησκειών, είτε ως δεισιδαιμονικές ερμηνείες απλών φυσικών φαινομένων ή τελικώς ως «λαογραφία». (Χωρίς να αναφέρω εδώ τις «ανακαλύψεις» της ψυχαναλύσεως και της λεγομένης «κοινωνιολογικής σχολής», που είναι και οι δύο τυπικά δημιουργήματα του Ιουδαϊσμού.)
Πρέπει να επιστρέψουμε στη σύλληψη και κατανόηση του μύθου και του συμβόλου όπως ήσαν αντιληπτά από τον αρχαίο, παραδοσιακό άνθρωπο, π.χ. ως έκφραση ιδιάζουσα σε μιαν υπερ-λογική πραγματικότητα, σχεδόν ως σφραγίδα εκείνων των μεταφυσικών δυνάμεων που έδρασαν στο βάθος των φυλών, των παραδόσεων, των θρησκειών και των ιστορικών και προϊστορικών πολιτισμών.
Ιούλιος Έβολα
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ο Βάλτερ Γκρος (1904-1945) ήταν Γερμανός γιατρός και βασικός ιδεολόγος του ναζιστικού καθεστώτος. Το 1933 ανέλαβε την ηγεσία του «Γραφείου Διαφωτίσεως για την Πληθυσμιακή Πολιτική και τη Φυλετική Πρόνοια», που μετονομάστηκε σε «Γραφείο Φυλετικής Πολιτικής» το 1934. Στόχος του ήταν η μακροπρόθεσμη εκπαίδευση των Γερμανών στην φυλετική σκέψη, προωθώντας την άρια τεκνογονία και υπονομεύοντας την ατομική αστική αντίληψη.
Ο Γκρος εξέδιδε φυλλάδια και το δημοφιλές περιοδικό «Neues Volk», ενώ το 1934 δημοσίευσε το βιβλίο «Rasse und Politik», υποστηρίζοντας ότι η ανθρώπινη ανισότητα είναι «γεγονός της φύσεως» και ότι το «φυλετικό σώμα» υπερισχύει του ατόμου. Συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση των ευγονικών νόμων και των φυλετικών νόμων της Νυρεμβέργης. Σε αντίθεση με άλλους ιδεολόγους, απέφευγε τον ακραίο νορδισμό για να μην αποξενώσει τους Γερμανούς και έδινε έμφαση στην κληρονομική ψυχολογία. Το 1938 έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Συνέχισε την προπαγάνδα του στον πόλεμο, τονίζοντας τη φυλετική καθαρότητα και την απειλή των «αντικοινωνικών» στοιχείων, των οποίων τα προβλήματα απέδιδε στην κληρονομικότητα. Αυτοκτόνησε το 1945, λίγο πριν την παράδοση της Γερμανίας.
2. Σύμφωνα με τον Ινδουισμό, το ανθρώπινο ον αποτελείται από τρία σώματα (σαρίρα), που προκύπτουν από την άγνοια (αβίντια) και καλύπτουν το Άτμαν. Το Στούλα Σαρίρα είναι το αδρό, υλικό και θνητό σώμα, φτιαγμένο από τα πέντε στοιχεία. Λειτουργεί στην κατάσταση εγρήγορσης και υπόκειται σε γέννηση, γήρανση και θάνατο. Το Λίνγκα Σαρίρα (λεπτοφυές ή αιθερικό σώμα) είναι το όχημα της συνείδησης και της ζωτικής ενέργειας (πράνα). Εγκαταλείπει το φυσικό σώμα μετά τον θάνατο, φέροντας τις τάσεις προηγούμενων ζωών και λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ φυσικού σώματος και ανώτερης ψυχής. Το Κάρανα Σαρίρα (αιτιώδες σώμα) είναι το βαθύτερο επίπεδο, ο «σπόρος» των άλλων δύο. Συνδέεται με τον βαθύ ύπνο και την ευδαιμονική άγνοια, ενώ αποθηκεύει όλες τις προηγούμενες εντυπώσεις (σαμσκάρας) και το κάρμα, οδηγώντας έτσι τη μετενσάρκωση. Η υπέρβαση του αιτιώδους σώματος μέσω της αυτοπραγμάτωσης φέρνει την απελευθέρωση από τον κύκλο των γεννήσεων και των θανάτων.
3. Ο Ludwig Ferdinand Clauß (1892-1974) ήταν Γερμανός ψυχολόγος και φυλετικός θεωρητικός, μαθητής του φαινομενολόγου Edmund Husserl. Υπηρέτησε στο ναυτικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ από το 1920 συμμετείχε σε εθνικιστικές και αντισημιτικές ενώσεις. Το 1923 εξέδωσε το «Η Βόρεια Ψυχή», που προκάλεσε την οργή του Husserl, αλλά ο Clauß θεωρούσε πάντα τη φυλετική ψυχολογία ως επέκταση της φαινομενολογίας.
Πραγματοποίησε πολλά ταξίδια σε Νορβηγία, Βαλκάνια και Μέση Ανατολή, όπου ασπάστηκε το Ισλάμ. Το 1933 εντάχθηκε στο NSDAP και συνεργάστηκε με τον Hans Günther. Έγινε λέκτορας στο Βερολίνο το 1936 και το 1941 διορίστηκε σε έδρα στο Πόζεν, αλλά η παρέμβαση του Walter Groß και η καταγγελία της συζύγου του για τη σχέση του με την Εβραία συνεργάτιδα Margarete Landé οδήγησαν στη διαγραφή του από το κόμμα το 1943. Παρόλα αυτά, συνέχισε να εργάζεται, ενώ έκρυψε τη Landé σώζοντάς την. Το 1944 κατατάχθηκε στις Waffen-SS ως πολεμικός ανταποκριτής στα Βαλκάνια, όπου μελέτησε μουσουλμανικές μεραρχίες.
Μετά τον πόλεμο, οι αιτήσεις του για σύνταξη απορρίφθηκαν λόγω της ναζιστικής του δράσης, αν και έλαβε μικρή σύνταξη το 1962. Τα έργα του απαγορεύτηκαν στη Σοβιετική ζώνη. Το 1979 τιμήθηκε ως Δίκαιος των Εθνών για τη διάσωση της Landé, αλλά η διάκριση ανακλήθηκε το 1996 λόγω της κομματικής του εμπλοκής. Ο Clauß ανέπτυξε φυσιογνωμική-μιμική μέθοδο για τη φυλετική ταξινόμηση, τονίζοντας τη «μορφή» (Gestalt) και όχι την ιεραρχία των φυλών, και επηρέασε σημαντικά τη φυλετική ψυχολογία. παρουσιαστικό, σύνολο ή οργάνωση. Στο πλαίσιο της ψυχολογίας αναφέρεται στο “οργανωμένο όλον” που είναι ανώτερο από το άθροισμα των μερών]