Όταν διαπλέκονται οι λαβύρινθοι της βίας και των συμφερόντων
Σφοδρές αντιδράσεις προκάλεσε η πρόσφατη απόφαση της γερμανικής αρμόδιας Αρχής Ταξινόμησης Ταινιών (FSK δηλαδή «Freiwillige Selbstkontrolle der Filmwirtschaft», οργάνωση «Εθελοντικού Αυτοελέγχου της Κινηματογραφικής Βιομηχανίας» που ασχολείταιι με την κατάταξη των κινηματογραφικών ταινιών, κατευθυνόμενη από την «Spitzenorganisation der Filmwirtschaft» – SPIO «Κορυφαία Οργάνωση της Κινηματογραφικής Βιομηχανίας», μία ημικρατική νομική οντότητα τύπου ΕΠΕ εδραζόμενη στο Βισμπάντεν της Έσσης) να αρνηθεί ηλικιακή κατάταξη στην ταινία δράσης «Citizen Vigilante» – «Πολίτης Τιμωρός» του σκηνοθέτη Ούβε Μπολ, με πρωταγωνιστή τον Άρμι Χάμερ – μιαν απαράδεκτη απόφαση που στην πράξη ισοδυναμεί με ολοκληρωτική απαγορευτική λογοκρισία, καθώς αποκλείει την ταινία από κινηματογράφους, φυσικά μέσα και πλατφόρμες απυθείας μετάδοσης (streaming) στη χώρα.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός πλούσιου επιχειρηματία που μετατρέπεται σε αδίστακτο αυτόκλητο τιμωρό μετά την αναίτια κτηνώδη δολοφονία της μητέρας του, στοχεύοντας τους βίαιους εγκληματίες μετανάστες και τους διεφθαρμένους κρατικούς λειτουργούς που τους υποστηρίζουν— μια σύγχρονη εκδοχή του κλασικού «Death Wish» του 1974 με πρωταγωνιστή τον Τσαρλς Μπρόνσον (σ.τ.μ. στα ελληνικά είχε τίτλο «Ο εκτελεστής της νύχτας»). Ο σκηνοθέτης Ούβε Μπολ έχει δηλώσει ότι το σενάριο εμπνέεται εν μέρει από πραγματικά περιστατικά, όπως ο ομαδικός βιασμός μιας 15χρονης Γερμανίδας από εννέα αλλόφυλους στο «Πάρκο της Πόλης» του Αμβούργου το 2016, υπόθεση στην οποίαν οι δράστες καταδικάστηκαν …..με αναστολή, γεγονός που ο ίδιος επικαλείται για να ασκήσει σφοδρή κριτική στην αναίτια, επιεική και υποκριτική στάση της γερμανικής Δικαιοσύνης.
Είναι πράγματι εξοργιστικό, αναίτιο και αυθαίρετο το γεγονός ότι η ίδια αρχή που δεν είχε απολύτως κανένα πρόβλημα να εγκρίνει ταινίες όπως η αμερικανική αισθηματική – ερωτική ταινία «50 αποχρώσεις του Γκρι» (που προκάλεσε ξεχωριστές θεωρητικές αντιδράσεις γιά το σενάριο, την πλοκή και τις σαδομαζοχιστικές σκηνές δεσμών, πειθαρχείας και κυριαρχίας), αρνήθηκε την έγκριση σε αυτή την ταινία αποκλειστικά και μόνο επειδή «απεικονίζει μετανάστες ως εγκληματίες», σαν αυτό να μη συνέβαινε στη Γερμανία ή σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η τραγελαφική FSK, το όργανο του «κατεχόμενου» Βερολίνου, «δικαιολόγησε» δήθεν την αδικαιολόγητη απόφασή της ισχυριζόμενη πως η ταινία προωθεί την αυτοδικία. Ατό το σαθρό επιχείρημα ο Μπολ το απέρριψε κατηγορηματικά, μιλώντας ανοιχτά για απόλυτη πολιτική λογοκρισία και σκληρή προσπάθεια φίμωσης οποιασδήποτε εναλλακτικής φωνής στο ζήτημα της εγκληματικότητας και της μετανάστευσης. Προφανώς έχει δίκιο: το επίπεδο βίας στην ταινία δεν διαφέρει σε τίποτα απολύτως από προηγούμενες επιτυχημένες, πλήρως αδειοδοτημένες αμερικανικές παραγωγές, όπως οι τέσσερεις συνέχειες του «John Wick» (2014-2023) του Ντέρεκ Κόλσταντ με πρωταγωνιστή τον Κυάνου Ρηβς ή οι τρεις συνέχειες του «The Equalizer» (2014-2023) των Μάϊκλ Σλόαν και Ρίτσαρντ Λιντχάϊμ με πρωταγωνιστή τον Ντένζελ Γουάσινγκτον. Η μόνη διαφορά είναι το «πολιτικά μη ορθό» περιεχόμενο της ταινίας— και αυτό προφανώς αρκεί, για να ενεργοποιηθεί ο «άνωθεν» κινούμενος διεθνής μηχανισμός λογοκρισίας. Ως απάντηση, ο σκηνοθέτης, με τη στήριξη και την αναδημοσίευση του Έλον Μασκ, ανέβασε ολόκληρη την ταινία δωρεάν στο X (ιδιοκτησίας του Νοτιοαφρικανού – Αμερικανού Κροίσου) επί 48 ώρες, παρακάμπτοντας έτσι όλους τους τοπικούς περιορισμούς και παρέχοντας στο κοινό τη δυνατότητα να κρίνει ανεπηρέαστα μόνο του.
Οι πολιτικές ηγεσίες στην Ευρώπη, μαριονέττες των Διεθνών Επικυριάρχων, συνεχίζουν ατάραχες να στρουθοκαμηλίζουν, αγνοώντας επιδεικτικά ένα εξαιρετικά σοβαρό και επιβιωτικό ζήτημα που αφορά σε εκατομμύρια μετανάστες οι οποίοι έφθασαν αυτόκλητοι και παράτυποι στη Γηραιά Ήπειρο, πολλές φορές με άγνωστο εγκληματικό ποινικό παρελθόν. Παράλληλα η εκ μέρους τους προσπάθεια επιβολής ακραίων ισλαμικών αντιλήψεων στους γηγενείς Ευρωπαίους πυροδοτεί ήδη αντιδράσεις σε Ιρλανδία, Βρετανία και Γερμανία, αντιδράσεις οι οποίες σύμφωνα με καθεστωτικούς αναλυτές, άνετα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σοβαρότατες, ανεπίστροφες και ανεξέλγκτες καταστάσεις το επόμενο διάστημα.
Στη Γερμανία ζουν σήμερα περίπου 5,5 εκατομμύρια Αφροασιανοί μουσουλμάνοι, μεγάλο μέρος των οποίων είναι ήδη δεύτερης ή τρίτης γενιάς και πάμπολλοι «Γερμανοί» πολίτες, ενώ εκτεταμένες και σοβαρές μελέτες εκφράζουν μεγάλη ανησυχία για την αυξανόμενη σαγήνη και προσήλωση ικανής μερίδας νέων μουσουλμάνων σε θρησκευτικούς κανόνες ενάντιους του ίδιου του γερμανικού Συντάγματος που τους ευεργέτησε, καθώς και για την αποδοχή της εκ μέρους τους χρήσης «δικαιολογημένης» βίας κατά των γηγενών.
Η δραστήρια προσηλυτιστική και υποστηρικτική παρουσία σταρτευμένων εξτρεμιστικών οργανώσεων που προωθούν το πολιτικό Ισλάμ έχει ήδη οδηγήσει τις γερμανικές αρχές στην απαγόρευση φορέων όπως το σκληρά αντι-ισραηλινό «Muslim Interaktiv» (2025), αλλά και στη λήψη αυστηρότερων μέτρων ασφαλείας. Προφανώς το κρισιμότατο κοινωνικό ζήτημα τροφοδοτεί ολοένα και περισσότερο την ξεκάθαρη εκλογική άνοδο κομμάτων όπως το AfD – «Εναλλακτική γιά τη Γερμανία», που μεταξύ άλλων, ζητούν την απαγόρευση της διαφόρων μεγεθών ισλαμικής μαντίλας (χτζάμπ, νικάμπ, μπούρκας και τσαντόρ). Ενώ η πραγματικότητα αυτή διογκώνεται ασφυκτικά, οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών ανδρεικέλων προτιμούν εθελοτυφλώντας και κωφεύοντας, ……να λογοκρίνουν μια ταινία παρά να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που η ίδια αποτυπώνει.
Παρακολούθησα τον «Πολίτη Τιμωρό» μετά από προτροπή ενός στενού φίλου μου, άρτιου ιδεολογικά και πολύ καλλιεργημένου αισθητικά. Με ενημέρωσε ότι ήταν απαραίτητο, αν και δεν μπορούσε να μου εξηγήσει την παραίνεσή του. Την είδα με προσοχή και έχω έκτοτε πειστεί ότι η ίδια η ταινία ανήκει στον ίδιο τεράστιο διοικητικό μηχανισμό που είχε κανονίσει την προβολή της. Παρουσιαζόταν ως «ψυχαγωγία», ωστόσο κάθε σκηνή έφερε την περίεργη ακρίβεια ενός επίσημου μνημονίου του οποίου ο πραγματικός συγγραφέας δεν μπορούσε ποτέ να αναγνωριστεί. Η περιβόητη υπόθεση ομαδικού βιασμού στο Αμβούργο δεν εμφανίστηκε ως η αρχή της ιστορίας αλλά ως ένα έγγραφο που είχε ήδη σφραγιστεί, καταχωρηθεί σε κατάλογο και τοποθετηθεί στο κατάλληλο γραφείο. Η επίθεση, οι ποινές με αναστολή, οι προσεκτικά μετρημένες προσπάθειες «εξανθρωπισμού» των «ευπαθών» δραστών, το καθένα έμοιαζε λιγότερο με ιστορικά γεγονότα παρά με εκθέματα που επιλέχθηκαν για να παράγουν μια προκαθορισμένη συναισθηματική αντίδραση. Η εύλογη αγανάκτηση δεν επιτρεπόταν να περιπλανηθεί ελεύθερα. Συνοδεύτηκε σε ένα διάδρομο προς έναν προορισμό που είχε προετοιμαστεί αριστοτεχικά εκ των προτέρων.
Αυτός ο προορισμός γινόταν ολοένα και πιο εμφανής καθώς εκτυλίσσονταν η ταινία. Τη στιγμή που οι … «μεγάλοι κυβερνήτες» που κυβερνούν τον δυτικό κόσμο φαίνεται να χάνουν την αδιαμφισβήτητη εξουσία τους, όταν οι μακρινές πρωτεύουσες συναντιούνται χωρίς να ζητήσουν άδεια από του Ευρω-Αμερικανούς και τα περιφεριακά έθνη, που κάποτε είχαν συνηθίσει στην υπακοή, αρχίζουν να μιλούν με άγνωστες φωνές, η ταινία ανακατασκευάζει υπομονετικά τον παλαιό χάρτη. Οι πολιτισμοί χωρίζονται απλοϊκά σε αντίθετα αρχεία. Το Ισλάμ καταλαμβάνει έναν φάκελο, η Δύση έναν άλλο. Η μεταξύ τους σύγκρουση παρουσιάζεται σαφώς ως αρχαία, αναπόφευκτη και επαρκής για να εξηγήσει όλα τα άλλα. Ο συγχρονισμός είναι σχεδόν υπερβολικά τέλειος : Ακριβώς τη στιγμή που η εμπιστοσύνη στην τρέχουσα διάταξη και στις λειτουργίες της αρχίζει να εξασθενεί πέρα από τους τοίχους του δημόσιου κυβερνητικού κτιρίου, ένας άλλος υπάλληλος την επαναφέρει αθόρυβα από το αρχείο, σφραγίζει τον φάκελο του ζητήματος με χαρακτηρισμό «Τρέχον» και τον τοποθετεί ξανά στον δημόσιο διάλογο της θεματικής …των επομένων εκλογών,
Ακόμη και η άρνηση πιστοποίησης της ταινίας στη Γερμανία αποκτά ξεκάθαρο χαρακτήρα μιας επίσημης διαδικασίας της οποίας ο σκοπός υπερβαίνει την απαγόρευση. Μια ταινία που δεν μπορεί να εγκριθεί αποκτά διαφορετική άδεια κυκλοφορίας, διαφορετική εξουσιοδότηση και άτυπη λαϊκή νομιμοποίηση. Η απουσία της κανονικής άδειας λειτουργεί ως άλλη μορφή διαφήμισης, ενώ οι συζητήσεις για τις αποτυχίες ενσωμάτωσης των Αφροασιανών παραμένουν περιορισμένες σε προσεκτικά μετρημένα όρια. Έχει κανείς την εντύπωση ότι κάθε εμφανές εμπόδιο έχει ήδη προβλεφθεί κάπου μέσα στο δαιδαλώδες κυβερνητικό κτίριο. Τίποτα δεν ξεφεύγει από τη διαδικασία εποπτείας-ελέγχου-καταστολής-εξάλειψης. Ακόμη και οι διαφωνίες φτάνουν συνοδευόμενες με τα κατάλληλα χαρτιά.
Τον Οκτώβριο του 2005, ο Νικολά Σαρκοζί (τότε Υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας και μετέπειτα Πρόεδρος) επισκέφθηκε το υποβαθμισμένο προάστιο Αρζαντέιγ του Παρισιού, το οποίο μαστιζόταν από ταραχές. Απευθυνόμενος στους κατοίκους, χρησιμοποίησε τη λέξη «racaille»(αποβράσματα, αλήτες), δηλώνοντας: «Βαρεθήκατε αυτή τη συμμορία από αποβράσματα; Θα σας απαλλάξουμε από αυτούς». Η δήλωση του αυτή, σε συνδυασμό με την προκλητική ατάκα του ότι «θα καθαρίσει τα προάστια με πιεστικό μηχάνημα Kärcher», προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Κατηγορήθηκε σφοδρά από την αριστερά και από διάφορες κοινωνικές οργανώσεις για στοχοποίηση των μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς που ζούσαν στις φτωχές γαλλικές συνοικίες (banlieues).
Περίπου μια δεκαετία αργότερα, τον Απρίλιο του 2015, η Βρετανίδα ακροδεξιά σχολιάστρια Κέιτι Χόπκινς έγραψε ένα άκρως προκλητικό άρθρο στη βρετανική εφημερίδα «The Sun» σχετικά με την προσφυγική κρίση στη Μεσόγειο. Το κείμενό της καταδικάστηκε επίσημα από τον «Ύπατο Αρμοστή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» (2014-2018), Ιορδανό πρίγκηπα Ζεΐντ μπιν Ραάντ μπιν Ζεΐντ αλ Χουσσεΐν, ο οποίος το συνέκρινε με τη …. ρητορική μίσους των Ναζί. Στο κείμενό της ανέφερε: «Μη μου δείχνετε φωτογραφίες με φέρετρα, δεν με νοιάζει… Αυτοί οι μετανάστες είναι σαν τις κατσαρίδες, είναι φτιαγμένοι για να επιβιώνουν ακόμα και από πυρηνική βόμβα».
Σε όλη την ταινία ο βαθύτερος κρατικός μηχανισμός παραμένει εμφανώς απών,… άφαντος. Ο Τιμωρός καταδιώκει τους εγκληματίες σε δρόμους που φαίνονται όλο και πιο άδειοι από όλους, εκτός από τους ίδιους τους βλακωδώς «άνετους» εγκληματίες. Ωστόσο, τα ιδρύματα που επωφελούνται από τις συνθήκες που δημιουργούν αυτούς τους δρόμους δεν μπαίνουν ποτέ στο πλαίσιο. Οι εταιρείες που απαιτούν ατελείωτες δεξαμενές φθηνού εργατικού δυναμικού, τα οικονομικά συμφέροντα που επωφελούνται από τις απορρυθμισμένες αγορές, οι αξιωματούχοι που σχεδιάζουν τη μεταναστευτική πολιτική χωρίς να υποφέρουν τις συνέπειες της, όλα παραμένουν σε γραφεία των οποίων τις πόρτες ο πρωταγωνιστής δεν επιχειρεί ποτέ να ανοίξει. Ο θυμός του κατευθύνεται με αξιοθαύμαστη ενέργεια, αλλά πάντα προς αυτούς που ήδη στέκονται στο διάδρομο. Το ίδιο το κυβερνητικό κτίριο, το εξουσιαστικό πολιτικό οικοδόμημα παραμένει ανέγγιχτο.
Αργότερα, ο πρωταγωνιστής παραδίδει μια βραχεία σαφή διάλεξη, γεμάτη με αυτοπεποίθηση για την ασυμβατότητα μεταξύ του ισλαμικού πολιτισμού και της δυτικής δημοκρατίας. Η ομιλία γίνεται δεκτή σχεδόν με ευγνωμοσύνη από ένα αφελές ακροατήριο, σαν να ολοκληρώθηκε τελικά μια δυσφορική και άβολη έρευνα. Ωστόσο, δεν μπορώ να καταπνίξω στη μνήμη μου ότι ο ίδιος ο Δυτικός πολιτισμός πέρασε τη συντριπτική πλειοψηφία της ιστορικής ύπαρξής του χωρίς δημοκρατία. Κάπου, φαντάζεται κανείς, ότι πρέπει να υπάρχει ένα αρχείο που περιέχει αυτούς τους αιώνες, αν και σπάνια το συμβουλεύονται οι λόγιοι, οι ακτιβιστές και δυστυχώς οι πολιτικά στρατευμένοι. Κάθε φορά που ένας επισκέπτης ζητά πρόσβαση, ένας ευγενικός υπάλληλος εξηγεί ότι τα σχετικά αρχεία έχουν μεταφερθεί, ταξινομηθεί εσφαλμένα ή ίσως δεν υπήρχαν ποτέ …. βεβαίως με τη μορφή που εμείς θυμόμαστε. Η δημοκρατία εμφανίζεται λιγότερο ως κληρονομιά και περισσότερο ως κρατικό πιστοποιητικό που εκδόθηκε πρόσφατα, δηλωμένο αμέσως ως διαχρονικό και απόλυτα αξιόπιστο.
Συμπερασματικά, η ταινία αποκαλύπτει την ιδιόμορφη αποτελεσματικότητά της. Κάθε γνήσιο άγχος που προκαλείται από τη μετανάστευση, το έγκλημα, τη θεσμική αποτυχία και τη δημόσια δυσπιστία αναγνωρίζεται ξεκάθαρα, αλλά μόνον ….αφού οι έξοδοι έχουν κλειδωθεί ήσυχα. Επιτρέπεται στο κοινό να κατηγορήσει πολιτιστικούς εχθρούς, ιδεολογικούς συνεργούς ή ανίκανους αξιωματούχους, αλλά ποτέ τους διεθνοπολιτικούς ανώνυμους μηχανισμούς των οποίων οι λειτουργίες εκτείνονται κάτω από κάθε ορατό ίδρυμα. Το θέαμα δημιουργεί την παρηγορητική αίσθηση της εξέγερσης, ενώ διασφαλίζει ότι κανείς δεν φτάνει στα γραφεία των «γνωτών αγνώστων» από τα οποία προέρχονται οι οδηγίες. Φεύγει κανείς μετά το τέλος της ταινία πιστεύοντας ότι έχουν αποκαλυφθεί κρυμμένες αλήθειες, για να ανακαλύψει κατόπιν απλά και μόνο ότι η φυγή στο μονοπάτι της ταινίας τον οδήγησε τελικά πίσω στην ίδια θλιβερή «ρεσεψιόν» από την οποία ξεκίνησε το ψυχοπνευματικό του ταξίδι. Οι εφιαλτικές συνθήκες, οι απάνθρωπες και παράλογες γραφειοκρατικές δομές, καθώς και η ανδυόμενη βαθιά υπαρξιακή αγωνία που ξεχειλίζουν στην ταινία, θυμίζουν δυσφορικά καφκικό παράλογο.
Στη «Δίκη» του ιδιοφυούς καταθλιπτικού Φραντς Κάφκα, ο τραπεζικός αρχιταμίας, κύριος «Ιωσήφ K.» ξυπνάει και συλλαμβάνεται με μια κατηγορία χωρίς έγκλημα. Δεν ρωτάει γιατί. Δεν αντιστέκεται. Προχωράει μπροστά επειδή κάθε μονοπάτι οδηγεί βαθύτερα στη μηχανή. Στο «Κάστρο» του Κάφκα, την τελευταία νοβέλλα του (1926) το δρώμενο ξετυλίγεται μέσα από την ομίχλη. Ο πρωταγωνιστής, ονόματι «Κ» φθάνει επί τόπου αναζητώντας μιαν είσοδο. Οι τοπικές αρχές παραμένουν απρόσωπες και απρόσιτες, δεν αποκρίνονται. Το χωριό μιλάει σε ερμητικά κλειστούς κύκλους. Καμία πόρτα δεν οδηγεί στο Κάστρο. Ο εκάστοτε συνεπής κύριος «Κ» δεν προδίδει ποτέ την επιθυμία των αφεντικών του, αλλά όμως το Κάστρο παραμένει μακρινό, απρόσιτο, η δε σιωπή του είναο πολύ πιο δυνατή και από την πιό άγρια και περιφρονητική άρνηση.
Η «Κυριαρχία» των αρχόντων, κάποτε ζωντανό εργαλείο συλλογικής προόδου και ατομικής προστασίας, γίνεται μηχανιστική, διαδικαστική, δόλια. Είναι σκόπιμα απόντες ή σιωπηροί για τα προβλήματα του λαού. Η «Δίκη» το δείχνει αυτό ξεκάθαρα. Ο Γιόζεφ Κ. μετακινείται από τη μιαν εξουσία στην άλλη, αναζητώντας σαφήνεια. Κάθε του βήμα βαθαίνει το μυστήριο. Το «Σινικό Τείχος» του Κάφκα αφηγείται εργάτες που χτίζουν δίχως να κατανοούν το έργο, τοποθετώντας τούβλα για έναν τοίχο που δεν θα δουν ποτέ ολοκληρωμένο. Εργάζονται ολότελα αποκομμένοι από κάθε σκοπό, από κάθε μύθο και απλώς … υπάρχουν σαν αμέριμνα μελλοντικά σφάγια.
Η τρομακτική «Αμερική» του Κάφκα ακολουθεί τον Καρλ Ρόσμαν, έναν νεαρό άνδρα που περιπλανιέται σε μια χώρα όπου κάθε θεσμός υπόσχεται ευκαιρίες, όμως κάθε υπόσχεση γίνεται συμβόλαιο δουλείας. Ο νόμος γιά τον Κάφκα παραμένει απρόσιτος και ανέφικτος. Οι χαρακτήρες του αναζητούν κατανόηση και συναντούν μόνον επαναλαμβανόμενη και άψυχη κυκλική συλλογιστική. Η σκιά του Κάφκα πέφτει σε αυτόν τον νέο κόσμο. Οι σιωπηλοί αγοραίοι δικαστές του, προεδρεύουν χωρίς τήβεννους ή σφυριά. Οι αποφάσεις τους είναι ήδη κωδικοποιημένες σε αλγόριθμους υποταγής και συναίνεσης.
Υπάρχει και μια σύνδεση του Φραντς Κάφκα με τις κατσαρίδες, που αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα ορόσημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Προέρχεται αποκλειστικά από το κορυφαίο του διήγημα «Η Μεταμόρφωση» («Die Verwandlung», 1915). Εκεί στην πρώτη πρόταση του βιβλίου, ο κεντρικός ήρωας, Γκρέγκορ Σάμσα, ξυπνάει στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε ένα τεράστιο έντομο. Στο πρωτότυπο γερμανικό κείμενο, ο Κάφκα χρησιμοποιεί τον όρο «ungeheures Ungeziefer». Αυτό μεταφράζεται ακριβώς ως «τερατώδες παράσιτο». Ο Κάφκα δεν χρησιμοποιεί ποτέ ρητά τη λέξη «κατσαρίδα» (Kakerlake) στο κείμενο. Ωστόσο, η περιγραφή του σώματος (σκληρό κέλυφος, πολλά λεπτά πόδια, καφέ κοιλιά) οδήγησε το ευρύ κοινό και πολλούς μεταφραστές παγκοσμίως να ταυτίσουν το ον με μια γιγαντιαία κατσαρίδα. Το πιο τρομακτικό στοιχείο δεν είναι το ίδιο το παράλογο αηδιαστικό γεγονός, αλλά το ότι όλοι γύρω (συμπεριλαμβανομένου και του θύματος) το αποδέχονται ως κάτι απόλυτα φυσιολογικό ! Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξυπνά ως έντομο, δεν αναρωτιέται γιατί παραμορφώθηκε η φύση του, αλλά πώς θα καταφέρει να προλάβει το τρένο για τη δουλειά του!
Το πιο άμεσο κείμενο του Κάφκα που αναφέρεται στον αραβικό-ισλαμικό κόσμο είναι το διήγημά του «Τσακάλια και Άραβες» («Schakale und Araber»), όπου ένας Ευρωπαίος ταξιδιώτης διανυκτερεύει σε μιαν όαση στην έρημο μαζί με μια ομάδα Αράβων. Τη νύχτα, τον πλησιάζει μια αγέλη από τσακάλια που μιλούν ανθρώπινη λαλιά. Τα τσακάλια παραπονιούνται για τους Άραβες, θεωρώντας τους ακάθαρτους, και ζητούν από τον ξένο να τους σφάξει με ένα ψαλίδι. Όταν ο Άραβας οδηγός ξυπνά, δείχνει ότι γνωρίζει αυτή την παλαιά έχθρα και αντιμετωπίζει τα τσακάλια με χιούμορ.
Η σχέση μεταξύ εγκληματικότητας και παράτυπης μετανάστευσης αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα, ευαίσθητα και πολυσυζητημένα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.Όλοι γνωρίζουμε σαφώς ότι η σύγχρονη φρικιαστική πραγματικότητα υπάρχει πέρα από τις εκάστοτε κοινωνικές αντιλήψεις τα επίσημα στατιστικά δεδομένα: Υπάρχουν πολλοί παραβατικοί αντικοινωνικοί, ποινικοί και κατά συρροή εγκληματίες σε όλη την Ευρώπη, οι περισσότεροι δε από από αυτούς είναι τριτοκοσμικοί μετανάστες. Προφανώς αυτή η αναμφισβήτητη πραγματικότητα δεν αλλάζει επειδή μια κρατική αρχή αποφασίζει να κλείσει τα μάτια, να εθελοτυφλεί αδίστακτα, υπακούγοντας στις εντολές των Καθεστωτικών αφεντικών.
«Δεν …τρέχει τίποτα» : Οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη τρέμουν στην κυριολεξία το σενάριο των βέβαιων εξεγέρσεων και συγκρούσεων ανάμεσα σε γηγενείς Ευρωπαίους κατοίκους και μετανάστες (εγκληματίες και μη) και ακριβώς γι’ αυτό θα συνεχίζουν να πέφτουν από το ένα ατόπημα στο άλλo !
Karl Alexander Wahl