Η Κίνα ως νέος παγκόσμιος ηγεμόνας

8–12 minutes

Η ισχύς προηγείται της ιδεολογίας

Ο ισχυρισμός ότι η Κίνα δεν μπορεί να καταστεί η ηγετική παγκόσμια δύναμη, επειδή στερείται μιας μεγάλης πολιτικής ιδέας, εδράζεται σε μιαν αστήρικτη και  παράξενη παρερμηνεία της ιστορίας. Η Βρετανία, υποτίθεται, κατέκτησε τον κόσμο μέσω του ελεύθερου εμπορίου και της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης. Η Αμερική ακολούθησε, προβάλλοντας την ελευθερία, τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα. Η Κίνα, όπως μας λένε, δεν έχει να προσφέρει τίποτα ανάλογο, ως υπομόχλιο παγκόσμιας κυριαρχίας. Ο πλούτος της μπορεί να αυξάνεται, τα εργοστάσιά της να κυριαρχούν και η τεχνολογία της να εξελίσσεται, αλλά χωρίς ένα δόγμα που άλλα έθνη θα επιθυμούσαν να υιοθετήσουν, δεν θα μπορέσει ποτέ να ασκήσει ηγεμονία στον κόσμο. Ο πολύς Καρλ Σμιτ θα είχε εντοπίσει αυτομάτως την αδυναμία αυτού του επιχειρήματος, καθώς κατανοούσε ξεκάθαρα ότι η πολιτική εξουσία δεν πηγάζει από ωραίες διακηρύξεις. Προκύπτει από την ικανότητα θέσπισης κανόνων, χάραξης ορίων και λήψης αποφάσεων για το τι συμβαίνει όταν αυτοί οι κανόνες αμφισβητούνται. Η φιλελεύθερη σκέψη αντιστρέφει αυτή τη σχέση: φαντάζεται ότι τα έθνη ανακαλύπτουν πρώτα οικουμενικές αρχές και, στη συνέχεια, οικοδομούν την ισχύ τους πάνω σε αυτές. Η ιστορία, ωστόσο, συνήθως κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένα κράτος αποκτά ισχύ, παρουσιάζει τα συμφέροντά του ως κάτι το «φυσικό» και, τελικά, τα περιγράφει ως αρχές που οφείλει να αποδεχθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα. Το κήρυγμα έπεται της κατάκτησης. Το ηθικό επιχείρημα εμφανίζεται μετά την οικονομική νίκη.

Η πεποίθηση ότι η Κίνα στερείται πολιτισμικής ελκυστικότητας αποκαλύπτει, επίσης, πόσο ελάχιστα γνωρίζουν πάρα πολλοί δυτικοί παρατηρητές για τον κόσμο πέρα ​​από τα σύνορά τους. Βλέπουν τα κινεζικά εργοστάσια, τις κάμερες παρακολούθησης και τα στελέχη του Κόμματος, αλλά αγνοούν τις συνήθειες και τις επιθυμίες των νεότερων γενεών σε όλη την Ασία. Η κινεζική ψυχαγωγία, οι ψηφιακές υπηρεσίες, τα καταναλωτικά αγαθά και η αστική «κουλτούρα» έχουν αποκτήσει μιαν επιρροή που δεν μπορεί να αποτιμηθεί μετρώντας απλώς τις πολιτικές ομιλίες. Ο Καρλ Σμιτ υποστήριζε ότι κάθε ιστορική δύναμη επιδιώκει να διαμορφώσει έναν πολιτικό χώρο, εντός του οποίου οι δικές της αρχές καθίστανται καθοριστικές. Ένας τέτοιος χώρος δεν δημιουργείται μόνο μέσω επιχειρημάτων. Αναπτύσσεται μέσα από το εμπόριο, τους θεσμούς, την τεχνολογία και τη σταδιακή αποδοχή των προτύπων μιας χώρας από άλλες. Σκεφτείτε πώς έβλεπαν οι Ευρωπαίοι την Αμερική στις αρχές του εικοστού αιώνα: για πολλούς, ήταν μια χώρα με τεράστια κτίρια, χυδαίο πλούτο και επιχειρηματίες που ταύτιζαν το χρήμα με τον πολιτισμό. Ο Όσβαλντ Σπένγκλερ έβλεπε στην Αμερική τον τελικό θρίαμβο ενός πολιτισμού που είχε χάσει την ψυχή του. Κι όμως, μέσα σε λίγες δεκαετίες, οι Αμερικανοί μετέτρεψαν την καθημερινή κατανάλωση σε πρότυπο ανθρώπινης ευτυχίας. Το σπίτι στα προάστια, το αυτοκίνητο, το ψυγείο και ο κινηματογράφος έγιναν σύμβολα προόδου. Η Ευρώπη είχε χλευάσει τον αμερικανικό τρόπο ζωής, προτού μάθει να τον μιμείται.

Η διάκριση του  Καρλ Σμιτ μεταξύ πολιτικής ισχύος και φιλελεύθερων αξιώσεων περί καθολικής αλήθειας βοηθά στην εξήγηση αυτής της αλλαγής. Η Βρετανία δεν έγινε το «εργαστήριο του κόσμου» επειδή η ανθρωπότητα ανακάλυψε ξαφνικά την ….. ηθική ομορφιά του ελεύθερου εμπορίου. Έγινε ισχυρή επειδή η βρετανική βιομηχανία μπορούσε να παράγει αγαθά φθηνότερα από τους ανταγωνιστές της, ενώ η βρετανική ναυτική ισχύς συνέβαλε στη διασφάλιση της πρόσβασης σε ξένες αγορές. Το βρετανικό ελεύθερο εμπόριο επέτρεψε σε φθηνά υφαντουργικά προϊόντα από το Μάντσεστερ να κατακλύσουν την ινδική αγορά, υπονομεύοντας τους ντόπιους παραγωγούς, οι οποίοι διέθεταν ελάχιστη δύναμη για να αντισταθούν στις εμπορικές πολιτικές που επέβαλαν οι Βρετανοί κυρίαρχοί τους. Όταν ο βιομηχανικός ανταγωνισμός από τη Γερμανία και την Αμερική εντάθηκε, ο Τζόζεφ Τσάμπερλαιν  —υποστηρικτής μιας μεταρρύθμισης του δασμολογικού καθεστώτος της αυτοκρατορίας— και άλλοι Βρετανοί πολιτικοί άρχισαν να αμφισβητούν τις ίδιες τις αρχές που η χώρα τους προωθούσε επί μακρόν. Η αμερικανική ελευθερία ακολούθησε μια παρόμοια πορεία. Η ελευθερία να διασχίζει κανείς μια ολόκληρη ήπειρο εξαρτιόταν από οδικά δίκτυα που χρηματοδοτούνταν και οργανώνονταν από το κράτος, από τεράστια αποθέματα φθηνών καυσίμων και από εργοστάσια ικανά να παράγουν εκατομμύρια αυτοκίνητα. Το βρετανικό κοινοβουλευτικό σύστημα και η αμερικανική συνταγματική ρητορική απέκτησαν διεθνές κύρος επειδή αποτελούσαν χαρακτηριστικά επιτυχημένων κρατών. Άλλα έθνη αντέγραψαν τους θεσμούς τους, ελπίζοντας ότι θα κατάφερναν να αντιγράψουν και την ευημερία τους. Ο Καρλ Σμιτ είχε αντιληφθεί ότι οι αξιώσεις περί καθολικής ισχύος συχνά συγκαλύπτουν τα συμφέροντα συγκεκριμένων δυνάμεων. Αυτό που παρουσιάζεται ως αρχή του πολιτισμού είναι, τις περισσότερες φορές, μια διευθέτηση που εξυπηρετεί εκείνους που είναι ήδη αρκετά ισχυροί ώστε να την επιβάλλουν.

Η Κίνα αναπτύσσει σήμερα έναν τρόπο ζωής που θα μπορούσε να αποκτήσει ανάλογη διεθνή εμβέλεια, αν και οι θαυμαστές όσο και οι επικριτές της δεν έχουν καταλήξει ακόμη στο πώς θα έπρεπε να ονομαστεί. Ο Καρλ Σμιτ ποτέ δεν θα εστίαζε τόσο στο όνομα, όσο στην πολιτική δομή που διαμορφώνεται στο υπόβαθρό του. Οι κινεζικές πόλεις αναδεικνύουν μια μορφή νεωτερικότητας που οικοδομείται γύρω από εξελιγμένες υποδομές, μέσα μεταφοράς υψηλών ταχυτήτων, ολοκληρωμένες ψηφιακές υπηρεσίες, βιομηχανικό σχεδιασμό και μια ασυνήθιστα στενή σχέση μεταξύ κράτους και οικονομικής ζωής. Η ατομική συμπεριφορά διαμεσολαβείται όλο και περισσότερο από την τεχνολογία, ενώ η δημόσια εξουσία ιεραρχεί την τάξη και τη συλλογική σταθερότητα υψηλότερα από τη φιλελεύθερη αντίληψη περί ατομικής αυτονομίας. Η ελκυστικότητα του κινεζικού συστήματος έγκειται στα απτά αποτελέσματα που του αποδίδουν οι υποστηρικτές του: σύγχρονοι σιδηρόδρομοι, ταχύτατοι ρυθμοί κατασκευής, διευρυνόμενη παραγωγική ικανότητα και η εικόνα μιας κυβέρνησης ικανής να παράγει λύσεις στα αναδυόμενα προβλήματα. Προσφέρει επενδύσεις, μηχανολογικό εξοπλισμό, εμπόριο και υποδομές, δίνοντας παράλληλα έμφαση στην αυτοδύναμη κυριαρχία και στη μη πολιτική παρέμβαση. Η αντίληψη του Σμιτ για έναν κόσμο διαιρεμένο σε διακριτούς πολιτικούς χώρους παρέχει έναν τρόπο κατανόησης του γιατί μια τέτοια προσέγγιση αμφισβητεί τη δυτική αξίωση ότι κάθε χώρα οφείλει, αργά ή γρήγορα, να αποδεχθεί το ίδιο πολιτικό σύστημα.

Η γλώσσα μέσω της οποίας η Κίνα εξηγεί τον διεθνή της ρόλο αλλάζει ήδη. Το Πεκίνο προωθεί τη διεθνή συνεργασία που βασίζεται στην οικονομική ανάπτυξη, την εθνική κυριαρχία και την κοινή ευημερία· παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν αρχαίο πολιτισμό που επιβίωσε από ξένες κατακτήσεις και εθνικούς ταπεινωμούς· και υποστηρίζει ότι ο εκσυγχρονισμός δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη την εγκατάλειψη των εθνικών παραδόσεων. Ο Καρλ Σμιτ αντιτάχθηκε στην ιδέα ότι η πολιτική ζωή μπορεί να αναχθεί σε ένα ενιαίο, οικουμενικό σύστημα που διέπεται από αφηρημένες νομικές αρχές. Η θεωρία του περί «Großraum» —ή «Μείζονος χώρου»— αφορά στην οργάνωση της διεθνούς πολιτικής γύρω από μεγάλες περιφέρειες, καθεμία από τις οποίες διαθέτει τις δικές της κυρίαρχες δυνάμεις και δικές της πολιτικές αρχές. Η θεωρία αυτή εγείρει ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο: οφείλει άραγε κάθε πολιτισμός να ακολουθεί κανόνες που έχουν θεσπιστεί από ένα και μοναδικό νικηφόρο κέντρο, ή μπορούν να συνυπάρχουν περισσότερα κέντρα; Η επίσημη ρητορική της Κίνας είναι πιο οικουμενική από το περιφερειακό όραμα του Σμιτ, ωστόσο η έμφαση που δίνει στην κυριαρχία και η αντίθεσή της στις εξωτερικές παρεμβάσεις απηχούν ορισμένες από τις ίδιες ανησυχίες. Σε μεγάλο μέρος του αναπτυσσόμενου κόσμου, οι Κινέζοι αξιωματούχοι μπορούν να απευθυνθούν σε κυβερνήσεις που θυμούνται την αποικιοκρατία και δυσπιστούν απέναντι στα «μαθήματα» της Δύσης περί «δημοκρατίας» και «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Τέτοιου είδους προσεγγίσεις δεν καθιστούν την Κίνα ανιδιοτελή ή καλοπροαίρετη. Δείχνουν, ωστόσο, ότι μια ανερχόμενη δύναμη μπορεί να προωθήσει τα συμφέροντά της παρουσιάζοντας τη δική της ιστορική εμπειρία ως οδηγό για τους άλλους.

Ο πολιτισμός θα επιτελέσει το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου έργου. Ο Καρλ Σμιτ είχε αντιληφθεί ότι η διαρκής εξουσία δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσω των τυπικών θεσμών. Οι πολιτικές διευθετήσεις εξαρτώνται επίσης από καθιερωμένες συνήθειες, αισθήματα αφοσίωσης και παραδοχές σχετικά με το τι συνιστά μια «φυσιολογική» ζωή. Το οικονομικό σύστημα προηγείται, και οι πολιτισμικές μορφές διαδίδονται παράλληλα με αυτό. Κάποτε, οι αμερικανικές εταιρείες μετέφεραν τον αμερικανικό τρόπο ζωής σε ξένα σπίτια μέσω των αυτοκινήτων, του κινηματογράφου, της μουσικής, της διαφήμισης και των καταναλωτικών αγαθών. Οι άνθρωποι υιοθέτησαν αμερικανικές συνήθειες πολύ πριν μάθουν τη γλώσσα της αμερικανικής πολιτικής φιλοσοφίας. Κάτι ανάλογο ενδέχεται να συμβεί και με την Κίνα. Οι τηλεοπτικές της σειρές, τα κινούμενα σχέδια, τα παιχνίδια, η καταναλωτική τεχνολογία, οι επιχειρηματικές πρακτικές και οι μορφές αστικής διαβίωσης φτάνουν ήδη σε κοινό πέρα ​​από τα σύνορά της. Η μελλοντική τους επιρροή θα εξαρτηθεί από το αν αυτά τα προϊόντα θα συνεχίσουν να γίνονται όλο και πιο ελκυστικά, προσβάσιμα και ανταγωνιστικά. Σε μία γενιά από σήμερα, οι μελετητές ίσως δώσουν σε αυτό το σύνολο συνηθειών ένα εντυπωσιακό όνομα, περιγράφοντάς το ως μια συγκροτημένη κινεζική φιλοσοφία της σύγχρονης ζωής. Μπορεί να ανακαλύψουν βαθιές αρχές σε πρακτικές που, αρχικά, διαμορφώθηκαν για την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Ο Σμιτ θα προειδοποιούσε να μην συγχέονται τέτοιες εκ των υστέρων ερμηνείες με τα αίτια της ιστορικής αλλαγής. Ένας ακμάζων πολιτισμός αποκτά ερμηνευτές που εξηγούν γιατί η επιτυχία του ήταν αναπόφευκτη. Ένας πολιτισμός σε παρακμή αποκτά επικριτές που εξηγούν λεπτομερώς γιατί η αποτυχία του ήταν δικαιολογημένη και δίκαιη.

Η ιστορία του γερμανικού Εθνικοσοσιαλισμού αποτελεί μιαν ιδιαίτερα ζοφερή προειδοποίηση κατά της αντιμετώπισης της ιδεολογικής έλξης ως απόδειξης της πολιτικής ισχύος ή ιστορικής νομιμοποίησης. Η προπαγάνδα του πράγματι προσέλκυσε οπαδούς, τόσον εντός της Γερμανίας όσο και στο εξωτερικό, μέσω υποσχέσεων για εθνική αναγέννηση, στρατιωτικό μεγαλείο, φυλετική ιεραρχία και εξόντωση των καθορισμένων ιδεολογικών εχθρών. Πίσω από αυτές τις υποσχέσεις βρισκόταν ένα καθεστώς υπεύθυνο για συστηματικούς διωγμούς και επιθετικό πόλεμο. Η επιβίωση των νεο-ναζιστικών κινημάτων καταδεικνύει ότι οι καταστροφικές ιδέες μπορούν να διατηρούν τους οπαδούς τους πολύ καιρό αφότου το καθεστώς που τις προωθούσε έχει ηττηθεί. Ωστόσο, η ύπαρξη αφοσιωμένων πιστών δεν έσωσε τη ναζιστική Γερμανία από την ήττα. Οι ηγέτες της ήλθαν αντιμέτωποι με εχθρούς που διέθεταν μεγαλύτερη συνδυασμένη βιομηχανική δυναμικότητα, περισσότερο πληθυσμό, τεράστια πρόσβαση σε καύσιμα και υλικούς πόρους. Η έλλειψη πετρελαίου στη Γερμανία και η αδυναμία της να αντέξει έναν παρατεταμένο κλιμακούμενο πόλεμο εναντίον των «Συμμάχων» αποδείχθηκαν οι καθοριστικοί παράγοντες, σε συνδυασμό με καταστροφικές στρατηγικές αποφάσεις και τις συνέπειες της γερμανικής διαρκούς επιθετικότητας (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση). Η ιδεολογική προσήλωση μπορούσε να ωθήσει τους στρατιώτες να πολεμήσουν με μεγαλύτερο σθένος και τον πληθυσμό να υπομείνει περισσότερα δεινά, αλλά δεν μπορούσε να δημιουργήσει καύσιμα από το μηδέν ούτε να αντικαταστήσει τα κατεστραμμένα εργοστάσια. Εδώ αποδεικνύεται χρήσιμη η έμφαση που δίνει ο Σμιτ στις συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις και στις πραγματικότητες της ισχύος.

Το συμπέρασμα είναι απλό: οι ιδέες έχουν καθοριστική σημασία, αλλά δεν αιωρούνται, δεν υπερίπτανται  επάνω από τον υλικό κόσμο. Αναπτύσσονται εντός αυτού, αντλούν δύναμη από αυτόν και συχνά εξαφανίζονται όταν καταρρέει η ισχύς που τις συντηρούσε. Ο Καρλ Σμιτ απέρριπτε τη φιλελεύθερη συνήθεια να συγκαλύπτονται οι πολιτικές αποφάσεις πίσω από επικλήσεις σε μια «ουδέτερη» ηθική και έναν οικουμενικό νόμο. Η κριτική του βοηθά να αποκαλυφθεί το χάσμα ανάμεσα σε αυτά που διακηρύσσουν οι μεγάλες δυνάμεις και σε αυτά που πράττουν στην πραγματικότητα. Η ιδεολογία μπορεί να εμπνεύσει θυσίες, να εξασφαλίσει υπακοή και να πείσει τους ανθρώπους να εργαστούν ή να πολεμήσουν με αντάλλαγμα υποσχέσεις που ίσως δεν εκπληρωθούν ποτέ. Στα μαζικά πολιτικά κινήματα του εικοστού αιώνα, οι κυβερνήσεις απέδειξαν πώς τα σύμβολα, τα συνθήματα, οι τελετές και οι υποσχέσεις για ένα ένδοξο μέλλον μπορούσαν να κινητοποιήσουν ολόκληρους πληθυσμούς.

Ωστόσο, η ιδεολογία από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει την άνοδο και την πτώση των παγκόσμιων αυτοκρατοριών. Η Βρετανία διέθετε φθηνά υφαντουργικά προϊόντα, εμπορικό στόλο και τον έλεγχο σημαντικών εμπορικών οδών. Η Αμερική διέθετε πετρέλαιο, τεράστια βιομηχανική δυναμικότητα, μιαν αγορά ηπειρωτικής κλίμακας και τη δυνατότητα να παράγει περιζήτητα αγαθά σε κλίμακα που οι ανταγωνιστές της δυσκολεύονταν να φτάσουν. Παράλληλα με αυτά τα πλεονεκτήματα, διαδόθηκαν και τα πολιτικά της δόγματα. Η Κίνα διαθέτει πλέον ιδιαιτέρως αξιόλογη παραγωγική ικανότητα, εκτεταμένα δίκτυα μεταφορών και ενέργειας, προηγμένη τεχνολογία και μια διαρκώς διευρυνόμενη εμπορική παρουσία. Το αν αυτά τα θεμέλια μπορέσουν να στηρίξουν ένα νέο παγκόσμιο σύστημα, μένει να φανεί. Το βέβαιο είναι ότι καμία επιτροπή φιλοσόφων δεν μπορεί να δημιουργήσει μια παγκόσμια ηγεμονία συντάσσοντας μια διακήρυξη, όσο εμπνευσμένη κι αν είναι αυτή.

Ο μεγάλος Σμιτ γνώριζε ότι η πολιτική γλώσσα δεν μπορεί να καταργήσει τις πραγματικότητες της ισχύος. Ένας πολιτισμός δεν καθίσταται κυρίαρχος επειδή όλοι θαυμάζουν τις ιδέες του. Συχνότερα, οι ιδέες του γίνονται της μόδας επειδή ο ίδιος ο πολιτισμός έχει ήδη καταστεί κυρίαρχος.

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

19
fb-share-icon
Insta
Tiktok