Το παρακάτω κείμενο επιχειρεί να φωτίσει μια από τις πιο κρίσιμες αντιθέσεις της σύγχρονης πολιτικής σκηνής: την διαφορά ανάμεσα σε εκείνους που μιλούν πολύ χωρίς αντίκρισμα και σε εκείνους που μιλούν λίγο αλλά με βαρύτητα. Μέσα από αυτό το πρίσμα εξετάζεται η σημερινή στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Ρωσσία, αλλά και οι συνέπειες που μπορεί να έχει αυτή η στάση για τους ευρωπαϊκούς λαούς.
Ο βασικός διαχωρισμός των πολιτικών σήμερα, είναι σε δυο κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκει η μεγαλύτερη πλειοψηφία και ολόκληρη η Δύση και είναι η κατηγορία που συνηθίζει να εξαγγέλλει πολιτικές, γραμμές προγράμματα κλπ χωρίς τίποτε ουσιαστικά να γίνεται. Το κάνουν πολλές δεκαετίες και η κατάντια της κάποτε κραταιάς Δύσης, το επιβεβαιώνει.
Αυτή η πρώτη κατηγορία πολιτικών θα μπορούσε να παρομοιαστεί με έναν ηθοποιό που ανεβαίνει στη σκηνή, εκφωνεί με στόμφο μεγάλα λόγια, υπόσχεται αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, αλλά μόλις πέσει η αυλαία, τίποτα δεν έχει αλλάξει στην πραγματικότητα. Είναι η κατηγορία εκείνη που έχει μάθει να ζει μέσα στις διακηρύξεις, στις συνόδους κορυφής, στα ανακοινωθέντα και στις πολυσέλιδες εκθέσεις, χωρίς ποτέ να λογοδοτεί για την απόσταση ανάμεσα στα λόγια και στα έργα. Η Δύση, που κάποτε αποτελούσε πρότυπο οικονομικής και πολιτικής ισχύος, σήμερα δείχνει τα σημάδια αυτής της μακρόχρονης αναποτελεσματικότητας: υποδομές που γερνούν, κοινωνικά κράτη που συρρικνώνονται, βιομηχανίες που μεταφέρονται αλλού και πολίτες που απομακρύνονται από τους θεσμούς.
Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει μια μειοψηφία πολιτικών που συνήθως δεν μιλάει πολύ, δεν αποκαλύπτει και γι αυτό συγκεκριμένες δηλώσεις τους, έχουν βαρύτητα.
Αυτή η δεύτερη κατηγορία λειτουργεί με εντελώς διαφορετική λογική. Δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, δεν καλλιεργεί την εικόνα, δεν καταναλώνει ενέργεια σε επικοινωνιακά παιχνίδια. Αντίθετα, επιλέγει την σιωπή ως μορφή ισχύος και την σύνεση ως μέσο στρατηγικής. Όταν τελικά μιλήσει, κάθε λέξη έχει υπολογιστεί, κάθε φράση έχει βάρος και κάθε δήλωση συνοδεύεται από την υπόνοια ότι πίσω από αυτήν κρύβεται μια πραγματική πρόθεση και μια πραγματική δυνατότητα υλοποίησης. Γι’ αυτό ακριβώς οι δηλώσεις αυτής της κατηγορίας πολιτικών προκαλούν μεγαλύτερη προσοχή και συχνά μεγαλύτερη ανησυχία από τους πολύβουους μονολόγους της πρώτης κατηγορίας.
Σήμερα λοιπόν, η Ε.Ε. ακολουθώντας την πεπατημένη της πρώτης κατηγορίας, μιλάει για πόλεμο με την Ρωσσική Ομοσπονδία, ακόμη και με την Κίνα (θυμηθείτε την δήλωση της γελοιοδέστατης Κάγια Κάλας).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί να αναλογιστεί τις πραγματικές της δυνατότητες και τα πραγματικά της συμφέροντα, φαίνεται να έχει υιοθετήσει μια ρητορική που θυμίζει περισσότερο πολεμικό τύμπανο παρά σοβαρή διπλωματία. Μιλάει ανοιχτά για ενδεχόμενη σύγκρουση με την Ρωσσική Ομοσπονδία, την χώρα που διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον πλανήτη, και ταυτόχρονα αφήνει αιχμές και προς την Κίνα, την δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Η δήλωση της Κάγια Κάλας, για πόλεμο με την Κίνα είναι χαρακτηριστική: πρόκειται για ένα τυπικό παράδειγμα πολιτικού που μιλάει χωρίς να μετράει τις συνέπειες των λόγων της, εκθέτοντας ολόκληρη την Ένωση σε κινδύνους που κανείς δεν έχει υπολογίσει σοβαρά.
Διάφοροι πολιτικοί, ντύνονται στο χακί για τις κάμερες (και μόνον) και απειλούν ότι μέχρι το 2030 η ΕΕ θα είναι έτοιμη για πόλεμο με την Ρωσσία, την μεγαλύτερη δηλαδή στρατιωτική δύναμη της Ευρώπης.
Η εικόνα πολιτικών ανδρών και γυναικών που φορούν στρατιωτικά ενδύματα και ποζάρουν ως πολέμαρχοι, ενώ ταυτόχρονα αγνοούν βασικές αρχές στρατηγικής, είναι τουλάχιστον ανησυχητική. Η υπόσχεση ότι μέχρι το 2030 η ΕΕ θα είναι έτοιμη για πόλεμο με την Ρωσσία προϋποθέτει μια σειρά από πράγματα που σήμερα δεν υπάρχουν: ενιαία στρατιωτική διοίκηση, επαρκή αποθέματα πυρομαχικών, βιομηχανική βάση ικανή να υποστηρίξει παρατεταμένη σύγκρουση, και κυρίως πολιτική βούληση που να μοιράζονται όλα τα κράτη-μέλη.
Αντί γι’ αυτά, βλέπουμε κατακερματισμένες εθνικές πολιτικές, ανταγωνισμούς μεταξύ κρατών-μελών και μια γενική αίσθηση ότι η Ένωση προσπαθεί να παίξει ρόλο που δεν μπορεί να υποστηρίξει. Και δεν αναφέρω καν την τεράστια νάρκη ασφαλείας της λαθρομετάναστευσης.
Το ερώτημα του γείτονα
Αν τώρα εσάς ο γείτονάς σας, απειλούσε ότι μέχρι το 2030 θα είναι έτοιμος να σας ανατινάξει το σπίτι, τι θα κάνατε; Προφανώς δεν θα τον αφήνατε να ετοιμαστεί!
Αυτό το απλό, σχεδόν παιδικό ερώτημα, αποκαλύπτει μια θεμελιώδη αλήθεια της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της διεθνούς πολιτικής: κανείς δεν περιμένει παθητικά να τον χτυπήσει ο αντίπαλός του. Αν ο γείτονας ανακοινώνει δημόσια ότι εξοπλίζεται για να σας επιτεθεί, η λογική απάντηση δεν είναι να του πείτε «μπράβο, συνεχίστε», αλλά να λάβετε τα μέτρα σας. Στη διεθνή σκηνή, αυτό μεταφράζεται σε προληπτική δράση, σε αποτροπή, και σε εξουδετέρωση των μέσων με τα οποία ο αντίπαλος θα μπορούσε να σας βλάψει. Η Ρωσσία, με την χθεσινή δήλωση της Ζαχάροβα, δείχνει ακριβώς αυτό: ότι δεν πρόκειται να περιμένει παθητικά μέχρι το 2030 για να δει αν η ΕΕ θα υλοποιήσει τις απειλές της.
Η προειδοποίηση της Ζαχάροβα
Μόλις χθες λοιπόν, η Μαρία Ζαχάροβα σχολιάζοντας δηλώσεις σχετικά με την παραγωγή Patriot στην Πολωνία., δήλωσε ότι κανείς δεν πρέπει να υποθέτει ότι τα στρατιωτικά εργοστάσια εκτός ουκρανικού εδάφους που κατασκευάζουν όπλα για το καθεστώς του Κιέβου θα είναι ασφαλή
Η δήλωση αυτή δεν είναι μια απλή ρητορική απειλή. Είναι μια σαφής προειδοποίηση ότι η Ρωσσία έχει επεκτείνει τον ορισμό των στρατιωτικών στόχων της, περιλαμβάνοντας πλέον και εγκαταστάσεις που βρίσκονται εκτός Ουκρανίας αλλά εξυπηρετούν την πολεμική προσπάθεια του Κιέβου. Αυτό σημαίνει ότι εργοστάσια σε χώρες όπως η Πολωνία, η Γερμανία, η Τσεχία ή η Γαλλία, τα οποία παράγουν όπλα, πυρομαχικά ή εξαρτήματα για την Ουκρανία, μπαίνουν στο στόχαστρο. Η λέξη-κλειδί είναι “δυνητικοί” στρατιωτικοί στόχοι: δεν πρόκειται για δήλωση πρόθεσης άμεσου χτυπήματος, αλλά για δήλωση δυνατότητας και ετοιμότητας.
Η αναφορά στην παραγωγή Patriot στην Πολωνία δεν είναι τυχαία. Το αμερικανικό σύστημα αεράμυνας Patriot αποτελεί ένα από τα πιο προηγμένα οπλικά συστήματα που έχουν παρασχεθεί στην Ουκρανία, και η παραγωγή του σε ευρωπαϊκό έδαφος σηματοδοτεί μια ποιοτική αναβάθμιση της εμπλοκής της Ευρώπης στον πόλεμο. Η Μόσχα, με την δήλωση της εκπροσώπου της, στέλνει το μήνυμα ότι αυτή η εμπλοκή δεν θα μείνει αναπάντητη. Η Πολωνία, που βρίσκεται στα σύνορα με την Ρωσσία και την Λευκορωσία, γίνεται έτσι μέρος μιας εξίσωσης που μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις για την ασφάλειά της.
Η δήλωση αυτούσια
«Τα εργοστάσια όπλων σε ευρωπαϊκές χώρες που παράγουν όπλα για την Ουκρανία αποτελούν δυνητικούς στρατιωτικούς στόχους για τη Ρωσσία. Κανείς δεν πρέπει να υποθέτει ότι τα στρατιωτικά εργοστάσια εκτός ουκρανικού εδάφους που κατασκευάζουν όπλα για το καθεστώς του Κιέβου θα είναι ασφαλή. Όποιος πιστεύει το αντίθετο κάνει λάθος», δήλωσε η διπλωμάτης.
Η δήλωση αυτή, σε όλη της την έκταση, αποτελεί μια από τις πιο σαφείς και άμεσες προειδοποιήσεις που έχουν διατυπωθεί από ρωσσικής πλευράς τους τελευταίους μήνες. Δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: τα εργοστάσια όπλων σε ευρωπαϊκές χώρες που παράγουν όπλα για την Ουκρανία αποτελούν δυνητικούς στρατιωτικούς στόχους. Η φράση «κανείς δεν πρέπει να υποθέτει» υπογραμμίζει την κατηγορηματικότητα της θέσης. Και η κατακλείδα «Όποιος πιστεύει το αντίθετο κάνει λάθος» δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για τη σοβαρότητα με την οποία η Μόσχα αντιμετωπίζει το ζήτημα. Και βεβαίως αυτά είναι και γενικώς τα εργοστάσια πολεμικής βιομηχανίας της Ευρώπης και όχι κάποια εξειδικευμένα ή επιπλέον.
Η Ρωσσία ξανά και ξανά δηλώνει ότι η προπαγάνδα πως δήθεν θέλει να χτυπήσει την Ευρώπη είναι αστεία. Πως δεν έχει τέτοιο σκοπό. Όμως χθες, η δήλωση της Ζαχάροβα, δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν θα ανεχτεί άλλο τις πολεμικές κραυγές της Ε.Ε.
Εδώ βρίσκεται η κεντρική αντίφαση της ευρωπαϊκής στάσης. Από τη μια πλευρά, η Δύση κατηγορεί την Ρωσσία ότι επιθυμεί να επιτεθεί στην Ευρώπη. Από την άλλη, η ίδια η Ευρώπη εξοπλίζεται, μιλάει για πόλεμο και παράγει όπλα για την Ουκρανία. Η Ρωσσία, από την πλευρά της, διαψεύδει κατηγορηματικά τις κατηγορίες περί επιθετικών προθέσεων προς την Ευρώπη, χαρακτηρίζοντάς τις προπαγάνδα. Όμως, η δήλωση της Ζαχάροβα δείχνει ότι η υπομονή έχει τα όριά της. Η Μόσχα δεν απειλεί με επίθεση στην Ευρώπη, αλλά προειδοποιεί ότι δεν θα ανεχτεί άλλο την συμμετοχή της Ευρώπης στον πόλεμο κατά της Ρωσσίας μέσω της Ουκρανίας.
Ας προσέχουν λοιπόν οι πολιτικοί νάνοι της Ε.Ε. γιατί κάποιοι άλλοι πολιτικοί, όταν μιλάνε… εννοούν αυτά που λένε! Και για μια ακόμη φορά οι ευρωπαϊκοί λαοί, θα πληρώσουν την ανευθυνότητα και την ανικανότητα των πολιτικών ηγετών τους, με αίμα!
Ο χαρακτηρισμός «πολιτικοί νάνοι» δεν είναι απλή ύβρις: υποδηλώνει πολιτικούς που, ενώ κατέχουν θέσεις εξουσίας, στερούνται το ανάστημα, τη σύνεση και τη στρατηγική αντίληψη που απαιτούν οι περιστάσεις. Απέναντί τους στέκονται «κάποιοι άλλοι πολιτικοί» που, όταν μιλάνε, εννοούν αυτά που λένε.
Εν μέσω λοιπόν από μια σειρά αντιθέσεων — λόγια και έργα, ισχύς και ανικανότητα, σιωπή και φλυαρία — θέτουμε ένα θεμελιώδες ερώτημα: μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεχίσει να απειλεί μια πυρηνική υπερδύναμη χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες;
Η απάντηση που δίνει η Μόσχα μέσω της Ζαχάροβα είναι σαφής: όχι. Και το τίμημα, όπως πάντα, θα το πληρώσουν οι λαοί.