Μέρος 2
…το εικονιστικό ύφος. Δεν το παραδεχόμαστε στην ιστορία, γιατί οι πάρα πολλές μεταφορές βλάπτουν, όχι μόνο την σαφήνεια, αλλά και την αλήθεια, λέγοντας περισσότερα ή λιγότερα από το ίδιο το πράγμα – Βολταίρος
Η αποφασισμένη δολοφόνος του Μαρά η Σαρλότ Κορντέ δεν ήταν απαίδευτο πρόσωπο : Mελέτησε τους μεγάλους Γάλλους συγγραφείς, μεταξύ των οποίων ο Βολταίρος, ο Ρουσσώ και ο τετράκις προπάππους της, ο σπουδαίος τραγωδός Πιερ Κορνέιγ («Κορνήλιος»), τον οποίον ο Βολταίρος θεωρούσε ισάξιο του Ομήρου. Η πνευματική της ζύμωση υποκινήθηκε και θράφηκε από τις φιλοσοφικές συζητήσεις των Γάλλων επαναστατών. Συμπαρατάχθηκε ολόψυχα με τους μετριοπαθείς Γιρονδίνους και πέρασε από την θεωρία στην άμεση δράση υποκινούμενη βαθύτατα από τις σφαγές του Σεπτεμβρίου του 1792, κατά τις οποίες περισσότεροι από 1.000 κρατούμενοι ( περισσότερος από τον μισό πληθυσμό των φυλακών του Παρισιού) εκτελέστηκαν με συνοπτικές και κτηνώδεις διαδικασίες από τον φόβο ότι θα …… συμμαχούσαν με τους Πρώσους εισβολείς. Εύλογα, η Κορντέ θεώρησε την παθιασμένη εμπρηστική ρητορική του Μαρά και τη ριζοσπαστική του φράξια των «Ορεινών» /«Βουνίσιων» (Montagnards), όπως αυτοαποκαλούνταν, αποκλειστικά υπεύθυνη για αυτό το βάρβαρο ανοσιούργημα.
Πεπεισμένη ότι η δολοφονία του Μαρά θα έβαζε τέλος στα όργια της αδικαιολόγητης και ξέφρενης επαναστατικής βίας, που έπαιρναν σάρκα και οστά στην Γαλλία, η Σαρλότ Κορντέ εξεκίνησε για το Παρίσι στις 9 Ιουλίου 1792. Αγόρασε ένα μαχαίρι, (όπως περιέγραψε στο τρισέλιδο «μανιφέστο» της) και εντόπισε το θύμα της. Το βράδυ της 13ης Ιουλίου, κατάφερε να γίνει δεκτή στο διαμέρισμα του Μαρά, ισχυριζόμενη ότι είχε πληροφορίες για μια συνωμοσία των Γιρονδίνων στην Καέν. Της έδειξαν το δωμάτιό του, όπου ο Ζαν Πολ Μαρά βρισκόταν στο λουτρό του. Του είπε τα ονόματα των υποτιθέμενων συνωμοτών και στη συνέχεια τον μαχαίρωσε στην καρδιά.
Δεν είχε καμία πρόθεση να βγει ζωντανή. Ήξερε ότι θα συλληφθεί και θα εκτελεστεί γι’ αυτό το έγκλημα, αλλά ήταν προετοιμασμένη. Είχε κρύψει το ιδιόγαρφο γράμμα «μανιφέστο» στο μπούστο της. Αυτό βεβαίως βρέθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας μετά τη σύλληψή της, αλλά ποτέ δεν καταχωρήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο στη δίκη της, επειδή ο …. επαναστατικός εισαγγελέας προτίμησε να προωθήσει την πολιτικά σκόπιμη μυθοπλασία των αφεντικών του ότι η Κορντέ ήταν τάχα εκτελεστικό όργανο των Γιρονδίνων και όχι αυτόβουλη δράστις. Οι τελευταίες γραμμές του επίμαχου μανιφέστου της ανέφεραν: «Οι γονείς και οι φίλοι μου δεν πρέπει να ανησυχούν, κανείς δεν γνώριζε τα σχέδιά μου. Επισυνάπτω το πιστοποιητικό της βάπτισής μου σε αυτή τη διεύθυνση για να δείξω τι μπορεί να κάνει και το πιο αδύναμο χέρι που καθοδηγείται από πλήρη αφοσίωση. Αν δεν πετύχω το εγχείρημά μου, Γάλλοι, σας έδειξα τον δρόμο, γνωρίζετε τους εχθρούς σας, ξεσηκωθείτε, προχωρήστε και χτυπήστε».
Στην απέναντι πλευρά, των απολογητών του Μαρά, βρίσκεται ο Έρνεστ Μπέλφορτ Μπαξ (Ernest Belfort Bax) που προαναφέραμε στο πρώτο μέρος του άρθρου μας, ο Άγγλος σοσιαλιστής, δημοσιογράφος και φιλόσοφος. Είναι περισσότερο γνωστός στους κύκλους της ιστορίας διότι συνέγραψε δύο εξέχουσες, συμπαθητικές – θετικές βιογραφίες για τον Μαρά: «Jean-Paul Marat: A Historico-Biographical Sketch» (1882) και «Jean-Paul Marat: The People’s Friend» (1900). Ο Μπαξ ήταν ιδρυτικό μέλος του πρώιμου βρετανικού σοσιαλιστικού κινήματος (συνιδρυτής της «Σοσιαλδημοκρατικής Ομοσπονδίας»). Έβλεπε τον Μαρά όχι ως ένα αιμοδιψές τέρας –όπως γενικά ήταν η τυπική ιστορική αφήγηση εκείνη την εποχή- αλλά ως έναν αφοσιωμένο υπερασπιστή της εργατικής τάξης και έναν …..επαναστάτη με αρχές ! Τα έργα του παρέχουν μία από τις λίγες αγγλόφωνες αφηγήσεις που υπερασπίζονται τις ενέργειες του Μαρά, συμπεριλαμβανομένου και του ρόλου του κατά τη ριζοσπαστική φάση της Γαλλικής Επανάστασης και στις σφαγές του Σεπτεμβρίου. Γράφει γι΄αυτόν με λόγια μεγάλου σεβασμού και βαθειάς εκτίμησης:
«…..παρακολουθήσαμε, με όλες τις σημαντικές της λεπτομέρειες, την καριέρα ενός εκ των πρωταγωνιστών σε εκείνο το μεγάλο κοσμοϊστορικό γεγονός, ή μάλλον, σε μια σειρά γεγονότων, στα οποία μπορούμε να δούμε την έναρξη της σύγχρονης εποχής και το τελικό κλείσιμο του μεσαιωνικού κόσμου. Η κύρια πορεία της Γαλλικής Επανάστασης, στη συνέχεια μέχρι το θάνατο του Μαρά, θα είναι οικεία σε όλους : Τρομοκρατία – Ροβεσπιέρος – Θερμιδώρ – η Αντίδραση. Είναι άσκοπο να κάνουμε εικασίες για την πορεία που θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει η Επανάσταση εάν ζούσε ο Μαρά. Η δολοφονία, στην πραγματικότητα, επιτάχυνε τον θάνατό του μόνο για λίγες εβδομάδες. Όπως ήταν, ο θάνατος του Μαρά απέδειξε την έγκαιρη άρση ενός ανυπέρβλητου εμποδίου στα εγκληματικά σχέδια του Ροβεσπιέρου, ο οποίος δεν άργησε να εμφανιστεί με τον πραγματικό του χαρακτήρα.
Ο Μαρά μπορεί να θεωρηθεί ως η ενσάρκωση της μεγάλης πρακτικής πλευράς της «Σύγχρονης Επανάστασης», καθώς και ως ένα από τα ευγενέστερα ανθρώπινα συναισθήματα, η συμπάθεια για τον πόνο και η σχετική αγανάκτησή του για την καταπίεση. Ήταν η προσωποποίηση της Ισότητας. Η συμπάθειά του ήταν μοναδικής μορφής. Φαινόταν να αισθάνεται κυριολεκτικά στο δικό του πρόσωπο τα βάσανα εκείνων τους οποίους συμπονούσε. Ήταν αυτό το συναίσθημα που τον οδήγησε σε εκείνη την αδιάκοπη και υπερβολική δραστηριότητα, που υπό οποιεσδήποτε συνθήκες πρέπει να προκάλεσε πρόωρα τον θάνατό του. Έβλεπε όλα τα πράγματα αποκλειστικά και εξ ολοκλήρου από μια οπτική γωνία. Βλέποντας και νιώθοντας τα δεινά των ανθρώπων, ο μοναδικός στόχος όλων όσων έκανε και έγραψε ήταν η ανακούφιση αυτού του πόνου. Κάθε πράγμα που δεν οδηγούσε άμεσα σε αυτόν τον στόχο ήταν για εκείνον αδιάφορο. Όλα τα πράγματα που το συνέθεταν ήσαν δίκαια και όλα όσα έτειναν προς την αντίθετη κατεύθυνση, όσο νόμιμα κι αν ήταν στα μάτια του κόσμου, ήταν γι’ αυτόν εγκληματικά. Το όραμά του περιοριζόταν από έναν ορίζοντα, όπου έβλεπε τα απαραίτητα για τη ζωή σε όλους. Δεν είχε καμία ιδανική Δημοκρατία, πριν από αυτόν, όπως ο (Ανάχαρσις ή) «Anarchis» Clootz (ο Πρώσος φιλοεπαναστάτης αριστοκράτης) ή ο (ακραίος αριστερός / Εμπερτιστής και αποχριστιανιστής «Ορεινός», Pierre Gaspard Anaxagore) Chaumette. Θα ανεχόταν ή και θα υποστήριζε τη μοναρχία, εφόσον θεωρούσε ότι η μοναρχία δεν είναι ασυμβίβαστη με την ελευθερία και την ευτυχία του λαού. Μόλις είδε σε αυτήν ένα εμπόδιο στην υλοποίηση του μεγάλου του αντικειμένου, έγινε δημοκρατικός. Ταυτόχρονα, πρέπει να θυμόμαστε ότι ποτέ από την αρχή δεν είχε θεωρήσει τον βασιλιά υπό άλλο πρίσμα παρά ως τον ανώτατο λειτουργό του λαού, τόσο αυστηρά υπόλογο στο λαό όσο κάθε λειτουργός. Ο καθένας πρέπει να παραδεχτεί πως η μετάβαση από μια τέτοια αντίληψη όπως αυτή στον καθαρό Ρεπουμπλικανισμό, δεν συνεπάγεται ουσιαστική αλλαγή άποψης.

Ελπίζω ότι η περιγραφή μου να κατάφερε να διαλύσει, στο μυαλό του αναγνώστη, τη μάζα των φρικιαστικών, αν και κάπως νεφελωδών συκοφαντιών που, κατά τη διάρκεια σχεδόν ενενήντα ετών, έχουν συσσωρευτεί γύρω από τη μνήμη του «Φίλου του Λαού». Η ηθική του σταθερότητα και η λογική προσήλωσή του σε αρχές, μέσω της καλής αναφοράς και μέσω της κακής αναφοράς, νομίζω πως πρέπει να προκαλούν τουλάχιστον σεβασμό από όλους, όσοι είναι ικανοί να εκτιμήσουν την ευγένεια και τη μοναχικότητα σε μια δημόσια σταδιοδρομία.
Είναι εύκολο να διαπιστώσεις ελείμματα στον χαρακτήρα του Μαρά, και ακόμα πιο εύκολο στο πολιτικό του πρόγραμμα. Όσον αφορά το πρώτο, μπορεί να ειπωθεί ότι ήταν φιλόδοξος και ότι του άρεσε η φήμη. Σε αυτό θα απαντούσα προκαλώντας τον πρώτο δημόσιο άνθρωπο (σίγουρα πολιτικό ηγέτη) που δεν έχει κάποιου είδους φιλοδοξίες, να ρίξει το πρώτο λιθαράκι στον Μαρά. Το ότι δεν ήταν αναίσθητος στη φήμη είναι παραδεκτό. Αλλά η ειλικρινής και σφοδρή ιδιοσυγκρασία του στην οποία μπορούν να αποδοθούν τόσες πολλές από τις φαινομενικά αυθόρμητες εκφράσεις του, μπορεί επίσης πιθανότατα να απαντήσει για ένα μεγάλο μέρος αυτού του φαινομενικού εγωισμού. Τίποτα δεν είναι μεγαλύτερη ατυχία για τη φήμη ενός άνδρα, από (για να χρησιμοποιήσω μια καθομιλουμένη φράση) να φοράει την καρδιά του στο μανίκι του. Ο Μαρά μίλησε και έγραψε, πολλές φορές αλόγιστα, όπως σκεφτόταν και ένιωθε εκείνη την κάθε στιγμή και γι’ αυτό η μνήμη του έχει υποφέρει, πιθανώς περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο.
Το ότι το πολιτικό του πρόγραμμα, η βάση δράσης του, ήταν στενή, ισχύει επίσης. Δεν κατάφερε να αναγνωρίσει τον συνθετικό χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής και των ανθρώπινων συμφερόντων. Δεν κατάφερε να συλλάβει την έννοια της προόδου στο σύνολό της και, κυρίως, να δει ότι η κερδοσκοπική ανασυγκρότηση είναι μια από τις βασικές προϋποθέσεις της. Αναγνωρίζοντας αυτό το γεγονός (ότι και αν σκεφτόμαστε για τη λύση τους), το Εμπερτιστικό κόμμα ήταν πολύ πιο μπροστά από αυτόν. Ο Μαρά, εν ολίγοις, δεν ήταν ιδεαλιστής, αλλά ένας πρακτικός άνθρωπος, αν και η αρετή της λογικής συνέπειας, συνήθως τόσο εμφανής λόγω της απουσίας της στους πρακτικούς ανθρώπους, ήταν εξαιρετικά παρούσα σε αυτόν. Αποδέχτηκε το Κοινωνικό συμβόλαιο του Ρουσώ ως βάση του και πάνω σε αυτό ίδρυσε το «Σχέδιο Συντάγματος» και το «Σχέδιο Εγκληματικής Νομοθεσίας» του. Τα δημοσιογραφικά του γραπτά ήσαν, ως επί το πλείστον, απλές εφαρμογές αυτών των δύο έργων στις ανάγκες της κατάστασης και των γεγονότων όπως αυτά παρουσιάζονταν. Ωστόσο, αν η βάση του ήταν στενή και σε κάποιο βαθμό λανθασμένη, κανένας άνθρωπος δεν εργάστηκε ποτέ πιο ακούραστα ή με μεγαλύτερη συνέπεια, μέχρι το τέλος του, στην υπηρεσία της Ανθρωπότητας και της Προόδου. Και παρόλο που, προς το παρόν, το έργο του ήταν ανώφελο και το όνομά του διαψεύστηκε, δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά όταν η ανθρωπότητα ενωθεί κάποτε σε ένα Ανθρώπινο ιδανικό και έναν κοινωνικό στόχο, το μέλλον θα αναγνωρίσει έναν από τους ευγενέστερους προδρόμους του ιδανικού στον «Φίλο του Λαού», τον ΖΑΝ ΠΟΛ ΜΑΡΑ.»
Το εγκώμιό του, τον πανηγυρικό επιτάφιο έπαινο για τον Ζαν-Πωλ Μαρά συνέγραψε ο γνωστός Μαρκήσιος ντε Σαντ (Marquis de Sade), που τότε ήταν μέλος της Εθνοσυνέλευσης και ανήκε πολιτικά στους «Ορεινούς». Το επίσημο εγκώμιο που συνέγραψε και εκφώνησε ο Μαρκήσιος ντε Σαντ για τον Μαρά τον Σεπτέμβριο του 1793 (λίγους μήνες μετά τη δολοφονία του Μαρά από τη Σαρλότ Κορντέ) είχε έναν πολύ συγκεκριμένο πολιτικό σκοπό: να αποθεώσει τον Μαρά ως «άγιο» της Επανάστασης, ενώ ταυτόχρονα επέτρεπε στον ίδιο τον Σαντ να κρύψει τις δικές του μετριοπαθείς απόψεις για να γλιτώσει την γκιλοτίνα.
Το κείμενο ήταν γεμάτο με υπερβολικό πάθος, επαναστατικά συνθήματα και έντονο λυρισμό : Ο Μαρά ως «Μεσσίας» του Λαού: Ο Σαντ έφτασε στο σημείο να συγκρίνει τον Μαρά με τον Ιησού Χριστό. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι, όπως ο Ιησούς, έτσι και ο Μαρά αγάπησε με πάθος μόνο τον απλό λαό, μίσησε τους βασιλιάδες, τους ευγενείς και τους ιερείς, και δεν σταμάτησε ποτέ να πολεμάει για τους φτωχούς. Η Θεοποίηση του «Φίλου του Λαού»: Το κείμενο χρησιμοποιούσε τη γλώσσα της θρησκείας, αλλά με κοσμικό τρόπο. Ο Σαντ κάλεσε τον λαό να μην κλαίει, αλλά να προσφέρει «σπονδές» στη μνήμη του Μαρά, αντικαθιστώντας τους παλιούς χριστιανικούς αγίους με τους νέους «μάρτυρες» της ελευθερίας. Καταδίκη της Δολοφόνου και των Προδοτών: Το εγκώμιο επιτέθηκε με σφοδρότητα στη Σαρλότ Κορντέ και την παράταξη των Γιρονδίνων (των πολιτικών αντιπάλων του Μαρά). Ο Σαντ παρουσίασε τη δολοφονία ως μια άνανδρη πράξη που υποκινήθηκε «από τους εχθρούς της ισότητας». Κάλεσμα για Εκδίκηση και Επαγρύπνηση: Μέσα από τον λόγο του, ο Σαντ ζητούσε από τους Γάλλους πολίτες να συνεχίσουν το έργο του Μαρά, να παραμείνουν ενωμένοι απέναντι στους εχθρούς της Γαλλικής Επανάστασης και να μην δείξουν κανένα έλεος στους προδότες.

Παρά την κακή φήμη που απέκτησε αργότερα για τα βιβλία του, στην πραγματική ζωή ο Σαντ απεχθανόταν τη θανατική ποινή και τις μαζικές σφαγές. Έβρισκε τρομακτικά τον ακραίο ριζοσπαστισμό και τη δίψα του Μαρά για αίμα. Καθώς η περίοδος της Τρομοκρατίας πλησίαζε, ο περιδεής Σαντ (που είχε καταγωγή από αριστοκρατική οικογένεια) έπρεπε να αποδείξει ότι ήταν «αγνός επαναστάτης». Το να γράψει το πιο ακραίο και παθιασμένο εγκώμιο για τον μεγαλύτερο ήρωα των Ιακωβίνων ήταν η δική του ιδιάζουσα «ασπίδα προστασίας». Παρά την προσπάθειά του, η μετριοπάθειά του σε άλλες περιπτώσεις οδήγησε τελικά στη σύλληψή του λίγους μήνες αργότερα, γλιτώνοντας την γκιλοτίνα κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή.
Το ιστορικό αυτό γεγονός έχει επίσης εμπνεύσει τη γνωστή θεατρική παράσταση και ταινία «Μαρά / Σαντ» (του Πέτερ Βάις), όπου παρουσιάζεται μια φανταστική πολιτική και φιλοσοφική αντιπαράθεση μεταξύ τους

Η καρδιά του Μαρά αποτεφρώθηκε χωριστά από το κορμί του και οι στάχτες της τοποθετήθηκαν σε λήκυθο, η οποία στις 18 Ιουλίου κρεμάστηκε από την οροφή της αίθουσας συνελεύσεων της «Λέσχης των Κορδελιέρων», η δε οδός des Cordeliers μετονομάσθηκε σε οδός de Marat και η περιοχή της Μοντμάρτης (Montmartre) σε Μονμαρά (Mont Marat). Ένα μικρό μνημείο που τού αφιερώθηκε στην Place du Carrousel, όπου στις 19 Αυγούστου διεξήχθη η «Εορτή Γυναικών για τον Μαρά», πνίγηκε από εκατοντάδες στεφάνια του απλού λαού, δεκάδες θεατρικά με θέμα την δολοφονία του (και τίτλους όπως «Ο Μαρά στον Όλυμπο», «Η άφιξη του Μαρά στα Ηλύσια Πεδία», «Ο πραγματικός Φίλος του Λαού», κ.ά.) ανέβαιναν στα παρισινά και περιφερειακά θέατρα ενώ στους δρόμους παρέες νέων έψαλαν ύμνους προς τιμή. Κάθε τι που σχετιζόταν με αυτόν θεωρείτο πλέον «ιερό» !
Επίσης, στις 19 Νοεμβρίου 1793, ημέρα κατά την οποίαν η Εθνοσυνέλευση ψήφισε την τοποθέτηση της σποδού του στο «Πάνθεον», η πόλη Le Havre de Grace άλλαξε το όνομά της σε Le Havre de Marat και εν συνεχεία σε Le Havre – Marat, ενώ οι «αποχριστιανιστές» (κυρίως «Κορδελιέροι» και ακραίοι «Ιακωβίνοι»), που είχαν ιδρύσει την «Λατρεία της Λογικής» το ίδιο φθινόπωρο, ανακήρυξαν τον Μαρά «άγιο της Δημοκρατίας» και οι εικόνες του αντικατέστησαν τους «εσταυρωμένους» στις πρώην εκκλησίες ήδη τροποποιημένες σε «Ναούς της Λογικής».
Την επόμενη χρονιά, στις 21 Σεπτεμβρίου 1794, παρ’ όλο που ήδη οι «Θερμιδωριανοί» είχαν μόλις προ 2 μηνών φρενάρει την Επανάσταση, αντρέποντας τους «ροβεσπιεριστές», η σποδός του Μαρά, προφανώς για τις εντυπώσεις, μετά από προτροπή του «ορεινού» Πρέδρου της Συνατκτικής Εθνοσυνέλευσης Λεονάρ Μπουρντόν ντε λα Κρονιέρ (Leonard Bourdon de la Cronière), τοποθετήθηκε με μεγάλες τιμές στο «Πάνθεον», μάλιστα την ίδια ημέρα που έφευγε από εκεί η σορός του Μιραμπώ (Mirabeau), τον οποίον το καθεστώς είχε χαρακτηρίσει «προδότη». Τόσον όμως η σποδός του στο «Πάνθεον», όσο και η προτομή του στην Εθνοσυνέλευση, αφαιρέθηκαν μετά από μερικούς μόνον μήνες, όταν οι «Θερμιδωριανοί» άρχισαν να υιοθετούν όλο και πιο συντηρητικές, δεξιές και αντεπαναστατικές αντιλήψεις.
Με διάταγμα της 8ης Φεβρουαρίου 1795, η σορός του Μαρά αφαιρέθηκε από το Πάνθεον, ενώ όλες οι εικόνες και οι προτομές του σπάστηκαν από φανατικούς και πετάχτηκαν στους ….. υπονόμους. Ήδη από τις 13 Ιανουαρίου η Le Havre – Marat είχε μετονομασθεί σε απλώς Le Havre, το όνομα δηλαδή που φέρει μέχρι και σήμερα, ενώ ο ίδιος ο Μαρά χαρακτηρίσθηκε έκτοτε (και εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται) από τους κάθε λογής αντιδραστικούς ως «αιμοσταγές τέρας» και «υπ’ αριθμόν ένα σύμβολο» των βιαιοτήτων της Επανάστασης.
Είναι βέβαιο πως ο Ζαν-Πολ Μαρά υπήρξε ένας από τους πιο ακραίους και σκληρούς ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν ήταν στρατιωτικός, ούτε κυβερνούσε με κανένα παραδοσιακό τρόπο, αλλά επηρέαζε βαθύτατα το πλήθος με τα λόγια και τα άρθρα του.
1. Η τρομακτκή δύναμη της εφημερίδας του
Ο Μαρά έγινε διάσημος μέσα από την εφημερίδα του, που ονομαζόταν «Ο Φίλος του Λαού» (L’Ami du peuple). Λειτούργησε την εφημερίδα (που έγραφε εξ ολοκλήρου ο ίδιος) με φανατισμό γύρω από τις απόψεις του και πραγματικά ως «Φωνή των φτωχών»: Υπερασπιζόταν αμετακίνητα τους απλούς ανθρώπους (τους «ξεβράκωτους» ή sans-culottes). Η γλώσσα του ήταν «γλώσσα του μίσους»: Τα άρθρα του δεν είχαν καθόλου ψυχραιμία. Αντίθετα, ήσαν κείμενα γεμάτα αιμοβόρο θυμό, κατηγορίες και αδίστακτες απειλές.Γεμάτα πάθος και με αδίστακτη στοχοποίηση: Έγραφε ονόματα ανθρώπων που θεωρούσε «προδότες», στέλνοντάς τους ουσιαστικά στον θάνατο.
2. Η διαρκής Υποκίνηση της Επαναστατικής Βίας και των Σφαγών
Ο Μαρά επίστευε ακράδαντα ότι η Επανάσταση θα πετύχαινε μόνον αν εξαφανίζονταν όλοι οι εχθροί της. Ζητούσε «να πέσουν κεφάλια»: Έλεγε συνεχώς δημόσια ότι έπρεπε να καρατομηθούν χιλιάδες αριστοκράτες και πολιτικοί για να σωθεί η Γαλλία.
Οι Σφαγές του Σεπτεμβρίου (1792): Θεωρείται ο ηθικός αυτουργός για ένα από τα πιο άγρια και κτηνώδη εγκληματικά γεγονότα της Επανάστασης. Όταν κυκλοφόρησαν φήμες ότι οι φυλακισμένοι …….. θα επαναστατούσαν (!) , ο Μαρά ενθάρρυνε τον όχλο να μπει στις φυλακές. Το αποτέλεσμα ήταν να σφαγιαστούν μέσα σε λίγες ημέρες περισσότεροι από 1.000 κρατούμενοι (ανάμεσά τους πολλοί ιερείς και απλοί πολίτες).
3. Η Πολιτική Σύγκρουση και η Συντριπτική Πτώση των Γιρονδίνων
Όταν εκλέχθηκε στην Εθνοσυνέλευση, συμμάχησε με τον Ροβεσπιέρο και την ομάδα των Ιακωβίνων (των ριζοσπαστών).Διεξήγαγε ανειρήνευτο πόλεμο στους μετριοπαθείς: Επιτέθηκε με μίσος στους Γιρονδίνους, την ηπιότερη πολιτική ομάδα που ήθελε αλλαγές χωρίς τόση βία. Οι Γιρονδίνοι κατάφεραν να τον στείλουν σε δίκη στο «Επαναστατικό Δικαστήριο» με την κατηγορία ότι υποκινούσε εμφύλιο πόλεμο. Η δίκη ήταν γι’ αυτόν ένας θρίαμβος : Το δικαστήριο τον αθώωσε ! Ο λαός του Παρισιού τον σήκωσε στα χέρια σαν ήρωα, γεγονός που οδήγησε στην ολοκληρωτική καταστροφή και σύλληψη των Γιρονδίνων λίγο αργότερα.
4. Ο Θάνατος που τον κατέστησε «Μάρτυρα» του Λαού και της Επανάστασης
Λόγω της δράσης του, μια νεαρή γυναίκα που υποστήριζε τους Γιρονδίνους, η Σαρλότ Κορντέ, αποφάσισε να τον σκοτώσει για να «σώσει τη Γαλλία», όπως έλεγε. Τον μαχαίρωσε στο λουτρό του τον Ιούλιο του 1793. Αντί όμως να σταματήσει η βία, ο θάνατός του χρησιμοποιήθηκε από τους Ιακωβίνους για να ξεκινήσει η πιο σκοτεινή περίοδος της Επανάστασης: η «Τρομοκρατία» (La Terreur). Ο Μαρά λατρεύθηκε σαν πολιτικός άγιος και το όνομά του έγινε σύμβολο εκδίκησης.
Οι πιστοί και αφοσιωμένοι του «ξεβράκωτοι» (sans-culottes, σαν-κυλότ) υπήρξαν η κινητήρια δύναμη της Γαλλικής Επανάστασης στους δρόμους του Παρισιού. Ήταν οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι της εργατικής τάξης που λάτρεψαν τον Μαρά σαν προστάτη τους.
1. Από πού βγήκε το διαβόητο ιδιότυπο όνομά τους; Το όνομά τους ξεκίνησε ως κοροϊδία από τους πλούσιους, αλλά οι ίδιοι το υιοθέτησαν με περηφάνια. Κατά την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, η λέξη «κιλότα» δεν αφορούσε το γνωστό γυναικείο εσώρουχο, αλλά μια κοντή «βράκα» ή «φουφούλα» που τη φορούσαν οι άντρες της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης. Ο φτωχός λαός, που δεν είχε χρήματα για τέτοια πολυτελή ενδύματα, έντυνε τη γύμνια του με κακοραμμένα παντελόνια. Κατά συνέπεια, αυτοί που δεν φορούσαν «κιλότα», οι λεγόμενοι «ξεβράκωτοι»-«χωρίς κιλότα», ήσαν οι μεροκαματιάρηδες των πόλεων, οι αγρότες, οι «μαστόροι» Δεν ήσαν ζητιάνοι ή εξαθλιωμένοι, αλλά η ραχοκοκαλιά της οικονομίας της πόλης : Μικροτεχνίτες και μαγαζάτορες-Φουρνάρηδες και ξυλουργοί-Ράφτες και ανειδίκευτοι εργάτες-Οι γυναίκες των λαϊκών αγορών.
Οι πλούσιοι (culottes) – Οι αριστοκράτες και οι αστοί φορούσαν τα «culottes», που ήταν στενά παντελόνια μέχρι το γόνατο, μαζί με μεταξωτές κάλτσες. Οι φτωχοί (sans-culottes) – Οι εργάτες φορούσαν μακριά, φαρδιά παντελόνια εργασίας (τα οποία έφταναν μέχρι τους αστραγάλους). Επειδή δεν φορούσαν τα ακριβά παντελόνια των ευγενών, ονομάστηκαν «χωρίς culottes» (στα ελληνικά μεταφράζεται κάπως ελεύθερα ως «ξεβράκωτοι»).
2. Τι ζητούσαν και τι πίστευαν;
Οι «ξεβράκωτοι» είχαν πολύ ξεκάθαρα αιτήματα και δεν τους ένοιαζαν οι περίπλοκες πολιτικές θεωρίες. Ζητούσαν απλά:
Φθηνό ψωμί: Το βασικό τους πρόβλημα ήταν η ακρίβεια και η πείνα. Απαιτούσαν από την κυβέρνηση να βάλει ανώτατες τιμές στα τρόφιμα.
Άμεση δημοκρατία: Πίστευαν ότι ο λαός πρέπει να αποφασίζει απευθείας στους δρόμους και όχι μόνο μέσα στα κοινοβούλια.
Απόλυτη ισότητα: Μισούσαν τους τίτλους ευγενείας. Αντικατέστησαν τις προσφωνήσεις «Κύριος» και «Κυρία» με τις λέξεις «Πολίτης» (Citoyen) και «Πολίτιδα» (Citoyenne).
Σκληρή τιμωρία: Ήθελαν τη γκιλοτίνα για όσους έκρυβαν τρόφιμα για να ανεβάσουν τις τιμές (κερδοσκόπους) αλλά και γενικά για τους προδότες της Επανάστασης.
3. Γιατί υποστήριζαν τόσο πολύ τον Μαρά; Ο Μαρά ήταν ο πολυαγαπημένος τους ηγέτης γιατί ένιωθαν ότι ήταν ο μόνος που τους καταλάβαινε:
Μιλούσε τη γλώσσα τους: Η εφημερίδα του Μαρά δεν χρησιμοποιούσε δύσκολα γαλλικά. Ο πολυμαθής στρατευμένος γιατρός έγραφε σαν αμόρφωτος άνθρωπος του λαού : Mε πάθος, θυμό και απλά λόγια, όπως ακριβώς μιλούσαν οι εργάτες στα καφενεία και στους δρόμους.
Ζούσε φτωχικά: Σε αντίθεση με άλλους πολιτικούς που ντύνονταν κομψά, ο Μαρά ζούσε πολύ απλά και ήταν πάντα ατημέλητος, κάτι που τον έκανε να μοιάζει με έναν από αυτούς.
Τους έδινε δίκιο: Όταν οι «ξεβράκωτοι» έκαναν εξεγέρσεις και έκλεβαν τρόφιμα από τα μαγαζιά επειδή πεινούσαν, ο Μαρά τους δικαιολογούσε δημόσια, λέγοντας ότι «ο λαός έχει δικαίωμα να παίρνει αυτό που του κλέβουν οι πλούσιοι».
Όταν δολοφονήθηκε, οι «ξεβράκωτοι» έχασαν τη «φωνή» τους. Το εκρηκτικό μίσος τους για τον θάνατό του ήταν αυτό που έδωσε τη δύναμη στον Ροβεσπιέρο να ξεκινήσει τη Μεγάλη Τρομοκρατία, χρησιμοποιώντας τους εργάτες ως «στρατό» που εκτελούσε τις αποφάσεις του.

Η περίοδος της Τρομοκρατίας (La Terreur), που διήρκεσε από τον Σεπτέμβριο του 1793 έως τον Ιούλιο του 1794, ήταν η πιο αιματηρή φάση της Γαλλικής Επανάστασης. Ο θάνατος του Μαρά λειτούργησε ως η «σπίθα» που άναψε αυτή τη φωτιά.
1. Πώς ο θάνατος του Μαρά άνοιξε τον δρόμο για την Τρομοκρατία:Η δολοφονία του Μαρά από τη Σαρλότ Κορντέ σόκαρε τους επαναστάτες και τους «ξεβράκωτους». Κορυφώθηκε η οργή και ο φόβος: Ο λαός πίστεψε ότι υπήρχε μια τεράστια, κρυφή συνωμοσία των αριστοκρατών και των μετριοπαθών για να σκοτώσουν όλους τους ηγέτες της Επανάστασης. Ο φονευθείς Μαρά αντιμετωπίσθηκε ως «Θεός» της Επανάστασης: Οι Ιακωβίνοι μετέτρεψαν τον Μαρά σε μάρτυρα. Έστησαν παντού προτομές του και χρησιμοποίησαν το όνομά του για να δικαιολογήσουν τα πιο σκληρά μέτρα. Το μήνυμα ήταν απλό: «Αφού σκοτώνουν τους ηγέτες μας, πρέπει να τους εξοντώσουμε πριν μας εξοντώσουν»!
2. Ποιος κυβερνούσε; Η «Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας» Την εξουσία ανέλαβε μια μικρή ομάδα ανθρώπων με επικεφαλής τον Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο. Αυτή η ομάδα ονομαζόταν «Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας».Αντί για δημοκρατία, επέβαλαν μια σκληρή δικτατορία. Ο Ροβεσπιέρος πίστευε ότι η «αρετή» (η αγάπη για την πατρίδα) είναι ανίσχυρη χωρίς την «τρομοκρατία» (τη γρήγορη και αυστηρή δικαιοσύνη).
3. Ο «Νόμος περί Υπόπτων» και η Γκιλοτίνα: Η Τρομοκρατία έγινε επίσημος νόμος του κράτους τον Σεπτέμβριο του 1793. Το βασικό εργαλείο της ήταν ο «Νόμος περί Υπόπτων». Όμως ποιός ήταν «Ύποπτος»; Όποιος δεν έδειχνε αρκετό ενθουσιασμό για την Επανάσταση. Αν κάποιος δεν φορούσε το επαναστατικό σήμα ή αν παραπονιόταν για την τιμή του ψωμιού, μπορούσε ……να θεωρηθεί προδότης αυτομάτως. Οι δυστχείς κατηγορούμενοι οδηγούνταν στο Επαναστατικό Δικαστήριο χωρίς δίκαιη δίκη:. Δεν είχαν δικαίωμα σε δικηγόρο, ούτε μπορούσαν να καλέσουν μάρτυρες. Η μόνη ποινή ήταν η αθώωση ή ο θάνατος! Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, περίπου 17.000 άνθρωποι αποκεφαλίστηκαν επίσημα με την γκιλοτίνα σε όλη τη Γαλλία (ανάμεσά τους η βασίλισσα Μαρία Αντουανέτα και πολλοί πρώην επαναστάτες), ενώ οι συνολικοί θάνατοι μαζί με τις εκτελέσεις στις επαρχίες ξεπέρασαν τις 40.000.
4. Η πτώση του Ροβεσπιέρου και το τέλος της Τρομοκρατίας
Η Τρομοκρατία κράτησε όσο ο κόσμος φοβόταν για τη ζωή του και για τις επιθέσεις ξένων χωρών στη Γαλλία. Όταν όμως ο γαλλικός στρατός άρχισε να κερδίζει τους πολέμους και η έξαλλη καθημερινή βία κατήντησε ανυπόφορη, όλοι κουράστηκαν να ζουν με τον τρόμο.Τον Ιούλιο του 1794 (σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο της Επανάστασης, τον 11ο μήνα «Θερμιδώρ» -από την ελληνική λέξη «θερμός»), τα μέλη του Κοινοβουλίου ενώθηκαν εναντίον του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου πριν …… τους στείλει εκείνος στη γκιλοτίνα. Ο Ροβεσπιέρος συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε στις 28 Ιουλίου 1794. Με τον θάνατό του, η περίοδος της Τρομοκρατίας τελείωσε οριστικά.
ΟΙ ΣΦΑΓΕΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1792 ήταν μία από τις πιο δαιμονικές, απάνθρωπες, βίαιες και αιματηρές στιγμές της Γαλλικής Επανάστασης. Μέσα σε μόλις πέντε ημέρες (2-7 Σεπτεμβρίου 1792), ο αφηνιασμένος όχλος του Παρισιού εισέβαλε στις φυλακές της πόλης και εκτέλεσε με συνοπτικές διαδικασίες 1.100 έως 1.600 κρατουμένους. Tο απόγευμα της 2ας Σεπτεμβρίου, η επίθεση άρχισε σε μιαν ομάδα ανυπότακτων κληρικών που μεταφέρονταν στη φυλακή της Αμπαί και σφαγιάσθηκαν από τους φρουρούς τους 116 από τους 160. Στη συνέχεια οι σφαγιαστές («Σεπτεμβριστές») πήγαν στις φυλακές του Παρισιού, όπου με συνοπτικές διαδικασίες «εδίκασαν» και εκτέλεσαν (με εθελοντές δήμιους) μέσα σε σκηνές φρίκης και ασέλγειας μεγάλο αριθμό κρατουμένων, ευγενείς, ανυπότακτους κληρικούς και κατάδικους του κοινού ποινικού δικαίου, σκοτώνοντας αδιάκριτα άνδρες, γυναίκες, μεταξύ των οποίων η Μαρία Θηρεσία Λουΐζα της Σαβοΐας πριγκίπισσα του Λαμπάλ, φίλη της βασίλισσας (που το πτώμα της μεταθανάτια ήταν γυμνό, ξεσκισμένο και αποκεφαλισμένο, με το κεφάλι της τοποθετημένο πάνω σε ακόντιο), καθώς και …..παιδιά.

1. Το σκηνικό του τρόμου: Γιατί έγινε η σφαγή;
Το καλοκαίρι του 1792, η Γαλλική Επανάσταση βρισκόταν σε θανάσιμο κίνδυνο. Ο ξένος στρατός πλησίαζε ακάθεκτος : Η Αυστρία και η Πρωσία είχαν εισβάλει στη Γαλλία για να καταπνίξουν την Επανάσταση και να επαναφέρουν τον Βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ στο θρόνο. Στα τέλη Αυγούστου, το στρατηγικό οχυρό του Βερντέν έπεσε στα χέρια των εχθρών. Ο δρόμος για το Παρίσι ήταν πια ανοιχτός. Στο Παρίσι επεκράτησε απόλυτος πανικός. Οι «ξεβράκωτοι» ετοιμάζονταν να φύγουν για το μέτωπο για να πολεμήσουν. Όμως, κυκλοφόρησε μια τρομακτική φήμη: ότι μόλις οι εθελοντές έφευγαν από την πόλη, οι πολιτικοί κρατούμενοι (αριστοκράτες και ιερείς) που ήσαν κλεισμένοι στις φυλακές θα έσπαγαν τα κελιά τους, θα συμμαχούσαν με τους ξένους εισβολείς και θα έσφαζαν τις οικογένειες των επαναστατών.
2. Ο ξεχωριστός ρόλος του Μαρά:Ο Ζαν-Πολ Μαρά έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έκρηξη της βίας. Μέσα από την εφημερίδα του, αλλά και ως μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής, πίεσε τον λαό να δράσει αμέσως. Το μήνυμά του ήταν σαφές: «Πριν πάτε στο μέτωπο για να πολεμήσετε τον εξωτερικό εχθρό, πρέπει να εξοντώσετε τον εσωτερικό εχθρό στις φυλακές !».
3. Πώς δεινεργήθηκαν οι σφαγές
Το απόγευμα της 2ας Σεπτεμβρίου, μια ομάδα κρατουμένων (κυρίως ιερέων που αρνούνταν να ορκιστούν πίστη στο νέο καθεστώς) δέχθηκε επίθεση από τον όχλο ενώ μεταφερόταν σε μια φυλακή. Αυτό ήταν το σύνθημα. Για τις επόμενες ημέρες, ομάδες ένοπλων πολιτών («ξεβράκωτων») πήγαιναν από φυλακή σε φυλακή (όπως οι φυλακές Abbaye, Conciergerie και Bicêtre)

Λαϊκά δικαστήρια-παρωδία δικαιοσύνης: Έστηναν πρόχειρα θρανία μέσα στις φυλακές. Ένας δήθεν «δικαστής» κοιτούσε τα χαρτιά του κρατουμένου. Αν έκρινε ότι ήταν προδότης, τον έστελνε στην έξοδο.
Το ανθρώπινο σφαγείο: Στην πόρτα της φυλακής περίμενε το πλήθος με τσεκούρια, σπαθιά, ρόπαλα και λόγχες. Μόλις ο κρατούμενος έβγαινε, τον κατακρεουργούσαν επιτόπου.
Τα θύματα: Ανάμεσα στους νεκρούς ήσαν περίπου 200 με 300 ιερείς, πολλοί αριστοκράτες (όπως η διάσημη πριγκίπισσα ντε Λαμπάλ, της οποίας το κεφάλι περιέφεραν σε μια λόγχη κάτω από το παράθυρο της φυλακισμένης βασίλισσας), αλλά και εκατοντάδες κοινοί ποινικοί κατάδικοι, ακόμα και ανήλικοι, που δεν είχαν καμία σχέση με την πολιτική.
4. Οι συνέπειες των σφαγών
Οι Σφαγές του Σεπτεμβρίου άλλαξαν για πάντα την πορεία της Επανάστασης:
Το ψυχοπνευματικό σοκ της Ευρώπης: Οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες είδαν τις σφαγές ως ακλόνητη απόδειξη ότι η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν ένας αγώνας για ελευθερία, αλλά μια κυριαρχία του κτηνώδους αιμοδιψούς όχλου.
Πολιτικός διχασμός: Το γεγονός αυτό χώρισε οριστικά τους επαναστάτες. Οι μετριοπαθείς (Γιρονδίνοι) κατηγόρησαν ανοιχτά τον Μαρά, τον Δαντών και τον Ροβεσπιέρο ότι άφησαν ή και ενθάρρυναν τον όχλο να κάνει αυτές τις φρικιαστικές πράξεις. Αυτό το μίσος οδήγησε τελικά στην περίοδο της Τρομοκρατίας.
Jean Louis Vallat – Gini