O «ΕΚΛΕΚΤΟΣ»….. ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΠΟΣΥΝΗΣ -6

22–33 minutes

Μέρος 6

Εξ αρχής της ιστορική πορείας των Χριστιανών η χριστιανική  ορθοδοξία ρυθμιζόταν … από αυτοκρατορικά διατάγματα: ο Θεοδόσιος Β΄, του οποίου το διάταγμα κατά του mos maiorum [που σημαίνει «το έθιμο των προγόνων» ή «ο δρόμος των παλαιότερων» και στην Αρχαία Ρώμη, αποτελούσε τον άγραφο κώδικα κοινωνικών, ηθικών και πολιτικών κανόνων που καθόριζε τη συμπεριφορά των Ρωμαίων πολιτών. Ένα σύστημα παραδοσιακών αξιών που οι πολίτες σέβονταν ως την ύψιστη αυθεντία για τη λειτουργία του κράτους και της οικογένειας]  εκδόθηκε λίγους μήνες αφότου ο Επίσκοπος του Μιλάνου Αμβρόσιος, ο οποίος τον είχε αφορίσει, τον επανεισήγαγε στην Εκκλησία, ως  πιόνι του πλέον. Στην πρώτη κρίση των Ωριγενιστών, εκδόθηκε ένα αυτοκρατορικό διάταγμα που απαγόρευε σε όλους τους μοναχούς να διαβάζουν τον Ωριγένη.

«Η λαϊκή μανία προκλήθηκε εσκεμμένα» εναντίον των Ωριγενιστών μοναχών της Νιτρίας. «Αδαείς λιποτάκτες από το διωκόμενο κόμμα αναγκάστηκαν να ορκιστούν ότι σε ένα συγκεκριμένο σκοτεινό σπήλαιο είχαν δει τον Ωριγένη να βασανίζεται στη φωτιά της κόλασης» ! Οι οπαδοί του Ωριγένη «διώχθηκαν από την Αίγυπτο, τη Συρία και την Κύπρο. Και εκδηλώθηκαν απάνθρωπες προσπάθειες να τους στερηθεί η στέγη και η φιλοξενία κατά την φυγή τους. Όλα αυτά ο Ιερώνυμος όχι μόνο τα ενέκρινε, αλλά τα υποκίνησε».1 Σε μιαν επιστολή του προς τον Θεόφιλο, την ύπαρξη της οποίας οι βιογράφοι του Ιερώνυμου φαίνεται να έχουν ξεχάσει, αυτός ο …. υπερασπιστής των αδύναμων και καταπιεσμένων καυχιέται για το γεγονός ότι ήταν το κρυφό χέρι πίσω από τη δίωξη των Ωριγενιστών: « Τα διατάγματα των αυτοκρατόρων που διέταξαν την έξωση των Ωριγενιστών από την Αλεξάνδρεια και την Αίγυπτο εκδόθηκαν με υπόδειξή μου. Το ότι ο Ρωμαίος επίσκοπος τους απεχθάνεται με τόσο έντονη αποστροφή είναι αποτέλεσμα της συμβουλής μου. Το ότι όλος ο κόσμος βρισκόταν πρόσφατα σε μια φλόγα μίσους εναντίον του Ωριγένη, που κάποτε τον διάβαζαν με τέλεια ψυχραιμία, είναι έργο της γραφίδας μου».2

Το παρακάτω απόσπασμα δίνει μια γεύση στο τι θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει η πρακτική των χριστιανικών αρετών, όταν εκφραζόταν με το ξίφος και όχι με την γραφίδα: «Αν ο μικρός σου ανιψιός κρέμεται στο λαιμό σου, αν και η μητέρα σου με ατημέλητα και σκισμένα ρούχα σου δείχνει τα στήθη που σε θήλασαν, αν και ο πατέρας σου πέφτει στο κατώφλι σου, με τα μάτια ατάραχα στα δάκρυα του Σταυρού. Σε αυτά τα θέματα, το να είσαι σκληρός είναι καθήκον του γιου ! » [Ιερώνυμος (347–420) Χριστιανός ….άγιος και διανοούμενος του 4ου  αιώνα μ.Χ. Λατίνος ασκητής, θεολόγος και εκκλησιαστικός συγγραφέας, στο κείμενό του «Ad Heliodorum» – προς τον στενό του φίλο και επίσκοπο Ηλιόδωρο, Επιστολή 60 (περίπου 396 μ.Χ.), η οποία αποτελεί ένα παρηγορητικό επιτάφιο για τον θάνατο του ανιψιού του Ηλιόδωρου, Νεποτιανού]. Για να το πούμε πολύ ωμά : «Με την έλευση ενός χριστιανού αυτοκράτορα, του Μεγάλου Κωνσταντίνου… και τη σταδιακή μετατροπή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε Χριστιανική Αυτοκρατορία, η ασέβεια των Χριστιανών έγινε η νέα «ευσέβεια» του ρωμαϊκού κόσμου» 3

Η διαδικασία αμφισβήτησης, μετεκτίμησης και αναστροφής- ανατροπής  όλων των αξιών, υποκινήθηκε από τον Χριστιανισμό και μπορεί να φανεί σαφέστατα στη ζωή πολλών διάσημων Αιγυπτίων ασκητών και διαβόητων συγκροτημάτων Αιγύπτιων και Σύριων μοναχών, καθώς και στη σταδιοδρομία «μιας συλλογής ζητιάνων, φυγάδων, αλητών, σκλάβων, μεροκαματιάρηδων, αγροτών, από τους πιο χαμηλούς», που ανακάλυψαν ότι «γινόμενο μοναχοί, έγιναν κύριοι και ένα είδος αγίων»4, ξεκινώντας από τον Καππαδόκη Γεώργιο της Καππαδοκίας, μετέπειτα Επίσκοπο Αλεξανδρείας, ο οποίος αναγνωρίστηκε εσφαλμένα από τον βασιλιά Εδουάρδο Γ΄ ως ο Έλληνας στρατιωτικός της Καππαδοκίας  και χρίστηκε Προστάτης Άγιος της αγγλικής μοναρχίας «Ο Γεώργιος της Καππαδοκίας, γεννημένος στην Επιφάνια (Επιφανίν) -την ελληνιστική πόλη- της Κιλικίας, ήταν ένα ταπεινό παράσιτο, κρεοπώλης που πήρε ένα προσοδοφόρο συμβόλαιο για την προμήθεια του στρατεύματος. Απατεώνας και πληροφοριοδότης, πλούτισε και αναγκάστηκε να ξεφύγει από τη δικαιοσύνη. Αποταμίευσε τα χρήματά του, ασπάστηκε τον Αρειανισμό, συγκέντρωσε βιβλιοθήκη και προήχθη από μια παράταξη στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Όταν ήρθε ο Ιουλιανός, το 361 μ.Χ., ο Γεώργιος σύρθηκε στη φυλακή. Ο όχλος άνοιξε τη φυλακή και ο Γεώργιος λιντσαρίστηκε, όπως του άξιζε. Και αυτό το …. πολύτιμο μαχαίρι έγινε εν καιρώ ο Άγιος Γεώργιος της Αγγλίας, προστάτης του ιπποτισμού, έμβλημα της νίκης και της ευγένειας και το καμάρι του καλύτερου αίματος του σύγχρονου κόσμου».5 Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ο Γεώργιος είχε τοποθετηθεί στη θέση του με στρατιωτική βία.

Η δήλωση του Βονιφάτιου VIII ότι : «Το πνευματικό ξίφος πρέπει να χρησιμοποιείται από την Εκκλησία, το επίγειο για την Εκκλησία !» αντηχεί εναρμονισμένη με την ρήση του .. Σαούλ-Παύλου ότι το Κράτος «δεν φέρει το σπαθί μάταια» αλλά είναι «δούλος του Θεού για το καλό σου» (Ρωμ. 13:4) «Πολύ πριν από τον Κωνσταντίνο, η Χριστιανική Εκκλησία είχε χρησιμοποιήσει όλους τους πόρους της ενάντια στους αιρετικούς. Δεν είχε καμία δύναμη να τους τιμωρεί με πρόστιμα, βασανιστήρια ή θάνατο, αλλά τους απειλούσε με την κόλαση στον επόμενο κόσμο και τους εξοστράκιζε σε αυτόν» λέει ο Δρ. Γκίζελερ «Οι αιρετικοί, μισούνταν παγκοσμίως ως άνθρωποι εντελώς διεφθαρμένοι και χαμένοι και η Εκκλησία απήγγειλε εναντίον τους τις πιο αυστηρές ποινές της. Αυτά ήσαν πράγματι απλώς … πνευματικά, αλλά μετατράπηκαν σε υλικές επίγειες τιμωρίες μόλις ο Χριστιανισμός μπόρεσε να επιφέρει την αλλαγή». [Αυτό το απόφθεγμα είναι μια διάσημη παρατήρηση του Γερμανού προτεστάντη ιστορικού της εκκλησίας του 19ου  αιώνα  Δόκτορος Γιόζαν Καρλ Λούνβιχ Γκίζελερ (Johann Karl Ludwig Gieseler, 1792 –1854) από το επτάτομο «ορόσημο» έργο του, «Lehrbuch der Kirchengeschichte» – «Εγχειρίδιο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας». Υπογραμμίζει την έντονη εχθρότητα της πρώιμης και μεσαιωνικής χριστιανικής εκκλησίας προς εκείνους που χαρακτήρισε αιρετικούς.]6.

Προτού η Εκκλησία καταφέρει να πραγματοποιήσει τις διάφορες τιμωρίες, χρησιμοποίησε δύο ισχυρά καταναγκαστικά μέσα στον αγώνα της για την υπεροχή: το μυστήριο της μετάνοιας και του αφορισμού. Είναι δυσδιάκριτο το αν οι βάσεις των Γραφών για αυτό το μυστήριο βρίσκονται ή όχι στο κατά Ματθαίον 9:2-8 και στην προς  Κορινθίους επιστολή 11:27, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι Χριστιανοί. Ο ισχυρισμός, που διατυπώνεται από άλλους είναι ότι, η πρακτική της «ακροαστικής εξομολόγησης» βασίζεται σε προχριστιανικές ευρωπαϊκές θρησκευτικές αρχές δεν μπορεί να γίνει αναντίρρητα αποδεκτός, διότι στο πνεύμα των Ελλήνων και των Ρωμαίων ήταν άγνωστη έννοια η «αμαρτία».

Δημόσια ή ιδιωτική ομολογία υπήρχε, αλλά δεν παρουσιαζόταν ως ένα μυστήριο θείου θεσμού, ούτε απαιτούσε τη διακονία ιερέα, πόσο μάλλον ότι δεν ήταν υποχρεωτική. «… η ορκωμοσία παραπτωμάτων ή παραπτωμάτων προς τα άτομα ή την κοινωνία ήταν πράξη δικαιοσύνης και επανόρθωσης και απόδειξη μετάνοιας στην οποίαν ο άνθρωπος που επιστρέφει από τα λάθη και τις περιπλανήσεις του, νόμιζε ότι έπρεπε να υποταχθεί, είτε για να εκπληρώσει το καθήκον που του υπαγόρευε η συνείδησή του, είτε για να ανακτήσει την εκτίμηση και την εκτίμηση που είχε χάσει»7. Η ιερή εξομολόγηση «αναμφίβολα, εισήχθη μεταξύ των Ελλήνων, οι οποίοι, είχαν αντλήσει αυτό το έθιμο από την Αίγυπτο ή την Ανατολή. Ο Εμπεδοκλής και ο Πυθαγόρας φαίνεται ότι ήσαν οι πρώτοι που το συνέστησαν στους μαθητές τους ως μέσον εξιλασμού των αμαρτιών τους»,8 η εξομολόγηση των αμαρτιών ήταν «προϋπόθεση εισαγωγής στα μυστήρια», αρκετά από τα οποία είχαν περάσει από την Ανατολή. Ένα απόσπασμα του Πλούταρχου, που επιβεβαιώνεται από ένα απόσπασμα του Πλάτωνα, «μας αποδεικνύει ότι η ομολογία ήταν ένα είδος δεισιδαιμονίας, τη χρήση της οποίας είχαν καταφέρει να εισαγάγουν οι ιερείς στις κατώτερες τάξεις, για να τις υποτάξουν». 9

Ομοίως, το μυστήριο της μετάνοιας, που εισήγαγε ο Λέων, στόχευε, σε υλικό και εξωτερικό επίπεδο, στο να αποκτήσει η Εκκλησία τα οικιακά μυστικά και τις πιο οικείες σκέψεις και να θέσει τους κοινωνούς και τους συγγενείς τους στο έλεος των ιερέων, ξεκινώντας παράλληλα «μια πρωτοφανή κίνηση προς την ενδοσκόπηση» 10, με μακροπρόθεσμες επιδράσεις, των οποίων ο στενός δεσμός  και του ορθολογισμού και του ανορθολογισμού , καθώς και με την ψυχανάλυση, διέφυγε από τον René Guenon στην ανασκόπηση του περί των διαφόρων σταδίων της αντι-παραδοσιακής δράσης: «Ενώ η εξομολογητική παρείχε στους ενορίτες λύτρωση, ενθάρρυνε επίσης την ανάπτυξη της προσωπικής τους συνείδησης και μιαν αυξημένη ευαισθησία στις ιδιωτικές προθέσεις [σε αντίθεση με τη σύγχρονή τους κουλτούρα περί τιμής η οποία ενεθάρρυνε μιαν υψηλή ευαισθησία προς τις δημόσιες προσλήψεις του χαρακτήρα]. Εν ολίγοις, η ανάπτυξη των εννοιών της μετάνοιας και της αμαρτίας, καθώς και το αυξανόμενο άγχος για τη σωτηρία βοήθησαν να στρέψει την προσοχή των ενοριτών από τις απλές συνέπειες των πράξεών τους σε εγκόσμια πράγματα, όπως η προσωπική φήμη, προς την επίδραση των πράξεών τους σε πνευματικά θέματα, όπως η κατάσταση της χάριτός τους».11 Δηλαδή αφού με την κληρική καθοδήγηση που ακολουθούμε ανατίρρητα… έχουμε εξασφαλίσει την θεία φώτιση και θα αξιωθούμε σωτηρίας τις μας νοιάζει η Τιμή και το Καθήκον ;

Για να μην ξεφύγουμε από την παρούσα μελέτη μας εξετάζοντας εστιακά πώς η διαδικασία ενδοσκόπησης και αυτοεξέτασης που καθόρισε η Εκκλησία έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης νοοτροπίας, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να κατανοήσουμε ότι : Είναι ασφυκτική η ψυχολογική πίεση που ασκεί η Εκκλησία στο ποίμνιό της μέσω της ενδοσκοπικής και διερευνητικής πρακτικής της ακροαστικής εξομολόγησης και της έννοιας των βλαβερών και θανάσιμων αμαρτιών, της κακής σκέψης. Η εμφάνιση, καλλιέργεια και προώθηση μιας «κουλτούρας» ενοχής είχε μια τραυματική επίδραση στις «καρδιές και στο μυαλό» των χριστιανικών λαών. Είναι λοιπόν σαφές ότι, αντίθετα με ό,τι ισχυρίζεται ο Jean Delumeau, η διαδικασία της εξομολόγησης και της μετάνοιας δεν ήταν το αντίδοτο που οργάνωσε η Εκκλησία ενάντια στον φόβο τον προερχόμενο από τα τρομακτικά της δόγματα περί αμαρτίας και καταδίκης, αλλά ένας ένας ακόμη πανέξυπνος και δόλιος φαύλος κύκλος επιρροής.

Δεν μπορεί να τονιστεί αρκετά ότι αυτή η τρομοκρατική πολιτική εφαρμόστηκε αυθόρμητα και επίμονα από άτομα που κατείχαν και οδηγούνταν από φόβο, όπως σημειώνει ο Peter Brown: «Η φιλοδοξία τους ήταν να βεβαιωθούν ότι ένα σεβαστό χριστιανικό παρελθόν θα κινηθεί ξανά… Δεν πρέπει να υποτιμούμε το άγχος που ήταν η μόνιμη σκιά του καρολίγγειου προγράμματος διόρθωσης [διόρθωση, διαμόρφωση, επανάληψη της τάξης των πραγμάτων]. Σε αυτό, ο Καρλομάγνος και η αυλή του έμοιαζαν πολύ με τους σχεδόν συγχρόνους τους, τους εικονομάχους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Και οι δύο πίστευαν ειλικρινά ότι ήταν δυνατόν ο χριστιανικός λαός να πλανηθεί και να υποστεί την οργή του Θεού. Και οι δύο πίστευαν ότι η αυτοκρατορική δύναμη υπήρχε για να διορθώσει αυτά τα λάθη. Αλλά, εάν οι αυτοκράτορες απέτυχαν στο καθήκον τους, τότε η οργή του Θεού θα γινόταν φανερή στην παρακμή της βασιλείας…». 12

Περιττό να πούμε ότι η ακουστική ομολογία αμαρτιών έχει γίνει αποδεκτή μεταξύ των Εβραίων ανά πάσα στιγμή. «Ένα άλλο ισχυρό όργανο στον αγώνα για την υπεροχή ήταν η ανάληψη της εξουσίας του αφορισμού και στη συνέχεια της απαγόρευσης. Ο αφορισμένος προέβαινε σε μια μετάδοση φήμης και χαρακτηρισμού προς τους γύρω του, που τον απέκοπτε από όλη την ανθρώπινη κοινωνία και τον άφηνε να χαθεί στη δυστυχία και στην πείνα. Αυτό δεν ήταν μια απλή θεωρητική επιβολή, αλλά ένας νόμος που επιβάλλονταν με όλη τη δύναμη της Εκκλησίας και εφαρμοζόταν τόσο ελεύθερα που έγινε σχεδόν αδύνατο για τους αθώους να ξεφύγουν από τα αποτελέσματά του. Οι Πάπες παραχώρησαν, ως ειδικό προνόμιο, το δικαίωμα κάποιοι να μην αφορίζονται χωρίς αιτία. Όταν είχε διαπραχθεί ένα έγκλημα κατά της Εκκλησίας, για το οποίο δεν μπορούσε να ληφθεί ικανοποίηση λόγω δύναμης ή και της εξουσίας κάποιου αγέρωχου δράστη, ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, τότε ο Επίσκοπος έθετε υπό απαγόρευση ολόκληρο τον τόπο που έμενε ο δράστης ή ολόκληρη την περιοχή στην οποίαν ανήκε εκείνος – δηλαδή, έκανε όλα τα αξιώματα δημόσιας λατρείας να σταματήσουν ή να ανασταλούν. Όλες οι εκκλησίες εκείνου του τόπου ήταν κλειστές και όλα τα κειμήλια που περιείχαν απεσύροντο από τη δημόσια θέα. Όλοι οι σταυροί και οι εικόνες των αγίων ήσαν καλυμμένοι. Δεν κτυπούσαν οι  καμπάνες, δεν τελούνταν μυστήρια και κανένα πτώμα δεν θάφτηκε σε καθαγιασμένο έδαφος. Είχε δε δοθεί ειδοποίηση ότι αυτή η κατάσταση των πραγμάτων θα συνεχιζόταν μέχρι να ικανοποιηθούν πλήρως οι απαιτήσεις της Εκκλησίας και να αποκατασταθεί ο υποτιθέμενος τραυματισμός. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν τέτοιες ζυμώσεις σε έναν ολόκληρο πληθυσμό, που ακόμη και οι ισχυρότεροι ήσαν εν τέλει υποχρεωμένοι να υποχωρήσουν». 13

 «Η εκκλησία ως ορατή οργάνωση δεν είχε ποτέ μεγαλύτερη δύναμη στο μυαλό των ανθρώπων. Έλεγχε όλα τα τμήματα της ζωής, από την κούνια μέχρι τον τάφο. Μονοπώλησε όλη τη μάθηση και έκανε τις επιστήμες και τις τέχνες φόρο τιμής σε αυτήν. Πρωτοστατούσε σε κάθε προοδευτικό κίνημα. Ίδρυσε πανεπιστήμια, έχτισε υψηλούς καθεδρικούς ναούς, ξεσήκωσε τις σταυροφορίες, έφτιαξε και κατήργησε βασιλιάδες, μοίρασε ευλογίες και κατάρες σε ολόκληρα έθνη. Η μεσαιωνική ιεραρχία με επίκεντρο τη Ρώμη επανέφερε την εβραϊκή θεοκρατία σε πιο ολοκληρωμένη κλίμακα». 14 Με εξαναγκασμό, η Εκκλησία στόχευε να επηρεάσει και να ρυθμίσει συναισθήματα, κίνητρα, συλλογισμούς, στάσεις και συμπεριφορές προκειμένου να επιτύχει κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους.

Η αργή σύνδεση Χριστιανισμού και δύναμης χαρακτηρίζεται όχι μόνον από «ανεπαίσθητους βαθμούς», που κατατάσσονται από τη θεολογική βία έως τον ψυχολογικό εκφοβισμό, από τον ψυχικό πόλεμο έως την σωματική βία, αλλά και από τη «διπλή ομιλία». Η τέχνη του να μιλάς και «από τις δύο πλευρές του στόματος» τελειοποιήθηκε από τον Πάπα Γρηγόριο, ο οποίος, λίγο καιρό αφότου παρότρυνε τον Βασιλιά Έθελμπερτ να «…προσέχεις επιμελώς τη χάρη που έλαβες από τον Θεό και να σπεύσεις να επεκτείνεις τη χριστιανική πίστη στους ανθρώπους που σου υποτάσσονται. Κύριε αυξήστε τον δίκαιο ζήλο σας για τη μεταστροφή τους. Να καταστείλετε τη λατρεία των ειδώλων. Να ανατρέψεε τα κτίρια και τα ιερά τους. Να ενισχύσετε τα ήθη των υπηκόων σας με εξαιρετική καθαρότητα ζωής, προτρέποντάς τους, τρομάζοντας, δελεάζοντάς τους και διορθώνοντάς τους και δείχνοντάς τους ένα παράδειγμα καλών Έργων», έγραψε στον Μέλλιτο, ένα μέλος της Γρηγοριανής αποστολής που στάλθηκε στην Αγγλία για να προσηλυτίσει τους Αγγλοσάξονες, για να ανατρέψει την εντολή για καταστροφή των ναών. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι «λίγο περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα ο Αγγλοσάξωνας μοναχός Βονιφάτιος (680-754), που εργαζόταν στην Ήπειρο μεταξύ των γερμανικών λαών και προοριζόταν να μείνει στη μνήμη ως “Απόστολος των Γερμανών”, ακολούθησε τη συμβουλή του Πάπα Γρηγορίου προς τον βασιλιά Έθελμπερτ και όχι τον Αύγουστο. Τόσο πριν όσο και μετά την καθιέρωσή του ως Επισκόπου από τον Πάπα, ο Βονιφάτιος κατέστρεψε ιερά δένδρα και ιερά κατά τη διάρκεια των αποστολών του μεταξύ των Φριζίων» 15 και επίσης δεν προκαλεί έκπληξη ότι «ο Καρλομάγνος λίγες δεκαετίες αργότερα άκουσε τη συμβουλή που εστάλη στον Έθελμπερτ. »

Ούτε προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο λόγος για τον οποίο ο Καρλομάγνος επιτέθηκε στον ναό στον Ίρμινζουλ δεν διαφωτίζεται σε αυτό το σημείο από τα επίσημα Χρονικά ή από την αναφορά σε προηγούμενες καταχωρήσεις. Αφήνοντας κατά μέρος βεβαίως ότι, ο θησαυρισμός των πολύτιμων μετάλλων, (που ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύγχρονης δυτικής Εκκλησίας), δεν ήταν ξένος στην απόφασή του να συντρίψει και να καταστρέψει τέτοιες τοποθεσίες, στις οποίες κατατέθηκαν μεγάλες ποσότητες αναθηματικών θησαυρών – ο Καρλομάγνος καταγράφεται ότι απέσυρε το χρυσό και το ασήμι αφού κατέστρεψε τον Ίρμινζουλ  και ο  Λιούντγκερ …. ο «ιεραπόστολος» στους Φρίζιους  λεηλάτησε τα ιερά τους 16 – Το γεγονός ότι η κοπή του Ίρμινζουλ δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στις διάφορες μελέτες που ένας συγγραφέας όπως ο René Guenon αφιέρωσε στον συμβολισμό του δένδρου ως «άξονος του κόσμου» (axis mundi), ως σημείου σύνδεσης μεταξύ ουρανού και γης, είναι σύμπτωμα μιας προκατάληψης ενάντια στον ευρωπαϊκό παραδοσιακό πολιτισμό. Από αφυπνισμένη και συνειδητή ευρωπαϊκή σκοπιά, μια τέτοια πράξη είναι το πιο προφανές παράδειγμα «αντι-παραδοσιακής» δράσης και ο Κάρολος δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται, από αυτή την άποψη, όπως και σε ορισμένες άλλες, ως παράγοντας κατά της παράδοσης.

Η βία χρησιμοποιήθηκε για να αντιμετωπιστούν οι πιο απερίσκεπτοι, όπως στην περίπτωση των Σάξωνων « … το 785 ο Φράγκος βασιλιάς Καρλομάγνος όρισε για τους Σάξονες μια πολιτική βίαιης μεταστροφής στον Χριστιανισμό, με παραβάσεις που τιμωρούνται με θάνατο: “Εάν υπάρχει κάποιος από τους Σάξονες που κρύβεται, ανάμεσά τους αβάφτιστος και αρνείται να προσέλθει στο βάπτισμα και μένει ειδωλολάτρης, άφησέ τον να πεθάνει”».17 Ακόμη νωρίτερα, ο αναθεωρητής των «Βασιλικών Φραγκικών Χρονικών» εισήγαγε την ακόλουθη πρόταση κάτω από το έτος 775: «Ενώ ο βασιλιάς περνούσε το χειμώνα στη βίλα του Κιερζί (Quierzy), αποφάσισε να επιτεθεί στην προδοτική και παραβατική φυλή των Σαξόνων και να επιμείνει σε αυτόν τον πόλεμο μέχρις ότου είτε νικηθούν και αναγκαστούν να αποδεχθούν τη χριστιανική θρησκεία είτε να εξοντωθούν εντελώς»18. «Αυτό το “μακάρι να πεθάνει” (“morte moriatur”) επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, με βαρετή ομοιότητα στο τέλος σχεδόν όλων των κεφαλαίων» που θα ακολουθήσουν19 στο Capitulatio de partibus saxoniae20, ουσιαστικά ένα κάλεσμα για μαζική δολοφονία που θυμίζει βιβλικές περικοπές όπως η προτροπή του Γιαχβέ στους εκλεκτούς του Ιουδάίους – Σαμουήλ 15:2-3 : «Τώρα πήγαινε και χτύπησε τους Αμαληκίτες. Κατάστρεψε ολοσχερώς ό,τι έχουν. Μην τους λυπηθείς. Θανάτωσέ τους άνδρες και γυναίκες, παιδιά και βρέφη…»

Καθώς καθιέρωσε τα αρχαία σαξονικά έθιμα και καταστατικά, ο νόμος εξάλειψε οτιδήποτε ήταν αντίθετο με το χριστιανικό σύστημα πεποιθήσεων, όπως η αποτέφρωση. Αυτό είχε μιαν άλλη μοιραία συνέπεια για τους Σάξονες, γιατί, αν κατά την αναφορά του Έβολα « … σύμφωνα με τον Walther Frank – η κληρονομιά του Βίντουκιντ, ηγέτη των Σαξόνων, συναντούσε την αυτοκρατορική παράδοση, η οποία είχε το πρότυπο της Ρώμης και η οποία με τον Κάρολο τον Μέγα, με σίδηρο και αίμα, όπως με κάθε μεγάλη αναταραχή στην ιστορία του κόσμου, συνέδεσε για πρώτη φορά τον διχασμένο και διάσπαρτο κόσμο των γερμανικών φύλων».21 Αυτή η πολιτική ενότητα επιδιώχθηκε σε βάρος της οργανικής ενότητας της σαξονικής τριμερούς κοινωνικής δομής. Ενώ οι frilingi, η δεύτερη κάστα, και οι lassi, η τρίτη κάστα, υποτίθεται ότι συμμετείχαν στην πολιτική ζωή κατά την εποχή της αυτονομίας των Σαξόνων, φαίνεται ότι οι ευγενείς (οι edhilingui) μονοπώλησαν την πολιτική εξουσία μετά την κατάκτηση των Καρολίγγειων, προκαλώντας λανθάνουσα δυσαρέσκεια μεταξύ των κατώτερων δύο από τις σαξονικές ελεύθερες κάστες (κάστες μη – δούλων ), τις οποίες η πολιτική κρίση που ακολούθησε τον θάνατο του Λουδοβίκου του Ευσεβούς επέτρεψε να ξεσπάσει ως εξέγερση, ή μάλλον ως συνωμοσία – αφού, σύμφωνα με τον Nithard, υποκινήθηκε από τον Λόθαρ (Lothair), ο οποίος, αν πιστεύουμε ακόμα τον Φράγκο ιστορικό, είχε προσφέρει στους εξεγερμένους – γνωστούς ως «Stellinga» – την  επαναφορά  στους παλαιούς τρόπους εάν τον υπεστήριζαν.

[Ο Walter Frank (Βάλτερ Φρανκ, 1905–1945) ήταν Γερμανός ιστορικός, φανατικός αντισημίτης και μια από τις ισχυρότερες προσωπικότητες στον ακαδημαϊκό χώρο κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ. Ως επικεφαλής του επίσημου ιστορικού ινστιτούτου του καθεστώτος, ανέλαβε να ξαναγράψει την ευρωπαϊκή ιστορία μέσα από το πρίσμα της φυλετικής ιδεολογίας. Το 1935, διορίστηκε Πρόεδρος του νεοσύστατου «Κρατικού Ινστιτούτου για την Ιστορία της Νέας Γερμανίας» («Reichsinstitut für Geschichte des neuen Deutschlands»). Μέσα στο Ινστιτούτο, ο Frank ίδρυσε ένα ειδικό τμήμα μελέτης του «Εβραϊκού Ζητήματος» (Forschungsabteilung Judenfrage). Στόχος του τμήματος ήταν να παράγει μελέτες που θα δικαιολογούσαν τους Νόμους της Νυρεμβέργης, τις διώξεις και τον μετέπειτα εκτοπισμό των Εβραίων. Ο επίσημος φιλόσοφος του κόμματος, Alfred Rosenberg τον θεωρούσε αστό ακαδημαϊκό που δεν ακολουθούσε πιστά την ορθή εκδοχή. Στις 9 Μαΐου 1945, μόλις μία ημέρα μετά την επίσημη και άνευ όρων συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας, ο Walter Frank αυτοκτόνησεστο Groß Brunsrode.]

Η λέξη Stellinga (από την Παλαιά Σαξονική) που σημαίνει «συμμαχία» ή  «σύντροφοι» – «συναγωνιστές», αφορά στην μεγάλη λαϊκή και κοινωνική εξέγερση των Σαξόνων που ξέσπασε ανάμεσα στο 841 και 843 μ.Χ. εντός της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας. Θεωρείται από τους ιστορικούς ως η μοναδική καταγεγραμμένη μεγάλης κλίμακας ένοπλη εξέγερση χωρικών στην Ευρώπη κατά την πρώιμη μεσαιωνική περίοδο (μεταξύ 6ου  και 10ου  αιώνα). Η εξέγερση οργανώθηκε από τις δύο μεσαίες κοινωνικές τάξεις των Σαξόνων: τους frilingi(ελεύθερους καλλιεργητές) και τους lazzi (απελεύθερους). Μετά την κατάκτηση της Σαξονίας από τον Χαράλαμπο (Καρλομάγνο) στα τέλη του 8ου αιώνα, η παραδοσιακή σαξονική αριστοκρατία συμμάχησε με τους Φράγκους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι μεσαίες τάξεις να χάσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα και να υποβαθμιστούν σε απλούς, εξαρτώμενους υποτελείς (χωρικούς). Οι εξεγερμένοι απέρριπταν τον γραπτό νόμο των Φράγκων (Lex Saxonum) και επεδίωκαν την επιστροφή στο αρχαίο, άγραφο εθιμικό δίκαιο των προγόνων τους, πριν από τον βίαιο εκχριστιανισμό τους. Οι Σάξονες οργανώθηκαν υπό το όνομα Stellingaκαι εξεγέρθηκαν, καταδιώκοντας και ταπεινώνοντας τη φιλοφραγκική σαξονική αριστοκρατία.

Επίσης υπάρχει ένας διαφορετικός και ακριβέστερος τρόπος να δούμε την εξέγερση των Stellinga και τον αντίκτυπο που είχε στην Καρολίγγεια πολιτική: Συγκρίνοντας πολλές σύγχρονες καρολίγγιες πηγές: τον Νίτχαρντ/Nithard (Εγγονό του Καρλομάγνου και εξάδελφο του Λουδοβίκου του Φαλακρού), τον Ρούντολφ της Φούλντα (Fulda) (βενεδικτίνο μοναχό), τον Gerward (βασιλικό ιερέα) και τον Προυδέντιο (Επίσκοπο της Τρουά).

Ο Nithard γράφει στο «Historia» :«Επομένως, παραχωρώντας το “δημόσιο πράγμα” / res publica  προς ιδιωτική χρήση, χάρισε ελευθερία σε μερικούς, υποσχέθηκε ότι θα ανταμείψει άλλους μετά τη νίκη του και έστειλε στη Σαξονία τους “φριζαρισμένους” και τους τεμπέληδες, από τους οποίους υπάρχει αναρίθμητο πλήθος, υποσχόμενος ότι αν συμμαχούσαν μαζί του, θα τους επέτρεπε στη συνέχεια να τηρούν τον νόμο που τηρούσαν οι πρόγονοί τους, όταν ήσαν λάτρεις των ειδώλων. Από όλα αυτά, δημιούργησαν ένα νέο όνομα για τον εαυτό τους,  το οποίο είναι Stellinga…»

Χαρακτηριστικά, ο Gerward, ο συγγραφέας των «Χρονικών του Ξάντεν*, αποκαλεί τους frilingi και τους lassi «σκλάβους σε εξέγερση». «… Υπήρξε η αργή καταστροφή της τάξης των ελεύθερων ανθρώπων, η ενδυνάμωση της τάξης των ευγενών και η διαφοροποιημένη ταξική κινητικότητα στα μεταγενέστερα χρόνια ως παραδείγματα όπου οι ταξικές παραδόσεις πέθαναν. Μπορεί επίσης να επισημανθεί ότι, αν και οι νόμοι των Σαξόνων καταγράφηκαν, πολλοί νέοι νόμοι προστέθηκαν στους παραδοσιακούς. με σκοπό την προώθηση της φραγκικής κυβέρνησης και της χριστιανικής εκκλησίας. Η τάξη των ελεύθερων ανθρώπων διέλυσε σιγά-σιγά εκείνους τους ισχυρούς ελεύθερους που ήσαν πλούσιοι ή άλλως ικανοί, έγιναν ευγενείς, ενώ εκείνοι που δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν την όποια τους δυσκολία αναγκάστηκαν να μεταπέσουν στην τάξη των δουλοπάροικων».

Ο Λουδοβίκος Β’ συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία μιας σαξονικής κοινωνίας δύο βαθμίδων, αποτελούμενης από πλούσιους και φτωχούς, με τη δήμευση των εδαφών των ελεύθερων ανθρώπων. «Το 1075, τόσο οι Σάξονες όσο και οι Θουριγγοί αγρότες επαναστάτησαν καθώς κινδύνευαν να χάσουν την ελευθερία τους αφού σε κάθε άλλη περιοχή στα γερμανικά εδάφη δεν υπήρχε πια κανένας ελεύθερος, καθώς όλοι είχαν γίνει δουλοπάροικοι. Από αυτό μπορεί να διαπιστωθεί ότι η κεντρική κοινωνική δομή της τάξης είχε χάσει τη δύναμή της και είχε παρακμάσει. Με την αποδοχή της τάξης των ευγενών από τους Φράγκους, ο βασικός πυλώνας της κοινωνικής δομής, της τάξης των Σαξόνων καταργήθηκε, καθώς η πολιτική τους ζωή δεν βασιζόταν πλέον στο καλύτερο και για τις τρεις ομάδες, αντίθετα η τάξη των ευγενών απέκτησε την εξουσία ενώ οι άλλες δύο τάξεις έχασαν τη δύναμή τους.

Αυτό οδήγησε στην αρχή μιας φεουδαρχικής κοινωνίας στη Σαξονία, αν και ομολογουμένως χρειάστηκε πολύς χρόνος για να κυριαρχήσει τελικά η φεουδαρχία σε ολόκληρο τον πληθυσμό… Η ταξική κινητικότητα στα μετέπειτα χρόνια είναι ένα τεράστιο πλήγμα στις παραδόσεις των Σαξόνων καθώς ένας από τους κύριους άγραφους νόμους τους αφορά στις επιγαμίες μεταξύ τάξεων. Ο παλαιός νόμος επιβλήθηκε με την θανατική ποινή και έκανε σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε κινητικότητα μεταξύ των τάξεων. Στα μεταγενέστερα χρόνια μετά την κατάκτηση, πολλοί από τους ελεύθερους ανέβηκαν στην τάξη των ευγενών, αποτελώντας ένα νέο είδος κοινωνικής τάξης, τους «κυβερνητικούς», που ήσαν ειδικοί βοηθοί του βασιλιά και ανταμείφθηκαν με γη και άλλες εκμεταλλεύσεις.

Dirk Stijn

Σημειώσεις – Αναφορές

 (1) James Martineau, «The Rationale of Religious Inquiry. The question stated of reason, the Bible, and the Church»» («Η Λογική της Θρησκευτικής Αναζήτησης. Το ερώτημα που δηλώθηκε σχετικά με τη λογική, τη Βίβλο και την Εκκλησία »), Λονδίνο, εκδόσεις John Chapman, 1836), σε έξι διαλέξεις. σελίδα 160 εδάφιο «Σημειώσεις στην Β΄ διάλεξη» www.archive.org/stream/rationalereligi00whitgoog.

Ο Τζέιμς Μαρτινό (James Martineau)(1805 –1900) ήταν εξέχωνΒρετανός φιλόσοφος της θρησκείας και θεολόγος, ο οποίος θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους πνευματικούς ηγέτες της βικτωριανής εποχής, γνωστός για την προάσπιση του θεϊσμού απέναντι στον επιστημονικό υλισμό. Αρχικά εκπαιδεύτηκε ως μηχανικός, αλλά στη συνέχεια στράφηκε στη θεολογία. Διετέλεσε καθηγητής Ψυχικής και Ηθικής Φιλοσοφίας, καθώς και Πολιτικής Οικονομίας, στο Manchester New College για πάνω από 45 χρόνια. Η φιλοσοφία του επικεντρώθηκε στην ατομική συνείδηση ως τον πρωταρχικό οδηγό για την ηθική συμπεριφορά, δίνοντας έμφαση στη λογική έναντι των αυστηρών βιβλικών δογμάτων. Έμεινε γνωστός για τον πνευματικό του ορισμό ότι «Θρησκεία είναι η πίστη σε έναν αείζωντα Θεό» που κυβερνά το σύμπαν. Ήταν έντονα πολέμιος του υλισμού γεγονός που τον καθιέρωσε ως υπερασπιστή της θεϊστικής σκέψης. Το βιβλίο «The Rationale of Religious Inquiry» («Η Λογική της Θρησκευτικής Αναζήτησης») βασίζεται σε μια σειρά έξι διαλέξεων που έδωσε στα τέλη του 1835 και θεωρείται έργο-σταθμός για τη φιλοσοφία της θρησκείας, καθώς εισήγαγε τις αρχές της σύγχρονης βιβλικής κριτικής. Ο υπότιτλος του βιβλίου, «Or, The Question Stated of Reason, the Bible, and the Church», φανερώνει τον στόχο του: την εξέταση της σχέσης ανάμεσα στη λογική, την Αγία Γραφή και την Εκκλησία. Η βασική θέση του Μαρτινό είναι ότι «η τελική έκκληση σε όλες τις έρευνες για τη θρησκευτική αλήθεια πρέπει να γίνεται στην κρίση του ανθρώπινου μυαλού». Η τυφλή πίστη και ο ανορθολογισμός οδηγούν μόνο στη δεισιδαιμονία : Ο Μαρτινό υποστήριξε ότι τα κείμενα της Καινής Διαθήκης «δεν είναι θεόπνευστα, αλλά είναι αληθινά, ειλικρινή, ικανά και δυναμικά, αν και υπόκεινται σε λάθη». Παρά την προοδευτική και ορθολογική του προσέγγιση, ο Μαρτινό δεν απέρριπτε το υπερφυσικό στοιχείο. Δεν συμφωνούσε με τους Γερμανούς ορθολογιστές που προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τα θαύματα του Χριστού με φυσικούς όρους. Δήλωνε κατηγορηματικά ότι όποιος αρνείται την υπερφυσική προέλευση του Χριστιανισμού δεν μπορεί να αποκαλείται Χριστιανός.

(2) Στο ίδιο.

(3) Dr. Robert Louis Wilken, «The Piety of the Persecutors»,από το περιοδικό «Christian History», τεύχος υπ΄αριθμόν  27, σελίδες 18-20, www.chinstitute.org/index.php/chm/first-century/persecution/.

Ο Δόκτωρ Ρόμπερτ Λούις Γουίλκεν (Dr. Robert Louis Wilken) (1936–2026) ήταν ένας από τους σημαντικότερους και πιο σεβαστούς Αμερικανούς ιστορικούς του πρώιμου Χριστιανισμού της γενιάς του. Διετέλεσε επί σειρά ετών καθηγητής (William R. Kenan Jr. Professor) της Ιστορίας του Χριστιανισμού στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια. Στο τεύχος 27 του περιοδικού Christian History (1990), (το οποίο ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στους Διωγμούς της Πρώιμης Εκκλησίας), ο Δρ. Γουίλκεν συνέβαλε με ένα εξαιρετικά επιδραστικό άρθρο υπό τον τίτλο «The Piety of the Persecutors» (Η Ευλάβεια των Διωκτών). Στο συγκεκριμένο άρθρο, ο Γουίλκεν προσφέρει μια ανατρεπτική ιστορική οπτική: εξετάζει τους διωγμούς των Χριστιανών μέσα από τα μάτια των ίδιων των Ρωμαίων. Όχι τυφλό μίσος, αλλά ρωμαϊκή «ευλάβεια»: Αντίθετα με τη λαϊκή πεποίθηση ότι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες και διοικητές ήταν απλώς σαδιστές ή αιμοδιψείς, ο Γουίλκεν εξηγεί ότι, για το ρωμαϊκό μυαλό, υπήρχαν έγκυροι θρησκευτικοί και πολιτικοί λόγοι για να σταματήσουν την εξάπλωση του Χριστιανισμού. Η απειλή για την Pax Romana: Οι Ρωμαίοι πίστευαν ότι η ευημερία της αυτοκρατορίας βασιζόταν στη λατρεία των παραδοσιακών θεών (pax deorum – η ειρήνη με τους θεούς). Η άρνηση των Χριστιανών να θυσιάσουν στους θεούς ή στον Αυτοκράτορα θεωρούνταν πολιτική προδοσία και αθεΐα που μπορούσε να προκαλέσει την οργή των θεών πάνω σε όλη την κοινωνία.Το παράδειγμα του Πλίνιου: Το άρθρο αναλύει τη διάσημη αλληλογραφία μεταξύ του κυβερνήτη Πλίνιου του Νεότερου και του Αυτοκράτορα Τραϊανού, δείχνοντας πώς οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι αντιμετώπιζαν τον Χριστιανισμό ως μια «διεστραμμένη και εξωπραγματική δεισιδαιμονία» που απειλούσε την κοινωνική συνοχή

(4) www.ftarchives.net/foote/crimes/c1.htm.
(5) «English Traits», Ralph Waldo Emerson. Βλέπε επίσης www.jesusneverexisted.com/george.html.


(6) www.ftarchives.net/foote/crimes/c1.htm. Αφορά στο πρώτο κεφάλαιο («Christ to Constantine») του ιστορικού και έντονα κριτικού έργου «Crimes of Christianity». Αυτό εκδόθηκε το 1887στο Λονδίνο από τον εξέχοντα Βρετανό αθεϊστή, κοσμικιστή και εκδότη George William Foote σε συνεργασία με τον Άγγλο, επίσης αθεϊστή, φίλο του Joseph Mazzini Wheeler.

(7) Comte Charles Philibert de Lasteyrie du Saillant, Κόμης Σαρλ Φιλιμπέρ ντε Λαστερί ντυ Σαγιάν (1759-1849) αγρονόμος, γεωπόνος, λιθογράφος και φιλάνθρωπος : (δίτομο βιβλίο) «Η Ιστορία της Ακουστικής Εξομολόγησης, θεωρημένη θρησκευτικά, ηθικά και πολιτικά, μεταξύ των αρχαίων και των σύγχρονων εθνών» («The History of Auricular Confession, religiously, morally, and politically considered, among Ancient and Modern Nations») 1848, τόμος1, σελίδα 49. Το έργο είναι  μια εκτενής και έντονα κριτική ιστορική μελέτη επάνω στον θεσμό της «ακροαματικής εξομολόγησης» (της ιδιωτικής εξομολόγησης των αμαρτιών στο αυτί ενός ιερέα). Ο Lasteyrie αναλύει την ιστορική εξέλιξη της εξομολόγησης, δείχνοντας τη μετάβαση από τη δημόσια, κοινοτική μετάνοια των πρώτων χριστιανικών αιώνων στην υποχρεωτική, μυστική εξομολόγηση που θεσπίστηκε επίσημα από τη Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία (κυρίως μετά την Τέταρτη Σύνοδο του Λατερανού το 1215). Αμφισβητεί κατά πόσο η δογματική αυτή επιβολή βασίζεται πραγματικά στα ιερά κείμενα ή αν αποτελεί μεταγενέστερη ανθρώπινη επινόηση. Ακόμη  ασκεί έντονη κριτική στις ηθικές παρενέργειες της ιδιωτικής εξομολόγησης. Εξετάζει τους κινδύνους κατάχρησης εξουσίας από την πλευρά των εξομολογητών, την παραβίαση της ιδιωτικής ζωής των πιστών, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η σχέση εξάρτησης μεταξύ ιερέα και μετανοούντος μπορεί να αλλοιώσει την ατομική συνείδηση. Τέλος  αναδεικνύει την εξομολόγηση ως ένα ισχυρό εργαλείο στα χέρια της εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας. Ο Lasteyrie υποστηρίζει ότι η πρόσβαση των ιερέων στα βαθύτερα μυστικά ηγεμόνων, πολιτικών και απλών πολιτών επέτρεψε στην Εκκλησία να ασκεί παρασκήνιο έλεγχο, να επηρεάζει κρατικές αποφάσεις και να καταστέλλει την πολιτική ελευθερία ia600308.us.archive.org/21/items/a589775001lastuoft/a589775001lastuoft.pdf

(8) Στο ίδιο, σελίδες 56-57.
(9) Στο ίδιο, σελίδα 57.

(10) Ζαν Ντελουμώ-Jean Delumeau (Γάλλος ιστορικός της Καθολικής Εκκλησίας. 1923-2020) «Sin and Fear: the Emergence of a Western Guilt Culture 13th-18th Century», εκδόσεις St Martin’s Press 1990, αγγλική  μετάφραση της γαλλικής « La péché et la peure» 1983- σελίδα 1 και Ντανιέλ Εντουάρ Τιερί – Daniel Thiery (Καναδός Καθηγητής Μεσαιωνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο), «Polluting the sacred: violence, faith, and the ‘civilizing’ of parishioners in Late Medieval England» εκδόσεις Brill 2009, σελίδα  8.
(11) Στο ίδιο, σελίδα 9.

(12) Peter Brown, «The Rise of Western Christendom triumph and diversity, AD 200-1000», Β΄ έκδοση, σελίδα 440.
(13) G.W. Foote και J.M. Wheeler, στο έργο που αναφέρθηκε.
(14) P. Schaff, «History of the Christian church», Volume 5, Part 1.
(15) L.G. Duggan, «For Force is not of God ? Compulsion and Conversion from Yahweh to Charlemagne», στο «Varieties of religious conversion in the Middle Ages», του James Muldoon, σελίδα 57.
(16) D. H. Green, F. Siegmund, στο έργο που ήδη αναφέρθηκε, σελίδες 302-303.
(17) L.G. Duggan, στο έργο που ήδη αναφέρθηκε, σελίδα 49.
(18) Bernhard Walter Scholz, Nithard, Barbara Rogers-Gardner: «Carolingian Chronicles – Royal Frankish Annals and Nithard ‘s Histories» (1970) σελίδα 51.
(19) Francis Johannes Los, στο έργο που ήδη αναφέρθηκε, σελίδα 75.
(20) www.fordham.edu/halsall/source/carol-saxony.asp.

Το κείμενο που παρατίθεται είναι το «Διάταγμα για τη Σαξονία» («Capitulatio de partibus Saxoniae»), το οποίο εκδόθηκε από τον Καρλομάγνο μεταξύ των ετών 775-790 μ.Χ. Πρόκειται για ένα από τα πιο σκληρά και διάσημα νομικά έγγραφα του Μεσαίωνα, το οποίο αποσκοπούσε στην πλήρη καθυπόταξη και τον βίαιο εκχριστιανισμό των παγανιστών Σαξόνων μετά την κατάκτησή τους από τους Φράγκους.

Κύρια Σημεία του Διατάγματος:

Θανατική Ποινή για Παγανιστικά Έθιμα: Η άρνηση του βαπτίσματος, οι ανθρωποθυσίες, η καύση των νεκρών κατά τα παγανιστικά έθιμα και η «σκευωρία κατά των Χριστιανών» (;) τιμωρούνταν με θάνατο.

Προστασία της Εκκλησίας: Οποιαδήποτε βίαιη είσοδος, κλοπή ή καταστροφή (π.χ. εμπρησμός) ναού επέσυρε την ποινή του θανάτου. Παράλληλα όμως, η εκκλησία λειτουργούσε και ως άσυλο για τους καταδιωκόμενους (!).

Επιβολή Χριστιανικών Κανόνων: Η σκόπιμη παραβίαση της νηστείας της Σαρακοστής τιμωρούνταν με θάνατο (εκτός αν υπήρχε ιατρική ανάγκη). Τα βρέφη έπρεπε υποχρεωτικά να βαπτίζονται μέσα στον πρώτο χρόνο της ζωής τους, αλλιώς επιβάλλονταν βαριά πρόστιμα ανάλογα με την κοινωνική τάξη του γονέα.

Οικονομική Ενίσχυση του Κλήρου: Θεσπίστηκε η υποχρεωτική καταβολή της «δεκάτης» (το 1/10 του εισοδήματος και της εργασίας) από όλους τους πολίτες (ευγενείς, ελεύθερους και απελεύθερους) προς την Εκκλησία.

Απαγόρευση Δημόσιων Συνελεύσεων: Οι Σαξονες έχασαν το δικαίωμα να συγκαλούν τις παραδοσιακές γενικές συνελεύσεις τους, εκτός αν υπήρχε ρητή εντολή από τον βασιλικό «απεσταλμένο» («missus») του Καρλομάγνου.

Ιστορικό Πλαίσιο

Το έγγραφο αυτό αντανακλά τη φάση των Σαξονικών Πολέμων (772–804 μ.Χ.), όπου ο Καρλομάγνος αντιμετώπισε σθεναρή και αιματηρή αντίσταση από τις σαξονικές φυλές (υπό την ηγεσία του Βίντουκιντ). Η τρομοκρατία του νόμου αυτού οδήγησε σε νέες εξεγέρσεις, με αποτέλεσμα ο Καρλομάγνος αργότερα (το 797 μ.Χ.) να αντικαταστήσει αυτές τις διατάξεις με το σαφώς ηπιότερο Capitulare Saxonicum.


(21) Julius Evola, «Το τόξο και το ρόπαλο» («L’Arco e la Clava»), τρίτη έκδοση, Ρώμη, εκδόσεις Mediterranee, 1995, σελίδα 149, στο Κεφάλαιο «Ρωμαϊκότητα, γερμανικότητα και “Το Φως του Βορρά”».

*Οι «Χρονικοί Κώδικες του Ξάντεν» (λατινικά: Annales Xantenses) είναι μια σειρά από μεσαιωνικά χρονικά που καλύπτουν την περίοδο από το 790 έως το 873.Αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ανεξάρτητες πηγές για την ιστορία της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας, εστιάζοντας κυρίως στο ανατολικό φράνκικο βασίλειο (τη σημερινή Γερμανία) και προσφέροντας πολύτιμες λεπτομέρειες για τις καταστροφικές επιδρομές των Βίκινγκς κατά τον 9ο αιώνα. Περιγράφουν τη βιαιότητα και τη συχνότητα των επιθέσεων των «παγανιστών» κατά μήκος του ποταμού Ρήνου. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά για το έτος 852, όπου σημειώνεται ότι «τα σπαθιά των ειδωλολατρών ήταν πυρακτωμένα» ! Το όνομα των χρονικών δόθηκε από τον πρώτο σύγχρονο εκδότη τους, Georg Pertz, ο οποίος υπέθεσε λανθασμένα ότι γράφτηκαν στο μοναστήρι του Ξάντεν, μία πόλη της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Το πρώτο μέρος (790–860) συντάχθηκε πιθανότατα στο αββαείο του Λορς (Lorsch) από τον Gerward, έναν βασιλικό ιερέα. Στην επομένη περίοδο (861–873), το χειρόγραφο μεταφέρθηκε στην Κολωνία. Εκεί συνεχίστηκε η καταγραφή των γεγονότων από έναν άγνωστο συγγραφέα, ο οποίος εμφανίζεται ιδιαίτερα εχθρικός απέναντι στον τότε Αρχιεπίσκοπο Κολωνίας, Γκούνθαρ. Το κείμενο των χρονικών δεν έχει διασωθεί στο πρωτότυπο έγγραφο του 9ου αιώνα. Η μοναδική πηγή που έχει φτάσει ως τις ημέρες μας είναι ένα χειρόγραφο του 12ου αιώνα, το οποίο φυλάσσεται στη Βρετανική Βιβλιοθήκη του Λονδίνου. Αν και είναι λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό σε σχέση με τα «Χρονικά της Φούλντα», παραμένουν θεμελιώδη για τους μελετητές της μεσαιωνικής Ευρώπης.

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

17
fb-share-icon
Insta
Tiktok