Μέρος 5
Η ουσία είναι ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο Καρλομάγνος σκόπευε να ανανεώσει τη Ρώμη των πρώτων Καίσαρων, ούτε υπάρχει καμία απόδειξη ότι είχε μια πολιτική να προωθήσει το συνεκτικό πρόγραμμα μιας ρωμαϊκής αποκατάστασης, μακριά από αυτό. Σε έναν νέο πρόλογο για τον κώδικα νόμου των Φράγκων που είχε συνταχθεί υπό τον Πιπίνο, υποστηρίχθηκε ότι οι Φράγκοι, ως εκλεκτός λαός του Θεού, είχαν νικήσει τους ασεβείς Ρωμαίους, οι οποίοι είχαν καταδιώξει τους πρώτους Χριστιανούς. 1 Ο Rhabanus και ο ο Μοναχός Notker «ο Τραυλός» δεν έβλεπαν τον Καρλομάγνο ως νόμιμο κληρονόμο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά ως τον εκλεκτό διάδοχο του Θεού στη χριστιανική ρωμαϊκή αυτοκρατορία. [Ο Ραβάνος Μαύρος (Rhabanus ή Rabanus Maurus, 780–856, ήταν επιφανής Φράγκος μοναχός, θεολόγος, ποιητής, συγγραφέας και αρχιεπίσκοπος του Μάιντς. Αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους λογίους της Καρολίγγειας Αναγέννησης και έμεινε γνωστός στην ιστορία ως ο «Δάσκαλος της Γερμανίας» (Praeceptor Germaniae)].
Όπως υποδηλώνει ο Herbert Schutz, «Η έμφαση στο Ισραήλ και την Παλαιά Διαθήκη συμβάλλει στην Καρολίγγεια αναδιαμόρφωση με μια διακριτική προφορά, ως κάτι άλλο από μιαν απλή απόπειρα “Αναγέννησης” μιας παγανιστικής κλασικής αρχαιότητας.» 2.
Περιττό να πούμε ότι η ιουδαιοφιλία του Καρόλου και της συνοδείας του δεν ενόχλησε ποτέ τη συντριπτική πλειονότητα των μεσαιωνιστών ακαδημαϊκών, οι οποίοι, λόγω ενός μείγματος μυωπίας, πνευματικής τεμπελιάς και κομφορμισμού, αλλά και έλλειψης γνώσης του πολιτισμού της αρχαίας Ρώμης των πατρικίων, που τους οδηγεί να αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο την αρχαία Ρώμη και την και τη Ρωμαϊκή Εκκλησία και να θεωρούν την δεύτερη ως φορέα της παράδοσης της πρώτης ! Οπότε μην αναρωτιέστε γιατί «ένας Γερμανός αρχηγός μεταμορφώθηκε σε εκλεκτό χρισμένο του Κυρίου» (Έντουαρντ Γκίμπον) ….. με το μαγικό ραβδί μιας εβραϊκής ιεροτελεστίας.
[Το απόσπασμα προέρχεται απευθείας από τον Τόμο 5 του έργου του Έντουαρντ Γκίμπον «Η Ιστορία της Παρακμής και της Πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας», Κεφάλαιο XLIX «Το βασιλικό χρίσμα των βασιλιάδων του Ισραήλ εφαρμόστηκε επιδέξια: Ο διάδοχος του Αγίου Πέτρου ανέλαβε τον χαρακτήρα ενός θεϊκού πρεσβευτή: ένας Γερμανός αρχηγός μεταμορφώθηκε σε χρισμένο του Κυρίου· και αυτή η εβραϊκή τελετή έχει διαδοθεί και διατηρηθεί από τη δεισιδαιμονία και τη ματαιοδοξία της σύγχρονης Ευρώπης». Ιστορικά, οι Γερμανοί βασιλιάδες και αρχηγοί επιλέγονταν μέσα από φυλετικές συνελεύσεις, με την στρατιωτική τους αξία και την λαϊκή συναίνεση – κυβερνώντας κυρίως με τη δύναμη και τη συναίνεση των πολεμιστών τους. Αναζητώντας θεϊκή νομιμότητα για να δικαιολογήσει τον σφετερισμό του Μεροβίγγειου θρόνου, ο Πιπίνος υιοθέτησε την εβραϊκή τελετουργία του βασιλικού χρίσματος της Παλαιάς Διαθήκης. Χρίστηκε με ιερό λάδι πρώτα από τον Άγιο Βονιφάτιο και αργότερα από τον ίδιο τον Πάπα. Αυτή η μετατόπιση ανύψωσε έναν κοσμικό πολέμαρχο σε «Rex imago Christi» («Βασιλιά εικόνα του Χριστού»), καθιστώντας την εξουσία του ιερή και δεσμεύοντας τους υπηκόους του με θρησκευτικό καθήκον και όχι απλώς με όρκους πίστης.]
Μερικοί από τους ερευνητές αναγνωρίζουν ότι οι μη Φράγκοι στην ακολουθία του Καρλομάγνου ήσαν αυτοί που ήσαν υπεύθυνοι για τις σαφέστερες διατυπώσεις της ιδέας των Φράγκων ως εκλεκτού λαού του Θεού και αναφέρονται στον ρόλο που μπορεί να έπαιξαν οι «ξένοι αυλικοί» του στη γένεσή της, αλλά δεν συνεχίζουν περαιτέρω σε αυτό το δύσκολο διανοητικό πεδίο, στο οποίο δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι να βαδίσουν. Για τον Αλκουίνο, καθώς και για την ομάδα των εκκλησιαστικών ανδρών που περιέβαλλαν τον Κάρολο, «η Χριστιανική Εκκλησία, και όχι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ήταν ο πιο μεγαλοπρεπής θεσμός που εμφανίστηκε ποτέ στην Ευρώπη».3 Είναι πιθανόν «η ιδέα μιας αυτοκρατορικής στέψης να προέκυψε… από το γεγονός ότι αυτοί οι λόγιοι, για τους οποίους ο νοητικός κόσμος του παλαιού Γερμανισμού δεν υπήρχε πιά, έβλεπαν στον Κάρολο όχι πλέον τον βασιλιά των Φράγκων αλλά τον ηγέτη της Χριστιανοσύνης – «rectorem populi christiani» («ηγεμόνα του χριστιανικού λαού»), όπως τον ονομάζει ο Άλκουιν σε μιαν από τις επιστολές του. Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς μεγαλύτερη κατάπτωση στην τευτονική κοσμοθεωρία και παράδοση».4
«Αυτοί οι άνδρες, στους οποίους ανήκαν, μεταξύ άλλων, ο Πέτρος της Πίζας, γραμματικός δάσκαλος από την Ιταλία, ο Παύλος ο Διάκονος, συγγραφέας της ιστορίας των Λογγοβάρδων, ο Παυλίνος, μετέπειτα πατριάρχης της Ακυληίας, ο Θεόδουλφος, Ισπανός Βησιγότθος, ο οποίος δεν ήταν μόνον ο καλύτερος ποιητής στην αυλή του Καρόλου, αλλά και μορφωμένος θεολόγος, καθώς και ο Ντάνγκαλ, ένας Ιρλανδός, του οποίου το σπάνιο χάρισμα δεν τον εμπόδισε να αποσυρθεί αργότερα σε μοναστήρι, αλλά και ο ηγούμενος Άνγκιλμπερτ, για τον οποίον έχουμε ήδη ακούσει σε σχέση με την οικογενειακή ζωή του Καρόλου και ο Άλκουιν (Αλκουίνος), ένας Αγγλοσάξονας, που στάθηκε ως κορυφαίος σύμβουλος του Καρόλου σε πολιτιστικά ζητήματα. Όλοι αυτοί οι άνδρες ήσαν, είναι αλήθεια, ως επί το πλείστον Τεύτονες, αλλά ο πολιτισμός που εισέφεραν ήταν εξ ίσου μη γερμανικός σε χαρακτήρα.»
Αυτό που αναβίωσαν στην αυλή του Καρόλου και αυτό που προσπάθησαν να επιβάλουν στις λαϊκές δομές του βασιλείου του – τόσο γερμανικού όσο και ρωμαϊκού – ήταν ο ξεπερασμένος και χρωματισμένος με χριστιανικό χρώμα απατηλός πολιτισμός του ύστερου ρωμαϊκού φυλετικού χάους, ο οποίος εδώ γνώρισε την αναγέννησή της. Όπως ακριβώς ο πριγκιπικός προστάτης τους έχτισε τις εκκλησίες και τα παλάτια του με βάση ρωμαϊκά και βυζαντινά πρότυπα, έτσι και αυτοί οι ποιητές και λόγιοι έγραψαν λατινικά κείμενα και στίχους, που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μιμήσεις αρχαίων προτύπων σε μορφή και περιεχόμενο. Η πολιτιστική νίκη μιας ετοιμοθάνατης Ρώμης επί των Τευτόνων νικητών της… ήταν ήδη σε αυτή την αυλή ένα τετελεσμένο γεγονός. ».5 Αυτή η διαδικασία αφομοίωσης έλαβε χώρα επίσης και στις τέχνες:
«Αντί να συνεχιστεί η… διακοσμητική βόρεια διαπλοκή αφηρημένων, καμπυλόγραμμων, φυτικών και ζωικών συμπλεγμάτων επιφανειακής κάλυψης και διακόσμησης που γεμίζει τον χώρο, που ήδη συναντάται σε ορισμένα ρωμαϊκά στρατιωτικά μεταλλικά έργα, γερμανικά προσωπικά στολίδια και φορητή τέχνη, τα Κελτικά, Αγγλοσαξονικά και άλλα γερμανικά στυλ χρησιμοποιήθηκαν στην σε μεγάλο βαθμό «ιδιωτική τέχνη» των χριστιανικών σκευών και στα εξαιρετικά φωτισμένα ευαγγέλια που περιείχαν τα συνεχή κείμενα των ευαγγελιστών και στα ιερά ιερά που περιείχαν τα κείμενα των προσευχών και των τελετουργικών οδηγιών της λειτουργίας.
Η λεγόμενη «Καρολίγγεια σύνοψη» θόλωσε τα περιγράμματα των συστατικών βόρειων, χριστιανικών και κλασικών στοιχείων μέχρι που αναπτύχθηκαν κατανοητές, συχνά πρωτότυπες, δημιουργικές συνοπτικές εμφάσεις στις αρχές απεικόνισης της αναπαραστατικής τέχνης για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Αυτές, ωστόσο, δεν ήσαν προς χάριν της μάθησης, για όφελος της μάθησης, αλλά για λόγου μάθησης προς χάριν του χριστιανικού λαού, για όφελος του Χριστιανισμού».6 Όπως τονίζει ο Herbert Schutz, «Για να καταδειχθεί η αυτοκρατορική συνέχεια και, ως εκ τούτου, η νομιμότητα και η θεϊκή εξουσία της δυναστείας των Καρολιδών, αυτός ο μετασχηματισμός οδήγησε τους Καρολίδες να στηρίζονται σε έναν συμβολισμό που σχετίζεται με τη Ρώμη – και τη Ραβέννα/Βυζάντιο – και αντιπροσωπεύει την εξουσία του κράτους. Αυτό αποδείχθηκε ιδεολογικά πιο απροκάλυπτα, σε κάποιαν αρχιτεκτονική, εμπνευσμένη από τη χριστιανική Ρώμη, υποστηριζόμενη από λιγότερο προφανή λογοτεχνία, κοσμική και θρησκευτική τέχνη, όπως χειρόγραφα και νέα γλυπτά ελεφαντόδοντα, καθώς και ένα γενικό σύνολο ιδεών που σχετίζονται με κλασικά, χριστιανικά πρότυπα.»7
Στον τομέα των γραμμάτων, μια σύγκριση μεταξύ διαφόρων σύγχρονων έργων δείχνει ότι αυτό που συχνά χρησιμοποιούνταν για τη συγγραφή τους ήταν «μια τεχνική γλωσσικής προσαρμογής στην αναζήτηση ιδιωματικών ισοδυνάμων για βιβλικές έννοιες (π.χ. περιγραφή του Χριστού ως ηγέτη λίγων εκλεκτών, με όρους που υποδηλώνουν ότι ήταν μέλη μιας γερμανικής πολεμικής ομάδας). Αυτό που φαίνεται να είναι μια χριστιανική παραχώρηση στο γερμανικό παρελθόν, ωστόσο, απέχει πολύ από το να ισοδυναμεί με γερμανοποίηση του Χριστιανισμού, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια «χριστιανοποίηση των Γερμανισμού». Και εδώ, το χριστιανικό μήνυμα επιβάλλεται στη γερμανική παράδοση.» 8
Ολόκληρη η γερμανική παράδοση διαστρεβλώθηκε και αφομοιώθηκε σε μια χριστιανική κοσμοθεωρία,
α-με την πράξη του «ευημερισμού» [ο όρος «ευημερισμός» αναφέρεται σε μια θεωρία ερμηνείας των μύθων, η οποία υποστηρίζει ότι οι θεοί της μυθολογίας αρχικά ήταν πραγματικοί, ιστορικοί άνθρωποι (όπως βασιλιάδες, ήρωες ή ευεργέτες) οι οποίοι, μετά τον θάνατό τους, λατρεύτηκαν και τελικά θεοποιήθηκαν από τους ανθρώπους] και
β-με τη χρήση διαφόρων λογοτεχνικών μέσων: «Διάφορες πτυχές της χριστιανικής πίστης εκφράστηκαν με κοσμικές και ηρωικές εικόνες για να γίνουν οικείες στο αγγλοσαξονικό αριστοκρατικό πολεμικό κοινό. Υπήρχαν, ωστόσο, χαρακτηριστικά στις προχριστιανικές πεποιθήσεις που δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, όπως η ύπαρξη περισσότερων του ενός θεού. Η Εκκλησία προσπάθησε να συμφιλιώσει τους υπάρχοντες θεούς με το δόγμα της. Ένας από τους τρόπους αντιμετώπισης των παγανιστικών θεοτήτων ήταν να τις καταστήσει αβλαβείς δείχνοντας πώς στην πραγματικότητα ήσαν μόνον άνθρωποι. Ήσαν ίσως ήρωες, οι οποίοι εσφαλμένα θεωρούνταν θεοί (ευημεριστική προσέγγιση). Η επιτυχία αυτής της προσέγγισης αποδεικνύεται από την παρουσία του Οντίν – Βόταν – Woden στις βασιλικές γενεαλογίες ως φυλετικού ήρωα και όχι ως ισχυρού θεού.» 9
Το αγαπημένο βιβλίο του Καρόλου ήταν το «De civitate Dei» («Περί της Πολιτείας του Θεού» ή «Η Πόλη του Θεού») του Ιερού Αυγουστίνου- Επισκόπου Ιππώνος, στο οποίο το μίσος για τη Ρώμη έχει αποκαλυπτικές αποχρώσεις. Όπως αναφέρει. Los, «υπό την επήρεια αυτού του βιβλίου ο Κάρολος πλησίαζε όλο και περισσότερο στο όραμα ενός χριστιανικού παγκόσμιου βασιλείου, του «Imperium Christianum» («Χριστιανική Αυτοκρατορία»), το οποίο ο ίδιος, ως Βασιλιάς των Φράγκων και «υπερασπιστής της Εκκλησίας» κλήθηκε να κυβερνήσει, ένα κάλεσμα που ταυτόχρονα τον ανάγκασε να υποτάξει με βία τους ειδωλολάτρες στην αυτοκρατορία του… Ο αναγκαστικός προσηλυτισμός αυτών των ειδωλολατρών έγινε μάλιστα το κύριο έργο στο οποίο ο Κάρολος εφάρμοσε τη δύναμη της αυτοκρατορίας του… Οι ιδέες, με τις οποίες ο Κάρολος τέθηκε υπό την κυριαρχία του Αυγουστίνου, έχουν περιγραφεί από τον ιστορικό, νομικό και λογοτέχνη Felix Dahn(1834–1912) / μίαν από τις πιο επιδραστικές και πληθωρικές μορφές της γερμανικής ακαδημαϊκής κοινότητας του 19ου αιώνα, ως εξής: «Πολύ πριν από το έτος 801, η αντίληψή του για το καθήκον ενός ηγεμόνα ήταν θεοκρατική: ο νόμος, η ηθική και η θρησκεία δεν διακρίνονταν με κανέναν τρόπο μεταξύ τους. Ο νόμος είναι απλώς το μέσο για τον σκοπό που θέτει η ηθική. Κάθε ηθική είναι θρησκευτική. Η Εκκλησία, ως φορέας της αποκάλυψης, καθορίζει την ηθική. Ο Βασιλιάς (ή Αυτοκράτορας) έχει το καθήκον να προστατεύει την Εκκλησία. Η βασιλεία του Θεού στη γη είναι η Εκκλησία: Εκκλησία και κράτος σχηματίζουν μιαν ενότητα. Δεν σχηματίζουν τίποτα περισσότερο από μια σφαίρα, το άνω μισό (πνευματικό) και το κάτω μισό (κοσμικό) αποτελούν μαζί – τον “Χριστιανισμό”. Η βασιλεία του Καρόλου είναι κατάλληλη όχι μόνο για να είναι μια κοινότητα δικαίου, αλλά και μια κοινότητα της ηθικής χριστιανικής ζωής».
Η πρόταση ότι ο Κάρολος παρερμήνευσε τις απόψεις του Αυγουστίνου σχετικά με την αντικρουόμενη σχέση μεταξύ της πόλης του Θεού και της γήινης πόλης, καθώς και ότι η χρήση βίας από μέρους του σε μια προσπάθεια να υποτάξει τη δεύτερη στην πρώτη πρόδωσε τις απόψεις του Αυγουστίνου είναι ένα γενικό επιχείρημα που δεν αντέχει σε έλεγχο. Ο Έρασμος δεν ήξερε σε ποιο βαθμό είχε τον εαυτό του στο μυαλό του όταν δήλωνε: «Dulce bellum inexpertis [Ο πόλεμος είναι γλυκός σε όσους δεν ξέρουν τίποτα γι’ αυτόν]»: «Κάθε κακό είτε βρίσκει τον δρόμο του στην ανθρώπινη ζωή σε ανεπαίσθητους βαθμούς, είτε υπονοείται με το πρόσχημα του καλού». Αλλού στο ίδιο κείμενο το έθετε ελαφρώς διαφορετικά: «Τα μεγαλύτερα κακά έχουν πάντα βρει τον δρόμο τους στη ζωή των ανθρώπων με την όψη του καλού». Αν και ο Έρασμος προσπαθούσε να εξηγήσει τη μακρά πορεία από τις προφανώς ειρηνιστικές διδασκαλίες του Χριστού στην εθισμένη στον πόλεμο χριστιανική Ευρώπη του Πάπα Ιούλιου Β’, αυτή η παρατήρηση έχει τεράστια δύναμη και πειστικότητα ως επεξηγηματικό μοντέλο πολλών ιστορικών φαινομένων… Ο Έρασμος είχε απόλυτο δίκιο όταν τόνισε τους «αδιόρατους βαθμούς» στη αργή σύνδεση του Χριστιανισμού και της βίας, και ότι, πολύ συχνά, η «δύναμη» στην εξάπλωση του Χριστιανισμού προέκυψε ως ακούσια συνέπεια αποφάσεων που ελήφθησαν κατά την επιδίωξη άλλων «αγαθών», ιδίως θεϊκά προκαθορισμένων. Τέλος… μια αγαθή πίεση για την εφαρμογή βίας στην εξάπλωση του Χριστιανισμού προήλθε από κληρικούς, ιδίως επισκόπους, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων Πάπών.» 10
Αυτοί οι «αδιόρατοι βαθμοί» είναι εκείνοι μιας διαδικασίας που μπορεί να εντοπιστεί σε ορισμένα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης: «Με την εφαρμογή διαφόρων επιπέδων βίας, καθώς και με θαύματα και χαρίσματα, ο Γιαχβέ τελικά μετέτρεψε τον εκλεκτό λαό Του σε αποκλειστικούς μονοθεϊστές υπάκουους στο θέλημά Του. Επιπλέον, σε ορισμένα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, ο Θεός καταγράφεται ότι οδήγησε τον λαό Του σε δίκαιους πολέμους, ακόμη και στο σημείο να διατάξει τους ιερείς σε μάχη, θέτοντας προηγούμενα που θα επικαλούνταν επανειλημμένα τα διάφορα είδη μεταγενέστερων σταυροφόρων.»11
Οι εκκλήσεις για βία αντηχούν στην Καινή Διαθήκη, στο κατά Ματθαίον 3:7-10 [7 Ἰδὼν δὲ πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπὶ τὸ βάπτισμα αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;8 ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας·9 καὶ μὴ δόξητε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, Πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ.10 ἤδη δὲ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται.]
καθώς και στο κατά Ματθαίον 10:34-39 [34 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν.35 ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς·36 καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ.37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.39 ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν.]
και σε ένα λιγότερο γνωστό απόσπασμα αυτού του ευαγγελίου: «Ο Υιός του ανθρώπου θα αποστείλει τους αγγέλους του και θα συνάξουν από τη βασιλεία του όλες τις προσβολές, και εκείνους που διαπράττουν την ανομία· και θα τους ρίξουν σε καμίνι φωτιάς· εκεί θα είναι θρήνος και τρίξιμο των δοντιών». [13:41-42 (41 ἀποστελεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, καὶ συλλέξουσιν ἐκ τῆς βασιλείας αὐτοῦ πάντα τὰ σκάνδαλα καὶ τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν,42 καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων) , βλέπε δε επίσης 18:34-35(34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.)]. Η απόλυτη βία της προφητικής έννοιας ενός δίκαιου Θεού είναι ορατή σε όλο το κεφάλαιο 23 (όπου παρατίθενται τα περιβόητα «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί»), βία η οποία οξύνεται στο μέγιστο βαθμό στην κορύφωση του αντι-ρωμαϊκού Βιβλίου της Αποκάλυψης στο κεφάλαιο 19 (που δεν είναι το τελευταίο).
Ο Τερτυλλιανός, στον τρίτο αιώνα, αγαλλίαζε για τα βάσανα που επιφυλάσσονταν για τα έθνη: «Τι πόλη στη νέα Ιερουσαλήμ! Γιατί δεν θα είναι χωρίς τα παιχνίδια της· θα έχει την τελική και αιώνια ημέρα της κρίσης, την οποία τα έθνη τώρα αντιμετωπίζουν με απιστία και περιφρόνηση, όταν μια τόσο μεγάλη σειρά αιώνων, με όλα τα δημιουργήματά τους, θα ριχτεί σε μια κατακλυσμιαία φωτιά. Πόσο μεγαλοπρεπής η κλίμακα αυτού του παιχνιδιού! Με τι θαυμασμό, τι γέλιο, τι χαρά, τι θρίαμβο θα αντιληφθώ τόσους πολλούς ισχυρούς μονάρχες, που είχαν παραδοθεί ως παραληφθέντες στους ουρανούς, ακόμη και τον ίδιο τον Ιωάννη και τους πιστούς του, να βογκούν σε απερίγραπτη θλίψη. Και οι κυβερνήτες, διώκτες του χριστιανικού ονόματος, ρίχνονται σε πιο άγρια βασανιστήρια από αυτά που είχαν επινοήσει εναντίον των πιστών, και υγροποιούνται ανάμεσα σε πυρακτωμένες φλόγες!» Και εκείνοι οι σοφοί φιλόσοφοι, που είχαν στερήσει από τη Θεότητα τα αξιώματά της και είχαν αμφισβητήσει την ύπαρξη ψυχής ή είχαν αρνηθεί τη μελλοντική της ένωση με το σώμα, συναντιόντουσαν ξανά με τους μαθητές τους μόνο και μόνο για να …. κοκκινίσουν μπροστά τους μέσα σε εκείνες τις κατακόκκινες φωτιές! Για να μην ξεχνάμε τους ποιητές, που έτρεμαν, όχι μπροστά στο δικαστήριο του Ραδάμανθυ ή του Μίνωα, αλλά στο απροσδόκητο βήμα του Χριστού! Είναι λοιπόν η ώρα να ακούσουμε τους τραγικούς, διπλά αξιολύπητους τώρα που θρηνούν τις δικές τους αγωνίες· να παρατηρήσουμε τους ηθοποιούς, απελευθερωμένους από τα άγρια στοιχεία από κάθε περιορισμό στις χειρονομίες τους· να θαυμάσουμε τον ηνίοχο, να λάμπει ολόκληρος πάνω στο αμάξι των βασανιστηρίων· να παρακολουθήσουμε τους παλαιστές, να σπρώχνονται στους αγώνες, όχι του γυμνασίου, αλλά των Φλογών. » 12
Από αυτήν την άποψη έγινε ένα αποφασιστικό βήμα έγινε με τη μεταστροφή του Κωνσταντίνου στον Χριστιανισμό, όχι επειδή, ως αποτέλεσμα της πεποίθησης του αυτοκράτορα ότι όφειλε τη νίκη του στη Μιλβία γέφυρα στο «ουράνιο σημάδι», που συνήθως ερμηνεύεται ως το μονόγραμμα ΧΡ το οποίο είχε τοποθετήσει στις ασπίδες των στρατιωτών του, η θρησκεία «συνδέθηκε με μοιραίο τρόπο όχι μόνο με τον χώρο της πολιτικής αλλά και με την τελική μάχη δύναμης, το πεδίο της μάχης»,13 αλλά επειδή μια εξωτική και προσηλυτιστική θρησκεία συνδέθηκε με μοιραίο τρόπο όχι μόνο με τον χώρο της ρωμαϊκής πολιτικής, αλλά και με το πεδίο της μάχης – υπάρχει μια διαφορά μεταξύ των δύο! Αυτή η κίνηση ήταν το αποτέλεσμα μιας ριζικής αλλαγής που είχε ξεκινήσει τον δεύτερο αιώνα στο καθεστώς της Εκκλησίας. Από μια καταπιεσμένη δομή και μια αντιφρονούσα μειονότητα, η Εκκλησία έγινε μια ισχυρή και επιδραστική οντότητα που «ταυτίστηκε με την κοινωνική τάξη και έκανε χρήση και εκφράστηκε μέσω των θεσμών της κοινωνικής τάξης. Αντί να θέτουν μιαν αντίθεση ή μια πρόκληση για την κοινωνική τάξη, οι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιούν τις αυτοκρατορικές δομές ως συμμάχους εάν οι πολιτικές αρχές ετάσσοντο με το μέρος των συγκεκριμένων αξιωματούχων στο εν λόγω ζήτημα.» 14
Ως συνέπεια αυτού, η Εκκλησία μπόρεσε να δείξει το πραγματικό της πρόσωπο ατιμώρητη, αποδεχόμενη τη βία τόσο εύκολα όσο είχε προηγουμένως κηρύξει μονομερώς την ειρήνη. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο John Denny Weaver στο διαφωτιστικό του δοκίμιο, «Η αφηρημένη, ανιστορική, ανήθικη φόρμουλά της, επιτρέπει σε κάποιον να διεκδικήσει το σωτήριο έργο του Ιησού ενώ κρατάει το ξίφος, το οποίο που ο Ιησούς είχε απαγορεύσει. Ομοίως, ο James Hal Cone (1938–2018) ο Αφροαμερικανός Μεθοδιστής θεολόγος και ιεροκήρυκας, ιδρυτής του κινήματος της μαύρης θεολογίας, σημειώνει πώς οι αφηρημένοι θρησκευτικοί τύποι και οι διατάξεις επέτρεπαν στους δουλοκτήτες να κηρύττουν μια σωτηρία στους σκλάβους, σωτηρία που διατηρούσε άθικτη τη σχέση αφέντη-δούλου».
Μόλις η θεσμοθετημένη χριστιανική εκκλησία είχε δυνητικά στη διάθεσή της την ισχυρή και καταναγκαστική δύναμη του Κράτους, ήταν αναπόφευκτο να προκύψει ο πειρασμός να τη χρησιμοποιήσει, όπως έκανε ο Αυγουστίνος στον αγώνα του εναντίον των Δονατιστών, για να επιλύσει διαφορές εντός της Εκκλησίας και, (το ένα πράγμα οδήγησε στο άλλο), να αντιμετωπίσει όλους τους εχθρούς της Εκκλησίας, με το ξίφος, αν χρειαζόταν. Γενικότερα, ο Αυγουστίνος για ένα διάστημα «απέφυγε, και μάλιστα καταδίκασε, τον διωγμό· αλλά σύντομα αντιλήφθηκε σε αυτόν την απαραίτητη συνέπεια των αρχών του. Αποκήρυξε την καταδίκη του. Έριξε όλη του την ιδιοφυΐα στην υπόθεση του διωγμού. Επέστρεψε σε αυτήν ξανά και ξανά, και έγινε ο δημιουργός και ο εκπρόσωπος της θεολογίας της μισαλλοδοξίας. Τα επιχειρήματα με τα οποία ο Αυγουστίνος υποστήριξε τον διωγμό… αντλήθηκαν από το δόγμα της αποκλειστικής σωτηρίας, και άλλα από τα προηγούμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Ήταν ελεήμον, υποστήριξε, να τιμωρούνται οι αιρετικοί, ακόμη και με θάνατο, αν αυτό μπορούσε να σώσει αυτούς ή άλλους από τα αιώνια βάσανα που περίμεναν τους μη προσηλυτισμένους. Η αίρεση περιγραφόταν στις Γραφές ως ένα είδος μοιχείας. Ήταν το χειρότερο είδος δολοφονίας, ήταν η δολοφονία ψυχών. Ήταν μια μορφή βλασφημίας, και για όλους αυτούς τους λόγους θα μπορούσε δίκαια να τιμωρηθεί… δεν είχε σφάξει ο Ηλίας με το ίδιο του το χέρι τους προφήτες του Βάαλ; Δεν κατέστρεψαν με τη βία ο Εζεκίας και ο Ιωσίας, ο βασιλιάς της Νινευή, και ο Ναβουχοδονόσορας, μετά τη μεταστροφή του, την ειδωλολατρία εντός των επικρατειών τους και δεν επαινέθηκαν ρητά για αυτή την ευσέβεια; Ο Άγιος Αυγουστίνος φαίνεται να έχει επινοήσει την εφαρμογή των λέξεων “Αναγκάστε τους να έλθουν” στον θρησκευτικό διωγμό. » 15
Dirk Stijn
Σημειώσεις – Αναφορές
(1) Yitzhak Hen και Matthew Innes : «Οι χρήσεις του παρελθόντος στον Πρώιμο Μεσαίωνα»-«The Uses of the Past in the Early Middle Ages», εκδόσεις Πανεπιστημίου του Καίμπριζ, 2000, σελίδα 235. Ο Γιτζάκ Χεν (Yitzhak Hen, γεννημένος το 1963) είναι Ισραηλινός ιστορικός, μεσαιωνοδίφης και Καθηγητής Ύστερης Αρχαιότητας και Πρώιμης Μεσαιωνικής Ιστορίας. Από το 2018 διατελεί διευθυντής του «Ισραηλινού Ινστιτούτου Προχωρημένων Σπουδών» (Israel Institute for Advanced Studies – IIAS) στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.- Ο Μάθιου Ίνες (Matthew Innes, γεννημένος το 1969) είναι διακεκριμένος Βρετανός ιστορικός και ακαδημαϊκός δάσκαλος και διοικητικός. Ειδικεύεται στην οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ιστορία της Δυτικής Ευρώπης από το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έως τον 11ον αιώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο των Καρολιδών. Εργάζεται ως Ανώτερος Στρατηγικός Σύμβουλος στο Bishop University του Λίνκολν, όπου πριν ήταν Καθηγητής Ιστορίας. Αμφότεροι δεν βλέπουν τα βαρβαρικά βασίλεια της Ύστερης Αρχαιότητας ως «άγριους κατακτητές», αλλά ως κληρονόμους και συνεχιστές της ρωμαϊκής παράδοσης που προσπαθούσαν να ενταχθούν σε έναν εκχριστιανισμένο ρωμαϊκό κόσμο.
(2) Herbert Schutz : «Οι Καρολίγγειοι στην Κεντρική Ευρώπη. Η ιστορία, οι τένες και η αρχιτεκτονική τους: Μία πολιτιστική Ιστορία της Κεντρικής Ευρώπης, 750-900» – «The Carolingians in Central Europe.Their History, Arts, and Architecture: A Cultural History of Central Europe, 750-900 », 2004, Βοστώνη, εκδόσεις Brill, σελίδα 37. Ο Χέρμπερτ Σουτζ (Herbert Schutz, 1937 –2018) ήταν γερμανικής καταγωγής Καναδός ιστορικός, φιλόλογος και Καθηγητής Γερμανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Brock του Οντάριο. Αν και το αρχικό του ακαδημαϊκό υπόβαθρο αφορούσε στη γερμανική λογοτεχνία, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του στη συγγραφή μιας μνημειώδους, πολύτομης πολιτισμικής και υλικής ιστορίας της Κεντρικής Ευρώπης, καλύπτοντας την περίοδο από την προϊστορία έως το τέλος του Μεσαίωνα. Ανέλυσε πώς οι γερμανικοί λαοί της Κεντρευρώπης αλληλεπίδρασαν με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και πώς σταδιακά δημιούργησαν τα δικά τους εξελιγμένα βασίλεια, προσφέροντας μια λεπτομερή εικόνα της καθημερινής και κοινωνικής τους ζωής.
(3) Από το βιβλίο – διατριβή του Πήτερ Μπράουν (Peter Brown): «Η άνοδος της Δυτικής Χριστιανοσύνης: Θρίαμβος και ποικιλομορφία Σωτήρια Έτη 200-1000» – «The Rise of Western Christendom: Triumph and Diversity AD 200-1000», εκδόσεις Blackwell, 1996, σελίδα 439. Ο Peter Brown (Peter Robert Lamont Brown, γεννημένος το 1935) είναι Ιρλανδός ιστορικός και ομότιμος Καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Θεωρείται διεθνώς ως ο «πατέρας» και δημιουργός του ακαδημαϊκού πεδίου της Ύστερης Αρχαιότητας (Late Antiquity), της μεταβατικής δηλαδή περιόδου από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο στον Πρώιμο Μεσαίωνα (περίπου 250–800 μ.Χ.).
(4) Frans Johannes Los, στο έργο που αναφέρθηκε στα προηγούμενα άρθρα της σειράς, «Karel de Frank, de Grote? : de Franken en de kerstening» (1940) – «Κάρολος ο Φράγκος, ο Μέγας ; οι Φράγκοι και ο εκχριστιανισμός» σελίδα 63.
(5) Στο ίδιο, σελίδα 64.
(6) Herbert Schutz, στο έργο που αναφέρθηκε, σελίδα 6.
(7) Στο ίδιο, σελίδα 8.
(8) Dennis Howard Green και Frank Siegmund : «The Continental Saxons from the Migration Period to the Tenth Century: An Ethnographic Perspective», 2003, εκδόσεις Boydell Press, σελίδες 5-6. Το βιβλίο είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός συλλογικός τόμος που εκδόθηκε με επιμέλεια του Βρετανού φιλολόγου Dennis Howard Green και του Γερμανού αρχαιολόγου Frank Siegmund. Αποτελεί μέρος της διάσημης ακαδημαϊκής σειράς «Studies in Historical Archaeoethnology» και εξετάζει την εντυπωσιακή εθνογραφική, πολιτική και κοινωνική εξέλιξη των ηπειρωτικών Σαξόνων από την περίοδο των Μεγάλων Μεταναστεύσεων (400 μ.Χ.) έως τον 10ον αιώνα. Επικεντρώνεται σε μιαν αξιοσημείωτη ιστορική μεταμόρφωση: Πώς οι Σάξονες, οι οποίοι μέχρι τα τέλη του 8ου αιώνα ζούσαν σε μια απομονωμένη αγροτική οικονομία επιβίωσης (πριν κατακτηθούν βίαια από τον Καρλομάγνο), κατάφεραν μέσα σε μόλις 150 χρόνια όχι μόνο να ενσωματωθούν, αλλά και να γίνουν οι απόλυτοι κυρίαρχοι της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (μέσω της Σαξονικής δυναστείας των Οθωνιδών).
(9) «Επιγραφές και Επικοινωνία στην ΑγγλοΣαξωνική Αγγλία, Σωτήρια Έτη 600-900»-«Inscriptions and Communication in Anglo–Saxon England, AD 600-900». Μεταπτυχιακή Διατριβή της Laura Guerra , η οποία κατατέθηκε το 2008 στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης (Universiteit Utrecht) υπό την επίβλεψη του Καθηγητή Μεσαιωνικής Ιστορίας Δόκτορος Marco Mostert. Η εργασία μελετά τη γραπτή επικοινωνία στην Αγγλοσαξονική Αγγλία μέσα από ένα σώμα (corpus) περίπου 60 κινητών αντικειμένων με επιγραφές (όπως δαχτυλίδια, πόρπες, κασετίνες, κράνη και λαβές σπαθιών). Συνδυάζοντας την αρχαιολογία και τη γλωσσολογία με τη σημειολογία και τη θεωρία της επικοινωνίας, εξετάζει πώς τα αντικείμενα αυτά λειτουργούσαν ως μέσα μετάδοσης μηνυμάτων στην κοινωνία της εποχής. Επίσης αναλύει τη χρήση και τη συνύπαρξη της ρουνικής γραφής με το λατινικό αλφάβητο. Η εδώ αναφορά στην διατριβή, περί της παραμονής του ονόματος του Οντίν-Βόταν-Βόντεν/Γουόντεν, αντιστοχεί στην υποσημείωση 31 της διατριβής, με παραπομπή στην: «Ecclesiastical History of the English People, του Bede I-15, σελίδα 51, γιά μια τέτοια περίπτωση»(for such an instance).Εκεί ο Σεβάσμιος Βέδας γράφει : «…Ήταν οι γιοί του Γουίτγκισλ (Wihtgisl), γιού του Γουίττς (Witta), γιού του Γουέκτα (Wecta), γιοί του Γουόντεν (Woden), από την γενιά του οποίου διεκδίκησαν την καταγωγή τους οι βασιλικές οικογένειες πολλών βασιλείων».
Η αναφερομένη «Ecclesiastical History of the English People» («Historia ecclesiastica gentis Anglorum» / «Εκκλησιαστική Ιστορία του Αγγλικού Έθνους») γράφτηκε από τον Βέδα τον Σεβάσμιο («Bede the Venerable») το 731 μ.Χ.. Αποτελεί το διασημότερο έργο του και την πολυτιμότερη πηγή για την ιστορία της πρώιμης αγγλοσαξονικής Αγγλίας. Στο πλαίσιο της μελέτης της Laura Guerra για την επικοινωνία και τις επιγραφές, το έργο του Βέδα αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς. Ενώ η Guerra εξετάζει την υλική επικοινωνία (τις επιγραφές σε αντικείμενα), ο Βέδας καταγράφει την πνευματική και πολιτική πραγματικότητα της ίδιας ακριβώς περιόδου (600–731 μ.Χ.), φωτίζοντας το πώς η μετάβαση από τον παγανισμό στον χριστιανισμό άλλαξε τη χρήση του γραπτού λόγου.
(10) James Muldoon, «Varieties of Religious Conversion in the Middle Ages», σελίδα 51.
(11) στο ίδιο, σελίδα 52.
Στο ανωτέρω αναφερόμενο βιβλίο του «Varieties of Religious Conversion in the Middle Ages»,εκδόσεις Πανεπιστημίου της Φλόριντα (1997), ο ιστορικός Τζέημς Μαλντούν (James Muldoon,1935-2026), ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας στο Rutgers University (Κρατικό Πανεπιστήμιο του Νιου Τζέρσεϊ), προσέφερε μιαν εξαιρετικά νηφάλια και ακαδημαϊκή απάντηση στην πολεμική οπτική έργων όπως το συγκλονιστικό «Crimes of Christianity» των Foote και Wheeler. Αντί να βλέπει τον μεσαιωνικό εκχριστιανισμό ως μια μονοδιάστατη, απλή, ομοιόμορφη επιβολή με τη βία, ο Muldoon και οι συνεισφέροντες ερευνητές αναδεικνύουν ότι η μεταστροφή, ο προσηλυτισμός (conversion) ήταν μια πολύπλοκη, πολυεπίπεδη και συχνά ….. εθελοντική διαδικασία.Το έργο αυτό συνδέεται άμεσα με όλα τα ιστορικά ορόσημα που εξετάσαμε (τον Καρλομάγνο, τους Σαξόνες και το εβραϊκό στοιχείο), φωτίζοντάς τα μέσα από τη σύγχρονη ιστοριογραφία:
1. Οι «Ποικιλίες» της θρησκευτικής Μεταστροφής και η ιδιαίτερη περίπτωση των Σαξόνων – Το βιβλίο αναλύει ότι η βίαιη επιβολή του Χριστιανισμού από τον Καρλομάγνο στους Σαξόνες (η οποία οδήγησε στην καταστροφή του Ίρμινζουλ και στη σφαγή του Φέρντεν) αποτελούσε την εξαίρεση και όχι τον κανόνα στον Μεσαίωνα. Η περίπτωση των Σαξόνων αναφέρεται ως παράδειγμα «πολιτικής υποταγής» παρά ως γνήσια θρησκευτική μεταστροφή. Ο Καρλομάγνος χρησιμοποίησε το βάπτισμα ως νομικό όρκο υποταγής στο Φραγκικό κράτος (όπως φάνηκε στην Admonitio Generalis). Αντίθετα, σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, η μεταστροφή έγινε σταδιακά, μέσα από το εμπόριο, τη διπλωματία και την πολιτισμική αφομοίωση.
2. Το Εβραϊκό Πνεύμα και τα Όρια της Μεταστροφής – Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που αναδεικνύει το βιβλίο (ιδιαίτερα στα κεφάλαια που εξετάζουν τα νομικά όρια της Εκκλησίας) είναι η ιδιαιτερότητα των Εβραίων στο μεσαιωνικό τοπίο.Ενώ οι παγανιστές (όπως οι Σαξόνες) έπρεπε να εκχριστιανιστούν πλήρως γιατί δεν είχαν «νόμιμη» θρησκευτική βάση, οι Εβραίοι προστατεύονταν από το Κανονικό Δίκαιο (Ius canonicum). Η Εκκλησία, βασιζόμενη στη θεολογία του Αγίου Αυγουστίνου, απαγόρευε τον βίαιο εκχριστιανισμό των Εβραίων. Έπρεπε να παραμείνουν ζωντανοί ως «μάρτυρες» της αλήθειας των βιβλικών γραφών. Αυτή η θεολογική διάκριση εξηγεί γιατί ο Καρλομάγνος εξέδωσε το «Διάταγμα των Ιουδαίων» («Capitula de Iudaeis»), ρυθμίζοντας τη συνύπαρξή τους αντί να επιβάλει βιαίως το βάπτισμά τους.
3. Η «Πολιτισμική Γέφυρα» και η οικονομικοκοινωνική επικοινωνία (Οι Ραδανίτες και η Μεταστροφή) – Το έργο του Muldoon δείχνει πώς το εμπόριο και η οικονομία ήσαν οι πραγματικοί καταλύτες της θρησκευτικής αλλαγής. Οι Ραδανίτες έμποροι, κινούμενοι ανάμεσα σε χριστιανικά, ισλαμικά και παγανιστικά βασίλεια, δημιούργησαν ένα ιδιότυπο δίκτυο προστασίας και ασφαλείας του Ιουδαϊσμού. Πολλές παγανιστικές φυλές της βόρειας και ανατολικής Ευρώπης (όπως οι Χαζάροι, που τελικά ασπάστηκαν τον Ιουδαϊσμό) ήλθαν σε επαφή με τις μονοθεϊστικές θρησκείες όχι μέσω στρατών εισβολής, αλλά μέσω των Εβραίων εμπόρων που συνέδεαν την αυλή του Άαχεν με την Ανατολή.Το «Varieties of Religious Conversion» μετατοπίζει την ιστορική συζήτηση από το απλοϊκό διφασικό σχήμα «θύτες και θύματα» και εξηγεί πώς η Ευρώπη μετατράπηκε σε χριστιανική ήπειρο μέσα από έναν μακροχρόνιο, πολιτικό και κοινωνικό διάλογο και διαδραστική αλληλεπίδραση μεταξύ διαφορετικών πνευματικών παραδόσεων.
(12) Από το εξαιρετικό βιβλίο των George William Foote, Joseph Mazzini Wheeler : «Εγκλήματα του Χριστιανισμού» – «Crimes of Christianity», εκδόσεις Progressive Publishing Company, 1887. Ο Τζορτζ Γουίλιαμ Φουτ (1850-1915) ήταν Άγγλος ριζοσπάστης δημοσιογράφος, συγγραφέας, εκδότης, εκδότης και εξέχων υπέρμαχος της ελεύθερης σκέψης, ίδρυσε και επιμελήθηκε αξιόλογες εκδόσεις. Ο Τζόζεφ Μαζίνι Γουίλερ (1850-1898) ήταν Άγγλος άθεος και ελεύθερος στοχαστής συγγραφέας. www.ftarchives.net/foote/crimes/c1.ht
(13) James Muldoon, στο έργο που αναφέρθηκε, σελίδα 53.
(14) Το κείμενο του Καθηγητή Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο του Μπλάφτον (ή Σάνον) στο Οχάϊο Τζων Ντένυ Γουίβερ (John Denny Weaver) : «Violence in Christian Theology», www.crosscurrents.org/weaver0701.htm. [Το CrossCurrents (γνωστό και ως Cross Currents) είναι ένα διακεκριμένο τριμηνιαίο ακαδημαϊκό περιοδικό και παγκόσμιο δίκτυο που εστιάζει στη σύγκλιση της θρησκείας, της διάνοιας, των τεχνών και της κοινωνικής δικαιοσύνης.]
(15) Από τον Β΄τόμο της «Ιστορίας της ανόδου και επιρροής του πνεύματος του ορθολογισμού στην Ευρώπη» – «History of the Rise and Influence of the Spirit of Rationalism in Europe», 1865, έργου του Ιρλανδού ιστορικού, πολιτειολόγου και δοκιμιογράφου Γουίλιαμ Έντουαρντ Χάρτπολ Λέκυ (William Edward Hartpole Lecky, 1838-1903), www.ftarchives.net/foote/crimes/c1.htm.