ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

15–23 minutes

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ – Μέρος 1

Κατά μίαν  εκδοχή μετά την νικηφόρο λήξη της Μάχης των Πλαταιών ζητήθηκε από τον Σπαρτιάτη Αρχηγό των Ελλήνων Παυσανία να ανασκολοπίσει τον νεκρό Μαρδόνιο, ώστε να εκδικηθεί για τον Λεωνίδα του οποίου το κεφάλι είχαν καρφώσει σε πάσσαλο ο Ξέρξης και ο Μαρδόνιος. Ο Παυσανίας όμως αρνήθηκε αποκρινόμενος ότι «αυτές τις πράξεις τις κάνουν οι βάρβαροι και όχι οι Έλληνες»….

Αρχικώς η λέξη «Βάρβαρος» αναφερόταν στο αλλόγλωσσον. Η σταδιακή όμως συνειδητοποίηση των χαρακτηριστικών στοιχείων του Ελληνισμού και μάλιστα μετά την σύγκρουση με τους Βαρβάρους Πέρσες τον 5ον αιώνα π.Χ., απέδωσε σαφώς πολιτιστικό περιεχόμενο στις λέξεις «Έλλην» και «Βάρβαρος». Καλόν κ’ Αγαθόν, Αρετή, Λόγος, Σοφία, Ελευθερία, Κάλλος, Αρμονία, Μέτρον, Νόμος, έναντι δουλοφροσύνης, αλαζονίας, εξουσιασμού, ακαλλιέργητου πνεύματος, αμετρίας, ανομίας, αυθαιρεσίας.

Η πρωιμοτέρα επιβεβαιωμένη μορφή της λέξεως Βάρβαρος , είναι η μυκηναϊκή   pa-pa-ro γραμμένη στην συλλαβική γραφή «Γραμμική Β», την αρχαιοτέρα γνωστή ελληνική γραφή.

Ο Ηρόδοτος, περιγράφει στο υπέροχον έργο του«Ιστορίαι», βιβλίο 8, 144, 14-16, τα εθνικά χαρακτηριστικά των Ελλήνων: «αύτις δε το Ελληνικόν, εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον, και θεών ιδρύματά τε κοινά και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα» Με το επίθετο «βάρβαρος» συνδέεται στον Ηρόδοτο (βιβλίο 7, 35, 2) και το σημαντικό επίθετο «ατάσθαλος» (=κακός, μοχθηρός, υβριστής) «ενετέλλετο δέ ών ραπίζοντας λέγειν βάρβαρα τε και ατάσθαλα».

Χαρακτηριστικόν είναι το περιστατικό, όταν, επί Θεμιστοκλέους, ούτε αυτή η παράδοση της φιλοξενίας και της ιερότητας του προσώπου του πρέσβεως δεν διέσωσαν τον απεσταλμένο πρέσβη του Πέρση βασιλέως, του οποίου η θανάτωση απεφασίσθη με την αιτιολογία ότι «φωνήν Ελληνίδα βαρβάροις προστάγμασιν ετόλμησε χρήσαι» – «ετόλμησε να χρησιμοποιήσει την ελληνική γλώσσα σε βαρβαρικές προσταγές» !

Οι Περσικοί πόλεμοι κατέστησαν εντονότερη και πολύ πιο έκδηλη την αντίθεση του ελληνικού ήθους προς το βαρβαρικό. Ερμηνευτής της διαθέσεως και της στάσεως των Ελλήνων προς τους Βαρβάρους είναι αρχικά ο μαραθωνομάχος τραγικός Αισχύλος, (αδελφός του αειμνήστου Κυναίγειρου), ο μέγας Αισχύλος, ο οποίος αντιβάλλει το ελληνικό «μέτρον», την ελληνική «αρμονία» και την ελληνικήν «ελευθερία» προς την «αμετρία», τη «χλιδή» και τη «δουλοφροσύνη» των βαρβάρων και εξαίρει την εσωτερική αντίθεση της ελληνικής φύσεως προς τη βαρβαρική, την αντίθεση του χαρακτήρος του ελληνικού λαού προς τον λαόν των Βαρβάρων.Το βίωμα των Περσικών πολέμων ετόνωσε τη συνείδηση της πνευματικής και ηθικής ενότητος των Ελλήνων και εδημιούργησε τάσεις πανελλήνιας εθνικής πολιτικής. Παράλληλα άρχισε να μορφοποιείται και η συνείδηση της ηθικής καταπτώσεως των Βαρβάρων.

Πολλά έτη αργότερα,  κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυτοκράτορος Αυγούστου ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Έλλην ιστορικός και δάσκαλος της ρητορικής, γράφει στην «Ρωμαϊκή αρχαιολογία» του, (1,89,4): «Ως μήτε φωνήν Ελλάδα φθέγγεσθαι, μήτε επιτηδεύμασιν Ελλήνων χρήσθαι, μήτε θεούς τους αυτούς νομίζειν, μήτε νόμους τους επιεικείς, ώ μάλιστα διαλλάσσει φύσις Ελλάς βαρβάρου, μήτε των άλλων συμβολαίων μηδ’ οτιούν.» – «έτσι ώστε ούτε μιλούν την ελληνική γλώσσα ούτε τηρούν τα έθιμα των Ελλήνων ούτε αναγνωρίζουν τους ίδιους θεούς ούτε έχουν τους ίδιους δίκαιους νόμους (με τους οποίους το πνεύμα των Ελλήνων διαφέρει κυρίως από αυτό των βαρβάρων) ούτε συμφωνούν μαζί τους σε οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με την καθημερινή ζωή.»

Το θέμα του αναμφισβήτητου και διαχρονικού  πολυεπίπεδου διαφορισμού των Ελλήνων και των Βαρβάρων ενδιέφερε από καιρό τους κλασικούς ιστορικούς και τους φιλολόγους : Πρώτος εμβριθής μελετητής του εμφανίσθηκε  ο θεολόγος και καθηγητής φιλοσοφίας στην Τυβίγγη (Tübingen) Γιόχαν Οϋλριχ Στάϊνχόφερ (Johann Ulrich Steinhofer, 1709-1757) με το έργον του «Dissertatio critika de voce βάρβαρος» («Κριτική διατριβή της βαρβάρου φωνής»), Tübingen, 1732.

Ο Γερμανός-Γερμανοελβετός ιστορικός Καρλ Γιάκομπ Κρίστοφ Μπούρκχαρντ (Carl Jacob Christoph Burckhardt, 1818-1897) στο έργον του «Ελληνική πολιτισμική ιστορία» – «Griechische Kulturgeschichte» παρουσιάζει τον Βάρβαρο ως τον μεγάλο αντίθετο πόλο μέσω του οποίου το ελληνικό πνεύμα έφθασε σε πλήρη αυτογνωσία. Ξεκινά απομακρύνοντας μεταγενέστερες υπερβολικές διαστρεβλώσεις. Έλληνες ποιητές και ρήτορες λόγω των «Μηδικών πολέμων» είχαν φορτώσει τη λέξη με κατηγορίες για σκληρότητα, προδοσία και ψευδορκία, ενώ ατυχώς με την πάροδον του χρόνου η ίδια η ελληνική συμπεριφορά συχνά εκινείτο προς την ίδια κατεύθυνση. Επίσης, ο Μπούρκχαρντ παραμερίζει την επίδραση της δουλείας, αφού σε μεταγενέστερη εποχή ο Βάρβαρος στεκόταν ενώπιον πολλών Ελλήνων κυρίως ως δούλος, σε τεράστιους μάλιστα αριθμούς, γεγονός που είχε χρωματίσει βαθύτατα την κρίση τους. Αρνείται επίσης να βασίσει ολόκληρη τη διάκριση στο εν μέρει εύλογο μεταπολεμικό μίσος Ελλήνων – Βαρβάρων, αφού η αμοιβαία περιφρόνηση άνθιζε μεταξύ πολλών λαών, καστών και αρχαίων εθνών που θεωρούσαν τους εαυτούς τους αγνούς και ιερούς. Οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν τους Έλληνες …. ακάθαρτους, αλλά τους χρησιμοποιούσαν ως μισθοφόρους άξιους πολεμιστές.

[Μυκηναίοι μισθοφόροι φαίνεται να υπηρετούσαν ήδη στην Αίγυπτο από την εποχή του Ραμσή Β΄ (13ος αιών π.Χ.) που σχημάτισε επίλεκτες μονάδες και σωματοφυλακή από τους «Λαούς της Θάλασσας», ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν πολλοί Αχαιοί. Ο Φαραώ Ψαμμήτιχος Α’ (664–610 π.Χ.) εχρησιμοποίησε εκτενώς Έλληνες μισθοφόρους για να ανεξαρτητοποιηθεί από την Ασσυρία και να ενοποιήσει την Αίγυπτο, ιδρύοντας φρουρές τους σε σημαντικά σημεία των συνόρων του. Η συμπαγής μάζα των «ακαθάρτων» Ελλήνων μισθοφόρων οπλιτών του Ψαμμήτιχου κυριολεκτικά ισοπέδωσε τους αντιπάλους του. Με τη βοήθεια των οπλιτών του ο Ψαμμήτιχος κατέλαβε τα νότια τμήματα της Αιγύπτου, εξάλειψε την αφρικανική Νουβική δυναστεία και κατέλαβε την παλαιά πρωτεύουσα των Θηβών. Κατόπιν συνέτριψε τους Λιβύους στην μάχη της οάσεως Ντάκχλα, όπως παραδίδει μια ανάγλυφη στήλη της περιόδου που βρίσκεται σήμερα στο Βρεττανικό Μουσείο. Ο φαραώ ευνόησε πολύ την εγκατάσταση των εξαιρετικά αξιομάχων Ελλήνων, αρχικά στην Ναύκρατι και κατόπιν σε άλλες περιοχές, με τον τρόπο που αιώνες αργότερα οι Ρωμαίοι θα ίδρυαν τις αποικίες των βετεράνων τους. Πρόκειται για μικρές κοινότητες, αρχικά, οι οποίες αργότερα εξελίχθηκαν σε μεγαλύτερες πόλεις. Οι κάτοικοί τους ήσαν Έλληνες μισθοφόροι στρατιώτες, που δεν είχαν όμως σταλεί από κάποια πόλη για να τις ιδρύσουν, αλλά κατοικούσαν εκεί, ως μέλη των αιγυπτιακών στρατευμάτων. Οι Δάφνες, που έχουν ταυτιστεί με το Tel Defenneh, ήταν μία από τις πιο διάσημες κοινότητες μισθοφόρων στην Αίγυπτο. Αλλά και στην περιοχή της Ελεφαντίνης, όπου ήταν πιθανή η παρουσία Ελλήνων, εικάζεται ότι υπήρχαν τέτοιες κοινότητες. Καθώς περνούσαν οι Έλληνες μισθοφόροι από το Αμπού Σιμπέλ της Άνω Αιγύπτου, ένας χάραξε το όνομά του στο πόδι του αγάλματος του Φαραώ Ραμσή αποθανατίζοντας την παρουσία του ως τις ημέρες μας.  Επιγραφές στο ναό του Αμπού Σιμπέλ (593 π.Χ.) επιβεβαιώνουν την παρουσία Ελλήνων στρατιωτών στην άνω Αίγυπτο (όπως του Ψαμμητίχου, υιού του Θεοκλέους).]

Οι Έλληνες ανταπέδωσαν το μειωτικό συναίσθημα με τη δική τους μορφή περιφρόνησης και κάθε πλευρά έβρισκε σημάδια εθνοφυλετικής ανωτερότητό της στις καθημερινές συνήθειες. Ο Μπούρκχαρντ όμως υπερβαίνει τις προσβολές και τις προκαταλήψεις αναζητώντας μια βαθύτερη ουσιώδη διάκριση.

Αυτή η βαθύτερη διάκριση έγκειται κατά το μάλλον στον πολιτισμό και όχι μόνον στο αίμα. Η γραμμή μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων ξεκινούσε μέσα στον ίδιο τον ελληνικό κόσμο ! Οι λαοί πελασγικής καταγωγής μπορούσαν να ονομαστούν βάρβαροι, όπως και οι οπισθοδρομικές ελληνικές ομάδες των οποίων η ζωή παρέμενε μακριά από το αστικό πρότυπο που καθόρισε τον μεγαλειωδώς εξελισσόμενο Ελληνισμό. Όπου υπήρχε λίγη αστική ζωή, λίγες δημόσιες συγκεντρώσεις, λίγη ελεύθερη άσκηση, μικρή συμμετοχή σε αγώνες, λίγη διαμορφωμένη ατομικότητα και μια συνεχής ζωή επιδρομών, εκεί οι Έλληνες είδαν τη βαρβαρότητα να επιβιώνει σε παλαιότερή της μορφή.

Ο Θουκυδίδης υποστήριξε αυτή την άποψη όταν περιέγραψε την πρώιμη ελληνική ζωή ως παρόμοια με τη βαρβαρική ζωή. Η Ήπειρος θα μπορούσε να ονομαστεί «βάρβαρη», παρόλον που περιείχε την ιερά Δωδώνη, ένα από τα αρχαιότερα και ιερότερα κέντρα της ελληνικής θρησκείας. Οι ορεσίβιοι Ευρυτάνες εφαίνοντο τόσον τραχείς στους υπολοίπους Έλληνες, ώστε εκείνοι έλεγαν ότι έτρωγαν ωμό κρέας και η ομιλία τους ακουγόταν ασαφής αν και προερχόταν από ελληνικές ρίζες. (Συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο και αναφέρονται από τον Όμηρο). Ακόμα και οι Τρώες, οι οποίοι στον Όμηρο είναι εγγύτατα στους Αχαιούς στη θρησκεία και στα έθιμα, σταδιακά άρχισαν να ντύνονται, να θεωρούνται και να κρίνονται ως Ασιάτες βάρβαροι. Κατά τον Μπούρκχαρντ, αυτό δείχνει πώς η ιδέα των Ελλήνων περί του εαυτού τους περιορίστηκε, οξύνθηκε και υψώθηκε επάνω από τον προγενέστερο κοινό κόσμο των Ελλήνων με τους άλλους γειτνιάζοντες Ινδοευρωπαίους.

Μόλις οι Έλληνες εκοίταξαν προς τα έξω, είδαν τους εαυτούς τους τοποθετημένους ανάμεσα σε δύο ευρέα είδη Βαρβάρων : Ο Αριστοτέλης σχεδίασε την περίφημη εικόνα: Από τη μία πλευρά στέκονταν οι βόρειοι λαοί της Ευρώπης, γενναίοι και ελεύθεροι στο πνεύμα, αλλά πτωχοί στη σκέψη, στην τέχνη, στην πολιτική και στην διακυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά στέκονταν οι λαοί της Ασίας, πλούσιοι σε νου, σε γνώσεις και με παλαιό πολιτισμό, αλλά αδύναμοι σε θάρρος και επομένως υποταγμένοι στην κυριαρχία του αυθέντη.

Ο Μπούρκχαρντ χρησιμοποιεί αυτό το αριστοτέλειο σχήμα ως τρόπον οργανώσεως της ελληνικής αισθήσεως του πέριξ κόσμου. Οι Έλληνες εμφανίζονται ανάμεσα στην ωμή δύναμη και στην εκλεπτυσμένη δουλεία. Κατέχουν εξέχουσα «ιδιομορφία» Δεν ανήκουν ούτε στην τεράστια φυλετική ενέργεια του Βορρά ούτε στον βαρύ πολιτισμικό μηχανισμό της Ανατολής. Μέσω αυτής της αντιθέσεως, αποκτούν τον σαφή ορισμό τους. Η Ελλάς γίνεται ένα «Μέσο βασίλειο», στο οποίο το θάρρος ενώνεται με τη νοημοσύνη, η ελευθερία ενώνεται με τη μορφή και η πόλη γίνεται το σχολείο ενός ξεχωριστού τύπου ανθρώπου, διακριτού και από τα δύο άκρα.

Στην αφήγηση του Μπούρκχαρντ, ο Ηρόδοτος δίδει την πλουσιότερη εικόνα του βορείου βαρβάρου, πρωτίστως στο πορτρέτο του των Σκυθών. Αυτοί οι λαοί διέθεταν μεγάλο σθένος, υπερηφάνεια και πολεμόχαρη χάρη. Ένας ιππέας στη στέπα μπορούσε να νιώσει την τεράστια προσωπική ελευθερία, ωστόσο η ζωή ολόκληρου του λαού ακολουθούσε μιαν ενιαία κοινή βούληση. Ο Μπούρκχαρντ βλέπει σε αυτούς μια φυλετική συλλογικότητα, σχεδόν σαν την ενστικτώδη τάξη των ζωικών κοινωνιών, όπου όλα κινούνται σε ένα επίπεδο εθίμων, θρησκείας και δράσης, επίπεδο που κατά καιρούς συγκρατείται εκεί με τη βία. Ένας λαός αυτού του είδους αντλεί τη δύναμή του από την ομοιότητα και από τη συλλογική δύναμη. Οποιαδήποτε ισχυρή κίνηση προς τη διαφορετικότητα απειλεί ολόκληρο το σώμα. Εξ ου και η σκληρή μοίρα του Αναχάρσιδος, ενός Σκύθη ευγενή και φιλοσόφου, και του Σκύλη, ενός Σκύθη βασιλιά, οι οποίοι και οι δύο σκοτώθηκαν λόγω της μεγάλης έλξης τους προς την ελληνική λατρεία και προς τους ελληνικούς τρόπους.

Ο Μπούρκχαρντ βρίσκει σε αυτόν τον κόσμο ιδιαιτέρως περιωρισμένο χώρο για τον ελεύθερο αγώνα που ανέδειξε το ελληνικό άτομο. Τα παιχνίδια των βορείων έδειχναν τη δύναμη της φυλής ως μάζα. Οι εορτές τους μπορούσαν να μετατραπούν σε ένοπλες εκδηλώσεις. Η μνήμη τους για το παρελθόν και το μέλλον παρέμενε αμυδρή, ενώ η «δύναμη της ώρας» τους επίεζε με όλο της το βάρος. Ο πόλεμος ήταν η υψηλότερη διάθεσή τους, που συχνά επιδιώχθηκε από μιαν εσωτερική ώθηση παρά από έναν σαφή στόχο. Η βασιλεία, η ταφή, η θυσία, ο όρκος και η θρησκεία έφεραν όλα την ίδια σφραγίδα συλλογικής ενέργειας και μαγικοθρησκευτικής αλληλεγγύης.

Ενάντια σε αυτόν τον βόρειο τύπο, ο Μπούρκχαρντ θέτει τους πολιτισμένους βαρβάρους της Ασίας : Παλαιούς στον πολιτισμό, ισχυρούς στην τεχνική, πλούσιους σε συσσωρευμένη γνώση, αλλά «ιστορικά δεμένους» με έναν άλλο τρόπο. Εδώ η αλυσίδα προερχόταν από την κάστα, από τον δεσποτισμό και από μια ζωή που εκυβερνάτο από μιαν επιβεβλημένη μορφή. Η Αίγυπτος προσφέρει το ισχυρότερο επιχείρημά του : Αναγνωρίζει τα τεράστια δώρα της στον παγκόσμιο πολιτισμό και την τεράστια εθνική της υπερηφάνεια, ωστόσο βλέπει το αιγυπτιακό άτομο ηθικά διαλυμένο από την υποταγή. Οι αρχαίοι φόβοι, τα τελετουργικά βάρη, τα σύμβολα και οι κληρονομημένοι περιορισμοί μετέτρεψαν τη ζωή του σε σκληρή υπηρεσία προς τον Φαραώ. Η παραγωγική εργασία και η δημόσια ζωή ευρίσκοντο υπό άκαμπτη ανάγκη.

Στις αφηγήσεις που διασώζει ο Ηρόδοτος, ο Μπούρκχαρντ αντιλαμβάνεται αυτό που ερμηνεύει ως νοοτροπία ενός εγγενώς υποταγμένου πληθυσμού:  Είναι πολυμήχανος, καχύποπτος και επιρρεπής σε έμμεση εκδίκηση μέσω συκοφαντίας και δυσφήμισης. Θεωρεί ακόμη και νομικά έθιμα, όπως η χρήση πτωμάτων ως εγγύηση για χρέη, ως σημεία μιας κοινωνίας που διαμορφώνεται από πολυεπίπεδους περιορισμούς και μακροχρόνιο καταναγκασμό. Ο Αιγύπτιος αναδεικνύεται ως επίμονος, ανθεκτικός, ακόμη και στα βασανιστήρια, αλλά εσωτερικά λυγισμένος από ένα συνθλιπτικό σύστημα που του αφήνει ελάχιστο χώρο για ελεύθερη προσωπική ανάπτυξη. Για τον Μπούρκχαρντ, αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με την θαυμαστή μοναδική ελληνική πορεία.

Στη συνέχεια, στρέφεται στη Λυδία και στην Περσία, όπου η ελληνική σχέση με την Ασία προσέλαβε πιο άμεση ιστορική μορφή. Η Λυδία εμφανίζεται σχετικώς εγγύτερη και κατά καιρούς ακόμη και συμπαθής, είτε μέσω της παλαιάς Άριας συγγένειας των δύο εθνών είτε μέσω μερικής συμμετοχής της στην ελληνική θρησκεία και ζωή. Η Περσία ενέπνεε ένα διαφορετικό συναίσθημα: Φόβο, αποστροφή και στη συνέχεια μια αυξημένη επίγνωση της ελληνικής ιδιαιτερότητος, μέσω του ανοικτού πολέμου. Η Περσική Αυτοκρατορία εμφανίζεται στον Μπούρκχαρντ ως μια τεράστια δύναμη που ιδρύθηκε αργότερα και κυβερνούσε πάρα πολλές χώρες, έχοντας σχετικά αδύναμους ηγεμόνες μετά τον Κύρο και τον Δαρείο, αλλά και ξοδεύοντας μεγάλη ενέργεια σε επαναλαμβανόμενες ανακαταλήψεις.

Κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων, οι Έλληνες ένιωσαν τη διαφορά τους πιο έντονα από πριν, ενώ αργότερα η περσική παρέμβαση στις ελληνικές υποθέσεις έφερε ένα βαθύ αίσθημα ντροπής. Ωστόσον, Έλληνες παρατηρητές, όπως ο Ξενοφών, έφθασαν επίσης στο σημείο να δουν την τεράστια αδυναμία που κρυβόταν στην περσική αυτοκρατορική επίδειξη. Οι αυλικές τελετές, η βασιλική λαμπρότητα και η ιερή βασιλεία εκάλυπταν μιαν αυτοκρατορία που είχε ήδη κενωθεί.

Την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Έλληνες μισθοφόροι ήσαν οι μόνοι πραγματικά αποτελεσματικοί στρατιώτες στον περσικό στρατό, ενώ η ηγεσία και οι κεντρικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας είχαν γίνει αδύναμες και αναξιόπιστες. Όταν ο Αλέξανδρος προχώρησε ανατολικά, το περσικό κράτος διαλύθηκε με απρόσμενη και εντυπωσιακή ταχύτητα. Μόνον πέρα ​​από αυτό, ανάμεσα σε πιο σκληρούς λαούς των πιο απομακρυσμένων περιοχών, ο Μακεδόνας αήττητος στρατηλάτης συνάντησε για άλλη μια φορά τη δύναμη των αληθινών «φυσικών βαρβάρων».

Εδώ ο Μπούρκχαρντ φθάνει στη θετική εικόνα των Ελλήνων : Οι Έλληνες στέκουν ελεύθεροι από την πάγια φυσική δράση της φυλής και την ιστορική δράση της κάστας. Ζουν «ίσοι μεταξύ ίσων», σε συνεχή ανταγωνισμό, στους μεγάλους αθλητικούς αγώνες, στην πόλη, στην αγορά και στην στοά, στον λόγο, στο τραγούδι, στην τέχνη και στην πολιτική φιλοδοξία. Ο «Αγών» βρίσκεται στο κέντρο της ύπαρξεώς τους : Η άσβεστη ορμή προς τον συνεχή ανταγωνισμό, μέσω του οποίου οι Έλληνες ορίζουν τον εαυτό τους στους αθλητικούς αγώνες, (οι αγώνες δεν ήσαν απλά μια αθλητική εκδήλωση, αλλά ένας τρόπος να φθάσει ο άνθρωπος μια ανώτερη, σχεδόν θεϊκή κατάσταση),  στην πολιτική, στην τέχνη και στον λόγο. Ακόμα και στο πνεύμα της καθημερινότητας, η διακωμώδηση/κοροϊδία και η κριτική μεταφέρουν αυτό το πνεύμα «ανταγωνισμού» στην καθημερινή ζωή. Ο ελληνικός νούς απολαμβάνει την αντίθεση μεταξύ αυτού που είναι και αυτού που θα έπρεπε να είναι. Το γέλιο, η συζήτηση, ο ανταγωνισμός, η δημόσια κρίση και η παρόρμηση για διάκριση διαμορφώνουν τους πολίτες.

Ο Μπούρκχαρντ το αντιπαραβάλλει αυτό με την Ανατολή, την οποία θεωρεί μεν σοβαρή και ιεραρχική, δεσμευμένη όμως από τις υφές της κάστας και πτωχή σε κάποιαν ανοικτή αντιπαλότητα. Οι βάρβαροι μπορεί να πίνουν πολύ, να υπακούν, να φοβούνται και να υπομένουν, ωστόσον οι Έλληνες συζητούν, αστειεύονται, ανταγωνίζονται και αναζητούν πειθώ. Λέει ότι κάποιος μπορούσε να συνεργασθεί με τους Έλληνες μέσω λογικών αιτιών, ενώ η βία ταίριαζε στις συναλλαγές με τους βαρβάρους. Αυτή η διατύπωση μας αποκαλύπτει πόσο βαθιά ο Μπούρκχαρντ συνδέει την ελληνική ελευθερία με την ατομικότητα του νου.

Η θρησκεία εμβαθύνει περαιτέρω την αντίθεση Ελλήνων – Βαρβάρων. Η ελληνική θρησκεία, κατά την άποψη του Μπούρκχαρντ, φέρει το ίδιο στίγμα με την ελληνική ζωή: Πολλαπλότης, ένταση, ζωντανή προσωπικότης και ένας θεϊκός κόσμος διαμορφωμένος ωσάν ανώτερη ανθρώπινη μορφή. Οι Ολύμπιοι θεοί διαπληκτίζονται, παίρνουν θέση και αντικατοπτρίζουν τις διαιρέσεις της ελληνικής υπάρξεως, ενώ η ελληνική ζωή στη γη δέχεται επίσης ερμηνεία από πολλές οπτικές γωνίες και επίδραση από ανταγωνιστικές αξιώσεις. Η ανατολίτικες θρησκείες φαίνεται να διέπονται από σταθερούς κανόνες και άκαμπτη βαριά τελετουργία, διαμορφωμένα από την ιερατική εξουσία και εκπεφρασμένα μέσω άκαμπτων συμβολικών μορφών: Εμφανίζονται πολύ συχνά Θεοί με ζωικά χαρακτηριστικά, πολλαπλά άκρα και τυποποιημένες, επαναλαμβανόμενες χειρονομίες. Οι Έλληνες θεοί φαίνονται πολύ πιο όμορφοι και σοφότεροι, ωσάν ικανότεροι και ανώτεροι συγγενείς και φίλοι.

Επισης η ελληνική μαντεία φαίνεται επίσης πλουσιότερη. Ξένοι λαοί έρχονταν στους Δελφούς, στη Δωδώνη και σε άλλα ελληνικά ιερά για μαντική καθοδήγηση. Ο Κροίσος, ο ζάπλουτος βασιλιάς της Λυδίας, προσέφερε άφθονα δώρα σε ελληνικούς ναούς, ενώ ο Μαρδόνιος, ο ξακουστός Πέρσης στρατηγός, συμβουλευόταν ελληνικά μαντεία πριν από σημαντικές αποφάσεις. Οι προσφορές προέρχονταν από μακρινούς λαούς, από ευλάβεια αλλά και από ανάγκη. Μερικοί ξένοι ηγεμόνες ίδρυσαν ακόμη και ελληνικές λατρείες στις δικές τους χώρες. Μέσα από όλα αυτά, οι Έλληνες απέκτησαν ένα επί πλέον ισχυρό αίσθημα θρησκευτικής ανωτερότητας. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ιδιαίτερα ευσεβείς, ιδιαίτερα επιδέξιους στις σχέσεις τους με τους Θεούς, σχεδόν ιερατικούς σε σχέση με τους άλλους λαούς.

Ο Μπούρκχαρντ τονίζει ακόμη την επίδραση του ελληνικού ανθρώπινου τύπου στους βαρβάρους. Δέχεται εδώ την ελληνική μαρτυρία με σχετική εμπιστοσύνη. Η ένωση της σωματικής ομορφιάς και της ψυχικής δύναμης έδωσε στους Έλληνες μιαν ιδιαίτερη δύναμη έλξης. Ο Μπούρκχαρντ τονίζει τον θρύλο στον οποίο η κόρη ενός Κελτo-Λιγουριανού αρχηγού επιλέγει τον Έλληνα Εύξενο ως σύζυγό της, μια πράξη που οδηγεί στην ίδρυση της Μασσαλίας, μιας ελληνικής αποικίας στις ακτές της Μεσογείου, γνωστής και σήμερα με το ίδιο όνομα, ενώ βλέπει σε αυτόν ένα σύμβολο ενός ευρύτερου ιστορικού μοτίβου του ελληνικού αποκισμού. [Στον ιδρυτικό μύθο της Μασσαλίας, ο αρχηγός των Φωκαέων αναφέρεται συχνά ως Πρώτις, αλλά σε ορισμένες πηγές (όπως στον Αριστοτέλη) το όνομά του εμφανίζεται ως Εύξενος. Ο Εύξενοςέφτασε στις ακτές της σημερινής Γαλλίας αναζητώντας εμπορικούς σταθμούς και νυμφεύτηκε την Γύπτιδα (ή Πέττα), κόρη του τοπικού βασιλιά των Σιγοβριγίων Κελτοποιημένων Λιγουριανών, η οποία τον επέλεξε προσφέροντάς του ένα κύπελλο με κρασί κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου.Ο γάμος αυτός εσφράγισε τη συμμαχία μεταξύ Ελλήνων και Κελτών και οδήγησε στην ίδρυση της Μασσαλίας].

Πέραν από τις ακτές της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, οι ελληνικές αποικίες προσέλκυσαν τους γειτονικούς λαούς στο εμπόριο, στη μίμηση και στον θαυμασμό.Το ελληνικό αλφάβητο, η ελληνική διακόσμηση, οι ελληνικές συνήθειες, η ελληνική γνώση και οι ελληνικές ανάγκες εξαπλώθηκαν προς τα έξω. Στην Αίγυπτο, μόλις η χώρα άνοιξε στους Έλληνες, η οικονομική ζωή της άνθισε, ο πλούτος και ο πληθυσμός αυξήθηκαν και μια ολόκληρη παλαιότερη τάξη πραγμάτων και δομών άρχισε να υποχωρεί. Η κάστα των πολεμιστών υποχώρησε στην Αιθιοπία, ενώ η μάζα του πληθυσμού στην Κάτω Αίγυπτο προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες και σταδιακά σχημάτισε έναν ιδιότυπο μικτό πληθυσμό μέσω της επαφής με τους Έλληνες. Ο Μπούρκχαρντ βλέπει σε αυτήν τη διαδικασία ένα σημάδι της άφθαρτης ελληνικής ζωτικότητος αλλά και της διαλυτικής επίδρασης που μπορούσε να ασκήσει η διαρκής ελληνική κινητικότητα στους παλαιούς, άκαμπτους πολιτισμούς.

Στη συνέχεια, στρέφεται ξανά προς την Περσία, αυτή τη φορά από την οπτική γωνία της ελληνικής επιρροής στην αυλή και της παράξενης έλξης της αυτοκρατορίας σε μεμονωμένους Έλληνες. Έλληνες άνδρες ανήλθαν σε εξέχουσες θέσεις στην Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία, υπηρετώντας ως ιατροί, εξόριστοι στην αυλή, σύμβουλοι των βασιλέων, ακόμη και ως ηγεμόνες ή πολιτικοί παράγοντες. Οι γυναίκες του βασιλικού οίκου επιθυμούσαν Έλληνες δούλους. Οι βασιλείς άκουγαν για τους Έλληνες αθλητές. Προσωπικότητες -όπως ο ιατρός Δημοκήδης ο Κροτωνιάτης, ο πολιτικοστρατιωτικός σύμβουλος του Δαρείου του Α΄ Ιστιαίος ο Μιλήσιος, ο σύμβουλος της περσικής αυλής εξόριστος Σπαρτιάτης βασιλεύς Δημάρατος του Αρίστωνος, η πολεμίστρια βασίλισσα Αρτεμισία Α΄ της δωρικής Καρίας, κόρη του Λυγδάμιδος και ο σαλαμινονίκης μέγας Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός Θεμιστοκλής Νεοκλέους ο Φρεάριος- απέκτησαν πρόσβαση στην περσική αυλή και ήλθαν να επηρεάσουν αποφάσεις στο υψηλότερο επίπεδο.

Ο Μπούρκχαρντ επιμένει στον Θεμιστοκλή, τον μεγάλον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό, ως την ίδια την εικόνα της ελληνικής ανωτερότητος στην ευφυΐα, στην κρίση, στον αυτοσχεδιασμό, στην προνοητικότητα, στην ομιλία και στο ήθος. [Η παράδοση αναφέρει ότι όταν επαναστάτησε η Αίγυπτος, ο Αρταξέρξης εζήτησε από τον Θεμιστοκλή τη συνδρομή του στην καταστολή της επαναστάσεως, αλλά ο Θεμιστοκλής αρνήθηκε να στραφεί ενάντια στα ελληνικά συμφέροντα και από την άλλη δεν ήθελε να δείξει αχαριστία στο βασιλιά της Περσίας. Έτσι προτίμησε να πιεί δηλητήριο και να θέσει τέρμα στη ζωή του. Όταν ο Αρταξέρξης έμαθε τον θάνατό του εθαύμασε την ανυπέρβλητη φιλοπατρία του. Προς τιμήν του Θεμιστοκλέους στήθηκε λαμπρό μνήμα έξω από τα τείχη της Μαγνησίας και ανδριάντας του στην αγορά. Η σορός του μεταφέρθηκε κρυφά στον Πειραιά, όπου οι Αθηναίοι του έφτιαξαν έναν τάφο από ευγνωμοσύνη για τις μεγάλες υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Αθήνα].

Ωστόσον, το παράδειγμα του Θεμιστοκλέους δείχνει επίσης ότι οι Έλληνες σπάνια ένιωθαν σαν στο σπίτι τους στον περσικό κόσμο. Οι απέραντοι εσωτερικοί χώροι, τα ατελείωτα ταξίδια και η μεγάλη απόσταση από τη θάλασσα τους εβάραιναν σαν «βάρος ψυχής». Ακόμη και ο πλούτος, η εύνοια και η βασιλική οικειότητα δεν κατάφεραν να γιατρέψουν τη νοσταλγία τους. Οι επιτάφιοι επιτύμβιοι λίθοι των εκτοπισμένων Ερετριέων κοντά στα Σούσα αποκαλύπτουν μιαν απέραντη θλίψη για την πατρίδα και τη θάλασσα, την οποίαν ο Μπούρκχαρντ παρουσιάζει με συγκινητική δύναμη. Οι Έλληνες και πριν και μετά τις νίκες τους κατά των Περσών μπορούσαν να επηρεάσουν την Περσία, να την εντυπωσιάσουν, ακόμη και να την υπηρετήσουν, όμως το βαθύτερό τους ένστικτο τους έστρεφε πίσω στην γενέθλια πόλη και στην ακτή της θάλασσας.

Ο Μπούρκχαρντ εντοπίζει την αποδυνάμωση και στη συνέχεια την αντιστροφή της παλαιάς αντιθέσεως. Κατά την ύστερη κλασική εποχή, η αντίθεση μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων ήταν σε πλήρη ένταση, αν και ήδη ο Ηρόδοτος έδωσε μια πιο ισορροπημένη και διορατική αφήγηση από τους μεταγενέστερους ρητορικούς συγγραφείς, όπως ο Ευριπίδης, του οποίου η «θεατρική κακοποίηση» των βαρβάρων αντιμετωπίζεται από τον Μπούρκχαρντ με απροκάλυπτη αντιπάθεια.

Μια πόλις φοβόταν να «γίνει βάρβαρη», είτε μέσω κατάκτησης είτε μέσω σταδιακής διείσδυσης. Ωστόσον, ο τέταρτος αιών έφερε μιαν αλλαγή. Τα βάσανα των Ελλήνων από τα χέρια των ομαίμων και ομοεθνών τους Ελλήνων έσπασαν την παλαιά τους υπερηφάνεια. Φιλόσοφοι όπως ο Αντισθένης και ο Πλάτων άρχισαν να χρησιμοποιούν τους βαρβάρους, ή τους ανατολικούς πολιτισμούς, ως παραδείγματα δυνάμεως, σοφίας ή αρχαίας κυριαρχίας.

Μετά τον Αλέξανδρο, τεράστιες ανατολικές χώρες εισήλθαν στην τροχιά του ελληνικού λόγου και πολιτισμού. Ο Στωικισμός ανεκήρυξε τους Έλληνες και τους Βαρβάρους «παιδιά του Θεού». Ο Ερατοσθένης, κορυφαίος διανοούμενος του ελληνιστικού κόσμου και επικεφαλής της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, απέρριψε την παλιά διαίρεση μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων και την αντικατέστησε με μιαν ηθική διάκριση βασισμένη στην αριστεία και στην ατιμία. Από εκεί, ο δρόμος οδηγούσε στον θαυμασμό των βαρβάρων, στην εξιδανίκευση μακρινών λαών, στην γοητεία της ανατολικής σοφίας και στον έπαινο της βαρβαρικής ευσεβείας και της πολιτικής ευταξίας.

Σε αυτόν τον ύστερο κόσμο, λέει ο Μπούρκχαρντ, οι Έλληνες έφθασαν στο σημείο να αισθάνονται ότι εκεί που οι βάρβαροι είχαν διαφθαρεί, είχε παίξει κρίσιμο ρόλο η ίδια η ελληνική επιρροή. Έτσι, η παλαιά αντίθεση που κάποτε συμπλήρωνε την ελληνική αυτοσυνείδηση, ​​έδωσε σιγά σιγά τη θέση της σε έναν ευρύτερο, μεικτό κόσμο στον οποίον το συγγενικό βαρβαρικό αίμα, η υψηλή νοημοσύνη πολλών «Βαρβάρων» στοχαστών, οι ιερές λατρείες και η εξωελληνική σκέψη εισήλθαν στην ίδια την ελληνική ζωή.

Γ. Ηλιόπουλος

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

159
fb-share-icon
Insta
Tiktok