O «ΕΚΛΕΚΤΟΣ»….. ΔΙΑΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΠΟΣΥΝΗΣ -4

11–16 minutes

Μέρος 4

Η κριτική του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Alfred Rosenberg), του κύριου ιδεολόγου του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και συγγραφέα του βιβλίου «Ο Μύθος του 20ου Αιώνα», για τον Καρλομάγνο ήταν εξαιρετικά εχθρική, επιθετική και βασισμένη σε φυλετικές και αντιχριστιανικές θεωρίες. Ενώ επί πολλούς αιώνες η γερμανική ιστοριογραφία έβλεπε τον Καρλομάγνο ως «Κάρολο τον Μέγα» («Karl der Große») και ιστορικό ιδρυτή της αυτοκρατορίας του γερμανικού έθνους, ο Ρόζενμπεργκ (μαζί με τον Χάινριχ Χίμλερ) ανέτρεψε άρδην αυτήν την εικόνα κατά τη δεκαετία του 1930.

Η κριτική του Ρόζενμπεργκ επικεντρώθηκε στα εξής σημεία:

1. «Κάρολος ο Σφαγέας των Σαξόνων»

Για τον Ρόζενμπεργκ, η μεγαλύτερη «αντιγερμανική» ιστορική προδοσία του Καρλομάγνου ήταν οι «Σαξονικοί Πόλεμοι». Κατέκρινε με μίσος τον Κάρολο επειδή κατέστρεψε με τη βία την αυτόχθονα «καθαρή γερμανική» κουλτούρα των Σαξόνων

Η Σφαγή του Φέρντεν: Ο Ρόζενμπεργκ εστίασε στη σφαγή 4.500 Σαξόνων αιχμαλώτων στο Φέρντεν επί του Άλλερ – «Verden an der Aller» (782 μ.Χ.). Εξαιτίας αυτού του θλιβερού συμβάντος, αντικατέστησε τον τίτλο «Κάρολος ο Μέγας» με τον υποτιμητικό όρο «Κάρολος ο Σφαγέας των Σαξόνων» (Karl der Sachsenschlächter). Το 1934, ο Ρόζενμπεργκ πρωτοστάτησε στην κατασκευή του μνημείου «Sachsenhain» («Άλσος των Σαξόνων») στο Φέρντεν, τοποθετώντας 4.500 πέτρες στη μνήμη των Σαξόνων που σφαγιάστηκαν εκεί, μετατρέποντάς τους σε φυλετικούς μάρτυρες.

2. Widukind: Ο Πραγματικός Ήρωας

Στην ιδεολογική αναθεώρηση του Ρόζενμπεργκ, ο Καρλομάγνος υποβιβάστηκε σε «ξένο κατακτητή» και ο αντίπαλός του, ο παγανιστής Σάξονας δούκας Βίντουκιντ (Widukind), ανακηρύχθηκε σε πραγματικό ήρωα του γερμανικού λαού. Ο Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι ο Βίντουκιντ έπρεπε να ονομάζεται «Μέγας», επειδή υπερασπίστηκε τη φυλετική και πνευματική ακεραιότητα των Γερμανών ενάντια στη ρωμαϊκή επιρροή.

Η μαρμάρινη αναθηματική πλάκα του ηρωικού Βίντουκιντ βρέθηκε ήδη ανάμεσα στις συνολικά 64 που υπάρχουν και αποτέθηκε το 1842 με τα εγκαίνια στο Ναό – Μνημείο της Βαλχάλα (Walhalla), μεγαλειώδες αντίγραφο του Παρθενώνα,  που ανήγειρε στις όχθες του Δούναβη, κοντά στην Ρατισβόνη (Regensburg) ο Λουδοβίκος ο Α’ της Βαυαρίας γιά να τιμήσει της μέγιστες προσωπικότητες του Γερμανισμού. Η πλάκα του Σάξονα άρχοντα είναι η 27η της άνω σειράς. 31η είναι εκείνη του μεγάλου αντιπάλου του Καρλομάγνου.

Aerial image of the Walhalla memorial (view from the southeast)

3. Ο Καρλομάγνος ως «Πράκτορας» της Ρώμης και του Χριστιανισμού

Ο Ρόζενμπεργκ, όντας φανατικός πολέμιος της Καθολικής Εκκλησίας και υποστηρικτής ενός τουλάχιστον νεοπαγανιστικού «γερμανικού χριστιανισμού» ή μιας καθαρής παγανιστικής λατρείας, έβλεπε τον Καρλομάγνο ως:

  • Ένα πειθήνιο όργανο της Ρώμης και του Πάπα.
  • Τον άνθρωπο που επέβαλε με την σπάθη μια «ξένη, σημιτική/ιουδαιοχριστιανική» θρησκεία (τον Ρωμαιοκαθολικό Χριστιανισμό) στους ελεύθερους γερμανικούς λαούς, καταστρέφοντας τα ιερά τους σύμβολα (όπως τον Irminsul).
  • Έναν ηγεμόνα που «εκλατίνισε» (Latinisierte) και αλλοίωσε το γερμανικό πνεύμα.

Ο κοσμικός στύλος/κοσμικός άξονας Ίρμινζουλ (Irminsul) ήταν το ιερότερο  κεντρικό θρησκευτικό σύμβολο των παγανιστών Σαξόνων, των γερμανικών φύλων που αντιτάχθηκαν με σφοδρότητα στον εκχριστιανισμό και στην επέκταση του Καρλομάγνου κατά τον 8ο  αιώνα. Η καταστροφή του από τον Καρλομάγνο το 772 μ.Χ., κατά την έναρξη των Σαξονικών Πολέμων, δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική πράξη, αλλά ένα βαθύτατα συμβολικό γεγονός που σήμανε το τέλος του αρχαίου γερμανικού κόσμου και την αρχή της κυριαρχίας του Χριστιανισμού στην Κεντρική Ευρώπη.

1. Τι ήταν και τι σήμαινε ο Irminsul;

Ετυμολογικά, η λέξη προέρχεται από το Irmin (που σημαίνει «μεγάλος, πανίσχυρος» ή αναφέρεται σε μια αρχαία γερμανική θεότητα, πιθανώς μιαν άλλη αρχέγονη μορφή του Όντιν ή του Τυρ) και το Suhl (που σημαίνει «στύλος»).

Ο «Συμπαντικός Άξονας – Στύλος» (Axis Mundi): Για τη γερμανική κοσμολογία, ο Irminsul ήταν ο Παγκόσμιος Στύλος που κρατούσε τον ουρανό ενωμένο με τη γη, εμποδίζοντάς τον να πέσει επάνω στους ανθρώπους. Ήταν ένας τεράστιος, ξύλινος (ή ενίοτε χάλκινος) κορμός δέντρου-στύλος, τοποθετημένος σε περίοπτη, ανοιχτή τοποθεσία μέσα στο δάσος, με τα κλαδιά του στην κορυφή να λυγίζουν προς τα έξω, θυμίζοντας τα κέρατα ενός ταύρου ή τα χέρια ενός ανθρώπου που κρατά τον ουρανό.

Σύνδεση με το δένδρο Yggdrasil: Ο Irminsul ήταν η σαξονική εκδοχή του σκανδιναβικού Ύγκντραζιλ (Yggdrasil), της ιερής μελιάς, δένδρου της ζωής που ένωνε τους εννέα κόσμους.

2. Η Καταστροφή από τον Καρλομάγνο (772 μ.Χ.)

Όταν ο Καρλομάγνος εισέβαλε στη Σαξονία, ήξερε ότι για να υποτάξει τους Σάξονες έπρεπε να χτυπήσει την καρδιά της πνευματικής τους αντίστασης.Να πλήξει το Ιερό Δάσος: Εβάδισε με τον στρατό του στο ιερό δάσος κοντά στο φρούριο του Eresburg(στο σημερινό Όμπερμαρσμπεργκ της Γερμανίας), όπου βρισκόταν ο κεντρικός Irminsul. Εκεί ο στρατός του Καρλομάγνου κατέστρεψε τον στύλο, έκαψε το ιερό άλσος που τον περιέβαλλε και λεηλάτησε τον τεράστιο θησαυρό από χρυσό και ασήμι που είχαν εναποθέσει εκεί οι Σάξονες ως αναθηματικές προσφορές στους θεούς. Με αυτή του την πράξη, ο Κάρολος ήθελε να στείλει ένα μήνυμα, να δείξει στους Σάξονες ότι ο χριστιανικός Θεός ήταν ισχυρότερος : Ο Irminsul καταστράφηκε, αλλά ο ουρανός δεν έπεσε να πλακώσει τους βέβηλους.

3. Η Ιδεολογική Αναβίωση από το Τρίτο Ράιχ  και η «Ahnenerbe»

Όπως είδαμε στην κριτική του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, η γερμανική εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία χρησιμοποίησε τον Irminsul ως απόλυτο σύμβολο της «καθαρής» γερμανικής ταυτότητας.

Σύμβολο των SS: Ο Χάινριχ Χίμλερ και ο οργανισμός ερευνών «Κληρονομιά των Προγόνων» – «Ahnenerbe» υιοθέτησαν το Irminsul ως επίσημο σύμβολο,  στο λάβαρο του οργανισμού, σε πολλά έντυπα και τελετές τους. Το έβλεπαν ως το «αντίδεος» στον χριστιανικό Σταυρό, τον οποίο θεωρούσαν «ξένο» σύμβολο.

Η Θεωρία των Externsteine: Ο ναζιστής ερασιτέχνης ερευνητής αρχαιολόγος και πρώην προτεστάντης ιερέας Βίλχελμ Τόιτ (Wilhelm Teudt, 1860–1942), ισχυρίστηκε ότι το Irminsul βρισκόταν στον εντυπωσιακό βραχώδη σχηματισμό «Externsteine» – («Εξωτερικοί» ή «Μυτεροί Βράχοι»), ένα γεωλογικό μόρφωμα από 13 κάθετους ψαμμιτικούς βράχους, που υψώνονται έως και 40 μέτρα μέσα στον στον «Τευτομβούργειο δρυμό – δάσος του Τέουτομπουργκ στη βορειοδυτική Γερμανία. Υποστήριξε μάλιστα ότι σε ένα χριστιανικό ανάγλυφο του 12ου  αιώνα που απεικονίζει την «Αποκαθήλωση του Χριστού από τον Σταυρό» και είναι σκαλισμένο στο εξωτερικό ενός βράχου, στη βάση του απεικονίζει ένα λυγισμένο, ελικοειδή στύλο, ο οποίος καταπατάται από τον Νικόδημο.

Ο Teudt και άλλοι μελετητές ερμηνεύουν αυτή τη λεπτομέρεια του λυγισμένου Ίρμινσουλ, ως μια ξεκάθαρη θριαμβευτική αλληγορία για την υποταγή της παλαιάς παγανιστικής θρησκείας υπό το βάρος του χριστιανικού Σταυρού, όπως ακριβώς επέβαλε το πολιτικό όραμα του Καρλομάγνου. Σύμφωνα με τον Teudt, το ανάγλυφο δεν ήταν απλώς θρησκευτικό, αλλά ένα μνημείο της «χριστιανικής καταπίεσης» που πανηγύριζε την υποδούλωση του γερμανικού πνεύματος από τους Φράγκους.

Το μνημείο είναι το παλαιότερο και μεγαλύτερο πέτρινο ανάγλυφο αυτού του είδους βόρεια των Άλπεων. Ο Irminsul φαίνεται να λυγίζει ηττημένος κάτω από τα πόδια του Σταυρού, γεγονός που μετέτρεψε την τοποθεσία σε τόπο νεοπαγανιστικού προσκυνήματος για τα SS. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Teudt εξέδωσε το βιβλίο του «Germanische Heiligtümer» («Γερμανικά Ιερά») όπου υπεστήριξε ότι οι Externsteine δεν ήσαν απλώς βράχοι, αλλά το «κεντρικό ηλιακό παρατηρητήριο και το κορυφαίο ιερό μιας αρχαίας, εξαιρετικά προηγμένης γερμανικής φυλής».

4. Η Επιβίωση στη Λαϊκή Παράδοση

Παρά την καταστροφή του, η μνήμη του Irminsul επιβίωσε στη γερμανική ύπαιθρο επί πολλούς αιώνες. Σε πολλές περιοχές της Βεστφαλίας, το έθιμο του «Μαγιάτικου Δένδρου» («Maibaum») του «Μαγιόξυλου» -ενός στολισμένου στύλου που στήνεται στα χωριά την 1η Μαΐου- θεωρείται από τους λαογράφους ως μια άμεση, επιβιώσασα μορφή του αρχαίου Irminsul που προσαρμόστηκε στη χριστιανική εποχή.

Η απρόσμενη ιστορική ειρωνεία: Η αποτρεπτική παρέμβαση του Χίτλερ

Η σφοδρή κριτική του Ρόζενμπεργκ δημιούργησε τεράστιο διχασμό στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930, καθώς οι ευσεβείς Καθολικοί και πολλοί συντηρητικοί ιστορικοί συνέχιζαν να τιμούν τον Καρλομάγνο. Τελικά, το 1935–1936, ο ίδιος ο Αδόλφος Χίτλερ παρενέβη προσωπικά και έβαλε τέλος στην σκληρή «αντικαρολική» εκστρατεία του Ρόζενμπεργκ. Ο Χίτλερ, βλέποντας τα πράγματα καθαρά γεωπολιτικά και όχι με το κοσμοθεωρητικό – μυστικιστικό πρίσμα του Ρόζενμπεργκ, συνειδητοποίησε ότι η απόρριψη του Καρλομάγνου στερούσε από τη Γερμανία την ιστορική της συνέχεια με την Καρολίγγεια Αυτοκρατορία ως «Πρώτο Ράιχ». Η ορμητική επέκταση του Καρλομάγνου προς την Ανατολή («Drang nach Osten») ήταν το ιδεώδες ιστορικό προηγούμενο και πρότυπο για τα σχέδια του «Τρίτου Ράιχ»  περί «ζωτικού χώρου» (Lebensraum) στην Ανατολή. Έτσι κατόπιν «σιωπηρής» προτροπής του Χίτλερ, ο Καρλομάγνος «αποκαταστάθηκε» επίσημα. Οι ιστορικοί του καθεστώτος οδηγήθηκαν εύσχημα να «παραμερίσουν» την κριτική του καθοδηγητή Ρόζενμπεργκ και ο Κάρολος ανακηρύχθηκε ξανά σε μεγάλο «Γερμανό ηγέτη» που ένωσε την Ευρώπη

O Ρόζενμπεργκ εγραφε από το 1930 –στην Α΄έκδοση του «Μύθου του 20ου Αιώνος»- και δεν το άλλαξε στις συνολικά 140 επανεκδόσεις του: «Ο Widukind ομολογουμένως πολέμησε για τον εαυτό του, αλλά ταυτόχρονα για την ελευθερία όλων των Βορείων λαών. Ταυτόχρονα, ο Καρλομάγνος παραμένει ο σκληροτράχηλος ιδρυτής του γερμανικού Ράιχ ως πολιτικής μονάδας. Μετά την αποκατάσταση της τιμής της Σαξονίας, που χλευαζόταν για 1000 χρόνια και οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι περνούν στη γερμανική ιστορία: ο Καρλομάγνος ως ιδρυτής του γερμανικού Ράιχ, ο Βίντουκιντ ως υπερασπιστής των γερμανικών αξιών της ελευθερίας». Και στην συνέχεια του μοναδικού αυτού βιβλίου παραθέτει ανάμεσα στις μεγάλες μορφές του Γερμανισμού τον Βίντουκιντ : «Στην ιστορία επίσης, ακόμη και οι αδυναμίες των μεγάλων μας, δεν πρέπει να αποσιωπούνται. Ό,τι ανεβαίνει επάνω και πέρα, το αιώνιο, το μυθικό, πρέπει να γίνει αισθητό και διαμορφωμένο με μια ψυχή που αναζητά. Τότε θα προκύψει μια νέα διαδοχή πνευμάτων από τον Όντιν, τον Ζίγκφριντ, τον Βίντουκινντ, τον Φρίντριχ Γ’, τους Χόενσταουφεν, τον Έκχαρτ, τον Βάλτερ φον ντερ Βόγκελβάιντε, τον Λούθηρο, τον Φρειδερίκο τον Μέγα, τον Μπαχ, τον Γκαίτε, τον Μπετόβεν, τον Σοπενχάουερ, τον Βίσμαρκ και τους Γερμανούς ομολόγους τους».

Αλλά η εβραϊκή «αύρα» της Καρολίγγειας κυριαρχίας είναι ακόμη πιο εμφανής στην ανάπτυξη της Φραγκικής βασιλικής τελετουργίας. Ενώ, υπό τους Μεροβίγγειους, συνίστατο, όπως και στην αυτοκρατορική Ρώμη, σε μια στρατιωτική τελετή, από τη στέψη του Πιπίνου, διαμορφώθηκε στο πρότυπο του χρίσματος των βασιλιάδων του Ισραήλ από ιερείς και προφήτες. « … ήταν ρωμαϊκή αρχή από παλιά ότι ο στρατός απένειμε τον τίτλο του αυτοκράτορα. Αυτό το «imperatorem facit exercitus» συμβαδίζει με την ιδέα της εκλογής του βασιλιά που είχε προηγουμένως πραγματοποιηθεί σε όλους τους Ινδο-γερμανικούς λαούς – αρχαίους Ρωμαίους και αρχαίους Τεύτονες. Τώρα που ο Πάπας είχε στέψει τον αυτοκράτορα, αυτό το αξίωμα προσέλαβε τον ίδιο θεοκρατικό χαρακτήρα που είχε επιβληθεί στο Φραγκικό βασίλειο προηγουμένως με την τελετή του χρίσματος». Σε «έναν νέο πρόλογο που προστέθηκε στο Lex Salica, τον κώδικα νόμου των Φράγκων, στα τέλη της βασιλείας του Πιπίνου,» [ο  Σαλικός Νόμος (Lex Salica) είναι ένας νομικός κώδικας που συντάχθηκε στις αρχές του 6ου αιώνα (περίπου 507–511 μ.Χ.) από τον βασιλιά Κλόβι τον Α΄ για τους Σάλιους Φράγκους] οι Φράγκοι ανακηρύσσονται «(σε γλώσσα που παραλαμβάνεται απευθείας από το Δευτερονόμιο) ως εκλεκτός λαός, «αγαπημένος του Χριστού». Μια σύγχρονη καταγραφή της ορκομωσίας του Πιπίνου το 751 παρουσίαζε την «καθαγίαση των επισκόπων» και την «αναγνώριση των πριγκίπων» ως παράλληλες, συμπληρωματικές τελετουργίες, όπως στην Παλαιά Διαθήκη, η βασιλεία απεικονίζονταν ως η συλλογική πράξη των ιερέων και του λαού του Ισραήλ.1

Ήδη από τον έβδομο αιώνα, «μια μορφή προσευχής για τον πρίγκιπα που περιέχεται στη Λειτουργία αναφέρει ως παραδείγματα για μίμησή [προς τον λαό] τον Αβραάμ, τον Μωυσή, τον Ιησού του Ναυή και τον Δαβίδ, συγκρίνοντας έτσι τον Φράγκικο λαό με τον Ισραήλ» 2. «Το πρότυπο της χριστιανικής διακυβέρνησης που αναπτύχθηκε στο “Κάτοπτρα Ηγεμόνων” – «Specula Principum» (αρχαίο λογοτεχνικό είδος πολιτικών κειμένων, εγχειρίδιο συμβουλών από φιλοσόφους, λογίους ή αυλικούς γιά καθοδηγήσουν τους ηγεμόνες πώς πρέπει να κυβερνούν) προβλήθηκε κυρίως για τους ίδιους τους βασιλιάδες» και οι βασιλιάδες ανεγνώρισαν πλήρως τον εαυτό τους σε αυτό, ωστόσο το πρότυπο της χριστιανικής διακυβέρνησης διαμορφώθηκε με τη σειρά του με πρότυπο την εβραϊκή βασιλεία. Ακριβώς όπως στο αρχαίο Ισραήλ ο Ιουδαίος βασιλιάς ήταν μόνον ο εκπρόσωπος του Γιαχβέ, έτσι και ο Καρολίγγειος κυβερνήτης ήταν ο εκπρόσωπος του Θεού στη γη και, ας πούμε, ο πράκτορας του Γιαχβέ στον «Μεσαίωνα». Είναι απολύτως σύμφωνο με την ισραηλινή αντίληψη ότι η ταπεινοφροσύνη του βασιλιά τονίζεται επίσης στον τίτλο μιας βασιλικής ευλογίας-προσευχής που ενσωματώθηκε στην ιεροτελεστία του βασιλικού καθαγιασμού στις αρχές της Καρολίγγειας δυναστείας και από εκεί πέρασε σε γενική χρήση στα βασίλεια της Λατινικής Δύσης, παρέχοντας «μιαν επιτομή των φραγκικών προσδοκιών της βασιλείας τους την εποχή του Καρλομάγνου» και θέτοντας τις «ιδέες περί βασιλείας που επρόκειτο να παραμείνουν υποδείγματα καθ’ όλην τη διάρκεια του Μεσαίωνα και μετά» 3 : «Prospice» : «Κοίταξε εμπρός». Όπως είναι καθήκον του βασιλιά να συντηρεί τους ταπεινούς και τους καταπιεσμένους, έτσι και ο ίδιος πρέπει να είναι ταπεινός και πράος. Εξάλλου, «Η επαναλαμβανόμενη χρήση των όρων potentia και potestas δείχνει εδώ ότι η επίκληση της θείας παντοδυναμίας για τη διατήρηση της βασιλικής ισχύος δεν είναι απλό λειτουργικό κλισέ, αλλά μεταφέρει την κεντρική πολιτική ιδέα της Καρολίγγειας περιόδου: Η εξουσία προήλθε από τον Θεό.

[Οι λατινικοί όροι potentia και potestas αποτελούν τις δύο θεμελιώδεις μορφές της «δύναμης» ή της «εξουσίας» στο ρωμαϊκό δίκαιο και την πολιτική φιλοσοφία. Αν και στα νέα ελληνικά μεταφράζονται συχνά και οι δύο ως «εξουσία» ή «δύναμη», στην πραγματικότητα περιγράφουν δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες. Η βασική τους διαφορά εντοπίζεται στο αν η δύναμη πηγάζει από τον νόμο (potestas) ή από τη φυσική/πραγματική ικανότητα (potentia).

Potestas: Η Νόμιμη Εξουσία (Θεσμός)

Η potestas είναι η θεσμοθετημένη, επίσημη και νομικά αναγνωρισμένη εξουσία που απορρέει από ένα αξίωμα ή έναν νόμο.

Πηγή: Το δίκαιο, το Σύνταγμα ή το κράτος. Δεν ανήκει στο άτομο, αλλά στη θέση που αυτό κατέχει.

Χαρακτηριστικά: Είναι πάντα οριοθετημένη. Έχει συγκεκριμένα δικαιώματα, καθήκοντα και χρονική διάρκεια.

Παραδείγματα στη Ρώμη:

Consular potestas: Η εξουσία που είχε ο Ύπατος να διοικεί τον στρατό και να εφαρμόζει τους νόμους.

Patria potestas: Η απόλυτη νομική εξουσία του Ρωμαίου πατέρα (pater familias) πάνω στα μέλη της οικογένειάς του.

Με μια λέξη: Αυθεντία ή Δικαιοδοσία.

Potentia: Η Πραγματική Δύναμη (Ικανότητα)

Η potentia είναι η αποτελεσματική, φυσική, πολιτική ή οικονομική δύναμη που διαθέτει κάποιος για να επιβάλλει τη θέλησή του, ανεξάρτητα από το αν έχει νόμιμο δικαίωμα να το κάνει.

Πηγή: Η ισχύς, ο πλούτος, τα όπλα, η χαρισματική προσωπικότητα ή η επιρροή. Ανήκει απευθείας στο άτομο ή στην ομάδα.

Χαρακτηριστικά: Δεν έχει νόμιμα όρια. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για καλό όσο και για κακό (π.χ. βία, εξαναγκασμός).

Παράδειγμα στη Ρώμη: Οι στρατηγοί του τέλους της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας (όπως ο Ιούλιος Καίσαρας ή ο Σύλλας) είχαν τεράστια potentia επειδή τους ακολουθούσαν τυφλά οι λεγεώνες τους, ξεπερνώντας κατά πολύ τη νόμιμη potestas που τους έδινε η Σύγκλητος.

Με μια λέξη: Ισχύς ή Δυνατότητα.]

Ο βασιλιάς με την χορηγούμενη εκ θεού εξουσία του ενεργούσε ως αναπληρωτής του για τη διασφάλιση της δικαιοσύνης και της ειρήνης για τον χριστιανικό λαό»4, στο βαθμό που «επίστευε ότι η δύναμή του εξαρτάται από τη διατήρηση της Πίστης από την Εκκλησία». Το πόσο «εκπληκτικά πρωτότυπη»5 ήταν η αντίληψη του Όθωνος Γ’ για την «ανανέωση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» φαίνεται από το γεγονός ότι αυτός ο αυτοκράτορας αποκαλούσε τον εαυτό του, όπως είχε ήδη  κάνει ο Άγιος Παύλος, «δούλο του Ιησού Χριστού». Με την ίδια λογική, ο Ερρίκος Γ’ – που ονομάζεται Μαύρος ή Ευσεβής – πήρε τον τίτλο του «βασιλιά των Ρωμαίων». Η υποστήριξη των αρχαίων Ρωμαίων στους βασιλιάδες τους είναι γνωστή σε όλους.

Dirk Stijn

Σημειώσεις – Αναφορές


1. Janet “Jinty” Laughland Nelson (1942–2024), στο βιβλίο της  «Ο φραγκικός κόσμος» – «The Frankish World, 750-900», Λονδίνο, 1996, εκδόσεις Hambledon Press, σελίδα 169.
2. Στο μνημειώδες βιβλίο «Η αυτοκρατορική στέψη του Καρλομάγνου» – «Le Couronnement impérial de Charlemagne (25 décembre  800)» Παρίσι, εκδόσεις Gallimard, 1964 του Γάλλου μεσαιωνιστή ιστορικού και Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Ντιζόν Robert Folz, (1910-1996), ειδικού στην Καρολίγγεια περίοδο-  (αγγλική έκδοση «The Coronation Of Charlemagne 25 December 800», Λονδίνο, εκδόσεις  Routledge & K. Paul,1974), σελίδα 19.
3. Τζέιμς Χέντερσον Μπερνς (James Henderson Burns) «Η ιστορία του Κέμπριτζ της μεσαιωνικής πολιτικής σκέψης περί το 350- περί το 1450»-, «The Cambridge history of medieval political thought c. 350-c. 1450» 1988, εκδόσεις Cambridge University Press, σελίδα 217.
4. Πάλι Janet “Jinty” Laughland Nelson κεφάλαιο «Βασιλεία και Αυτοκτατορία στον Καρολίγγειο κόσμο» – «Kingship and empire in the Carolingian world» στο συλλογικό πόνημα « Καρολίγγειος Πολιτισμός : Μίμηση και Καινοτομία» – «Carolingian Culture : Emulation and Innovation» της φίλης της Rosamond McKitterick, εκδόσεις Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, 1994, σελίδα58.
5. J. H. Burns, όπως ανωτέρω, σελίδα 245.

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

19
fb-share-icon
Insta
Tiktok