ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΣΚΙ ΣΕΧΙΡ:  Η ΑΝΥΠΕΡΒΛΗΤΗ ΚΑΙ ΑΚΑΡΠΗ ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΟΠΛΩΝ

25–38 minutes

Η νικηφόρα Μάχη του Δορυλαίου / Εσκί Σεχίρ είναι μία από τις πιο ένδοξες αλλά συνάμα ξεχασμένες από τους πολλούς στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Μια μάχη που έδειξε τη στρατιωτική ισχύ της Ελλάδας αλλά και το βάρος των στρατηγικών επιλογών. Εκτός από τον απαιτούμενο φόρο τιμής που αποτίουμε στους ήρωες εκείνους που 100 χρόνια μετά την Εθνεγερσία ζωντάνεψαν τους τους στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τους Βυζαντινούς ακρίτες, θέλουμε να αποτίσουμε φόρο τιμής στα εκατομμύρια θύματα της Μικράς Ασίας, στους Έλληνες εκείνους που έχασαν τις πατρίδες τους μετά από πολλές χιλιάδες χρόνια παρουσίας εκεί, αλλά και προς εκείνους που επιμένουν να μιλούν περι δήθεν αξεπέραστης τουρκικής υπεροπλίας. Η ανάμνηση του θριάμβου αποτελεί ένα νοητικό ράπισμα προς όλους αυτούς που ενσπείρουν την τουρκοφοβία τη στιγμή που τα 100 χρόνια είναι μόνο μία ανάσα στην αέναη ιστορική διαδρομή. Προς όλου εκείνους τους εθνοφοβικούς και αποδομητές που προσπαθούν να μας πουν ότι οι Τούρκοι είναι …. αδέρφια μας. Προφανώς κάθε εχέφρων Έλληνας πατριώτης εύχεται πάντα την ειρήνη, τη συνεργασία και τη φιλία με όλους τους γειτονές μας, αφού όμως πρώτα όμως εκείνοι επιδείξουν τον απαιτούμενο σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος που πηγάζουν ακριβώς απ αυτό.

Ας αναλύσουμε λοιπόν με όλα τα δεδομένα και τις λεπτομέρειες που έρχονται ξανά στο φως, τη μεγάλη μάχη του Δορυλαίου, του Εσκί Σεχίρ, την κορυφαία νίκη του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Τότε που ήχησαν πάλι οι πολεμικές σάλπιγκες με το σύνθημα «προχωρείτε, προχωρείτε» και προχώρησαν οι θρυλικοί ημίθεοι στρατιώτες μας, παλεύοντας  για άλλη μια φορά για τους Έλληνες αλλά και για τους χριστιανούς της πολύπαθης περιοχής. Στην εξόρμηση των ελληνικών όπλων που μας οδήγησε στο Δορύλαιο ζωντάνεψαν οι μνήμες και οι μύθοι χιλιετιών. Όλα αυτά που οι πρόγονοί μας άκουγαν από τις γιαγιάδες τους για τους ιστορικούς, ηρωϊκούς εκείνους στρατιώτες που διαφέντευαν αμέτρητες χιλιετίες τα ιερά εκείνα χώματα. Το όνειρο να ιδούν τους εύζωνες και τη γαλανόλευκη να κυματίζει, να βλέπουν τους Έλληνες αξιωματικούς να μπαίνουν στις πόλεις και τα χωριά τους και να τα απελευθερώνουν.

Ενώ ο αλύγιστος στρατός μας πολεμούσε στην Μικρά Ασία, στα μετόπισθεν στην Ελλάδα, 90.000 άνδρες «πάλευαν» όχι κατά του προαιώνιου εχθρού αλλά ….κατά του πολέμου, με το δικό τους τρόπο. Ριψάσπιδες, ποινικοί εγκληματίες και εθνοπροδότες μπολσεβίκοι, υπονόμευαν τον τιτάνιο Εθνικό Αγώνα.  Χωρίς συμπαγή και στερεά μετόπισθεν κανένας στρατός δεν μπορεί να νικήσει έναν πόλεμο. Σε μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό αγροτική, όπως ήταν τότε η Ελλάδα, προαφνώς ήταν πολύ δύσκολο για τις αρχές να επιβάλλουν τη στρατολογία. Για παράδειγμα, στην ορεινή περιοχή του Πηλίου, κατά τις αρχές του καλοκαιριού του 1921, προδότε λιποτάκτες είχαν σχηματίσει μια δύναμη από μερικές εκατοντάδες άνδρες, που περιπλανιόνταν στο βουνό ….. φτιάχνοντας κάρβουνα, τα οποία έδιναν στους χωρικούς έναντι φαγητού. Είχαν τη συμπάθεια του ηλιθίου εντόπιου πληθυσμού και ήσαν ικανοί να αψηφήσουν την Χωροφυλακή. Σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στη Μικρά Ασία υπήρχαν ανάλογα προβλήματα.

Η συνολική δύναμη της «Στρατιάς Μικράς Ασίας» (ΣΜΑ) στις 11 Ιουνίου 1921 ανήλθε σε 200.153 αξιωματικούς και οπλίτες. Βέβαια, η μάχιμη δύναμή της ήταν σχεδόν η μισή. Πλήθος συγχρόνων μαρτυριών επιβεβαιώνουν την ιδιαιτέρως σημαντική εξύψωση του ηθικού της ΣΜΑ κατόπιν της διενεργηθείσας επιστράτευσης και των ενισχύσεων που έλαβε καθ’ όλη την άνοιξη του 1921. «Η Στρατιά Μικράς Ασίας, στα τέλη Ιουνίου 1921, έφθασε σε δύναμη τους 220.000 άνδρες και αναπτερώθηκε δραματικά το ηθικό του μαχόμενου Στρατού. «Τα στελέχη, προ του διαφαινόμενου εις τον ορίζοντα μεγάλου αγώνος της φυλής, έπαυσαν τις πολιτικές συζητήσεις. Η Ελλάς ουδέποτε, απ’ όταν φάνηκε στον κόσμο παρέταξε τόσο και τέτοιον ενθουσιώδη στρατό». «Ο ιερός ενθουσιασμός του στρατεύματος και η επιθετική του ορμή αποτελούσαν εκδηλώσεις ολόκληρης της ελληνικής φυλής». (Ξενοφών Στρατηγός, «Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, Ιστορική Επισκόπηση με βάση επίσημες πηγές και έγγραφα», σελίδα 210) 

Εκείνο λοιπόν το καλοκαίρι του 1921 στις 8 Ιουλίου η Ελλάδα έχοντας εμπλακεί στην τιτάνια Μικρασιατική απελευθερωτική εκστρατεία επιχειρεί να απελευθερώσει ζωτικά εδάφη στη Δυτική Μικρά Ασία, με στόχο να εξουδετερώσει τον κεμαλικό στρατό και να επιβάλλει μιαν ευνοϊκή λύση για τον Ελληνισμό και τους γηγενείς κατοίκους, εκεί στη μεταοθωμανική εθνολογική ανασύνταξη. Φυσικά στο νού και στην καρδιά των Ελλήνων μαχητών δεν υπήρχε … «Εσκί Σεχίρ», αλλά Δορύλαιον  που οι Τούρκοι κατακτητές ονόμασαν Εσκί Σεχίρ (Παλαιά Πόλη). Στρατηγικής σημασίας αυτή η πόλη  βρισκόταν στο επίκεντρο του προσφάτου ελληνικού στρατηγικού σχεδιασμού μαζί με την Κιουτάχεια νοτίως και το Ακροϊνό (τουρκιστί Αφιόν Καραχισάρ) ακόμη νοτιότερα. Ήταν ένας κρίσιμος σιδηροδρομικός κόμβος που ένωνε την Κωνσταντινούπολη με την Άγκυρα και τη Βαγγδάτη. Ένα σημείο που αν καταλαμβανόταν, αν απελευθερωνόταν, θα έκοβε τον ανεφοδιασμό των τουρκικών δυνάμεων και θα άνοιγε το δρόμο προς την Άγκυρα, την οποίαν ήδη είχαν κάνει πρωτεύουσά τους οι Κεμαλικοί.

Στις κατεχόμενες περιοχές της Μικρασίας υπήρχαν πολλές ομάδες ατάκτων που παρενοχλούσαν τα ελληνικά τμήματα στις περιοχές Προύσας, Νικομήδειας, Ασκανίας λίμνης, χερσονήσου της Κίου (Τζεμλίκ), Αϊδινίου (Ανθέας), τομέα Μαιάνδρου ποταμού και οροπεδίου του ποταμού Μεκέστου (Σιμάβ). Επίσης εξακολουθούσε εντατικά το λαθρεμπόριο όπλων και υλικών και η αποστολή ανδρών από την Κωνσταντινούπολη προς τις περιοχές των κεμαλικών ανταρτών. Για να αποτρέψει τα παραπάνω, το ελληνικό ναυτικό προσπάθησε να επιβάλλει αποκλεισμό των Στενών την άνοιξη του 1921 αλλά οι ανθέλληνες Σύμμαχοι κύρηξαν ως αντίμετρο την ουδετερότητα της Κωνσταντινουπόλεως, του Βοσπόρου και των Στενών. Έτσι, με τις ευλογίες των μισελλήνων μασόνων «φίλων» μας ανοίχθηκε για τους Τούρκους ο δρόμος από την Ευρώπη στη Μικρά Ασία και αποκλείσθηκε επίσημα η Κωνσταντινούπολη ως βάση εφοδιασμού της Ελλάδας προς τα μέτωπα Νικομήδειας και Προύσας. Επίσης η αποστολή αφθόνου πολεμικού υλικού από τη Σοβιετική Ρωσία στους φίλους της κεμαλικούς συνεχίστηκε εντατικότερα όλο τον Μάιο του 1921. Επιπλέον, στις 29 Ιουνίου του 1921 δόθηκε στην κυβέρνηση της Άγκυρας η δεύτερη δόση των πέντε εκατομμυρίων χρυσών ρουβλίων από τη Μόσχα των Μπολσεβίκων. Οι Τούρκοι έλαβαν από τους Μπολσεβίκους 327 πυροβόλα, 40.000 τυφέκια, 150.000 οβίδες, 63 εκατομμύρια φυσίγγια, και εκατοντάδες τόνους καυσίμων.

Τώρα θα εξετάσουμε περιληπτικά εδώ  το πρώτο στάδιο της μεγάλης μάχης, την προετοιμασία και το σχεδιασμό. Ιούνιος, αρχές Ιουλίου 1921. Ο ελληνικός στρατός  υπό τον αντιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα που είχε διαδεχθεί τον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο στην διοίκηση της μεγάλης Στρατιάς της  Μικράς Ασίας, ετοιμάζει την γενική επίθεσή του με τρία σώματα στρατού και σημεία εξόρμησης τη θρυλική Προύσα και το Ουσάκ. Στόχος ήταν η κατάληψη και απελευθέρωση του Κοτυαίου (της Κιουτάχειας), του Δορυλαίου (Εσκί Σεχίρ) και του  Ακροϊνού (Αφιόν Καραχισάρ). Ο τελικός σκοπός ήταν να εφαρμοστεί η τακτική της «ηλάγρας» (τανάλιας) και να περικυκλωθούν οι τουρκικές δυνάμεις του Ισμέτ Πασά, του αποκληθέντος «Ινονού».

Η φιλοκυβερνητική, βασιλόφρων εφημερίδα «Πολιτεία» των Εθνικιστών Σπύρου Αλιμπέρτη και Θεολόγου Νικολούδη, είχε την πρωτιά της ανακοίνωσης για την έναρξη της ολύμπιας εξόρμησης με κύριο τίτλο της: «Η ΕΠΙΘΕΣΙΣ ΑΡΧΙΣΕ, ΕΞΟΡΜΗΣΙΣ ΑΠΟ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ» και υπότιτλο: «Ο ΘΕΟΣ ΑΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΠΛΑ !». Ο γνωστός μας «φιλελληνοανθέληνας» Churchill θα γράψει αργότερα πως «η εκστρατεία αυτή, ήταν η μεγαλύτερη που έχει αναληφθεί από την Ελλάδα από την εποχή των κλασσικών χρόνων».(Winston Spencer Churchill, «The World Crisis: the Aftermath», Λονδίνο 1929) 

Οι πρώτες πληροφορίες για την ελληνική επίθεση θορύβησαν τον Kemal, ο οποίος διέβλεψε ορθά τις κυκλωτικές προθέσεις του ελληνικού επιτελείου. Έτσι έκρινε απαραίτητο να επισκεφθεί αυτοπροσώπως τον Ismet πασά στην Κιουτάχεια και (αν χρειαστεί), να τον πείσει για την ανάγκη, άμεσης συμπτύξεως προς τα ανατολικά. Ο Kemal έφθασε στην Κιουτάχεια στις 2 Ιουλίου και βρήκε τον Ismet απόλυτα σύμφωνο με τις απόψεις του, οπότε επέστρεψε σιδηροδρομικώς στην Άγκυρα.(Οικονόμου Νικόλαος, «Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία», στο «Ιστορία Ελληνικού Έθνους», Τόμος ΙΕ΄, Αθήνα 1978, σ. 174) 

Είναι η τρίτη απόπειρα των Ελλήνων να απελευθερώσουν το Δορύλαιον. Οι προηγούμενες το Δεκέμβριο του 1920 και τον Μάρτιο του 1921 είχαν αποτύχει. Τώρα πλέον ανεφοδιάστηκε πολύ καλά το στράτευμα και κλήθηκαν νέες κλάσεις εφέδρων, οπότε έτσι στις 2 Ιουλίου ξεκ’ινησε η ευρεία ελληνική επίθεση, η ελληνική ακάθεκτη προέλαση. Μέσα σε λίγες ημέρες σαν «κεραυνός» …. διδάσκοντας πρόωρα το «Blitz Krieg», τον Αστραπιαίο πόλεμο, πριν τον συλλάβουν και εφαρμόσουν οι Γερμανοί στον Β΄Μεγάλο Πόλεμο, απελευθερώνεται η θρυλική Κιουτάχεια σε δύο μόλις ημέρες. Στις 2 Ιουλίου ξεκινάει η επίθεση. Στις 4 Ιουλίου οι γαλανόλευκες είχαν βγει κυματίζοντας στον αέρα της Κιουτάχειας. Οι ελληνικές δυνάμεις  προελαύνουν με κατεύθυνση το Δορύλαιο και το Ακροϊνό. Η τουρκική διοίκηση φοβούμενη και έχοντας αντιληφθεί τις ελληνικές προθέσεις διατάσει αναδίπλωση ανατολικά ώστε να αποφύγει τον εγκλωβισμό από τον ελληνικό στρατό.

Το επιτελείο της Στρατιάς, εξέλαβε την συντεταγμένη υποχώρηση του τουρκικού στρατού ως φυγή και νόμισε πως αυτός αποσύρεται προς το Εσκί Σεχίρ. Γι’ αυτό στις 4 Ιουλίου διέταξε τη συγκρότηση «Μεικτού Αποσπάσματος», συνισταμένου από την Ταξιαρχία Ιππικού και το 14ο σύνταγμα Πεζικού, ενισχυμένο με 4 πυροβόλα των 65χλστων, για να κινηθεί από Ακ-Ιν προς Βορρά και να αποκόψει τη φυγή του εχθρού. Η δύναμη αυτή όμως ήταν ανεπαρκής να εμποδίσει την υποχωρητική πορεία τόσο ισχυρών δυνάμεων του τουρκικού στρατού και μάλιστα σε έδαφος ορεινό και δύσβατο. ΄Έτσι οι Τούρκοι κατόρθωσαν να την απωθήσουν.

Ο Ismet πασάς μετά την απώθηση του Μεικτού Αποσπάσματος στο Ουτς-Σεράϊ (Üçsaray) στις 5 Ιουλίου, απαλλάχθηκε από την απειλή στα αριστερό του. Ο αρχηγός του τουρκικού Επιτελείου Φεβζί Τσακμάκ πασάς (Fevzi Çakmak, μετέπειτα Πρωθυπουργός στην Κυβέρνηση της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της νεοσύστατης Τουρκικής Δημοκρατίας, άμεσος διάδοχος του Μουσταφά Κεμάλ και πρώτος αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας από το 1923 ως το 1944 όταν και αποστρατεύτηκε) διαπίστωσε τα μεγάλα κενά μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων και υπέδειξε στον Ismet να επιχειρήσει γενική αντεπίθεση στα ανατολικά του Εσκί-Σεχίρ (Δορύλαιο). Ο Kemal, σε νέα επίσκεψή του στις 6 Ιουλίου στο μέτωπο, ενέκρινε το σχέδιο. Προς τον σκοπό τούτο, ο Ismet εκτέλεσε επιθέσεις αντιπερισπασμού στις 6 και 7 Ιουλίου εναντίον μονάδων του Α΄ Σώματος Στρατού (ΣΣ) και Β΄ ΣΣ και συγκέντρωσε τον κύριο όγκο των δυνάμεών του ανατολικά της γραμμής Εσκί-Σεχίρ και Σεϊντή-Γαζή.

Η τουρκική ανωτάτη ηγεσία υπολόγιζε εύλογα πως ο ελληνικός στρατός είχε καταπονηθεί αρκετά από τις πορείες και τους συνεχείς αγώνες, πως η δύναμή του είχε ελαττωθεί εξαιτίας των απωλειών και ότι το ηθικό του είχε κλονιστεί, λόγω της διαφυγής του τουρκικού στρατού. Επιπλέον λόγω της απομάκρυνσης του στρατού μας πάνω από 200 χλμ από το κέντρο εφοδιασμού του Ουσάκ, πίστευε ότι ο ανεφοδιασμός του σε πυρομαχικά ήταν δυσχερής, καθόσον μάλιστα δεν υπήρχαν οδοί βατές σε τροχό ! Έτσι αποφάσισε να δώσει την αποφασιστική μάχη στη γραμμή Μποζ-Νταγ-ανατολικά Εσκί-Σεχίρ. Αντίθετα η ελληνική ανώτατη διοίκηση, που είχε εγκατασταθεί στην Κιουτάχεια, δεν προέβλεψε τη δυνατότητα ανασύνταξης και αντεπίθεσης των Τούρκων αλλά αντίθετα πίστευε σφαλερά ότι αυτές βρισκόταν σε κατάσταση διάλυσης.(Γενικό Επιτελείο Στρατού-Γ.Ε.Σ./ Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού-Δ.Ι.Σ., «Επίτομη Ιστορία της Εκστρατείας στη Μικρά Ασία 1919-1922», Αθήνα 2001, σελίδα 315)

Η ελληνική διοίκηση παρερμηνεύοντας τραγικά και τις εδαφικές προόδους και την εγκατάλειψη πόλεων και συγκοινωνιακών κόμβων από τους Τούρκους, θεωρούσε τον εχθρικό στρατό αν όχι υπό διάλυση τουλάχιστον σε κρίσιμη θέση. Αντιμετώπισε λοιπόν με ανόητη έκπληξη την τουρκική επίθεση της 8ης  Ιουλίου. (Μαργαρίτης Γιώργος, «Οι πόλεμοι» στο «Ιστορία της Ελλάδας του 20ου  αιώνα», τόμος Α΄, μέρος 2ο , Αθήνα 1999, εκδόσεις Βιβλιόραμα,  σελίδα 181) 

Το πρωί της 8ης Ιουλίου έγινε η πρώτη τουρκική επίθεση, στα νότια του Εσκί-Σεχίρ. Η προσπάθεια του στράφηκε στο διάκενο μεταξύ των Γ΄ και Α΄ Σωμάτων Στρατού. Όμως η παρουσία στο σημείο της τρομερής Ταξιαρχίας Ιππικού επιβράδυνε την τουρκική επίθεση, μέχρι της επεμβάσης της Ι Μεραρχίας Πεζικού. Ο διοικητής της, συνταγματάρχης Αθανάσιος Φράγκου, έλαβε την πρωτοβουλία και επιτέθηκε άμεσα με τα τρία συντάγματά του εναντίον των τουρκικών φαλάγγων, τις έτρεψε σε φυγή, κυρίευσε 4 πυροβόλα και συνέλαβε 1100 αιχμαλώτους ! Οι Τούρκοι αιφνιδιασμένοι από την άμεση συντριπτική αντίδραση της Ι μεραρχίας, υποχώρησαν με αταξία, έχοντας βαριές απώλειες (700 νεκρούς). Η Ταξιαρχία Ιππικού επεχείρησε καταδίωξη, βλήθηκε όμως κατά λάθος από το φίλιο πυροβολικό και αναγκάσθηκε να καλυφθεί. Μόνο μία επιλαρχία του 3ου  Συντάγματος Ιππικού, υπό τον επίλαρχο Τσαγκαρίδη και βορειότερα μία ίλη του ιλάρχου Ασημάκη ενήργησαν ορμητική επέλαση σπαθίζοντας τους Τούρκους φυγάδες. Η ΙΙ Μεραρχία Πεζικού  δέχθηκε σφοδρή εχθρική επίθεση, την οποία απέκρουσε και το 7ο  Σύνταγμα Πεζικού στο αριστερό της, εκτέλεσε με πρωτοβουλία του, ορμητική αντεπίθεση καταδιώκοντας τους Τούρκους. Η ενέργεια αυτή απάλλαξε από ισχυρή πίεση τη γειτονική Χ Μεραρχία του Γ΄ ΣΣ. Η ΧΙΙ Μεραρχία Πεζικού επιτέθηκε με τα 41ο  και 46ο  Συντάγματα της και κατέλαβε τα υψώματα Αλπανός και Τακταλή-Μπαμπά, αποκόβοντας τον σύνδεσμο μεταξύ των IV και ΧΙΙ τουρκικών Ομάδων Μεραρχιών. Οι διοικητές των μεραρχιών του Α΄ ΣΣ, οι οποίες δέχθηκαν την κύρια προσπάθεια της τουρκικής επίθεσης, αντέδρασαν άμεσα και αποτελεσματικά και η διοίκηση του Σώματος, εκτιμώντας ως επιτυχή την εξέλιξη της μάχης, δεν επενέβη !

Όμως, όπως σε όλη την διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας έως την Καταστροφή, θα διαπιστωθεί και πάλι ο προβληματικός τρόπος διοίκησης της ελληνικής πλευράς. Όπως ομολόγησε ο στρατηγός Παπούλας, η Στρατιά αιφνιδιάστηκε στρατηγικά και τακτικά το πρωί της 8ης  Ιουλίου: «Ο εχθρός με την θαρραλέαν επίθεσίν του κατά του Γ΄ΣΣ, αι προσβληθείσαι δυνάμεις του οποίου αναμφιβόλως θα εκάμπτοντο, εάν εν τω μεταξύ δεν κατέφθανον συντόμως η Ι μεραρχία και η ταξιαρχία Ιππικού, αίτινες ριφθείσαι εγκαίρως εις τον αγώνα συνέτειναν τα μέγιστα εις την ανατροπήν του εχθρού, όστις ηττηθείς κατά κράτος εγκατέλειψε πλέον τον αγώνα…». Αλλά ο στρατηγός Παπούλας επιρρίπτει και βαριές ευθύνες στους υφισταμένους του, διοικητές Σωμάτων Στρατού και Mεραρχιών για την μη καταδίωξη του εχθρού: «Χάρις εις τα κολοσσιαία σφάλματα ενίων εκ των διοικητών του, οίτινες ως απεδείχθη, ουχί μόνον ήσαν άμοιροι πολέμου αλλά και της στοιχειώδους ψυχραιμίας εστερούντο διά να οδηγήσωσι θαρραλέοι τον ανδρείον και αδάμαστον εκείνον στρατόν εις την πραγμάτωσιν των σκοπών του, ο εχθρός κατόρθωσε να διαφύγει». («Η αγωνία ενός έθνους», Τόμος Β’ / δεν εκδόθηκαν άλλοι τόμοι, Αναστάσιος Παπούλας, Ιωάννης Πασσάςδημοσιογράφος αρχισυντάκτης της Εφημερίδος «Αθηναϊκής», Αθήνα, Εκόσεις Καρανάσου, 1925, σελίδες 105-106)

Απαξιωτικές κατηγορίες για τους ανωτάτους διοικητές μεγάλων μονάδων της Στρατιάς από τον Αρχιστράτηγο, αλλά υποτίθεται πως ο ίδιος  τους είχε επιλέξει, οπότε είχε και την ευθύνη να τους απαλλάξει από τα καθήκοντά τους εφόσον έκρινε πως υστερούσαν! Όμως αποφεύγει να αναφέρει τις βέβαιες δικές του ευθύνες ή παραλείψεις για τη μεγάλη αυτή μάχη. [Ο Παπούλας προσχώρησε στη βενιζελική παράταξη και αργότερα έγινε υποστηρικτής της αβασίλευτης δημοκρατίας. Το 1935 συνελήφθη για τη συμμετοχή του στο αποτυχημένο κίνημα της 1ης  Μαρτίου 1935 των Πλαστήρα-Βενιζέλου, καταδικάστηκε σε θάνατο και τελικά εκτελέστηκε, δια τουφεκισμού παρόλο που είχε δοθεί χάρη. Η εκτέλεσή του θεωρήθηκε ως εκδίκηση των αντιβενιζελικών στις εκτελέσεις των έξι το 1922, στη δίκη των οποίων ήταν μάρτυρας κατηγορίας]

Η μάχη κορυφώθηκε στις 8 και στις 9 Ιουλίου 1921. Το πρωί της 8ης  Ιουλίου οι Τούρκοι ξεκινούν αιφνιδιαστική αντεπίθεση. Προσπαθούν να πλήξουν την ελληνική πρώτη γραμμή και να επιβραδύνουν την κεραυνοβόλο προέλαση των ελληνικών όπλων. Παρά την απουσία της Ανώτατης Διοίκησης από το μέτωπο, οι Έλληνες αξιωματικοί παίρνουν πρωτοβουλία. Αντίθετα, ο Κεμάλ ήταν πάντα κοντά στα θέατρα των επιχειρήσεων, όπως και ο Ινονού. Η  ελληνική Ανώτατη Διοίκηση ήταν πολύ πιο πίσω. Και αν οι Τούρκοι τελικώς κατάφεραν αυτό που κατάφεραν, δηλαδή  να καταστρέψουν τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, οφείλεται καθαρά στην ηγεσία τους. Δηλαδή στον δαιμόνιο και αποφασιστικό αρχιχασάπη του Ελληνισμού Κεμάλ, ο οποίος αργότερα παραδέχθηκε δημόσια ότι «δεν νικήσαμε τον γενναίο Έλληνα στρατιώτη στη Μικρά Ασία, αλλά τη στρατιωτική του Ηγεσία».

Παρά λοιπόν αυτήν την απουσία της Ανωτάτης Διοικήσεως, οι Έλληνες αξιωματικοί του μετώπου έπαιρναν άμεσα την απαιτούμενη τακτική πρωτοβουλία. Οι στρατηγοί των μονάδων συνεργάζονται άψογα, οργανώνουν αντεπίθεση, ανατρέπουν τους Τούρκους που ως τότε ήταν επιτιθέμενοι, τους κυνηγούν και μετατρέπουν την επίθεση και την ασφυκτική πίεση του εχθρού σε υπερήφανη νίκη. Καταδιώκουν απηνώς τους Τούρκους, «….μέχρι του τελευταίου στρατιώτη, μέχρι του τελευταίου όνου». Ετσι έχει εύστοχα ειπωθεί, ενώ μέχρι το βράδυ της 9ης Ιουλίου το θρυλικό Δορύλαιον είναι υπό ελληνικό έλεγχο. Εδώ δεν ήταν καθόλου υπερβολή, ούτε η συνήθης πομπώδης ρητορεία και ενίοτε ψευδολογία του όταν ο Σμυρνιός δημοσιογράφος, πολιτικός και κατόπιν Υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Καψής έγραψε στο βιβλίο του «Χαμένες πατρίδες» πως, «από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχαν τα φρυγικά οροπέδια να δουν τέτοιους πολεμιστές». Οι κεμαλικές δυνάμεις υποχωρούν ταχέως ενώ η ταξιαρχία Ιππικού μας τους κατεδίωκε ανατολικά του ποταμού Σαγκαρίου όπου κατέφυγαν για να σωθούν.

Το βράδυ της 8ης  Ιουλίου όλες οι τουρκικές επιθέσεις είχαν αποκρουστεί με επιτυχία και ο Ismet πασάς, επειδή αντιλήφθηκε ότι το αριστερό του κινδυνεύει να υπερφαλαγγιστεί από το Β΄ΣΣ, διέταξε γενική υποχώρηση που εκτελέστηκε με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα και σε πολλές περιπτώσεις με αταξία. Ο ελληνικός στρατός βλακωδώς δεν εκτέλεσε συστηματική καταδίωξη του εχθρού διότι ….. δεν διατάχθηκε από το επιτελείο της ΣΜΑ, το οποίο βρισκόταν μακράν του πεδίου της μάχης. Μόνο κατά τόπους μερικές μονάδες, με πρωτοβουλία των διοικητών τους (Ι, VΙΙ,Χ Μεραρχίες Πεζικού, 3ο Σύνταγμα Ιππικού) καταδίωξαν τους Τούρκους και συνέλαβαν αιχμαλώτους. Τα ξημερώματα της 9ης  Ιουλίου η Στρατιά εξέδωσε επιτέλους «Διαταγή Επιχειρήσεων» προς τα τρία Σώματα Στρατού με σκοπό την καταδίωξη του εχθρού που υποχωρούσε αλλά μόνον η ΧΙΙΙ μεραρχία ήλθε σε επαφή με συμπτυσσόμενες τουρκικές δυνάμεις εκείνη τη μέρα. Οι Τούρκοι δε σταμάτησαν την υποχώρησή τους παρά μόνον όταν έφθασαν στην ανατολική όχθη του Σαγκαρίου. Στις 10 Ιουλίου, η ΣΜΑ ανέστειλε την καταδίωξη αφού άλλωστε κάθε επαφή με τον εχθρό είχε χαθεί για να μπορέσουν οι ελληνικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν, να ανεφοδιασθούν και να αναπαυθούν. (Γενικό Επιτελείο Στρατού-Γ.Ε.Σ./ Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού-Δ.Ι.Σ., «Επίτομη Ιστορία της Εκστρατείας στη Μικρά Ασία 1919-1922»,  σελίδες 260-262)

Οι απώλειες του ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων Ιουνίου-Ιουλίου 1921 ήταν σοβαρές και ανήλθαν σε 1.491 νεκρούς, 6.472 τραυματίες και 110 αγνοούμενους. [Αξιωματικοί: Νεκροί 63, τραυματίες 190, αγνοούμενοι 7, σύνολο 260. Οπλίτες: Νεκροί 809, τραυματίες 3.472, αγνοούμενοι 511, σύνολο 4.792. Οι αγνοούμενοι ήταν κατά βάση νεκροί που δεν αναγνωρίστηκαν. Διαχρονικά ήμασταν … ελεεινοί με το ζήτημα της αναγνώρισης, περισυλλογής και ταφής των νεκρών. Σοβαρός, πλην άγνωστος εκ των τραυματιών κατέληξαν είτε κατά την διακομιδή τους, είτε στα στρατιωτικά νοσοκομεία.

Επιπλέον, οι σοβαρές απώλειες που υπέστη ο τουρκικός στρατός, μεταδόθηκαν πολύ διογκωμένες στα ανακοινωθέντα της ΣΜΑ και δημιούργησαν τέτοια αισιόδοξη εντύπωση, ώστε να θεωρηθεί από την ελληνική κυβέρνηση το πολεμικό έργο ολοκληρωμένο στη Μικρά Ασία ! Στη δημιουργία αυτής της εντύπωσης συνέτεινε σημαντικά και η έκθεση του συνδέσμου της κυβέρνησης με τη Στρατιά, υποστρατήγου του Μηχανικού και αποφοίτου της Βερολινείου Ακαδημίας Πολέμου Ξενοφώντος Στρατηγού. Η υπερβολική και αστήρικτα αισιόδοξη αυτή έκθεση, η οποία συντάχθηκε αμέσως μετά την λήξη των επιχειρήσεων, υπολόγιζε τη φθορά της τουρκικής στρατιάς τουλάχιστον στο 1/3 της δύναμής της. (σελίδες 262-263 του προαναφερθέντος βιβλίου). 

Σε αυτήν ο Ξενοφών Στρατηγός, κάνει λεπτομερή καταγραφή των προετοιμασιών του ελληνικού στρατού, της εξόρμησης του Ιουνίου, των πορειών και των μαχών μέχρι και τις 8 Ιουλίου 1921. Περατώνει την έκθεσή του με εκτιμήσεις για τις εχθρικές απώλειες και ευχολογιακή αισιοδοξία ανάρμοστη για έναν εμπειροπόλεμο αξιωματικό λίαν υψηλής γενικής και στρατιωτική μορφώσεως: «Η φθορά, ην υπέστη ο εχθρός, υπήρξε σοβαροτάτη υπολογιζομένη εις το 1/3 τουλάχιστον της δυνάμεως αυτού και απώλεσε 50 πυροβόλα…» και την άκρως αισιόδοξη για την ελληνική πλευρά διαπίστωση: «…Τοιούτον υπήρξε το τέλοςτης κεμαλικής στρατιάς, η δε πλήρης διάλυσις και των εναπομεινάντων λειψάνων της δε θα βραδύνει να επέλθει». (Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ, Φ. 367/Θ/5, «Γενική Επισκόπησις της Στρατιωτικής καταστάσεως την 12η Ιουλίου 1921», Ξενοφών Στρατηγός, Κιουτάχεια 12 Ιουλίου 1921, σελίδα  19)  

Η ανωτέρω έκθεση, που εκ των υστέρων αποδείχθηκε μετά βεβαιότητος υπερβολική, επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις και της κυβέρνησης αλλά και του βασιλέως Κωνσταντίνου ως προς την επικρατούσα στρατιωτική κατάσταση στη Μικρά Ασία, διότι ο Ξενοφών Στρατηγός έχαιρε μεγάλου κύρους στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Ο ίδιος αργότερα …. δικαιολογήθηκε, γράφων ότι «οι νίκες υπήρξαν μεν μεγάλες, όχι όμως τόσο όσο ανέφεραν αρχικά τα εν επαφή με τον εχθρό ευρισκόμενα Σώματα, από τα στοιχεία των οποίων συντάσσονταν τα ανακοινωθέντα». Καλό μακροπρόθεσμο στρατιωτικό αποτέλεσμα ήταν ότι η στρατιωτική κατάσταση της ΣΜΑ βελτιώθηκε σημαντικά, διότι ήρθη το μέγα μειονέκτημα του χωρισμού της σε δύο ασύνδετες ομάδες. Εφεξής η Στρατιά θα βρισκόταν συγκεντρωμένη και υπό ενιαία διοίκηση.

Οι Τούρκοι είχαν πολύ υψηλότερες απώλειες σε αριθμό, ενώ και 4.000 εξ αυτών συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, οι οποίοι πέταξαν τα όπλα και παραδόθηκαν στους Έλληνες. Αυτά θα έπρεπε να θυμούνται οι μεγαλόστομοι φαναφαρόνοι ανθέλληνες πολιτικοί τους που θέλουν να βάλουν τον τουρκικό λαό σε περιπέτειες μαζί μας και μας λένε πολλές φορές  ότι «θα έρθουν ξαφνικά ένα βράδυ».

Η μεγαλειώδης ελληνική επίθεση είχε πετύχει στον πρώτο αντικειμενικό της σκοπό, την κατάληψη δηλαδή των σιδηροδρομικών κόμβων Εσκί-Σεχίρ και Αφιόν-Καραχισάρ. Δεν πέτυχε όμως στον δεύτερο και κύριο σκοπό της, την εξουδετέρωση των εχθρικών δυνάμεων. Η κατάληψη των σιδηροδρομικών κόμβων Εσκί-Σεχίρ, Κιουτάχειας, Αφιόν Καρά-Χισάρ εξασφάλισε τον ανεφοδιασμό της ελληνικής Στρατιάς και ταυτόχρονα διέκοψε για τους Τούρκους την σιδηροδρομική επικοινωνία ανάμεσα στην Άγκυρα και στο Ικόνιο. Τα αποτελέσματα όμως υπήρξαν κυρίως εδαφικά και παρά τις ελληνικές τακτικές επιτυχίες, οι τουρκικές δυνάμεις μπόρεσαν να διαφύγουν έστω και με μεγάλες απώλειες σε προσωπικό, υλικό και μέσα. Ο τουρκικός στρατός ηττήθηκε κατ’ επανάληψη στο τακτικό πεδίο αλλά ούτε συνετρίβη, ούτε διαλύθηκε ! Η φθορά του δεν ήταν ανεπανόρθωτη. Αμύνθηκε αρχικά στην Κιουτάχεια, εν συνεχεία συμπτύχθηκε ανατολικά του Εσκί-Σεχίρ για να αποφύγει την κύκλωση και με την επιθετική επιστροφή της 8ης  Ιουλίου απέδειξε ότι αφενός μεν διατηρούσε την μαχητική του ικανότητα, αφετέρου δε διευκόλυνε την μεταφορά των υλικών του στην Άγκυρα, προ της οποίας εγκαταστάθηκε ακωλύτως. Το μικρασιατικό πρόβλημα παρέμενε άλυτο από στρατιωτική άποψη εφόσον ο Mustafa Kemal εξακολουθούσε να διαθέτει ισχυρά οργανωμένο στρατό.

Για την μάχη της 8ης Ιουλίου, τη μεγαλύτερη εκ παρατάξεως μάχη του μικρασιατικού αγώνα, μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: Ο αρχηγός του τουρκικού Γενικού Επιτελείου Φεβζί Τσακμάκ, είδε στην αραιή διάταξη της ελληνικής Στρατιάς ως μεγάλη ευκαιρία και διέταξε αμέσως τον επιχειρησιακό διοικητή του δυτικού μετώπου Ismet να επιτεθεί κατά κρίση του. Εκείνος μελέτησε σε βάθος, προπαρασκεύασε μεθοδικά την επιχείρηση και επιτέθηκε. Παράλληλα ο Kemal,ως διορισμένος Αρχιστράτηγος από την τουρκική εθνοσυνέλευση, ενέκρινε την τολμηρή επιχείρηση. Αυτή ήταν πολύ καλά μελετημένη και παρουσίαζε μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Ως βάση της είχε την αιφνιδιαστική επίθεση των τουρκικών δυνάμεων διαμέσου των κενών των ελληνικών Σωμάτων Στρατού, με σκοπό να τα διαχωρίσει και να τα συντρίψει μεμονωμένα. Η τουρκική ανωτάτη ηγεσία (Kemal, Fevzi, Ismet) έδειξε, για άλλη μια φορά, την αξία της αλλά οι έμπειροι Έλληνες μαχητές με τον ακλόνητο ενθουσιασμό και την θεϊκή τους γενναιότητά ανέτρεψαν τα σχέδιά της. Η τύχη ευνόησε την ελληνική πλευρά εκείνη την ημέρα, όπως πράττει πάντα με τους τολμηρούς.

Χωρίς να παραβλέπονται οι σημαντικές αντικειμενικές δυσχέρειες που αντιμετώπισε η ελληνική πλευρά (δράση σε άγνωστη και εχθρική περιοχή, κάλυψη μεγάλων αποστάσεων, επιμήκυνση των γραμμών ανεφοδιασμού, δυσχέρειες στις επικοινωνίες, κόπωση στρατευμάτων) και τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα του εχθρού, διαπιστώνεται πως η τουρκική ανωτάτη διοίκηση και ειδικά οι Τούρκοι επιτελικοί αξιωματικοί, υπερείχαν των Ελλήνων συναδέλφων τους στον σχεδιασμό των επιχειρήσεων και στην εκτέλεση των στρατιωτικών σχεδίων. Οι Τούρκοι είχαν πάντα τα στρατηγεία τους (Στρατιάς και Ομάδων Μεραρχιών) πλησίον των πεδίων των μαχών, ώστε επόπτευαν την εξέλιξή τους και επενέβαιναν άμεσα διά διαταγών στις επιχειρήσεις. Επέδειξαν μεγάλες ικανότητες στην εκτέλεση ελιγμών, υποχωρητικών μαχών και τολμηρών αντεπιθέσεων. Σε αυτό βοήθησε και η «ελαφριά» σύνθεση των μεραρχιών τους, σε αντίθεση με την «βαριά» των αντίστοιχων ελληνικών. [Η Μάχιμη δύναμη της κάθε Μεραρχίας μας αποτελούνταν από τη συνολική δύναμη των εννέα Ταγμάτων της. Η προβλεπόμενη δύναμη του Τάγματος ανερχόταν σε 25 αξιωματικούς και 949 οπλίτες. Στη μάχη εμπλέκονταν οι 3 Λόχοι κάθε Τάγματος προβλεπόμενης δύναμης το Μάρτιο του 1921 (3 Χ 198 άνδρες) και ο Λόχος Πολυβόλων προβλεπόμενης δύναμης 176 ανδρών.]

Τα ελληνικά στρατηγεία (Στρατιάς και Σωμάτων Στρατού) βρισκόταν μακράν των επιχειρήσεων, η ενημέρωσή τους με τα μέσα της εποχής (αναξιόπιστοι ασύρματοι) απαιτούσε πολύ χρόνο με αποτέλεσμα η αντίδρασή τους να είναι καθυστερημένη και ξεπερασμένη από τις εξελίξεις. Παράδειγμα, στην μάχη της 8ης Ιουλίου, το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο στην Κιουτάχεια, σε απόσταση πάνω από εκατό χιλιόμετρα δεν πληροφορήθηκε καν τη διεξαγωγή της ενώ το Στρατηγείο Δυτικού Μετώπου ήταν στο Καρά-Τοκάτ, λίγα χιλιόμετρα πίσω από την γραμμή της μάχης. Η ελληνική πλευρά έπασχε στον κρίσιμο τομέα της αποτελεσματικής διεύθυνσης των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Δυστυχώς αυτή η κορυφαία αδυναμία στο ελληνικό πολεμικό δόγμα διατηρήθηκε και στη συνέχεια του Μικρασιατικού πολέμου.

Η ελληνική νίκη ήταν καθαρή, αλλά όχι απόλυτη. Η μη συντονισμένη καταδίωξη των Τούρκων τους επέτρεψε να ανασυνταχθούν στην Άγκυρα. Ο ανεπαρκής Αριστοτέλης Βλαχόπουλος, διοικητής του Δευτέρου Σώματος Στρατού, κατηγορήθηκε για ολιγωρία και αντικαταστάθηκε από τον πρίγκηπα Ανδρέα, (ο οποίος μετά …. καταδικάστηκε για τη στάση του κατά τη διάρκεια της μεγάλης προέλασης και της μάχης του Σαγκαρίου,  οπότε απάντησε με την έκδοση του δικού του βιβλίου απαντώντας σε όλα αυτά). Η αντιβασιλική, η φιλοβενιζελική ή απροκάλυπτα βενιζελική παράταξη κατηγόρησε τον πρίγκηπα Ανδρέα ότι κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων του Σαγκαρίου, μέχρι που …. κάποια φορά κοιμόταν και αρνήθηκε να δει τον αγγελιοφόρο του Αρχιστρατήγου, (ο Πρίγκηπας Ανδρέας έχει απαντήσει διαφορετικά στο βιβλίο του).

Εξετάζοντας τη μάχη τώρα, μελετούμε την στρατηγική σημασία της και τι ακριβώς εσήμαινε η επιτευχθείσα νίκη. Η κατάληψη και απελευθέρωση του Εσκί Σεχίρ διέλυσε τις άμυνες των Τούρκων στη Δυτική Μικρά Ασία. Έκοψε τις γραμμές ανεφοδιασμού προς την Άγκυρα. Έδωσε την εντύπωση ότι η Άγκυρα ήταν πλέον εφικτός στόχος. Όμως αυτή η εντύπωση ήταν μια αισιόδοξη ευχολογιακή φαντασίωση και παγίδα, καθώς ήταν πλασματική, ανυπόστατη και δεν απηχούσε την ψυχρή στρατιωτική πραγματικότητα και τον διεθνοπολτικό ανθελληνισμό.

Οι «σύμμαχοι» της Ελλάδος, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία και Μεγάλη Βρετανία, όλοι είτε πρόδωσαν είτε πούλησαν τον Ελληνισμό και εξόπλισαν την Τουρκία. Η Ιταλία δεν περίμενε καν την εκλογική ήττα του Βενιζέλου για να εκφράσει τη δυσαρέσκεια της για την ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία. Η Γαλλία, ευθύς μόλις ο Κεμάλ επανέφερε ουσιαστικά το παλαιό καθεστώς των «Διομολογήσεων» και αφού προέβαλε τυπική, για την τιμή των όπλων αντίσταση, στην Κιλικία, συντάχθηκε με τους κεμαλικούς και τα λιγοστά της στρατεύματα έφυγαν από τη Μικρά Ασία, αφήνοντας όμως στους Τούρκους τον βαρύ τους οπλισμό. Οι Βρετανοί επίσης, οι οποίοι με στοιχειώδεις δυνάμεις κρατούσαν την βορειοδυτική Μικρά Ασία, αποχώρησαν, επιφορτίζοντας με την ευθύνη αυτή στην Ελλάδα, η οποία ανέπτυξε εκεί το Γ’ Σώμα Στρατού. Η Βρετανία, με τη σύμπραξη Γαλλίας και της Ιταλίας διέκοψαν την προμήθεια του απαραίτητου πολεμικού υλικού στην Ελλάδα. Μετά δε τις εκλογές του 1920 έπαψαν να αναγνωρίζουν στην Ελλάδα τα δικαιώματα του εμπολέμου, καθώς και το δικαίωμα νηοψίας στα εμπορικά τους πλοία που εφοδίαζαν τον Κεμάλ, με πολεμικό υλικό. Βρετανοί επιχείρησαν να επιτύχουν μια διπλωματική λύση του μικρασιατικού, οργανώνοντας την συνδιάσκεψη του Λονδίνου. Πριν η συνδιάσκεψη ολοκληρωθεί, ο Γάλλος πρωθυπουργός Αριστείδης Μπριάν υπέγραψε με την κεμαλική αντιπροσωπία συμφωνία και η οποία προέβλεπε την αναγνώριση της επαναστατικής κυβέρνησης του Μουσταφά Κεμάλ από τη Γαλλία. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε την κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ Γαλλίας και της κυβέρνησης της Αγκύρας και άλλα σχετικά με την Κιλικία, την εκκένωση αυτής από τους Γάλλους και προ πάντων το δικαίωμα προτεραιότητας της Γαλλίας σε τουρκικά ορυχεία καθώς επίσης και συμμετοχή της Γαλλίας στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις της Τουρκίας και με τον σκοπό να διαδεχθεί τη Γερμανία σε μεγάλο μέρος του σιδηροδρόμου της Βαγδάτης.

Μεγάλο δυστύχημα, υπήρξε γιά τον Ελληνισμό η πτώση της ρωσικής αυτοκρατορίας και του Αυτοκράτορος Νικολάου Β’ Ρομανώφ, ο οποίος εξοντώθηκε. Το γεγονός ήταν πραγματικά η ταφόπλακα για αυτή την κατάσταση. Ιταλοί και Γάλλοι παρέδωσαν τη νότια Μικρά Ασία στους Τούρκους. Τους έδωσαν πλήθος χρημάτων και πολεμικού υλικού, διμερή σύμφωνα όπως το Φραγκλέν – Μπουγιόν  [Franklin-Bouillon, που υπογράφηκε στις 20 Οκτωβρίου 1921 στην Άγκυρα μεταξύ της Γαλλίας και της κυβέρνησης του Κεμάλ Ατατούρκ. Ουσιαστικά σήμανε το τέλος της συμμαχίας της Γαλλίας με την Ελλάδα, καθώς αναγνώρισε το κεμαλικό καθεστώς, τερμάτισε τη γαλλοτουρκική σύρραξη στην Κιλικία και άνοιξε τον δρόμο για τη Μικρασιατική Καταστροφή]. Επίσης ήταν κατστροφική γιά τα ελληνικά συμφέροντα η πτώση του αυτοκρατορικού ρωσικού καθεστώτος και η ίδρυση της Σοβιετικής Ενώσεως, η οποία θεωρούσε τους Έλληνες εχθρούς λόγω της αποστολής δύο μεραρχιών μας στην Ουκρανία για τη διάσωση του Τσάρου. Ήταν πραγματικά τρομερό καθώς οι Μπολσεβίκοι έδωσαν στους κεμαλιστές αεροπλάνα, πολύ χρυσό και διακίνησαν εύκολα άφθονο  πολεμικό υλικό από τον Καύκασο προς τους Τουρκους. Ετσι ο θαυμαστός  Έλληνας στρατιώτης βρέθηκε τελικά χωρίς τα απαραίτητα εφόδια. Η Ελλάδα είχε κόψει το χρήμα, το χαρτονόμισμά της στα δύο. Αυτή ήταν μια ιδιότυπη και ευρηματική πράξη δανεισμού που σχεδίασε ο Υπουργός Οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης κόβοντας στη κυριολεξία σε δύο μέρη το χαρτονόμισμα. Το ένα κομμάτι διατήρησε τη μισή αξία του χαρτονομίσματος και το άλλο μετατράπηκε σε έντοκο δάνειο, εικοσαετούς διάρκειας.Δηλαδή, όσα χρήματα κρατούσε ο Έλληνας τότε, τα μισά πήγαιναν για τον πόλεμο, στη Μικρά Ασία και την απελευθέρωση του εκεί Ελληνισμού !

Έτσι βρέθηκαν αυτοί οι ηρωϊκοί-εθνομάρτυρες στρατιώτες να βαδίζουν προς την Άγκυρα τρώγοντας καπνιστές ρέγκες και παστό βακαλάο, μέσα στο καλοκαίρι υπό καιρικές συνθήκες καύσωνα μέσα στην Αλμυρά Έρημο στη Λυκαονία, με θερμοκρασίες που άγγιζαν ή και ξεπερνούσαν τους 40°C την ημέρα  ! Σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη πόσιμου νερού, ο διαρκής καύσων προκάλεσε τρομερά προβλήματα δίψας και ασθενειών στους στρατιώτες. «Γαλέτα» (διπλοφουρνιστό, σκληρό ψωμί) και Λιχνισμένο Σιτάρι ήταν  το βασικό τους φαγητό ήταν η γαλέτα. Όταν αυτή τελείωνε, οι στρατιώτες μάζευαν και λίχνιζαν σιτάρι από τα χωράφια των ντόπιων για να το βράσουν όπως-όπως. Το να τρως αλμυρά ψάρια κάτω από 40°C στην έρημο ήταν θανάσιμη παγίδα. Το νερό στην Αλμυρά Έρημο ήταν ελάχιστο και συχνά υφάλμυρο (γεμάτο αλάτι) ή μολυσμένο, προκαλώντας δυσεντερία και τύφο. Οι ηρωικοί μας στρατιώτες έτρωγαν το «Χορτάρι»: Σε στιγμές απόλυτης απόγνωσης, έβραζαν άγρια χόρτα ή ρίζες που έβρισκαν στο ξερό έδαφος για να ξεγελάσουν την πείνα τους. Φυσικά το μέλλον της «Μεγάλης πορείας προς Ανατολάς» ήταν επιεικώς τουλάχιστον δυσοίωνο αν όχι αδύνατο. Οι άθλιες συνθήκες διατροφής και η έλλειψη καθαρού νερού στην Αλμυρά Έρημο προκάλεσαν μια δεύτερη, «σιωπηλή» τραγωδία. Οι ασθένειες εξόντωσαν ή έθεσαν εκτός μάχης χιλιάδες στρατιώτες, συχνά πριν καν αντικρίσουν τον εχθρό. Οι κυριότερες ασθένειες που θέρισαν το στράτευμα ήταν οι εξής: Δυσεντερία (Η ασθένεια των βρώμικων χεριών και νερών) με τρομερό πόνο στην κοιλιά, πυρετό και ακατάσχετη διάρροια, που αφυδάτωνε τους άνδρες μέσα σε λίγες ώρες κάτω από τον καύσωνα, οδηγώντας πολλούς στο θάνατο –  Κοιλιακός Τύφος που μεταδιδόταν πολύ εύκολα από το μολυσμένο νερό και το φαγητό, αλλά και από τις μύγες που αφθονούσαν πάνω στα πτώματα των ζώων και τις ακαθαρσίες, με υψηλός πυρετό, παραλήρημα και ακραία εξάντληση, που επειδή δεν υπήρχαν αντιβιοτικά, ο τύφος εξαπλωνόταν «σαν πυρκαγιά» στα χαρακώματα και στις σκηνές, αποδεκατίζοντας ολόκληρες διμοιρίες – Σκορβούτο (έλλειψη βιταμινών) Η αποκλειστική διατροφή με ξερή γαλέτα, και καπνιστά ψάρια σήμαινε πλήρη απουσία φρέσκων φρούτων και λαχανικών (έλλειψη βιταμίνης C). Τα ούλα των στρατιωτών μάτωναν, τα δόντια τους έπεφταν, οι πληγές τους δεν έκλειναν και ένιωθαν μια μόνιμη, βαριά κόπωση. Οι πολεμιστές έχαναν τη δύναμή τους να κρατήσουν το όπλο ή να βαδίσουν κουβαλώντας τα σακίδιά τους -Ελονοσία (Θέρμη) το εξασθενημένο από την πείνα ανοσοποιητικό σύστημα των στρατιωτών δεν μπορούσε να αμυνθεί στα τσιμπήματα των κουνουπιών. Τη λοίμωξη ακολουθούσαν σφοδροί, περιοδικοί πυρετοί με ρίγος, ώστε χιλιάδες άνδρες κατέρρεαν στο έδαφος ανίκανοι να πολεμήσουν.

Όμως, παράλληλα με τις απερίγραπτες εχθρικές περιβαλλοντικές συνθήκες, τη νίκη τους οι Τούρκοι την χρωστούν κυρίως στις τέσσερις μεγάλες «συμμαχικές δυνάμεις». Πρέπει να ειπωθεί εδώ ότι δεν βοήθησαν τους Τούρκους μόνο τότε, αλλά από την αρχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας απαγόρευαν στον ελληνικό στρατό να κινηθεί ελεύθερα και να κατανικήσει τους Τούρκους, καθώς του επέτρεπαν να κινηθεί μόνο στο Βιλαέτι του Αϊδινίου, δηλαδή στην περιοχή της Σμύρνης, από το Αϊβαλί, (τις Κυδωνιές) μέχρι και το Αϊδίνιο. Επίσης αν έπρεπε να κάνει εκαθαριστικές επιχειρήσεις ο στρατός μας σε βάθος > 3 km, του έδιναν την άδεια προς τούτο μόνον μετά από …. έγκριση του συμμαχικού στρατηγείου. Ιδιαίτερο άντρο και λημέρι των Τούρκων του Κεμάλ ήταν η περιοχή που κατείχαν οι Ιταλοί. Εκεί εξώπλιζαν τους Τούρκους για να επιτίθονται εναντίον των Ελλήνων,  αυτοί οι υποτιθέμενοι τότε «σύμμαχοί» μας, οι … ασυγχώρητοι και αχαρακτήριστοι Ιταλοί. Οι Ιταλοί επιδίωξαν να εξασφαλίσουν εμπορικά προνόμια και ζώνες επιρροής στα νοτιοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας (Αττάλεια, Αλικαρνασσό και Μάκρη, απέναντι από τη Ρόδο). Ταυτοχρόνως η Ιταλία υιοθέτησε έντονα ανθελληνική στάση και έφσασε στο εαπίσχυντο σημείο να επιτρέπει στον Κεμάλ Ατατούρκ να στρατολογεί άνδρες από τις περιοχές που κατείχε. Μάλιστα, στην Αττάλεια η Ιταλία αποδέχθηκε την ίδρυση στρατοπέδου εκπαίδευσης των  δυνάμεων που συγκροτούσε ο Κεμάλ, ενώ ουσιαστικά του παρέδωσε τη χρήση των λιμανιών που κατείχε στην Αττάλεια και στο Κουσάντασι. Ταυτοχρόνως, αποδέχθηκε να ανοίξει ο Κεμάλ πρεσβεία (την ονόμαζαν «γραφείο αντιπροσωπεύσεως») στη Ρώμη, απ’ όπου συντονιζόταν η επιχείρηση αγοράς όπλων για τον στρατό που ετοίμαζε ο Ατατούρκ.) Κατανοώντας ότι η ελληνική παρουσία λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς τα δικά τους ιμπεριαλιστικά σχέδια, ευνόησαν το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα. Η Ιταλία, όπως και η Γαλλία, πραγματοποίησε άμεσες διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Άγκυρας, εγκαταλείποντας στην πράξη τη συμμαχική γραμμή και τις διεκδικήσεις της Συνθήκης των Σεβρών. Υπάρχουν ιστορικές αναφορές και αρχεία που τεκμηριώνουν ότι ιταλικές δυνάμεις προμήθευσαν με στρατιωτικό υλικό, καύσιμα και όπλα τα τουρκικά στρατεύματα του Κεμάλ κατά του Ελληνικού Στρατού. (Στη συνέχεια του πολέμου, τον Απρίλιο του 1922, οι Ιταλοί αποχώρησαν οριστικά από τις θέσεις τους στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία, αφήνοντας πίσω πολεμικό υλικό που ενίσχυσε άμεσα τους Τούρκους).

Η νίκη μας στο Εσκί Σεχίρ έδωσε το έναυσμα για τη Μεγάλη Εκστρατεία προς την Άγκυρα και τη μάχη του Σαγκαρίου το 1921.Ο ελληνικός στρατός διέβη το Σαγκάριο ποταμό και παρ’ όλη τη βοήθεια που έδωσαν Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Σοβιετικοί στους Τούρκους. Εάν δεν ήταν ο Παπούλας Αρχιστράτηγος και στην θέση του ήταν ήταν ο Παρασκευόπουλος ή κάποιος άλλος (όπως ο μετέπειτα Εθνικός Κυβερνήτης Μεταξάς), η Άγκυρα πιθανότατα θα είχε απελευθερωθεί από τους κεμαλικούς και θα ήταν άλλη η έκβαση του πολέμου. Ασφαλώς η Ιστορία δεν προχωρεί με εκτιμήσεις τύπου «τι θα γινόταν εάν», αλλά με ψύχραιμη ανάλυση και αποτίμηση και των πλέον πικρών γεγονότων.

Οι κύριες αιτίες της αποτυχίας της Μεγάλης Θερινής Επιθέσεως του ελληνικού στρατού το 1921 κατέστησαν προφανείς εκ των υστέρων: 1) Η αδυναμία της κυβέρνησης να κατανοήσει ότι η λύση του Μικρασιατικού ζητήματος θα επερόταν αποκλειστικώς και μόνον  δια των όπλων και όχι δια των διαπραγματεύσεων με επιόρκους, δολίους και ατίμους που παρίσταναν του …συμμάχους, όπως και τελικά συνέβη. 2) Η αδυναμία του εκάστοτε Διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας να λαμβάνει ενημέρωση και αποφάσεις επί αμέσου «πραγματικού χρόνου» περί των επιχειρησιακών και τακτικών ζητημάτων, με αποτέλεσμα αυτές να λαμβάνονται και να τροποποιούνται ελεύθερα από τους θεσμικά «ανεύθυνους» επιτελείς του ή και από υφιαταμένους του διοικητές. 3) Η δυνατότητα διαφόρων στατιωτικοπολιτικών παραγόντων εκτός της Στρατιάς να παρεμβαίνουν στο σχεδιασμό των επιχειρήσεων ! 4) Το χωροχρονικά λανθασμένο επιχειρησιακό σχέδιο δια του οποίου εκτελέστηκε η επιχείρηση. 5) Η παραίτηση του διοικητή της Στρατιάς και του επιτελάρχη του από τις αρχικές προϋποθέσεις που οι ίδιοι είχαν θέσει για την επιτυχή εκτέλεση της μεγάλης γενικής επιθετικής επιχειρήσεως, ήτοι η επιχείρηση να διεξαχθεί την άνοιξη και αφού προηγηθεί η ενίσχυση της Στρατιάς διά τριάντα χιλιάδων ανδρών. 6) Η διάθεση πέντε μόνο Μεραρχιών εκ των συνολικώς οκτώ της Στρατιάς για την εκτέλεση του σχεδίου και παράλλλα η μειωμένη μάχιμη δύναμη αυτών έναντι της προβλεπομένης εκ των πινάκων συνθέσεως, οργανώσεως και υλικού. (Ηταν σημαντικά μειωμένη έναντι της προβλεπομένης η μάχιμη δύναμη των Μεραρχιών που θα διεξήγαγαν τις επιχειρήσεις). 7) Η κατηγορηματική άρνηση του καθ΄όλα εξαιρετικού πατριώτη κια φιλολαϊκού εθνικόφρονος, αλλά εμμονικού ισχυρογνώμονα πρωθυπουργού Γούναρη να ενισχύσει τη Στρατιά με τις αναγκαίες δυνάμεις για να εκτελέσει τις επιχειρήσεις, μολονότι στην ηπειρωτική Ελλάδα υπήρχε διαθέσιμη μεγάλη στρατιωτική δύναμη. 8) Η εντελώς ανορθολογική απόφαση της κυβέρνησης να αρχίσουν οι επιχειρήσεις πριν την κατάταξη των εφέδρων και τη διάθεσή τους στις Μονάδες της Στρατιάς.

Η μάχη του Εσκί Σεχίρ δεν είναι απλώς μία έξοχη στρατιωτική νίκη. Είναι αξιοθαύμαστο σύμβολο του τι μπορεί να επιτύχει  ο Ελληνισμός ανά πάσα στιγμή, όταν έχει σχέδιο, πειθαρχία και εμπνευσμένη ηγεσία. Όμως, είναι συνάμα και υπενθύμιση πως κάθε επιτυχία χρειάζεται βάθος στρατηγικής προπαρακευής και εκμεταλλεύσεως για να παγιωθεί και να διατηρηθεί. Η ελληνική ανωτάτη ηγεσία έχασε δύο σημαντικές ευκαιρίες, στις 4 Ιουλίου μετά τις μάχες της Κιουτάχειας και στις 8 Ιουλίου μετά τη μάχη του Δορυλαίου, για να επιτύχει αποφασιστικό αποτέλεσμα επί του αντιπάλου. Ανάλογες ευκαιρίες δεν θα παρουσιαζόταν ξανά στον Μικρασιατικό αγώνα και ποτέ άλλοτε οι Έλληνες δεν φθάσαμε τόσο κοντά στην τελική νίκη!

Πρέπει να θυμόμαστε πως η Ιστορία δεν ξεχνά και ότι δεν πρέπει να την ξεχνάμε. Την γράφουν και την ξαναγράφουν οι Πιστοί και οι Τολμηροί!

Και ακόμη ποτέ δεν πρέπει να λησμονήσουμε το απόφθεγμα του Εθνάρχη μας Γέρου του Μωριά Θοδωρή Κολοκοτρώνη που έλεγε: «ξένο σπαθί δεν θα λευτερώσει την Ελλάδα»!

«Η Ελλάς δύναται να είναι υπερήφανος διά τα τέκνα της […], τους διοικητάς των Μεραρχιών, της Ταξιαρχίας [Ιππικού], των Μονάδων και Υπηρεσιών και […] τους αξιωματικούς και οπλίτας αυτών διά την περίλαμπρον νίκην, ην εδωρήσαντο εις την Πατρίδα μας και την χρυσήν σελίδα, ην προσέθεσαν εις την ιστορίαν αυτής».

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

200
fb-share-icon
Insta
Tiktok