Γίναμε οι Βρετανοί του Yστερου 18ου Aιώνα. Τώρα;

Το άρθρο αυτό ανήκει σε μια σειρά κριτικών προσεγγίσεων του «Responsible Statecraft» και του συντάκτη  David C. Hendrickson, που προβληματίζεται για την 250ή επέτειο της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας και τον αντίκτυπο και το νόημά της για τη σύγχρονη εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, τον πόλεμο και την ειρήνη.

Στον “ΙΣΤΟΣ” έχουμε αφαιρέσει τις παρωπίδες του “Αμερικανικού Ονείρου” και ασκούμε σκληρή κριτική στις ύαινες που έχουν αναλάβει τα ηνία μιας μεγάλης και ιδιαίτερης χώρας. Επειδή ανήκουμε στην μειοψηφία που έχει καταφέρει να δει ευδιάκριτα το αληθινό πρόσωπο των ΗΠΑ, πολλοί μας κατηγορούν για άδικους. Έτσι σκεφθήκαμε ότι θα έχει ενδιαφέρον να δούμε τις απόψεις μιας σοβαρής και ανεξάρτητης «δεξαμενής σκέψεως» όπως το «Responsible Statecraft». Το συγκεκριμένο άρθρο, παρομοιάζει τις σημερινές ΗΠΑ με την Αυτοκρατορική Βρετανία, εναντίον της οποίας πολέμησαν οι Αμερικανοί. Και αυτό μας κέντρισε το ενδιαφέρον.

Οι ΗΠΑ έχουν πολλούς υποτελείς — εταίρους και συμμάχους που εξαρτώνται από την προστασία μας. Είναι το είδος της αυτοκρατορίας που θα συρρικνωθεί όταν πάψουμε να είμαστε χρήσιμοι.

Κατά την περίοδο πριν από την 250ή επέτειο της Αμερικής, είδαμε μερικά εκπληκτικά γεγονότα, αλλά όχι και πολύ ιστορικό αναστοχασμό.

Στον βαθμό που οι συζητήσεις αφορούσαν την ιστορία μας, η προσοχή στράφηκε σε Αμερικανούς πολιτικούς και πολεμιστές περασμένων εποχών. Ωστόσο, μπορούμε να αντλήσουμε περισσότερα εξετάζοντας τα πράγματα από μια διαφορετική σκοπιά: αυτή των Βρετανών ηγετών την εποχή της Αμερικανικής Επανάστασης. Εκείνοι είχαν μια αυτοκρατορία να διαχειριστούν, όπως έχουμε εμείς τώρα, όχι μια δημοκρατία να δημιουργήσουν.

Η Μεγάλη Βρετανία είχε φτάσει, το 1763, σε θέση που συγκρινόταν ευθέως με τη Ρώμη στην ακμή της. Είχε κερδίσει τον μεγάλο αγώνα με τη Γαλλία για τον έλεγχο του εσωτερικού της Βόρειας Αμερικής, αποκτώντας τον Καναδά και μια ασφαλή διεκδίκηση στον ποταμό Μισισιπή με την Συνθήκη των Παρισίων το 1763.

Ωστόσο, δεν ήταν όλα καλά. Ως νικήτρια, η Βρετανία είχε την έντονη πεποίθηση ότι οι βορειοαμερικανικές αποικίες της έπρεπε να λειτουργούν προς όφελός της. Δυσαρεστήθηκε που είχε επωμιστεί τόσο μεγάλο μέρος του κόστους.

Οι Βρετανοί θεωρούσαν ότι οι Αμερικανοί άποικοι τους όφειλαν ένα τεράστιο χρέος ευγνωμοσύνης για τις νίκες που είχε κερδίσει η μητέρα πατρίδα. Ανακάλυψαν όμως, ένα υπερβολικά μεγάλο πρόβλημα κατανομής βαρών με τις δεκατρείς βρετανικές ηπειρωτικές αποικίες. Οι μεταρρυθμίσεις στο σύστημα εμπορίου και φορολογίας που ανέλαβαν τα βρετανικά υπουργεία μεταξύ 1763 και 1765 είχαν σκοπό να αντιμετωπίσουν αυτές τις ανισότητες. Το αποτέλεσμά τους, φυσικά, ήταν να εξάψουν το πνεύμα των Αμερικανών αποίκων και να πυροδοτήσουν την αλληλουχία των αντιποίνων που οδήγησαν στον πόλεμο μια δεκαετία αργότερα.

Προωθώντας τις μεταρρυθμίσεις τους, οι Βρετανοί υπουργοί υπό τον Τζώρτζ Γκρένβιλ «σκέφτονταν ηπειρωτικά», ελπίζοντας σε μιαν ορθολογική προσαρμογή που θα επέβαλλε αμοιβαία συνεργασία μεταξύ της μητέρας πατρίδας και των αποικιών.

Ο Γκρένβιλ, ωστόσο, παρεξήγησε κατάφωρα τα αισθήματα των αποίκων, οι οποίοι συγκλονίστηκαν από τις νέες επιβολές. Θεωρούσαν ότι υπέφεραν υπό επαχθείς περιορισμούς που επιβάλλονταν από το Λονδίνο. Γνώριζαν ότι ήταν αυτοί που αποτελούσαν την βάση του βρετανικού πλούτου και της ισχύος. Άρα, δεν ήταν αυτοί που τους οφειλόταν ένα χρέος ευγνωμοσύνης; Στο Συνέδριο του Νόμου Σφραγίδων το 1765, αναγνώρισαν ότι οι αποικίες όφειλαν πίστη στον βασιλιά και μια «οφειλόμενη υποταγή» στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, αλλά αντιτάχθηκαν σθεναρά σε όσα έκανε η βρετανική κυβέρνηση ασκώντας την εξουσία της.

Όσο περισσότερο το σκέφτονταν και καθώς η αντιπαράθεση βάθυνε, τόσο περισσότερο τους φαινόταν ότι οι νομοθετικές τους συνελεύσεις ήταν εξίσου ισχυρές σε εξουσία με το Κοινοβούλιο της Μεγάλης Βρετανίας.

Αυτές οι αντιφατικές απόψεις και εκτιμήσεις έκαναν αναπόφευκτη τη σύγκρουση μεταξύ των δύο πλευρών, αν και αρχικά το βρετανικό υπουργείο και το έθνος δεν εκτιμούσαν ότι υπήρχαν «δύο πλευρές». Θεωρούσαν ότι οι δεκατρείς αποικίες ήταν ανίκανες για συντονισμένη δράση και ανεπίδεκτες εξυγίανσης στην επαρχιώτικη οπτική τους γωνία.

Μετά την πρόκληση του «Τσαγιού της Βοστώνης» στα τέλη του 1773, οι Βρετανοί ψήφισαν τους Καταναγκαστικούς Νόμους (Coercive Acts) με σκοπό να υποτάξουν την αποικία του Κόλπου της Μασαχουσέτης και να την απομονώσουν από τις αδελφές αποικίες. Στην προσδοκία αυτή της αποικιακής διχόνοιας, αποδείχθηκαν έντονα λανθασμένοι. «Διαίρει και βασίλευε» ήταν το βρετανικό σύνθημα. «Ενωθείτε ή πεθαίνουμε» το αμερικανικό. Ο πόλεμος αποδείχθηκε πολύ πιο δαπανηρός και παρατεταμένος από όσο υπολόγιζε αρχικά οποιαδήποτε πλευρά, αλλά οι Αμερικανοί άποικοι, με την κρίσιμη γαλλική βοήθεια, κατάφεραν να επιτύχουν μιαν ενότητα επαρκή για να αποτινάξουν την επιβολή της βρετανικής κυριαρχίας πάνω τους.

Κανένας παραλληλισμός δεν μπορεί να είναι απόλυτα ακριβής, αλλά η θέση των ΗΠΑ στον κόσμο στις αρχές του 21ου αιώνα μοιάζει σε σημαντικά σημεία με εκείνη της Μεγάλης Βρετανίας μετά τη νίκη της επί των Γάλλων το 1763. Και οι δύο απέκτησαν νομιμοποίηση από την ήττα μισητών εχθρών (οι ΗΠΑ επί της Σοβιετικής Ένωσης). Και οι δύο έκαναν προσπάθεια για παγκόσμια αυτοκρατορία. Και οι δύο είχαν ένα τεράστιο πρόβλημα κατανομής βαρών με τους εξαρτημένους συμμάχους τους.

Ο Άνταμ Σμιθ απασχολήθηκε ιδιαίτερα από αυτή τη μεγάλη ανισότητα βαρών μεταξύ προστάτη και προστατευομένου, την οποία πραγματεύτηκε στις τελευταίες σελίδες της «Έρευνας για τη Φύση και τα Αίτια του Πλούτου των Εθνών», που δημοσιεύτηκε το 1776. Ο Σμιθ έγραψε ότι οι ηγεμόνες της Μεγάλης Βρετανίας είχαν «διασκεδάσει τον λαό ότι κατείχαν μια μεγάλη αυτοκρατορία στη δυτική πλευρά του Ατλαντικού». Αλλά αυτή η αυτοκρατορία, υποστήριζε ο Σμιθ, υπήρχε μόνο στη φαντασία τους. «Υπήρξε μέχρι σήμερα όχι μια αυτοκρατορία, αλλά το σχέδιο μιας αυτοκρατορίας. Όχι ένα χρυσωρυχείο, αλλά το σχέδιο ενός χρυσωρυχείου — ένα σχέδιο που έχει κοστίσει, που συνεχίζει να κοστίζει και που, αν συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο όπως μέχρι τώρα, είναι πιθανό να κοστίσει απέραντα έξοδα χωρίς να φαίνεται ότι θα αποφέρει κανένα κέρδος».

Ο Σμιθ συμμεριζόταν τη μητροπολιτική άποψη ότι οι Βρετανοί είχαν ξοδέψει τον πλούτο και την ισχύ τους για χάρη των αποίκων — το αντίστροφο της αποικιακής αντίληψης. Πρότεινε να επιλυθεί αυτή η κατάσταση υψηλού κόστους και χαμηλού οφέλους δίνοντας στους αποίκους εκπροσώπηση στο Βρετανικό Κοινοβούλιο. Ελλείψει αυτής της λύσης, την οποία αναγνώριζε ότι λίγοι και από τις δύο πλευρές έβρισκαν ελκυστική, η Βρετανία θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αυτοκρατορία και να προσαρμοστεί «στην αληθινή μετριότητα των περιστάσεών της».

Διακόσια πενήντα χρόνια αργότερα, η αμερικανική αυτοκρατορία έχει περιέλθει σε ένα σύνολο δυσχερειών που θυμίζουν εκείνες που αντιμετώπιζε η Βρετανία το 1776. Και οι δύο αυτοκρατορίες, θα πρέπει να σκεφτεί κανείς, ήταν λιγότερο ένα χρυσωρυχείο παρά το σχέδιο ενός χρυσωρυχείου, λιγότερο μια αυτοκρατορία παρά το σχέδιο μιας αυτοκρατορίας. Και οι δύο συνεπάγονταν σίγουρα απέραντα έξοδα. Και οι δύο χρειάστηκε να προσαρμοστούν στην αληθινή μετριότητα των περιστάσεών τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι επιταγές της ισχύος ήρθαν να υπερισχύσουν των αξιώσεων του δικαίου. Σε μια επιστολή του 1777 προς τον Τζορτζ Ουάσινγκτον, ο πολιτικός της Βιρτζίνια Ρίτσαρντ Χένρι Λι έγραψε ότι οι Βρετανοί αντίπαλοί του «έδιναν ελάχιστη σημασία στην καλή πίστη ή σε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις δικαιοσύνης και ανθρωπιάς», ενώ «ο Αμερικανικός Χαρακτήρας» έπρεπε να νοιάζεται ιδιαίτερα για το «να διατηρεί την πίστη του απαραβίαστη». Για τον Λι, η αντίθεση αυτή αποδείκνυε «το μειονέκτημα που έχουμε στη διεξαγωγή πολέμου εναντίον ενός παλιού, διεφθαρμένου και ισχυρού λαού, ο οποίος, έχοντας μεγάλη αξιοπιστία και επιρροή στον κόσμο, θα τολμήσει πράγματα που θα κατέστρεφαν ολοσχερώς τη φήμη νέων και ανερχόμενων κοινοτήτων όπως η δική μας». Αυτό φαίνεται ανατριχιαστικά οικείο.

Οι ιδρυτές πατέρες της Αμερικής έψαλλαν μια μελωδία αντι-ιμπεριαλισμού που συνεχίζει να αντηχεί σήμερα, όπως όταν ο Ρόμπερτ Μόρις, ο χρηματοδότης του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, έγραψε για την επιδίωξη της Βρετανίας «εκείνων των σχεδίων παγκόσμιας αυτοκρατορίας που η αρετή και η ανδρεία της Αμερικής πρώτα ανέκοψαν και που αποτελεί σκοπό του παρόντος πολέμου να ματαιώσει».

Διακόσια πενήντα χρόνια ιστορίας επέφεραν μια Μεγάλη Μεταμόρφωση. Ξεκινήσαμε ως μια συνταγματική ομοσπονδιακή δημοκρατία και καταλήξαμε ως μια παγκόσμια αυτοκρατορία. Γίναμε αυτό ενάντια στο οποίο επαναστάτησαν οι ιδρυτές πατέρες μας.

Ο παραλληλισμός μεταξύ αυτών των δύο αυτοκρατορικών δυσχερειών το 1776 και το 2026 δεν είναι φυσικά, ακριβής καθώς υπήρχαν ζωτικές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι επαρχιακώς εξαρτώμενοι από τα αντίστοιχα αυτοκρατορικά κέντρα έβλεπαν την κατάστασή τους. Μια ειρωνική συνέπεια της συντριπτικής βρετανικής νίκης το 1763 ήταν ότι οι Αμερικανοί άποικοι δεν αντιμετώπιζαν πλέον απειλή για την ασφάλειά τους από τη Γαλλία. Αυτό έκανε τον δρόμο προς την ανεξαρτησία πολύ λιγότερο επικίνδυνο απ’ ό,τι θα ήταν διαφορετικά.

Οι εξαρτώμενες από την Αμερική χώρες στην Ευρώπη, τη Δυτική Ασία και την Ανατολική Ασία, αντίθετα, πιστεύουν ότι αντιμετωπίζουν πραγματικές απειλές για την ασφάλειά τους από τη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα. Αυτό το απατηλό συναίσθημα τις έχει κρατήσει δεσμευμένες στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι στιγμής, αλλά σαφώς διεξάγονται πολλές οδυνηρές επανεκτιμήσεις μεταξύ όλων των σημαντικών «άλλων» μας. Η υπόθεση ότι η Αμερική προσφέρει πράγματι προστασία έχει τραυματιστεί βαθιά από τον πόλεμο με το Ιράν, όπως και από τη γενικότερη αρπακτική συμπεριφορά του Τραμπ προς τα εξαρτημένα κράτη.

Όπως σημείωσε ο Τζέιμς Ουίλσον σε ένα φυλλάδιο του 1774, η υπακοή που οφειλόταν στον βασιλιά είχε απορρεύσει από την προστασία του. Χωρίς αυτήν, δεν μπορούσε να υπάρξει βάση για πίστη ή υπακοή από τον υπήκοο.

Οι σύμμαχοι της Αμερικής πίστευαν ότι είχαν ενταχθεί σε μια συμμαχία ειρήνης. Με έκπληξή τους διαπίστωσαν ότι είχε μετατραπεί σε μια ένωση για την ισχυροποίηση ΗΠΑ-Ισραήλ.

Το τι θα συμβεί στη συνέχεια θα μπορούσε να είναι το επόμενο μεγάλο μάθημα της ιστορίας, αν και αυτή τη φορά η Αμερική μπορεί να μην βρίσκεται στη «σωστή» πλευρά της.

Ο David C. Hendrickson είναι ομότιμος καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Κολέγιο Κολοράντο. Τα πιο πρόσφατα βιβλία του περιλαμβάνουν τα «Η Μεγάλη Συμμαχία Ειρήνης και Ισχύος: 250 Χρόνια Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής» (2026) και «Περιορίζοντας την Ισχύ: Ο Νόμος της Φύσης και η Θεωρία των Διεθνών Σχέσεων» (2006).

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

110
fb-share-icon
Insta
Tiktok