O «ΕΚΛΕΚΤΟΣ»….. ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΠΟΣΥΝΗΣ -7

26–40 minutes

Μέρος 7

Σύμφωνα με τη μελέτη της Γερμανικής Φεουδαρχίας, ειδικότερα στην Σαξονία και κατά την περίοδο των Καρολιδών, το κοινωνικό κίνημα των ανδρών των προερχομένων από τους ελεύθερους ή ακόμα και τους δουλοπάροικους έλαβε χώρα τόσο συχνά και τόσο έντονα, που ήταν σχεδόν το ίδιο με μια κοινωνική επανάσταση. Πολλοί από εκείνους που κατείχαν την πολιτική εξουσία τον δέκατο και ενδέκατο αιώνα αναγκάσθηκαν να βρουν κατάλληλους άνδρες γιά εκτελεστικούς υπαλλήλους, όπως δικαστικούς επιμελητές, διοικητικούς υπαλλήλους και πολεμιστές από την τάξη των ελεύθερων, καθώς η τάξη των ευγενών δεν ήταν πρόθυμη να εκτελέσει τέτοιο καθήκοντα και ως αποτέλεσμα αυτοί οι «νεοπροσληφθέντες» άνθρωποι ανήλθαν στην κοινωνική δομή. 1 Αλλά το πιο αποφασιστικό πλήγμα στις παραδόσεις και στην κοινωνική τάξη των Σαξόνων ήταν η εξόντωση από τον Κάρολο του καλύτερου μέρους της αριστοκρατίας τους στο Φέρντεν το 782. Όσοι γλίτωσαν ήταν (για τους περισσότερους από αυτούς) κατέστησαν  λίγο – πολύ συμβατοί με την Εκκλησία και τον προστάτη της, όταν δεν τάχθηκαν απλώς με το μέρος των Φράγκων. Στο ίδιο πνεύμα, «Οι Καρολίγγειοι δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να εξαλείψουν την κληρονομική Αλεμανική αριστοκρατία, μεταξύ της οποίας είχαν ασκηθεί νωρίτερα επικρίσεις εναντίον των Καρολιγγείων, ή να βρουν λόγους να απομακρύνουν ακόμη και τον συγγενή τους, τον Δούκα Τασίλο της Βαυαρίας, και να αντικαταστήσουν όλους αυτούς με Φράγκους χαμηλότερης κοινωνικής καταγωγής, οι οποίοι, ως αναδυόμενη «αριστοκρατία υπηρεσίας», έχοντας επίγνωση της ευαλωτότητάς της αλλά προσδοκώντας ανταμοιβές και άνοδο στο κύρος της, θα μπορούσαν να προσφέρουν μεγαλύτερη υπηρεσία στις οικογένειές τους καθώς και στο στέμμα». 2 «Η δυνατότητα υπηρεσίας παρείχε σε νέες ομάδες αριστοκρατών, ευκαιρίες για πλουτισμό και άνοδο σε κύρος…» 3

Επιπλέον, μια νέα ομάδα ατόμων ήρθε στο προσκήνιο ως αποτέλεσμα της επιμονής του Καρόλου ότι ο χριστιανικός νόμος έπρεπε να εφαρμόζεται σωστά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία: «Οι μεταρρυθμίσεις του Καρλομάγνου δημιούργησαν μιαν “ευγένεια της γραφίδας” σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, που προερχόταν από τα μοναστήρια και από τον κλήρο. Αυτή η ευγένεια της γραφίδας στρατολογήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη φραγκική αριστοκρατία και από εκείνους που εξαρτώνταν από την αριστοκρατία, ως μακρινοί συγγενείς και ως πελάτες.»4 Ο γάμος μπορούσε να προσφέρει μια ταχύτερη κοινωνική βελτίωση από την υπηρεσία. Οι φραγκικές πηγές έθεταν την καταγωγή ως βάση της ευγένειας και έδειχναν περιφρόνηση για όσους είχαν ανέλθει από τα κάτω για να κατέχουν υψηλότερες θέσεις, ωστόσο μπορεί να θεωρηθεί ότι πλησίαζε η εποχή που ένα από τα συνθήματα του Ιερώνυμου, «ευγενής εκ γενετής, αλλά εν Χριστώ ακόμη ευγενέστερος», θα γινόταν κοινός τόπος. Η ταξική κινητικότητα, η οποία φαίνεται να ήταν ανύπαρκτη στην προχριστιανική σαξονική κοινωνία, έγινε δυνατή μεταξύ των Φράγκων, των οποίων η αριστοκρατία δεν ήταν μια κλειστή ελίτ. Ο Καρλ Φέρντιναντ Βέρνερ έχει δείξει ότι οι καρολίγγειες οικογένειες ήσαν μικτής καταγωγής, με προγόνους φραγκικής, βουργουνδικής και γαλατορωμαϊκ’ης προέλευσης.

Ο ισχυρισμός, που διατυπώθηκε, μεταξύ άλλων, από τον Έβολα, «ότι ο Κάρολος, σε όλες τις κατακτήσεις του, είχε ως κινητήριο μοχλό την επιθυμία να ενώσει όσο το δυνατόν περισσότερους Τεύτονες εντός της αυτοκρατορίας του, οραματιζόμενος έτσι την ίδρυση μιας γερμανο-χριστιανικής αυτοκρατορικής ενότητας» αμφισβητείται από τον Λος με δύο λόγους : «Τα γεγονότα διαψεύδουν όλα αυτά! Μεταξύ όλων των εδαφών που καταλήφθηκαν από τον Κάρολο, μόνον η Σαξονική γη είχε μια σχεδόν καθαρή γερμανική εθνικότητα. Σε έναν μακρύ και σκληρό πόλεμο, αυτή η εθνικότητα όχι μόνον αραιώθηκε με τον πιο τρομακτικό τρόπο, αλλά και σκόπιμα μετατράπηκε σε μιγά, καθώς ο Κάρολος κατέφυγε στην απέλαση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, των οποίων οι θέσεις καταλήφθηκαν στη συνέχεια, εν μέρει από Φράγκους, αλλά κυρίως από Σλάβους. Ενώ το γερμανικό στοιχείο παρέμεινε στη Βαυαρία, σχημάτισε μόνον ένα λεπτό ανώτερο στρώμα στην Ιταλία και την Ισπανική Μαρκία, όντας σχεδόν εξαντλημένο στις γαίες των Σλάβων και των Αβάρων. Αυτή η περίληψη δικαιολογεί τη θεωρία ότι οι κατακτήσεις του Καρόλου αποξένωσαν την αυτοκρατορία του αντί να την τευτονοποιήσουν και αποδυνάμωσαν σχετικά την τευτονικότητα του φραγκικού κράτους του. Και αυτό πρέπει να ίσχυε ακόμη περισσότερο όταν κατάφερε να ολοκληρώσει τα σχέδιά του για κατάκτηση στην Ισπανία.

[Η «Ισπανική Μαρκία» (Marca Hispánica) ήταν μια στρατιωτική ζώνη ασφαλείας που δημιούργησε ο Καρλομάγνος στα τέλη του 8ου αιώνα (περίπου το 795 μ.Χ.). Σκοπός της ήταν να λειτουργήσει ως προστατευτικό σύνορο μεταξύ της Αυτοκρατορίας των Φράγκων και των εδαφών που κατείχαν οι Μαυριτανοί στην Ιβηρική Χερσόνησο (σημερινή Ισπανία). Η περιοχή αυτή περιλάμβανε μια σειρά από κομητείες (όπως η Κομητεία της Βαρκελώνης και η Ζιρόνα) στα Πυρηναία Όρη. Λειτούργησε ως χωνευτήρι πολιτισμών και αποτέλεσε το λίκνο από το οποίο ξεκίνησε η χριστιανική «Aνακατάκτηση» της Ισπανίας («Reconquista») και δημιουργήθηκε αργότερα το Βασίλειο της Αραγονίας]

Τα σύνορα που έδωσε στην αυτοκρατορία του δεν είχαν καμία σχέση με την εδαφική υπόσταση των Τευτόνων, αλλά, λόγω της ανεξαρτησίας τους από τα εθνοφυλετικά σύνορα, ήταν ένας καθρέφτης που αντανακλούσε ξεκάθαρα την κοσμοπολίτικη φύση του βασιλείου του» 5, η οποία, ομολογουμένως, ήταν κληρονομιά της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έπειτα, υπάρχει το ζήτημα της διαίρεσης της αυτοκρατορίας: «Είναι δύσκολο να συνδέσουμε την ιδέα του “κράτους-θεού” – το οποίο δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί διαφορετικό από το ότι είναι διαρκές, τουλάχιστον στο βαθμό που ο εν λόγω όρος μπορεί να έχει οποιαδήποτε ισχύ στη γη – με αυτή την χρονική αυτοκρατορία. Ακόμα πιο ασυμβίβαστο είναι το γεγονός ότι ο Κάρολος, το έτος 806, μοίρασε την αυτοκρατορία του στους τρεις γιους του, τον Κάρολο, τον Λουδοβίκο και τον Πεπίνο, προκειμένου να αποτρέψει μετά τον θάνατό του οποιαδήποτε σύγκρουση που θα προέκυπτε από την εν λόγω διαίρεση. Η θέσπιση ενός “κράτους-θεού” σε ισότιμη βάση με μιαn ιδιωτική περιουσία, η οποία μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη θα μοιραστεί μεταξύ των κληρονόμων, είναι αδύνατη για τον τρόπο σκέψης μας. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι ο πρόωρος θάνατος δύο από τους τρεις νόμιμους γιους εμπόδισε την αυτοκρατορία του Καρόλου να διαλυθεί μετά τον θάνατό του. Διότι, καθώς το αξίωμα του αυτοκράτορα ήταν αρχικά καταδικασμένο να εκλείψει ξανά, δεν θα είχε απομείνει κανένας ενιαίος δεσμός σε αυτή την περίπτωση που να συγκρατεί ενωμένα τα τρία μέρη της αυτοκρατορίας.

Η εικόνα μιας αδιαίρετης κρατικής εξουσίας ήταν εξίσου ξένη για τον Κάρολο, όπως φαίνεται, πως ήταν και για τους Μεροβίγγειους και Αρνουλφίνγκους προκατόχους του».6 Και το ίδιο ίσχυε, προφανώς, και για τον διάδοχό του, Λουδοβίκο τον Ευσεβή, τον μοναδικό επιζώντα γιο του Καρόλου, ο οποίος εμπιστεύτηκε στον μεγαλύτερο γιο του, Λοθάριο Α΄, τον αυτοκρατορικό τίτλο και την πλήρη εξουσία επί της αυτοκρατορίας, διαιρώντας την σε τρία εξαρτώμενα βασίλεια, ένα για κάθε γιο του. Η συνθήκη του Βερντέν σηματοδότησε το τέλος της φραγκικής αυτοκρατορίας, παρόλο που ο Λοθάριος Α΄ διατήρησε τον τίτλο του αυτοκράτορα. Κατά ειρωνικό τρόπο, η συνθήκη του Βερντέν, πολύ πριν από την άνοδο του εθνικισμού στην Ευρώπη, άνοιξε το δρόμο για αυτόν, διαιρώντας την αυτοκρατορία σε πολιτικές μονάδες που προμήνυαν τα όρια της σύγχρονης Ευρώπης.

[Ο όρος Αρνουλφίδες ή Αρνουλφίνγκοι αναφέρεται σε μια πανίσχυρη φραγκική αριστοκρατική οικογένεια του 7ου  αιώνα μ.Χ. στην Αυστρασία (περιοχή της σημερινής Γαλλίας, Γερμανίας και Βελγίου).Η οικογένεια αυτή αποτέλεσε τον έναν από τους δύο βασικούς πυλώνες που γέννησαν τη μετέπειτα διάσημη Καρολίγγεια Δυναστεία, από την οποία προήλθε ο Καρλομάγνος. Το όνομά τους προέρχεται από τον Άγιο Αρνούλφο, Επίσκοπο του Μετς, ο οποίος έζησε στις αρχές του 7ου  αιώνα και διέθετε τεράστια πολιτική και εκκλησιαστική επιρροή στο Φραγκικό Βασίλειο των Μεροβινγγίων. Ο γιος του Αρνούλφου, ο Ανσεγίζελ, παντρεύτηκε την Αγία Μπέγκα, κόρη του Πιπίνου του Λάντεν (από τον οίκο των Πιπινιδών). Αυτός ο γάμος ένωσε τις δύο πιο ισχυρές οικογένειες της περιοχής. Οι απόγονοί τους κατέλαβαν το αξίωμα του «Μαγιορδόμου των Ανακτόρων» («Major Domus»), που αποτελούσε την πραγματική εξουσία πίσω από τον θρόνο, καθώς οι Μεροβίνγγιοι βασιλιάδες είχαν εξασθενήσει.Απόγονος αυτής της ένωσης των δύο οίκων ήταν ο νικήτής των Αράβων Κάρολος Μαρτέλος. Ο γιος του Μαρτέλου, Πιπίνος ο Βραχύς, ανέτρεψε τελικά τους Μεροβίνγιους το 751 μ.Χ., ιδρύοντας επίσημα την Καρολίγγεια Δυναστεία.Συνεπώς, όταν συναντάτε τον όρο Αρνουλφίδες ή Αρνουλφίνγκοι Arnulfingian, αναφέρεται στην προ-Καρολίγγεια περίοδο της ίδιας οικογένειας, δίνοντας έμφαση στην καταγωγή της από τη γραμμή του Επισκόπου Αρνούλφου.]

Όσον αφορά στην εσωτερική οργάνωση, ανεξάρτητα από την ορθότητα της θέσης του Karl Ferdinand Werner για τη θεσμική συνέχεια από την αυτοκρατορική Ρώμη έως την καρολίγγεια περίοδο, αυτή η συνέχεια θα πρέπει να διευκρινιστεί. Ο Κάρολος ήταν λίγο πιο καινοτόμος σε αυτόν τον τομέα από ό,τι κατανοεί ο Γερμανός ιστορικός, (μαζί με τον επικριτικό Los). Το ζήτημα δεν είναι, όπως επισημαίνει ο τελευταίος, ότι «τα νέα χαρακτηριστικά, που έλαβε ο μηχανισμός διακυβέρνησης υπό τη βασιλεία του… είχαν δανειστεί επιπλέον στοιχεία από την Εκκλησία», καθώς η κυβερνητική και διοικητική δομή της Εκκλησίας διαμορφώθηκε με τη σειρά της σύμφωνα με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική κυβέρνηση. Το ζήτημα είναι ότι, ενώ στην αυτοκρατορική Ρώμη οι κατώτεροι αξιωματούχοι είχαν μόνο έναν αυθέντη να υπηρετούν, το προσωπικό της Εκκλησίας, από το οποίο η καρολίγγεια διοίκηση εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό για την κυβερνητική διείσδυση στο βασίλειο, είχε πάντα τον πειρασμό, εκ φύσεως, να αποδίδει στον βασιλιά ό,τι είναι του βασιλιά και να αποδίδει στην Εκκλησία ό,τι είναι της Εκκλησίας.

[Ο Γερμανός ιστορικός Καρλ Φέρντιναντ Βέρνερ (Karl Ferdinand Werner, 1924–2008), επί πολλά χρόνια διευθυντής του «Γερμανικού Ιστορικού Ινστιτούτου» στο Παρίσι, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αναθεωρητές της πρώιμης μεσαιωνικής ιστορίας. Η έρευνά του άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη μετάβαση από την Ύστερη Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα, προτάσσοντας τη «θεωρία της θεσμικής και κοινωνικής συνέχειας» από την Αυτοκρατορική Ρώμη. Αντιπαρατιθέμενος στις παλαιότερες ιστοριογραφικές θεωρίες (κυρίως του 19ου  και των αρχών του 20ου  αιώνα) που έκαναν λόγο για μια βίαιη κοινωνικοπολιτική «ρήξη» λόγω των γερμανικών εισβολών και για την ολοκληρωτική κατάρρευση του ρωμαϊκού κόσμου, ο Werner υποστήριξε τα εξής κεντρικά σημεία: Μέσα από πρωτοποριακές προσωπογραφικές μελέτες και ανάλυση χιλιάδων βασιλικών διπλωμάτων και εγγράφων, ο Werner απέδειξε ότι οι παλαιές αριστοκρατικές ρωμαϊκές «συγκλητικές οικογένειες» στη Γαλατία δεν εξαφανίστηκαν. Αντίθετα, επιβίωσαν κατά τη Μεροβίνγγεια και την Καρολίγγεια περίοδο, διατήρησαν τις τεράστιες γαίες τους και ενσωματώθηκαν πλήρως στον κρατικό μηχανισμό των Φράγκων βασιλέων. Η ευρωπαϊκή αριστοκρατία, επομένως, δεν ήταν ένα «γερμανικό εφεύρημα», αλλά η θεσμική εξέλιξη της ρωμαϊκής αριστοκρατίας – Για τον Werner, το κράτος του Χλωδοβίκου (Clovis) και των διαδόχων του δεν ήταν ένας βάρβαρος σχηματισμός που χτίστηκε πάνω στα ερείπια της Ρώμης, αλλά η θεσμική συνέχεια της ρωμαϊκής επαρχιακής διοίκησης. Οι Φράγκοι ηγεμόνες λειτουργούσαν ως νόμιμοι φορείς της δημόσιας εξουσίας (potestas publica) σύμφωνα με τους ρωμαϊκούς κανόνες, υιοθετώντας τα φορολογικά, διοικητικά και στρατιωτικά πρότυπα της αυτοκρατορίας- Στο μνημειώδες έργο του «Η Γέννηση της Ευγενείας: Η Άνοδος των Πολιτικών Ελίτ στην Ευρώπη» – «Naissance de la noblesse: L’essor des élites politiques en Europe» (1998), συνέθεσε έρευνα τριών δεκαετιών για να δείξει πώς οι πολιτικές ελίτ της Ευρώπης έλκουν την καταγωγή τους από τη ρωμαϊκή έννοια του δημόσιου λειτουργήματος. Η μεσαιωνική «ευγένεια» δεν γεννήθηκε από το πουθενά, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της σταδιακής μετατροπής των ρωμαϊκών-φραγκικών δημόσιων αξιωμάτων (όπως του κόμη – comes) σε κληρονομικούς τίτλους.- Ο Werner έβλεπε την ανασύσταση της αυτοκρατορίας από τον Καρλομάγνο το 800 μ.Χ. όχι ως μια τεχνητή απόπειρα μίμησης, αλλά ως την ώριμη κορύφωση μιας μακράς διαδικασίας, κατά την οποία ο χριστιανικός ρωμαϊκός πολιτισμός και οι θεσμοί του είχαν ήδη εμποτίσει τη δυτική Ευρώπη.Συνολικά, η οπτική του Καρλ Φέρντιναντ Βέρνερ επαναπροσδιόρισε τις ρίζες της Ευρώπης, αναδεικνύοντας ότι το DNA του μεσαιωνικού και δυτικού πολιτισμού παρέμεινε βαθιά ρωμαϊκό, μεταμορφωμένο μέσω της χριστιανικής εκκλησίας και της φραγκικής ηγεμονίας.]

«Η διακυβέρνηση ολόκληρης της Αυτοκρατορίας ήταν σε μεγάλο βαθμό εκκλησιαστική, καθώς ο επίσκοπος μοιραζόταν ισότιμα ​​με τον κόμη την τοπική διοίκηση των 300 χωρών στις οποίες ήταν διαιρεμένη η αυτοκρατορία, ενώ η κεντρική διακυβέρνηση βρισκόταν κυρίως στα χέρια της γραμματείας και του βασιλικού παρεκκλησίου… Ο έλεγχος και η εποπτεία του τοπικού θεσμού διασφαλίζονταν από το χαρακτηριστικό καρολίγγειο σύνταγμα των Missi Dominici» («Ηγεμονικών Απεσταλμένων»), 7 του οποίου το πρότυπο, αντί «στους λεγάτους και τους λεγατάριους, τους οποίους οι Μεροβίγγειοι βασιλείς είχαν τη συνήθεια να στέλνουν κατόπιν εντολής και οι οποίοι έπαυαν να έχουν εξουσία όταν το συγκεκριμένο καθήκον που τους είχε ανατεθεί είχε εκπληρωθεί» 8, βρίσκεται, όπως επισημαίνει ο Los, στις επισκέψεις των Επισκόπων που ήσαν συνηθισμένες στην Εκκλησία. Η εξουσία τους ανατέθηκε σε Επισκόπους και ηγούμενους και, όταν ο θεσμός περιέπεσε σε παρακμή, η Εκκλησία ήταν αυτή που απαίτησε την επανίδρυσή του.

Η εμπιστοσύνη του Καρόλου στα ίδια τα άτομα που είχε επιβάλει να απαιτήσουν τον όρκο πίστης από όλους τους υπηκόους αποδεικνύεται από τη «φροντίδα του να αποφύγει τη σύμπτωση των missatica [των περιοχών για τις οποίες διορίζονταν οι missi dominici] με τις επισκοπές της αυτοκρατορίας του», προκειμένου «να αποτρέψει την εκκλησιαστική εξουσία από το να εξασφαλίσει πολύ εύκολα κοσμική κυριαρχία» 9.

Στη συνέχεια, πολλά κύρια χαρακτηριστικά της καρολίγγειας κυβέρνησης προέρχονταν από τις γερμανικές πολιτικές παραδόσεις. Τέτοια ήταν η ετήσια συνέλευση διακυβέρνησης, στην οποία όλοι οι ελεύθεροι γαιοκτήμονες συναντιόντουσαν παραδοσιακά για να ακούσουν τα διατάγματα τα οποία είχε εκπέμψει ο βασιλιάς και να συζητήσουν θέματα. Αυτή η συνέλευση ονομαζόταν «Marzfeld». Την εποχή του Καρλομάγνου, η φύση της συνέλευσης είχε αλλάξει από διάφορες απόψεις. Δεν ήταν πλέον αποκλειστικά συνέλευσηγια πολεμιστές, και η αυξανόμενη παρουσία Επισκόπων σε αυτήν σήμαινε ότι ήταν άβολο να πραγματοποιηθεί σε μια περίοδο που πλησίαζε τη Μεγάλη Εβδομάδα, έτσι ώστε να μεταφερθεί στον Μάιο, με αποτέλεσμα να αλλάξει το όνομά της σε «Maifeld». «Μια ακόμη πιο σημαντική αλλαγή ήταν ότι δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν όλοι οι Φράγκοι στις συναντήσεις. Τώρα που το όνομα δεν σήμαινε πλέον τους πραγματικούς εθνικούς απογόνους των εισβολέων, αλλά γενικότερα όλους τους ελεύθερους άνδρες που ζούσαν στο βασίλειο, η παρουσία κάθε Φράγκου θα ήταν αδιανόητη. Η συνέλευση συγκέντρωνε πλέον τους εκκλησιαστικούς και λαϊκούς μεγιστάνες – Eπισκόπους, ηγουμένους και Kόμητες… Μια άλλη καινοτομία που εισήγαγε ο Καρλομάγνος ήταν η συχνή επανάληψη της συνέλευσης. Εκτός από την Εαρινή Συνέλευση… δεν ήταν ασυνήθιστο να συγκληθεί μια δεύτερη συνάντηση κάποια στιγμή το φθινόπωρο. Σε αυτή την περίπτωση, ο βασιλιάς δεν συγκαλούσε όλους τους πολεμιστές του ή ακόμα και όλους τους λαϊκούς και εκκλησιαστικούς μεγιστάνες, αλλά μόνον εκείνους στους οποίους επιθυμούσε να δώσει ακριβείς οδηγίες, όπως βασιλικούς απεσταλμένους ή missi dominici επιφορτισμένους με την εφαρμογή κάποιας νέας διάταξης ή Επισκόπους που κλήθηκαν να συζητήσουν κάποιο θεολογικό ή λειτουργικό πρόβλημα. Στη δεύτερη περίπτωση, η συνέλευση ήταν δύσκολο να διακριθεί από μια Σύνοδο, και κανείς», δηλαδή, κανένας από εκείνους των οποίων η άποψη για το θέμα έχει φτάσει σε εμάς μέσω σύγχρονων πηγών, οι οποίες, χρειάζεται να προσθέσουμε, είναι εκκλησιαστικές, «δεν θεώρησε εκπληκτικό το γεγονός ότι ένας βασιλιάς συγκάλεσε και προήδρευσε σε μια συνάντηση ιεραρχών» 10.

«Οι δύο τρόποι με τους οποίους νομιμοποιούνταν η βασιλική εξουσία : η θεία βούληση και η συναίνεση των Φράγκων, συνυπήρχαν, όχι όμως χωρίς αμφισημία. Ο ίδιος ο Κάρολος φαίνεται να προσπάθησε να βρει μια λύση, αν και με μάλλον συγκεχυμένο τρόπο. Πρώτον, η άμεση επαφή του βασιλιά με τον Θεό καθιστούσε ολοένα και πιο απαράδεκτο να υπόκειται στην κρίση των ανθρώπων. Εξ ου και η σταδιακή διάλυση των λειτουργιών της συνέλευσης, της οποίας το καθήκον ήταν στην εποχή του Καρόλου απλώς να χειροκροτεί, και η τάση να μετατρέπεται σε θρησκευτική περίσταση, εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία αυτής της ετήσιας συγκέντρωσης για να συγκεντρώσουν και ένα συμβούλιο Επισκόπων. Δεύτερον, η ευθύνη του βασιλιά απέναντι σε ολόκληρο τον Χριστιανισμό σήμαινε ότι η συναίνεση μόνο των Φράγκων δεν ήταν πλέον επαρκής για να νομιμοποιήσει τις πράξεις του». 11 Τώρα που το όνομα (Φράγκοι) δεν σήμαινε πλέον τους εθνικούς απογόνους των εισβολέων, αλλά γενικότερα όλους τους ελεύθερους ανθρώπους που ζούσαν στο βασίλειο, «η υπακοή σε έναν ηγεμόνα δεν ήταν πλέον απλώς ζήτημα ανήκειν στον λαό του ή διαβίωσης στο βασίλειό του». Είχε ενισχυθεί από μια προσωπική θρησκευτική δέσμευση που έθετε σε εφαρμογή την κατάσταση της ψυχής κάποιου στην επόμενη ζωή» 12 Για άλλη μια φορά, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι «… η προσπάθεια του Καρόλου για την εξάλειψη όλων των λαϊκών και φυλετικών φραγμών… απέρρεε αρκετά λογικά από τα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά του ιδανικά».


Η θέση περί μονιμότητας των πολιτικών αναπαραστάσεων και ιδεών από την αυτοκρατορική Ρώμη έως τους Καρολίγγειους χρόνους, η οποία συνάγεται από την παρουσία των βασικών ρωμαϊκών εννοιών potestas, regnum, imperium, dignitas, res publica, κ.λπ., στη φραγκική πολιτική σκέψη, βασίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι αυτές οι έννοιες είχαν το ίδιο περιεχόμενο και στα δύο πλαίσια, παρόλο που είναι αλήθεια ότι είχαν ήδη τροποποιηθεί με κάποιο τρόπο στην Αυτοκρατορική Ρώμη υπό την επίδραση των χριστιανικών και στωικών διδασκαλιών. Το «Imperium», όπως θεωρητικοποιήθηκε από τον Αλκουίνο, σημαίνει μία από τις εκδηλώσεις της δύναμης του Θεού στα πλάσματά Του. Η «Potestas», ως αρχή του «regnum», εξακολουθεί να χρησιμοποιείται με τη νομική έννοια, αλλά με σαφείς τελεολογικές και εσχατολογικές προεκτάσεις. 13

Επισημαίνεται ότι μεταξύ των Καρολίγγειων συγγραφέων γίνεται αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ της auctoritas pontificum και της regalis potestas, και δικαίως, παρόλο που αυτός ο διαχωρισμός θα ήταν καλύτερο να διατυπωθεί ως «Η ιερατική εξουσία και η βασιλική εξουσία είναι διαιρεμένες» παρά ως «Η ιερατική και η βασιλική εξουσία είναι διαιρεμένες», (Epistola, CCLV – «Επιστολή 255)»), από τον Αλκουίνο, ο οποίος επέλεξε τα λόγια του». Περισσότερο από έναν διαχωρισμό, αυτό το στοιχείο που μεταφέρουν δηλώσεις σαν κι αυτή, με έναν ελαφρώς μεταμφιεσμένο τρόπο, είναι η υποταγή της potestas regali (βασιλικής εξουσίας) στην auctoritas pontificum (παπικής αυθεντίας): «Η πρώτη φέρει στη γλώσσα της το κλειδί της ουράνιας βασιλείας, η δεύτερη φέρει το σπαθί της εκδίκησης εναντίον των κακοποιών». Η πρώτη είναι η Εκκλησία. Η δεύτερη είναι η Αυτοκρατορία. Η λειτουργία και οι αξιώσεις της πρώτης παρουσιάζονται ως ουσιώδεις, πνευματικές. Η λειτουργία της δεύτερης ως χρονική και εργαλειακή, καταναγκαστική. Η προς Ρωμαίους Επιστολή / 13, που θεωρείται ομόφωνα ως καταστατικός χάρτη χριστιανικής υπακοής στις ρωμαϊκές αρχές, αποτελεί αντίθετα ένα συντριπτικό πλήγμα κατά της «μείζονος δυνάμεως» (maior potestas), στον βαθμό που «δεν υπάρχει δύναμη παρά μόνον από τον Θεό» («non est potestas, nisi a Deo» – Προς Ρωμαίους 13:2). Ο Σαούλ – Παύλος διατάζει τους Χριστιανούς να υποτάσσονται στην πολιτική εξουσία μόνο στο βαθμό που ο Θεός έχει ορίσει αυτήν την εξουσία.

Ο Έβολα δεν πρόσεξε αυτή τη λεπτή διαφορά και, ως εκ τούτου, υπέθεσε ότι η δήλωση του Παύλου αντικατοπτρίζει τη ρωμαϊκή και παραδοσιακή άποψη για την αλληλεπίδραση μεταξύ των ανθρώπινων θεσμών και της υπερφυσικής τάξης, «μια ιεραρχική άποψη που έβλεπε τους ηγέτες ως εκπροσώπους μιας δύναμης εκ των άνω», η συνέπεια της οποίας «ήταν να προσδίδει πνευματική και θρησκευτική αξία σε κάθε πίστη και σε κάθε πολιτική πειθαρχία» 14: Όχι μόνο, σύμφωνα με τις απόψεις του ίδιου του Ιταλού συγγραφέα, για να μην αναφέρουμε και του Rene Guenon, δεν υπάρχει τίποτα καθαρά πνευματικό σε μια θεϊστική θρησκεία όπως ο Χριστιανισμός, στην οποίαν ο προσωπικός Θεός (Gott) είναι ήδη η αρχή της σχετικότητας, αλλά και ο Χριστιανισμός, ως θρησκεία που απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, προσβάσιμη σε όλους, που συστηματικά δεν απορρίπτει καμία τάξη ή φυλή, ήταν από κάθε άποψη το ακριβώς αντίθετο του mos maiorum, μιας καθαρά οικιακής και εθνικής θρησκείας. Ενώ εκατοντάδες χρόνια εξήγησης και τόνοι μελανιού έχουν καταφέρει με επιτυχία να καταστήσουν το κρυστάλλινο μήνυμα του Παύλου ασαφές σε όσους δεν μπορούν να εμποδίσουν τον εαυτό τους να μετρήσει ….. πόσοι άγγελοι μπορούν να χορέψουν στην κεφαλή μιας καρφίτσας (!) – (πρόκειται γιά το κλασικό φιλοσοφικό και θεολογικό ερώτημα που προέρχεται από τον Χριστιανό φιλόσοφο  Θωμά τον Ακινάτη τον 13ο  αιώνα) – η ασάφεια στις περισσότερες διατυπώσεις της πολιτικής εκκλησιολογίας δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί. Το ρητό «Duo sunt»(«Υπάρχουν Δύο» εξουσίες, δυνάμεις)  του Πάπα Γελάσιου είναι συμπτωματικό αυτής της ασάφειας: «Σε μια ανάγνωση, η potestas υπονοούσε πραγματική δύναμη υποστηριζόμενη από φυσική δύναμη, ενώ η auctoritas σήμαινε μόνο μιαν ηθική εξουσία. Μια άλλη ερμηνεία θεωρεί ότι η auctoritas σημαίνει το δικαίωμα διακυβέρνησης και η potestas μόνο μιαν εξουσιοδότηση. Ωστόσο, μια διαφορετική ανάγνωση θεωρεί ότι οι δύο όροι σημαίνουν το ίδιο». 15

Σε μιαν επιστολή του προς τον Κάρολο, ο Αλκουίνος υποστήριξε ότι η potestas του απαιτούσε επίσης πιο ένθερμο ευαγγελιστικό ζήλο. 16 Δεν την χρειαζόταν. Όπως υπονοεί ο ίδιος ο Αυγουστίνος, «ο Χριστιανός αυτοκράτορας θα κάνει την Αυτοκρατορία να υποχωρήσει στην Εκκλησία, και αργότερα οι Δυτικοί ηγεμόνες, ιδιαίτερα ο Καρλομάγνος, ερμήνευσαν την Πόλη του Θεού ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα και είδαν τους εαυτούς τους να ασκούν ένα συγκεκριμένο ποιμαντικό αξίωμα… Ο Αυγουστίνος επίσης, όπως και στη στάση του απέναντι στον καταναγκασμό των Δονατιστών, ανοίγει σχεδόν απεριόριστες δυνατότητες για την ερμηνεία του καταναγκασμού ως «ποιμαντικού» καταναγκασμού. Έτσι, αργότερα, ένας ηγεμόνας όπως ο Καρλομάγνος φτάνει να βλέπει τον εαυτό του, χωρίς ασυμφωνία, ως ένα είδος Επισκόπου με σπαθί, και οι θεολόγοι της αυλής του δεν μιλούν πλέον, όπως ο Πάπας Γελάσιος, για δύο εξουσίες, αυτοκρατορική potestas – ισχύ και εκκλησιαστική auctoritas – αυθεντία εντός ενός mundus – κόσμου, αλλά για potestas και auctoritas εντός της ενιαίας εκκλησίας» 17, που κυβερνά το «ανθρώπινο γένος» – μια έκφραση που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε ρωμαϊκό πλαίσιο από τον Κικέρωνα, δηλωμένη υπό την επιρροή του Στωικισμού.

Συμπερασματικά, δεν είναι παράλογο ή άδικο ότι στην Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία ο Καρλομάγνος δεν ονομαζόταν πλέον Καρλομάγνος, αλλά Κάρολος ο Φράγκος, και θεωρήθηκε υπεύθυνος για όλα τα μεγαλύτερα δεινά που επηρέασαν τη Γερμανία. Είναι σαφές ότι η αρχή που υιοθέτησε δεν ήταν αυτή της ρωμαϊκής καθολικότητας, αλλά αυτή του διεθνισμού της Εκκλησίας. Είναι επίσης σαφές ότι το αδύναμο και βραχύβιο «Sacrum Romanorum Imperium Nationis Germanicae» – «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους» δεν ήταν με κανέναν τρόπο ο φορέας της ρωμαϊκής παράδοσης, αλλά ένα χριστιανικό πλάσμα, ή μάλλον μια οντότητα με ρωμαϊκό σώμα, γερμανική ψυχή και ιουδαιοχριστιανικό πνεύμα: παρόλο που ο Όθων Α’ κατάφερε να συγχωνεύσει την Αυτοκρατορία και την Ιεροσύνη, την πνευματική και την κοσμική εξουσία, αυτή η συγχώνευση ορίστηκε αποκλειστικά από τις χριστιανικές αξίες.

Ο ίδιος ο Δάντης αναγνώρισε ότι το imperium και το sacerdotium είχαν θεσπιστεί από τον Θεό – μπορούμε να επιστρέψουμε σε αυτό το σημείο, το οποίο είναι απολύτως απαραίτητο για να κατανοήσουμε γιατί το σχέδιο των αυτοκρατορικών Γιβελλίνων ήταν καταδικασμένο εξαρχής, σε μια κριτική ανασκόπηση του κεφαλαίου του εβολιανού «Οι Άνδρες και τα Ερείπια» με τίτλο «Παράδοση – Καθολικισμός – Γιβελλινισμός». Αν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί η Εκκλησία θεωρούσε έναν πατριώτη όπως τον Βίντουκιντ ως «επαναστάτη», ειδικά επειδή φαίνεται ότι είχε κατά νου να ενώσει ενάντια στις παπικές-Φραγκικές υπεκφυγές τις γερμανικές φυλές που αρνούνταν να ασπαστούν τον Χριστιανισμό κάτω από ένα ενιαίο λάβαρο, η χρήση του ίδιου όρου από τον Evola που αποκάλεσε τον Σάξονα Δούκα «επαναστάτη»δεν του αποδίδει καμία τιμή.

Το 800, για να παραθέσω τον Oswald Spengler, ήταν «ο ήλιος του Αραβικού Πολιτισμού που περνούσε από τις παγκόσμιες πόλεις της Ανατολής στην ύπαιθρο της Δύσης». Αν είναι αλήθεια ότι «θεωρητικά, ο Δυτικός κόσμος αποδέχτηκε τον Χριστιανισμό, αλλά στην πράξη παρέμεινε παγανιστικός», τουλάχιστον μέχρι τον δέκατο έκτο αιώνα, όταν ο μετα-Τριδεντινός Καθολικισμός προσπάθησε να επαναβεβαιώσει την κυριαρχία του, είναι επίσης αλήθεια ότι η διαδικασία εκχριστιανισμού της κοινωνίας και των ψυχών, ως μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας «ανατολικοποίησης»- «εξανατολισμού», επιταχύνθηκε δραματικά υπό τον Καρλομάγνο, τον πρώτο Φράγκο βασιλιά που προσχώρησε πλήρως και συνειδητά στις ιουδαιοχριστιανικές αξίες και τις προώθησε επιθετικά, τον πρώτο Φράγκο ηγεμόνα του οποίου η αυλή ελέγχονταν από άνδρες της Εκκλησίας, η επιρροή του οποίου τον έπεισε ότι ο καλύτερος τρόπος για να προωθήσει τον χριστιανικό τρόπο ζωής ήταν μέσω της εκπαίδευσης.

Επί αιώνες, οι περισσότερες από τις πολιτιστικές και πνευματικές εκφράσεις που προέρχονταν από τις χριστιανικές ιδέες και αξίες παρέμειναν για την ελίτ και είχαν μικρή σημασία για τους περισσότερους λαϊκούς, οι οποίοι, ωστόσο, ήταν εξοικειωμένοι και συντονισμένοι με μερικές βασικές έννοιες, ξεκινώντας από το δόγμα της ισότητας όλων των ανθρώπων ενώπιον του Θεού και τη σχετική ιδέα της ισότητας όλων των ανθρώπων ενώπιον του νόμου! Έχοντας σημειώσει πρόοδο στη συνείδηση ​​των ανθρώπων, κρυσταλλώθηκαν αυθόρμητα στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη και, ως γιγαντιαία, πραγματική «μαζική» επικοινωνία μαζί με την επέκταση της εκπαίδευσης λειτούργησαν ως αντηχείο για αυτούς από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα και μετά, οπότε έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο με την άνοδο της έννοιας της «κοινωνικής δικαιοσύνης», η οποία πηγάζει από την Παλαιά Διαθήκη και αργότερα διατυμπανίστηκε με περίσσιο ενθουσιασμό από τον Μέγα Βασίλειο και τον Ιωάννη Χρυσόστομο. Οι αξίες με τις οποίες εκατομμύρια νέοι Ευρωπαίοι ήρθαν αντιμέτωποι στο σχολείο στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα προέρχονταν άμεσα από τη χριστιανική κοσμοθεωρία! Πολύ πριν οι αριστοκρατικές έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας εκκοσμικευτούν και εκδημοκρατιστούν από τον «ουμανισμό», οι ιουδαιοχριστιανικές διδασκαλίες τις είχαν διαφθείρει και εκπορνεύσει φέρνοντάς τις να εκτεθούν στην κοινή θέα των όχλων.

Όπως ακριβώς οι ιερείς του κατώτερου κλήρου ήσαν οι πρώτοι ιδεολόγοι της Επανάστασης, έτσι δεν ήταν τυχαίο ότι, όπως έδειξε ο Φρήντροχ Ένγκελς, ο κατώτερος κλήρος τροφοδότησε τους ιδεολόγους της Μεταρρύθμισης και του επαναστατικού αγροτικού κινήματος. Πολύ λίγοι επαναστάτες, συμπεριλαμβανομένων των μανιωδών αντιχριστιανών, γνώριζαν ότι το επαναστατικό πρόγραμμα εφάρμοζε από πολλές απόψεις την «κρυφή ατζέντα» που περιέχεται στην Παλαιά Διαθήκη. Βεβαίως ούτε οι Χριστιανοί αντεπαναστάτες το γνώριζαν ! Παρά το γεγονός ότι οι «Δημοκράτες» αντικατέστησαν σταδιακά τους ιερείς ως δασκάλους σε όλη την Ευρώπη, οι έννοιες και οι αξίες που επιβάλλονταν στα νεαρά μυαλά μέσα σε ένα σχολικό σύστημα που διοικούνταν από Ελευθεροτέκτονες παρέμειναν ουσιαστικά οι ίδιες.

Καθώς βρισκόταν σε εξέλιξη μια επίσημη «αποχριστιανοποίηση», δηλαδή η μείωση της επιρροής του Χριστιανισμού, (τόσο ως θρησκείας όσο και ως πολιτιστικού φαινομένου), και ίσως και η αποδυνάμωση του θρησκευτικού συναισθήματος και ο περιορισμός της θρησκευτικής πρακτικής, ακολούθησε μια διαδικασία «υπερχριστιανισμού» των ψυχών, η οποία έμελλε να είναι ακόμη πιο αποτελεσματική επειδή δεν έγινε συνειδητά αισθητή χορηγούμενη μέσα σε ένα πλήρως εκκοσμικευμένο πλαίσιο.

Μέσα στο άσβεστο μίσος για τον εαυτό τους και λουσμένες στις τοξικές μαζοανθρωπιστικές τους αξίες, οι αποβλακωμένες ευρωπαϊκές μάζες, (στις οποίες βασίζεται περισσότερο από ποτέ το αποτελεσματικότατο «πολιτιστικό παράσιτο» που βρίσκεται στην εξουσία στις κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες για να συνεχίσει να εισάγει ατάραχα και …ομαλά όσο το δυνατόν περισσότερους έγχρωμους ανθρώπους στην Ευρώπη, προκειμένου να την μετατρέψει σε περιοχή του Τρίτου Κόσμου), είναι ιουδαιοχριστιανοποιημένες, ανατολικοποιημένες, μέχρι … το μεδούλι των οστών τους.

Βέβαια το «καθώς πρέπει» και «εγκεκριμμένο» ακαδημαϊκό προσωπικό γίνεται ολοένα και πιο αβέβαιο ότι μπορεί να αποδεικνύει συνεχώς ή να αποδείξει οριστικά πως τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών είναι ψεύτικα …..πριν μειωθεί δραματικά η σύνταξη που μπορεί να λάβει. Δεν είναι καθόλου αδιάφορα τα «αχρωμα»  γεγονότα όταν τα επισκοπούμε, τα παρατηρούμε και τα εξετάζουμε δεόντως. Γιά παράδειγμα : Το 2011, μόλις ο … και Ιησουίτης Μάριο Ντράγκι, είχε «προσγειωθεί» σαν…. αλεξιπτωτιστής στη θέση του Προέδρου  της «Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας», σταλμένος  από τους άγνωστους ανωτέρους του, δλδ τους Διεθνείς Επικυρίαρχους, τότε ο ιδιοκτήτης μιας γνωστής ιταλικής ιστοσελίδας αφιερωμένης στον εσωτερισμό, δεδηλωμένος οπαδός του Γνωστικισμού, κατεβαίνοντας αστραπιαία από το «πνευματικό» φιλντισένιο παλάτι του με ταχύτητα ……μετοχής που έπεφτε, δημοσίευσε στο σχετικό ειδικό φόρουμ ένα σπαρακτικό αγωνιώδες μήνυμα σχετικά με την τρέχουσα «βαρύτατη οικονομική κρίση» στις δυτικές χώρες, αλλά και την ακλόνητη ελπίδα του πως σίγουρα θα σώσει το ευρώ και την «ευρώ»πη ο νέος πρόεδρος τραπεζίτης !

Ο Ντράγκι έμεινε στην ΕΚΤ έως το 2019 και έγινε ο «Σωτήρας του Ευρώ».  Είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι, υπό την ηγεσία του, η ΕΚΤ «…είναι έτοιμη να κάνει ό,τι χρειαστεί (whatever it takes) για να διατηρήσει το ευρώ. Και πιστέψτε με, θα είναι αρκετό!» : Αξιος !Από την «Goldman Sachs International», όπου ήταν Διευθύνων Σύμβουλος  και ως μέλος της «Ομάδας των Τριάντα», που ιδρύθηκε από το Ίδρυμα Ροκφέλερ, εξελίχθηκε σε ναυαγοσώστη της «ευρωπαϊκής» και παγκόσμιας οικονομίας : Τρισάξιος ! Δοξάστηκε απροκάλυπτα και από τον σπουδαίο Αμερικανοεβραίο νομπελίστα οικονομολόγο Πωλ Ρόμπιν Κρούγκμαν (πολύ φειδωλό στους επαίνους και τα καλά λόγια) ως «αναμφισβήτητα ο σπουδαιότερος κεντρικός τραπεζίτης της σύγχρονης εποχής» : Πανάξιος !

Μεταξύ των πιο οδυνηρών συνεπειών της λήξης του Β΄Μεγάλου Πολέμου ήταν και η εξής: οι αρνητικές πτυχές των καθεστώτων του χθες μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν για να δυσφημίσουν σχεδόν ανεπανόρθωτα τις οποιεσδήποτε θετικές ιδέες, τάσεις και απαιτήσεις τους, προς μεγαλύτερη δόξα του κομμουνισμού, της δημοκρατίας και του Ιουδαϊσμού. Από αυτή την άποψη, έχει επιτευχθεί το θλιβερό σημείο όπου, στη Γερμανία σήμερα, το να μιλάμε για οτιδήποτε αφορά στο Ράιχ ακούγεται ύποπτο και «ναζιστικό»· όπου, στην Ιταλία, οτιδήποτε έχει ρωμαϊκή έμπνευση στιγματίζεται ως κενή ρητορική και «κρυπτοφασισμός»· όπου ο «ρατσισμός» κάθε είδους χρησιμοποιείται ως το πιο τρομακτικό απάνθρωπο σκιάχτρο. Όπου, λόγω των γερμανικών διωγμών, ο Εβραίος έχει αποκτήσει ένα είδος ιερού και ανέγγιχτου χαρακτήρα, έτσι ώστε το να τολμήσει κανείς να πει έστω και μια λέξη εναντίον του γιά τα εγκλήματα σε βάρος των Παλαιστινίων, προκαλεί μια χορωδία αγανακτισμένων διαμαρτυριών και μάλιστα εκθέτει άμεσα τον ομιλητή σε νομικές κυρώσεις.

Αν σε αυτό προστεθεί η επανέναρξη σε μεγάλη κλίμακα και η εντατικοποίηση αυτού που ονομάζουμε «πολιτισμικό μπολσεβικισμό», μπορεί να ειπωθεί ότι το πεδίο έχει καθαριστεί εντελώς: ο δρόμος είναι πλέον έτοιμος για την ψευτοδημοκρατία του πλούτου και τον εξωραϊσμένο κομμουνισμό, ενώ το μόνο εμπόδιο, η μόνη έλλειψη ομορφιάς, στην άθλια παγκόσμια εικόνα, είναι η σύγκρουση μεταξύ των επί μέρους αρπακτικών διεθνοπολιτικών παρατάξεων για την κατάκτηση ενός σαστισμένου και αποθαρρυμένου κόσμου, στον οποίον η πιθανότητα επιβεβαίωσης μιας τρίτης ιδέας και μιας τρίτης δύναμης (με το απαραίτητο στρατιωτικό και οικονομικό δυναμικό) φαίνεται εξαιρετικά προβληματική και ανέφικτη.

Με αυτή την δυσφορική κατάσταση γύρω μας, επιβαρυμένη από ένα δυσοίωνο πεπρωμένο, ανανεώνουμε την άποψή μας για τον απόκρυφο πόλεμο : Το λέμε αυτό όχι τόσο σε σχέση με τις ίδιες τις ομάδες συμφερόντων που ανταγωνίζονται, οι οποίες δύσκολα καλύπτονται πλέον (καθώς τα συνθήματα και τα τεχνάσματα της ουσιαστικά ασήμαντης προπαγάνδας όλων των πλευρών μπορούν να παραμεριστούν), όσο με την τελική, καθολική, παγκόσμια σημασία των γεγονότων, δηλαδή το πιθανό τέλος ενός ολόκληρου κύκλου καθολικής ιστορίας.

Είμαι Ολλανδός, γεννημένος στην Ουτρέχτη και κάτοικός της, άθρησκος με προτεστάντες γονείς, σπούδασα πολιτισμικές σπουδές στο εδώ πανεπιστήμιο και υποστηρίζω …..την τοπική ποδοσφαιρική ομάδα ! Είμαι αμετακίνητα ριζοσπάστης εθνικιστής  και προπαθώ να αξιολογώ την πραγματικότητα δίχως να επηρεάζουν την κρίση μου δεδομένα που θα μπορούσαν να είναι  …συνωμοσιολογικής φύσης.


Όμως επιμένω να διερευνώ με όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες το πώς οι τρέχουσες πολιτισμικές πρακτικές σχετίζονται με ευρύτερα πολιτικά συστήματα εξουσίας, τα οποία σχετίζονται με κοινωνικά φαινόμενα ή λειτουργούν μέσω αυτών. Ασφαλώς αυτά περιλαμβάνουν την ιδεολογία, τις ταξικές δομές, τους εθνικούς σχηματισμούς, την εθνικότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, το φύλο και τη γενιά. Χρησιμοποιώντας συστηματικά την πολιτισμική ανάλυση και την ιστορία, θεωρώ τον εθνικό μας  πολιτισμό όχι ως σταθερή, οριοθετημένη, διακριτή οντότητα, αλλά ως συνεχώς αλληλεπιδραστικό και μεταβαλλόμενο σύνολο πρακτικών και διαδικασιών. Και μέσα σ΄αυτό Πιστεύω, εξετάζω κρίνω και Αγωνίζομαι.

Πέρασε πιά η εποχή που ήταν διασκεδαστικό να ειρωνευόμαστε με γλυκερά αστειάκια για «τον φανταστικό τρόμο του “Κίτρινου κινδύνου”».

Dirk Stijn

Σημειώσεις – Αναφορές

(1) «The Frankish Kingdoms Under the Carolingians, 751–987» υπό της ειδικής στην Καρολίγγειο περίοδο, σπουδαίας Αγγλίδας μεσαιωνίστριας ιστορικού Rosamond Deborah McKitterick (1949-2026) Καθηγήτριας Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ.
(2) Herbert Schutz : «Οι Καρολίγγειοι στην Κεντρική Ευρώπη. Η ιστορία, οι τένες και η αρχιτεκτονική τους: Μία πολιτιστική Ιστορία της Κεντρικής Ευρώπης, 750-900» – «The Carolingians in Central Europe.Their History, Arts, and Architecture: A Cultural History of Central Europe, 750-900 », 2004, Βοστώνη, εκδόσεις Brill, σελίδα 22.
(3) Στο ίδιο, σελίδα 27.
(4) Peter Brown : «Η άνοδος της Δυτικής Χριστιανοσύνης: Θρίαμβος και ποικιλομορφία Σωτήρια Έτη 200-1000» – «The Rise of Western Christendom: Triumph and Diversity AD 200-1000», εκδόσεις Blackwell, 1996, σελίδα 442.
(5)  Frans Johannes Los, στο έργο που αναφέρθηκε στα προηγούμενα άρθρα της σειράς, «Karel de Frank, de Grote? : de Franken en de kerstening» (1940) – «Κάρολος ο Φράγκος, ο Μέγας ; οι Φράγκοι και ο εκχριστιανισμός», σελιδα 55.
(6) Στο ίδιο, σελίδα 64.


(7) Harold Joseph Berman, στο «Law and Revolution: the Formation of the Western Legal Tradition», 1983, τόμος 2, σελίδα 569. Το έργο του «Law and Revolution: The Formation of the Western Legal Tradition» (1983) υποστηρίζει ότι η δυτική νομική παράδοση γεννήθηκε κατά την Παπική Επανάσταση (11ος -12ος  αι.), εισάγοντας το Κανονικό Δίκαιο ως το πρώτο σύγχρονο νομικό σύστημα. Ο Αμερικανός νομικός και ιστορικός του δικαίου Berman (1918-2007) υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της νομικής επιστήμης στις ΗΠΑ, διδάσκοντας ως ακαδημαϊκός επί δεκαετίες, Καθηγητής της Νομικής στο Πανεπιστήμιο Emory και ομότιμος Καθηγητής της Νομικής στο Πανεπιστήμιο Harvard. Στο εν λόγω έργο του αναδεικνύει τον νομικό πλουραλισμό και την ανωτερότητα του νόμου, προειδοποιώντας παράλληλα για την κρίση της σύγχρονης νομικής παράδοσης λόγω αποσύνδεσης από τις ηθικές της ρίζες.


(8) «Η παρακμή των ηγεμονικών απεσταλμένων στην Φραγκική Γαλατία» – «The decline of the missi dominici in Frankish Gaul», James Westfall Thomson, 1903, Σικάγο. Ο Τόμσον (1869–1941) ήταν Αμερικανός ιστορικός που ειδικευόταν στην ιστορία της μεσαιωνικής και πρώιμης σύγχρονης Ευρώπης, ιδιαίτερα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Γαλλίας. Είχε επίσης αξιοσημείωτη συμβολή στην ιστορία του γραμματισμού, των βιβλιοθηκών και του εμπορίου βιβλίων κατά τον Μεσαίωνα.

[Οι missi dominici («απεσταλμένοι του ηγεμόνα») ήσαν αξιωματούχοι που διορίζονταν από τους Φράγκους βασιλείς και τους Αυτοκράτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (ειδικά στην εποχή του Καρλομάγνου). Ταξίδευαν ανά ζεύγη στην αυτοκρατορία για να επιθεωρούν την τοπική διοίκηση, να απονέμουν δικαιοσύνη και να διασφαλίζουν την εφαρμογή των αυτοκρατορικών διαταγμάτων.]

www.third-millennium-library.com/PDF/Medieval-History/decline-of-missi-dominici-in%20Frankish-Gaul.pdf/ p. 4.


(9) στο ίδιο, σελίδα 12.
(10) Alessandro Barbero : «Charlemagne: Father of a Continent» (αρχικός τίτλος: «Carlo Magno: Un padre dell’ Europa»), σελίδες 144-145.
(11) Στο ίδιο, σελίδα 143.
(12) Στο ίδιο, σελίδα  50.
(13) Frans Johannes, όπως αναφέρθηκε, σελίδα 66.
(14) documents.irevues.inist.fr/bitstream/handle/2042/34646/AUGUST_2003_49_323.pdf?sequence=1.
(15) Julius Evola, «Οι άνθρωποι και τα ερείπια» – «Gli uomini e le rovine», Ρώμη, εκδόσεις Edizioni dell’Ascia, 1953, σελίδα 208.


(16) Leidulf Melve, «Εφευρίσκοντας τη Δημόσια Σφαίρα: Η Δημόσια Συζήτηση κατά την Τελετή Ανακήρυξης» – «Inventing the Public Sphere: the Public Debate during the Investiture», σαελίδα 258. Το έργο «Ανακαλύπτοντας την Δημόσια Σφαίρα: Η Δημόσια Συζήτηση κατά την Τελετή Ανακήρυξης»-«Inventing the Public Sphere: the Public Debate during the Investiture» του Leidulf Melve (Λέιντουλφ Μέλβε) αναλύει τη σύγκρουση περί της Επισκοπικής Περιβολής (11ος-12ος αι.), ως «τόπο» γέννησης μιας πρώιμης δημόσιας σφαίρας, βασισμένης στην έντονη προπαγάνδα και τη χρήση ορθολογικής επιχειρηματολογίας μέσω των «Libelli de lite»(«μικρά βιβλία σχετικά με την διαμάχη»- φυλλάδια, επιστολές και βραχείες θεολογικές πραγματείες). Ο Melve υποστηρίζει ότι ο δημόσιος αυτός διάλογος σηματοδοτεί τη σταδιακή αυτονόμηση της πολιτικής σκέψης, συνδεόμενος παράλληλα με την ανάπτυξη της νομικής παράδοσης κατά την εν λόγω περίοδο. Ο Melve, (γεννημένος στις 8 Νοεμβρίου 1972) είναι διακεκριμένος Νορβηγός ιστορικός και καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέργκεν (Universitetet i Bergen) της Νορβηγίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους μελετητές της μεσαιωνικής ιστορίας στη Σκανδιναβία. Τα κύρια ερευνητικά του ενδιαφέροντα και η συνεισφορά του στο πεδίο της ιστοριογραφίας επικεντρώνονται Έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τη μελέτη της πολιτικής επικοινωνίας και του δημόσιου διαλόγου κατά τον Μεσαίωνα. Η διδακτορική του διατριβή (2005) και το μετέπειτα έργο του, «Inventing the Public Sphere», απέδειξαν ότι η έννοια της «δημόσιας σφαίρας» και της ορθολογικής πολιτικής αντιπαράθεσης δεν γεννήθηκε στον Διαφωτισμό (όπως παραδοσιακά υποστηριζόταν), αλλά είχε ήδη ισχυρές ρίζες στον 11ο  και 12ο  αιώνα, κυρίως μέσα από την Έριδα της Επισκοπικής Περιβολής. [Η «δημόσια σφαίρα» (public sphere) είναι ένας εικονικός ή φυσικός χώρος κοινωνικής ζωής, όπου οι ιδιώτες μπορούν να συγκεντρώνονται ελεύθερα, να συζητούν, να διατυπώνουν απόψεις και να διαμορφώνουν τη λεγόμενη «κοινή γνώμη» για θέματα που αφορούν το γενικό καλό.]


(17) Vincent Serralda : «Η φιλοσοφία του προσώπου κατά τον Αλκουίνο»-«La philosophie de la personne chez Alcuin», σελίδα 466. Το έργο «La philosophie de la personne chez Alcuin» (1978) του Γάλλου κληρικού και λόγιου Vincent Serralda (1905-1988) αποτελεί μιαν εξαιρετικά εμβριθή μελέτη πάνω στη φιλοσοφική και θεολογική σκέψη του Αλκουίνου της Υόρκης (Alcuin of York), ο οποίος υπήρξε ο κορυφαίος σύμβουλος του Καρλομάγνου και ο κύριος αρχιτέκτονας της Καρολίγγειας Αναγέννησης. Ο Serralda αναλύει πώς ο Αλκουίνος, μέσα από το έργο του, προσπάθησε να ορίσει την έννοια του ανθρώπινου προσώπου ως δημιούργημα του Θεού. ο βιβλίο αναδεικνύει ότι ο Αλκουίνος χρησιμοποίησε ως απόλυτο σημείο αναφοράς το πρόσωπο του Ιησού Χριστού —ως Θεού και Ανθρώπου ταυτόχρονα— για να διατυπώσει μια ολοκληρωμένη χριστιανική ανθρωπολογία. Το έργο εκτενές και λεπτομερές (ξεπερνά τις 500 σελίδες), παραμένει μια βασική πηγή για τη μελέτη της μετάβασης της ύστερης πατερικής γραμματείας προς τη μεσαιωνική σχολαστική φιλοσοφία.

ρά δικαστική διαμάχη από το Ακυρωτικό Δικαστήριο για «συμφωνία προς εγκλήματα πολέμου» για μια καταχώρηση που δημοσίευσε στο «Le Monde» στις 13 Ιουλίου 1984. Μετά από δικαστική μάχη, ο  Σύνδεσμος κέρδισε τελικά την υπόθεσή του (χωρίς, ωστόσο, να λάβει ούτε ένα συμβολικό φράγκο για αποζημίωση) ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στις 23 Σεπτεμβρίου 1998. Το ΕΔΑΔ έκρινε (με την απόφαση Lehideux και Isorni κατά Γαλλίας) ότι υπήρξε παραβίαση ενάντια στον Σύνδεσμο του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Η γνώμη της πλειοψηφίας μεταξύ των δικαστών ήταν ότι έπρεπε να είναι δυνατό να παρουσιαστεί ένας χαρακτήρας, όποιος κι αν είναι αυτός, με ευνοϊκό πρίσμα και να προωθηθεί η αποκατάστασή του – εάν χρειαστεί αγνοώντας τα γεγονότα με τα οποία μπορεί να κατηγορηθεί – και ότι η ποινική ποινή που υπέστησαν στη Γαλλία οι άνθρωποι του Συνδέσμου ήταν δυσανάλογη. Το 2020, το ADMP, μετά την νομική νίκη του εξήλθε από μια μακρά κρίση στα διοικητικά του όργανα]

18) Alasdair John Milbank (Άλασντερ Τζων Μίλιμπανκ), «Θεολογία και Κοινωνική Θεωρία: πέραν της κοσμικής λογικής» – «Theology and Social Theory: beyond Secular Reason», σελίδα 425. Ο Μίλμπανκ (γεννημένος το 1952) είναι Βρετανός θεολόγος και φιλόσοφος. Είναι ομότιμος καθηγητής Θρησκείας, Πολιτικής και Ηθικής στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ. Το έργο του «Theology and Social Theory: Beyond Secular Reason» (1990) αποτελεί θεμέλιο λίθο της «Ριζοσπαστικής Ορθοδοξίας», υποστηρίζοντας ότι η κοσμική λογική δεν είναι ουδέτερη, αλλά μια ιστορική κατασκευή βασισμένη σε αιρετικές θεολογικές παραδοχές. Ο Milbank απορρίπτει την υποταγή της θεολογίας στις κοινωνικές επιστήμες, προτείνοντάς την ως την απόλυτη «οντολογία της ειρήνης» και ως εναλλακτική κοινωνική θεωρία.

[Ο  «αντιφασίστας» Αββάς Serralda κατατάχθηκε στο 3ο  σύνταγμα των Μαροκινών σπαχήδων και συμμετείχε στην ιταλική εκστρατεία με το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του Στρατάρχη Ζουέν (Juin). Τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό, αλλά ήταν δραστήριο μέλος του «Συνδέσμου για την υπεράσπιση της μνήμης του Στρατάρχη Πεταίν» («Association pour défendre la mémoire du maréchal Pétain»-AMDP). Ο ADMP το 1993 καταδικάστηκε μετά μακρά δικαστική διαμάχη από το Ακυρωτικό Δικαστήριο για «συμφωνία προς εγκλήματα πολέμου» για μια καταχώρηση που δημοσίευσε στο «Le Monde» στις 13 Ιουλίου 1984. Μετά από δικαστική μάχη, ο  Σύνδεσμος κέρδισε τελικά την υπόθεσή του (χωρίς, ωστόσο, να λάβει ούτε ένα συμβολικό φράγκο για αποζημίωση) ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στις 23 Σεπτεμβρίου 1998. Το ΕΔΑΔ έκρινε (με την απόφαση Lehideux και Isorni κατά Γαλλίας) ότι υπήρξε παραβίαση ενάντια στον Σύνδεσμο του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Η γνώμη της πλειοψηφίας μεταξύ των δικαστών ήταν ότι έπρεπε να είναι δυνατό να παρουσιαστεί ένας χαρακτήρας, όποιος κι αν είναι αυτός, με ευνοϊκό πρίσμα και να προωθηθεί η αποκατάστασή του – εάν χρειαστεί αγνοώντας τα γεγονότα με τα οποία μπορεί να κατηγορηθεί – και ότι η ποινική ποινή που υπέστησαν στη Γαλλία οι άνθρωποι του Συνδέσμου ήταν δυσανάλογη. Το 2020, το ADMP, μετά την νομική νίκη του εξήλθε από μια μακρά κρίση στα διοικητικά του όργανα]

18) Alasdair John Milbank (Άλασντερ Τζων Μίλιμπανκ), «Θεολογία και Κοινωνική Θεωρία: πέραν της κοσμικής λογικής» – «Theology and Social Theory: beyond Secular Reason», σελίδα 425. Ο Μίλμπανκ (γεννημένος το 1952) είναι Βρετανός θεολόγος και φιλόσοφος. Είναι ομότιμος καθηγητής Θρησκείας, Πολιτικής και Ηθικής στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ. Το έργο του «Theology and Social Theory: Beyond Secular Reason» (1990) αποτελεί θεμέλιο λίθο της «Ριζοσπαστικής Ορθοδοξίας», υποστηρίζοντας ότι η κοσμική λογική δεν είναι ουδέτερη, αλλά μια ιστορική κατασκευή βασισμένη σε αιρετικές θεολογικές παραδοχές. Ο Milbank απορρίπτει την υποταγή της θεολογίας στις κοινωνικές επιστήμες, προτείνοντάς την ως την απόλυτη «οντολογία της ειρήνης» και ως εναλλακτική κοινωνική θεωρία.

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

19
fb-share-icon
Insta
Tiktok