ὅθι παῖδες Ἀθαναίων ἐβάλοντο φαεννὰν κρηπῖδ’ ἐλευθερίας
Όπου τα παιδιά των Αθηναίων έθεσαν λαμπρό θεμέλιο της ελευθερίας – Πίνδαρος γιά το Αρτεμίσιο
Η Ναυμαχία του Αρτεμισίου, που διεξήχθη παράλληλα με τη μάχη των Θερμοπυλών, υπήρξε θαλάσσια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Περσών, κατά τη δεύτερη περσική εισβολή.
Στο βορειότερο άκρο της Ευβοίας, απέναντι από το όρος της Μαγνησίας Πήλιο, βρίσκεται το ακρωτήριο Αρτεμίσιο, πασίγνωστο από τη ναυμαχία μεταξύ Ελλήνων και Περσών τον Αύγουστο του 480 π.Χ. Το ακρωτήριο έλαβε το όνομά του από το ιερόν της Αρτέμιδος Προσηώας, το οποίο βρισκόταν στην παραλία όπου εστάθμευσε ο ελληνικός στόλος κατά τη ναυμαχία. Η κομβική γεωγραφική θέση της περιοχής, (η οποία ελέγχει την είσοδο από το ανοικτό Αιγαίο στον Παγασητικό, Μαλιακό και στο βόρειο Ευβοϊκό κόλπο προς τη Χαλκίδα), οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξή της κατά την αρχαιότητα. Καθώς έως σήμερα δεν έχουν διενεργηθεί ουσιαστικές ανασκαφικές έρευνες, οι πληροφορίες για την περιοχή οφείλονται κατά κύριο λόγο στον εντοπισμό των ορατών λειψάνων, σε παραδόσεις αρχαιοτήτων και στις λιγοστές φιλολογικές μαρτυρίες, οι οποίες αναφέρονται μόνο στο ιερό της Θεάς Αρτέμιδος και στην περιβόητη ναυμαχία του 480 π.Χ. Σημαντικά στοιχεία για την περιοχή μας δίδει και η επιγραφή του Αρτεμισίου, που αναφέρει τα ονόματα 17 ευβοϊκών δήμων, (από τους οποίους, όμως, ακόμη ουδείς έχει ταυτισθεί με συγκεκριμένη θέση στη βόρεια Εύβοια).
Ήδη από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. στην περιοχή του Αιγαίου διαφαινόταν η προοπτική μιας σύγκρουσης ανάμεσα στην Περσική Αυτοκρατορία και τις ελληνικές πόλεις – κράτη. Οι Πέρσες, έχοντας υποτάξει το Βασίλειο των Λυδών, κατέλαβαν και τις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας και αργότερα επεξέτειναν την κυριαρχία τους και στα γειτονικά αιγαιακά νησιά. Στις πόλεις αυτές επιβλήθηκαν τυραννικά καθεστώτα από ανθρώπους έμπιστους της περσικής Αυλής. Η περσική διοίκηση όμως, ο τοπικός σατράπης που είχε την έδρα του στις Σάρδεις και η βασιλική Αυλή της χώρας, είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν δύσκολο να κρατήσει τα εδάφη της Ιωνίας όσο στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου παρέμεναν ελεύθερες άλλες ελληνικές πόλεις.
Την αντίληψη αυτή επιβεβαίωσαν τα γεγονότα της Ιωνικής Επαναστάσεως που εξερράγη το 499 π.Χ., οπότε η Αθήνα και η Ερέτρια προσέφεραν βοήθεια στις μικρασιατικές πόλεις οι οποίες προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τον περσικό ζυγό. Η τιμωρητική αντίδραση της Περσικής Αυτοκρατορίας δεν άργησε να εκδηλωθεί. Λίγα χρόνια μετά την καταστολή της Ιωνικής Επαναστάσεως, το 492 π.Χ., ένας στόλος με επικεφαλής τον Μαρδόνιο προσεπάθησε να εισβάλει στην Ελλάδα παραπλέοντας τις ακτές της Μακεδονίας, αλλά διαλύθηκε από σφοδρότατη τρικυμία στα ανοικτά του Αθω στη Χαλκιδική. Η αποτυχία αυτή, που οφειλόταν στη λυσσαλέα μανία της θάλασσας, κατέστησε τους Πέρσες πολύ προσεκτικούς και επιφυλακτικούς απέναντι σε όλες τις μελλοντικές ναυτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν στο αιφνιδιαστικά καταστροφικό Αιγαίο πέλαγος.
Το 490 π.Χ. ένας άλλος περσικός στόλος με στρατηγούς τον Δάτη και τον Αρταφέρνη, διέσχισε το Αιγαίο πλέοντας αυτή τη φορά μέσω των Κυκλάδων απευθείας στην Εύβοια όπου κατέστρεψε ολοσχερώς την Ερέτρια, τιμωρώντας έτσι τους κατοίκους της για τη βοήθεια που είχαν προσφέρει στην Ιωνική. Στη συνέχεια οι Πέρσες έπλευσαν προς την Αττική και αποβιβάσθηκαν στον Μαραθώνος, όπου οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς τους συνέτριψαν υπό την ηγεσία του Μιλτιάδη. Η νέα αποτυχία δεν απογοήτευσε τον Πέρση βασιλιά Δαρείο. Μάλιστα τον βοήθησε να συνειδητοποιήσει ότι・η κατάκτηση της Ελλάδος θα απαιτούσε μια πολύ καλύτερα οργανωμένη εκστρατεία και κυρίως, πολύ περισσότερες στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις. Αμέσως μετά τον Μαραθώνος ο Δαρείος άρχισε να καταστρώνει μεγαλεπήβολα σχέδια για την επόμενη επίθεση κατά των Ελλήνων, αλλά ταραχές που εξέσπασαν σε άλλα σημεία της αχανούς Αυτοκρατορίας του τον εμπόδισαν να τα υλοποιήσει. Μετά από δέκα χρόνια, το 480 π.Χ., και ενώ ο Δαρείος είχε πεθάνει, ο γιος και διάδοχός του Ξέρξης («Ξαγιάρσα») ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει τα σχέδια του πατέρα του.

Η ΜΕΘΟΔΙΚΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΡΣΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ
Σύμφωνα με το περσικό σχέδιο ο πολυάριθμος στρατός της Αυτοκρατορίας θα περνούσε στην Ευρώπη από τον Ελλήσποντο και από εκεί θα εβάδιζε μέσω της Θράκης και της Μακεδονίας προς την κυρίως Ελλάδα. Οι ναυτικές δυνάμεις που ακολουθούσαν θα έπλεαν κοντά στις θρακικές και στις μακεδονικές ακτές, ώστε να διατηρούν συνεχή επαφή μαζί του. Μεγάλο πρόβλημα για τη μετακίνηση των ναυτικών δυνάμεων του Ξέρξη αποτελούσαν το ακρωτήριο του Αθω και οι επικίνδυνες αιφνίδιες καταιγίδες που εκδηλώνονταν στην περιοχή. Οι Πέρσες δεν λησμονούσαν ότι εκεί είχε καταστραφεί ο στόλος του Μαρδόνιου και ευλόγως ήθελαν να αποτρέψουν ένα παρόμοιο ενδεχόμενο. Εξ άλλου σε αυτή την εκστρατεία, παρά το ότι ο στρατός τους δεν μεταφερόταν με πλοία όπως κατά τις προηγούμενες, το ναυτικό τους είχε αναλάβει ιδιαιτέρως ζωτικό ρόλο, εξασφαλίζοντας την επικοινωνία του στρατού με την Αυτοκρατορία. Η διατήρηση της επικοινωνίας αυτής ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς τον περσικό στρατό συνόδευε ο ίδιος ο Βασιλιάς Ξέρξης. Γι΄ αυτό κατασκευάστηκε διώρυγα στο Βόρειο τμήμα της χερσονήσου του Αθω, στο σημείο όπου η χερσόνησος ενώνεται με τον κυρίως κορμό της Χαλκιδικής και σχηματίζεται ένας πολύ στενός ισθμός.

Τις ναυτικές δυνάμεις των Περσών αποτελούσαν κυρίως φοινικικά πλοία αλλά και ελληνικά από τις πόλεις της Μικράς Ασίας και τα γειτονικά νησιά. Οπως ήταν φυσικό οι Πέρσες δεν είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στα ελληνικά πληρώματα, λόγω της επαναστάσεως που είχαν επιχειρήσει το 499 π.Χ. αλλά και λόγω του γεγονότος ότι οι Έλληνες υπήκοοι θα έπρεπε να πολεμήσουν με ομοεθνείς τους. Είναι αλήθεια ότι μεταξύ των Ελλήνων που υπηρετούσαν στον περσικό στόλο πάρα πολλοί επιθυμούσαν την ελευθερία των πόλεών τους. Όμως, άλλοι υπηρέτησαν πιστά τον Ξέρξη μέχρι το τέλος της εκστρατείας, είτε από συμφέρον, είτε επειδή θεωρούσαν ότι ήταν αδύνατη η ήττα μιας τόσο μεγάλης δυνάμεως όπως αυτή που είχε συγκεντρωθεί για την καθολική υποταγή της Ελλάδος.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΟΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Οταν οι κάτοικοι των πόλεων-κρατών της νοτίου Ελλάδος πληροφορήθηκαν ότι ο περσικός στρατός προσέγγιζε, τρομοκρατήθηκαν λόγω του τεραστίου μεγέθους του. Πολλοί επίστεψαν ότι κάθε αντίσταση ήταν μάταιη και προτίμησαν να παραμεινουν ουδέτεροι ή να δηλώσουν υποταγή στους Πέρσες. Οσες πόλεις αποφάσισαν να αντισταθούν, κρίνοντας ότι μόνο με συνεργασία μεταξύ τους θα είχαν ελπίδες να επιτύχουν, οργάνωσαν συνέδριο στην Κόρινθο για να συντονίσουν τη δράση τους. Βάση γι΄ αυτή τη συγκέντρωση ελληνικών πόλεων αποτέλεσε η συμμαχία που είχαν ιδρύσει οι Σπαρτιάτες με επικεφαλής την πόλη τους και μέλη αρκετς πόλεις της Πελοποννήσου. Αρχικός σκοπός της συμμαχίας ήταν η προστασία της Σπάρτης από τις επιθέσεις του Αργους, όμως λόγω των εξελίξεων αυτή χρησιμοποιήθηκε για να ενώσει τους Πελοποννήσιους εναντίον των Περσών.
Αλλες ελληνικές πόλεις από τη Στερεά Ελλάδα δέχθηκαν να συνεργαστούν με τη σπαρτιατική συμμαχία και έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη μεγάλη συμμαχία μεταξύ των ελληνικών πόλεων με σκοπό την αποτροπή εξωτερικής εισβολής. Στις επίσημες αποφάσεις της συμμαχίας τα μέλη της εμφανίζονταν με τον τίτλο «Ελληνες» και ήσαν απόλυτα ισότιμα μεταξύ τους. Κάθε πόλη διέθετε τους δικούς της αντιπροσώπους («προβούλους») και η γνώμη της μπορούσε να ακουστεί ανεξάρτητα από το μέγεθος του πληθυσμού της, την έκτασή της ή τις στρατιωτικές δυνάμεις που μπορούσε να προσφέρει στην κοινή υπόθεση.
Η Σπάρτη εξασφάλισε την πρωτοκαθεδρία σε στρατιωτικά θέματα και ορίστηκε ότι οι διοικητές των στρατιωτικών και των ναυτικών δυνάμεων της συμμαχίας θα ήσαν Σπαρτιάτες. Το γεγονός ότι η Σπάρτη δεν εκμεταλλεύθηκε την περσική εισβολή για να επιβάλει την ηγεμονία της στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις και αποδέχθηκε να είναι όλα τα μέλη της συμμαχίας ισότιμα, αποδεικνύει σαφώς μιαν αυξημένη πολιτική διορατικότητα μπροστά στον έσχατο κίνδυνο που απειλούσε την ελευθερία των Ελλήνων.
Παρά την τυπική ισότητα μερικές πόλεις ξεχώρισαν λόγω της δύναμής τους ή της δυνατότητας να επηρεάζουν και άλλες πόλεις της συμμαχίας. Η Σπάρτη προσέφερε τα πιο αξιόμαχα στρατιωτικά τμήματα και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού της συμμαχίας απετελείτο από τις δυνάμεις της ίδιας και των Πελοποννησίων συμμάχων της. Η Αθήνα προσέφερε το μεγαλύτερο μέρος του στόλου της και είχε την υποστήριξη των κληρούχων τους οποίους είχε εγκαταστήσει στην Εύβοια, καθώς και των πιστών παραδοσιακών συμμάχων της από τη Βοιωτία, των Πλαταιών και των Θεσπιών. Η Κόρινθος προσέφερε και αυτή μεγάλο μέρος του στόλου της, είχε δε την υποστήριξη των αποικιών της που εντάχθηκαν στη συμμαχία, της Λευκάδας, της Ποτίδαιας, του Ανακτορίου και της Αμβρακίας.
Οι στρατιωτικές δυνάμεις των Ελλήνων ανέρχονταν σε 40.000 βαριά οπλισμένους οπλίτες και άλλους 70.000 ελαφρά οπλισμένους. Οι ναυτικές δυνάμεις της ελληνικής συμμαχίας απετελούντο από 400 τριήρεις και μικρότερο αριθμό πεντηκόντορων, (ελαφρύτερων πλοίων με πενήντα κουπιά). Οι μισές περίπου από τις τριήρεις ανήκαν στους Αθηναίους.
Οι Ελληνες είχαν πλεονέκτημα στις συγκρούσεις σώμα με σώμα, επειδή η βαριά πανοπλία του Ελληνα οπλίτη τον προστάτευε από τα περισσότερα πλήγματα που μπορούσαν να του προκαλέσουν οι ελαφρά οπλισμένοι Πέρσες. Το πλεονέκτημα αυτό όμως χανόταν σε ανοικτό έδαφος, όπου το πολυάριθμο περσικό ιππικό και οι ικανότατοι Πέρσες τοξότες μπορούσαν να αναπτυχθούν και να δράσουν ελεύθερα. Η ελληνική συμμαχία διέθετε ελάχιστο ιππικό, διότι η Θεσσαλία, περιοχή φημισμένη για τα άλογα και τους ιππείς της, προτίμησε να δηλώσει υποταγή στους Πέρσες. Γι’ αυτό αποφασίσθηκε οι Ελληνες να υπερασπίζονται στενά σημεία, όπου οι Πέρσες δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το ιππικό τους, ενώ ο ελληνικός στόλος θα τους υποστήριζε εμποδίζοντας τα περσικά πλοία να μεταφέρουν δυνάμεις στα νώτα των ελληνικών.

ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ
Ως προς το μέγεθος του περσικού στόλου έχουν γίνει διάφοροι υπολογισμοί, πολλοί από τους οποίους είναι όντως υπερβολικοί. Σύμφωνα με τον Αισχύλο στην τραγωδία του «Πέρσες» και τον Ηρόδοτο οι Πέρσες διέθεταν 1.207 σκάφη, από τα οποία τα 207 είχαν ταχύτητα και ευελιξία ανάλογες των ελληνικών τριήρεων. Ο υπολογισμός αυτός φαίνεται να είναι και ο ορθότερος. Ο Ηρόδοτος όμως αναφέρει επιπλέον 3.000 μικρότερα σκάφη, πεντηκόντορους και τριακόντορους, δηλαδή πλοία με πενήντα ή τριάντα κουπιά, και άλλα βοηθητικά σκάφη για τη μεταφορά εφοδίων, στρατιωτών και ίππων. Μια άλλη πηγή αναφέρει 850 ιππαγωγά πλοία επιπλέον των 3.000 ελαφρών σκαφών.

Τα σκάφη αυτά, για να επανδρωθούν, χρειάζονταν περισσότερους από μισό εκατομμύριο ναύτες, κωπηλάτες και στρατιώτες. Μαζί με τους άνδρες των βοηθητικών υπηρεσιών το σύνολο των ανθρώπων που απασχολούσε ο περσικός στόλος ανερχόταν, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, σε ένα εκατομμύριο. Ο αριθμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως υπερβολικός. Κατά την πορεία και τις επιχειρήσεις ο περσικός στόλος έχασε μερικά σκάφη με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολο να υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός εκείνων που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις στο Αρτεμίσιο και αργότερα στη Σαλαμίνα. Η ηγεσία του περσικού στόλου είχε ανατεθεί στον Αχαιμένη, ο οποίος διοικούσε τα αιγυπτιακά πλοία, και στον Αριαβίγνη, που διοικούσε τα ιωνικά και τα καρικά. Σε όλα πλοία υπήρχαν Πέρσες κυβερνήτες και περσικά στρατιωτικά αποσπάσματα για τις επιθέσεις σε αντίπαλα πλοία αλλά και για να αποτρέψουν ενδεχόμενη ανταρσία των πληρωμάτων. Τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Πέρσες στον στόλο τους οφείλονταν στην απειρία των αξιωματικών τους στη θάλασσα και στην έλλειψη πίστεως από τα πληρώματα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό είχαν στρατολογηθεί χωρίς τη θέλησή τους και δεν συμμερίζονταν τις επεκτατικές φιλοδοξίες του βασιλιά Ξέρξη.
Το 480 π.Χ, συγκλήθηκε νέο συνέδριο, όπου αρχικά υποστηρίχθηκε η ιδέα οι Ελληνες να αντισταθούν στο στενό των Τεμπών. Μια αντιπροσωπεία από τη Θεσσαλία πρότεινε στους Έλληνες να σταματήσουν τον Ξέρξη στα Στενά των Τεμπών. Ωστόσο, οι Πέρσες έμαθαν από τον υπήκοό τους Αλέξανδρο Α’ της Μακεδονίας ότι η κοιλάδα θα μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω του Περάσματος του Σαρανταπόρου, οπότε λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του περσικού στρατού, οι Έλληνες οπισθοχώρησαν. Λίγο αργότερα, έμαθαν ότι ο Ξέρξης διέσχισε τον Ελλήσποντο. Τότε, ο δαιμόνιος Θεμιστοκλής πρότεινε μια διαφορετική στρατηγική στους συμμάχους : Ο Ξέρξης θα αναγκαζόταν να περάσει από τις Θερμοπύλες για να φτάσει στη Νότια Ελλάδα. Για αυτό, ο Θεμιστοκλής πρότεινε στους Έλληνες να κλείσουν το στενό πέρασμα των Θερμοπυλών, όπου οι Πέρσες δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την αριθμητική υπεροχή τους. Ο ελληνικός στόλος μετακινήθηκε στο Αρτεμίσιο, στη βόρεια Εύβοια, για να εμποδίσει τον περσικό στόλο να εισέλθει στον Μαλιακό κόλπο και να κτυπήσει τους υπερασπιστές των Θερμοπυλών. Η θέση ήταν εξαιρετικά ευνοϊκή διότι προστατευόταν από τους νότιους ανέμους από τα βουνά της Ευβοίας και από τους βόρειους από τον ορεινό όγκο του Πηλίου στις απέναντι ακτές της Μαγνησίας .
Το ενδεχόμενο να επιχειρούσαν οι Πέρσες τον περίπλου της Ευβοίας για να εμφανισθούν στην Αττική ή στις Θερμοπύλες μέσω του Ευβοϊκού κόλπου αποκλείστηκε, επειδή ήταν βέβαιον ότι ο Ξέρξης δεν θα διακινδύνευε τον στόλο του σε μια επιχείρηση που χρειαζόταν πορεία στην επισφαλή ανοικτή θάλασσα. Για άλλη μια φορά ο φόβος μιας καταστροφής ανάλογης εκείνης που είχε υποστεί ο Μαρδόνιος στον Αθω διαμόρφωσε την τακτική επιλογή των Περσών.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, στο Αρτεμίσιο έπλευσε όλος ο αθηναϊκός στόλος. Η πληροφορία αυτή αντιφάσκει με ένα αθηναϊκό ψήφισμα που βρέθηκε σε επιγραφή στην Τροιζήνα, περιοχή όπου κατέφυγαν Αθηναίοι πρόσφυγες όταν καταλήφθηκε η πόλη τους από τους Πέρσες μετά τη μάχη στις Θερμοπύλες, και αναφέρει ότι οι Αθηναίοι, πριν αναχωρήσουν τα πλοία τους για το Αρτεμίσιο, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους. Αν αυτό συνέβη, σημαίνει ότι οι Αθηναίοι αμφισβητούσαν το ενδεχόμενο να ηττηθούν οι Πέρσες στις Θερμοπύλες, κάτι για το οποίο δεν υπάρχει καμία ανάλογη ένδειξη. Ο Ηρόδοτος, αντίθετα, αναφέρει ότι η Αθήνα εγκαταλείφθηκε βιαστικά, αφού έγινε γνωστό ότι οι Πέρσες πέρασαν τις Θερμοπύλες. Σύμφωνα με την ίδια επιγραφή οι Αθηναίοι δεν έστειλαν όλα τα πλοία τους στο Αρτεμίσιο αλλά μόνο τα μισά, περίπου εκατό.
Τα υπόλοιπα σκάφη τα κράτησαν στον Σαρωνικό, επειδή φοβήθηκαν μήπως τελικά οι Πέρσες επιχειρήσουν τον περίπλου της Ευβοίας για να τους επιτεθούν. Κρίνοντας από την κατάσταση και τις δυνατότητες που υπήρχαν φαίνεται ότι οι πληροφορίες του Ηροδότου είναι περισσότερο ορθές. Πιθανώς η επιγραφή της Τροιζήνος δημιουργήθηκε αργότερα για προπαγανδιστικούς λόγους. Είναι ορθότερο να δεχθούμε ότι στο Αρτεμίσιο επολέμησε το μεγαλύτερο μέρος (και όχι το μισό) του αθηναϊκού στόλου.

ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΣΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ
Σαφώς οι Πέρσες είχαν πλεονέκτημα, λόγω αριθμητικής υπεροχής και περισσότερων ποιοτικών πλοίων. (Ομότιμος Καθηγητής Κλασικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Νιούκαστλ John Francis Lazenby (1934-2024) «The Defence of Greece 490–479 BC», Warminster, εκδόσεις Aris & Phillips Ltd, 1993, σελίδα 138) Οι Πέρσες, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, είχαν καλύτερους ναυτικούς – τα περισσότερα αθηναϊκά πλοία (και κατ’ επέκταση το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στόλου) είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα και τα πληρώματα τους δεν ήσαν έμπειρα. Η πλέον κοινή θαλάσσια τακτική στην Μεσόγειο αυτό τον καιρό ήταν ο εμβολισμός (οι τριήρεις ήσαν εξοπλισμένες με ένα έμβολο), ή η χρησιμοποίηση οπλιτών («επιβατών», όπως οι σημερινοί πεζοναύτες),(το ίδιο με ανωτέρω σελίδες 34-37) Οι Πέρσες και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν έναν ελιγμό που ήταν γνωστός ως «διέκπλους» (Ξενοφώντος «Ελληνκά» α’ 6,31). Κατά τον ελιγμόν αυτόν, το πλοίο εισχωρούσε σε κενό μεταξύ πλοιών της εχθρικής παράταξης και έστρεφε απότομα, εμβολίζοντας το εχθρικό πλοίο στα πλευρά. Οι μεν Πέρσες είχαν αρκούντως έμπειρους ναυτικούς για να εκτελούν τον ελιγμόν αυτόν, αλλά οι Έλληνες είχαν σχεδιάσει μια τακτική για να τον εξουδετερώσουν.

Υπήρξαν πολλές συζητήσεις σχετικά με το αξιόμαχο του ελληνικού και του περσικού στόλου. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι τα ελληνικά πλοία ήσαν βαρύτερα, άρα και λιγότερο ευέλικτα. Σύμφωνα με σύγχρονους ιστορικούς, τα ελληνικά πλοία ήσαν βαρύτερα εκ κατασκευής ή δεν είχαν στεγνώσει από τον χειμώνα. Άλλοι αναφέρουν ότι το μεγάλο βάρος των ελληνικών πλοίων προερχόταν από το βάρος των επιβαινόντων οπλιτών (επιβατών), είκοσι από τους οποίους φαίνεται να ζύγιζαν (με τον εξοπλισμό τους) περί τους δύο τόνους. Το μεγάλο αυτό βάρος θα μείωνε εύλογα τις πιθανότητες των Ελλήνων να αποκρούσουν τον «διέκπλουν». Παρ’ ολ’ αυτά, φαίνεται ότι οι Έλληνες είχαν περισσότερους από το κανονικό οπλίτες, διότι η κυρία τακτική τους ήταν η «επιβίβαση» (η έφοδος από πλοίου σε πλοίο, το σημερινό γνωστό «ρεσάλτο»). Πράγματι, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες στο Αρτεμίσιο δεν εβύθιζαν τα περσικά πλοία, αλλά τα αιχμαλώτιζαν.
Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ο ελληνικός στόλος στο Αρτεμίσιο αριθμούσε αρχικά 271 τριήρεις και εννέα πεντηκοντόρους. Οι Αθηναίοι συμμετείχαν με 127 τριήρεις και είχαν διαθέσει άλλες 20 για να επανδρωθούν από Χαλκιδείς. Από την καταγραφή απουσιάζουν οι υπόλοιπες 53 τριήρεις των Αθηναίων , οι οποίες έμειναν μάλλον στον Εύριπο για να χρησιμοποιηθούν ως εφεδρεία.
Οι ναυτικές επιχειρήσεις άρχισαν με την αποστολή τριών ελληνικών πλοίων στον Θερμαϊκό κόλπο για αναγνώριση. Αυτά τα πλοία συναντήθηκαν με δέκα περσικά στα ανοικτά της Σκιάθου και τελικά αιχμαλωτίστηκαν, γεγονός που τραυμάτισε βαριά το ηθικό των ελληνικών πληρωμάτων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Ελληνες αρχικά υποχώρησαν στο στενό του Ευρίπου και ύστερα αποφάσισαν να επιστρέψουν στο Αρτεμίσιο. Είναι όμως πιθανότερο να μη μετακινήθηκε όλος ο στόλος αλλά μόνον η μοίρα των 53 αθηναϊκών τριήρων που είχε ρόλο εφεδρείας.
Σκοπός αυτής της κινήσεως ήταν η φύλαξη του στενού που χωρίζει την Εύβοια από τη Βοιωτία ώστε να αποτραπεί αιφνιδιασμός από τον εχθρό, εάν οι Πέρσες κατόρθωναν τον περίπλου της Ευβοίας από την πλευρά του Αιγαίου. Τον Ιούλιο άρχισαν οι κύριες επιχειρήσεις, καθώς ο περσικός στρατός έφθασε στις Θερμοπύλες και το περσικό ναυτικό στη Μαγνησία, απέναντι από το Αρτεμίσιο. Οι Πέρσες αγκυροβόλησαν στο σημείο μεταξύ της Κασταναίας (ή Κασθαναίας, χτισμένη στους πρόποδες του όρους Πήλιο, βορειοανατολικά του σύγχρονου οικισμού Κεραμίδι) και του ακρωτηρίου της Σηπιάς (στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου του Πηλίου, στη Μαγνησία). Επειδή τα πλοία τους ήσαν πάρα πολλά, κατέστη αδύνατο να βρουν όλα τους θέση στην ακτή και έτσι παρατάχθηκαν σε οκτώ επάλληλες σειρές κατά μήκος της. Ενώ βρίσκονταν σε αυτή την ευάλωτη θέση έπληξε τον στόλο τους μια ξαφνική θαλασσοταραχή, η οποία εκράτησε τρεις μέρες, με αποτέλεσμα να χάσουν μερικά σκάφη. Η εξέλιξη αυτή ενθάρρυνε τα ελληνικά πληρώματα και πολλοί πίστεψαν ότι αποτελούοε απτή απόδειξη της ευνοίας των θεών προς τους Ελληνες.
Ακολούθως οι Πέρσες μετέφεραν τον στόλο τους στις Αφέτες. Κατά τη σύγχυση που επικράτησε εκείνο το διάστημα 15 περσικά σκάφη απομακρύνθηκαν από τον υπόλοιπο στόλο και αιχμαλωτίσθηκαν από τους Ελληνες. Για την ακριβή θέση των Αφετών έχουν ειπωθεί διάφορα. Υποστηρίχθηκε ότι βρίσκονταν μέσα στον Παγασητικό ή νότια από το Τρίκερι, το πιθανότερο όμως είναι να πρόκειται για τον σημερινό όρμο της Ανδριαμής, βορειοανατολικώς του Αρτεμισίου, στο νότιο μέρος της χερσονήσου των Παγασών. Το μέγεθος του περσικού στόλου εκλόνισε το ηθικό πολλών στην ελληνική πλευρά. Ιδιαίτερα οι Κορίνθιοι αλλά και άλλοι Πελοποννήσιοι εζήτησαν να υποχωρήσουν στον ισθμό. Αν γινόταν αυτό θα έμεναν απροστάτευτοι οι υπερασπιστές των Θερμοπυλών και υπήρχε ο κίνδυνος πολλές πόλεις της Στερεάς, βλέποντας τους συμμάχους τους να τις εγκαταλείπουν, να κατέληγαν στην υποταγή στους Πέρσες. Τελικά αποφασίσθηκε να παραμείνει ο στόλος στο Αρτεμίσιο για όσο θα συνεχίζονταν οι επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες.

Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΑΓΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Οι αρχηγοί του περσικού στόλου αποφάσισαν να αποκλείσουν τους Ελληνες στο Αρτεμίσιο έστω και αν αυτό προϋπέθετε να ριψοκινδυνεύσουν τον περίπλου της Ευβοίας. Μια μοίρα από 200 περσικά σκάφη διατάχθηκε να επιχειρήσει τον περίπλου μυστικά. Οταν τα πλοία αυτά έφθαναν στον Εύριπο, θα ειδοποιούσαν τον περσικό στόλο να επιτεθεί εναντίον των Ελλήνων. Οι τελευταίοι θα υποχωρούσαν προς τη Χαλκίδα, όπου θα τους περίμεναν τα πλοία τα οποία θα είχαν ολοκληρώσει τον περίπλου της Ευβοίας.
Οι Ελληνες πληροφορήθηκαν το σχέδιο των Περσών από τον φημισμένο δύτη Σκυλλία τον Σκιωναίο, ο οποίος κάλυψε κολυμπώντας την απόσταση από τις Αφέτες στο Αρτεμίσιο, περίπου 18 χλμ., για να τους ειδοποιήσει. Ο Ηρόδοτος προτιμά την πειστικότερη εκδοχή ότι ο περίφημος δύτης χρησιμοποίησε βάρκα. Ο Σκυλλίας ενημέρωσε επίσης για τις βαριές ζημιές που είχαν υποστεί οι Πέρσες από την πρόσφατη καταιγίδα. Στο Αρτεμίσιο οι Ελληνες αποφάσισαν να υποχωρήσουν τη νύκτα στον Εύριπο για να μη κυκλωθούν. Σκοπός τους ήταν να αναζητήσουν εκεί τα 200 περσικά πλοία και να τα εξουδετερώσουν πριν αυτά προλάβουν να τους κυκλώσουν.
Με το σχέδιο της υποχώρησης ήταν αντίθετος ο Θεμιστοκλής, αρχηγός του αθηναϊκού στόλου και σε μεγάλο βαθμό οργανωτής και δημιουργός της αθηναϊκής ναυτικής δυνάμεως (μετά τη μάχη του Μαραθώνος είχαν ανακαλυφθεί κοιτάσματα αργύρου στο Λαύριο. Ο Θεμιστοκλής έπεισε τους συμπολίτες του να εκμεταλλευθούν τα κέρδη για την κατασκευή στόλου και να μη τα λάβουν με τη μορφή κρατικού επιδόματος, όπως εσχέδιαζαν αρχικώς. Ετσι, όταν επανεμφανίσθηκε η περσική απειλή η Αθήνα ήταν έτοιμη να την αντιμετωπίσει με τον στόλο της). Με την παρότρυνση του Θεμιστοκλέους οι Ελληνες επεχείρησαν το απόγευμα μια δοκιμαστική επίθεση κατά των Περσών για να διαπιστώσουν τις ικανότητες και την τακτική τους. Εκείνοι όταν είδαν τα ελληνικά πλοία να επιτίθενται έλπισαν σε μιαν εύκολη νίκη, λόγω του μικρού αριθμού των αντιπάλων σκαφών. Τα περσικά πλοία απέπλευσαν συναντήθηκαν με τα ελληνικά στο μέσο περίπου της απόστασης που χώριζε τα αγκυροβόλια των αντιπάλων και κατόρθωσαν να βρεθούν γύρω από αυτά.
Ομως οι ελληνικές τριήρεις, με άριστο συντονισμό, σχημάτισαν κύκλο με τα έμβολά τους προς την εξωτερική πλευρά, έτοιμες να αντιμετωπίσουν την εχθρική επίθεση. Στη συνέχεια άρχισαν επίθεση προσπαθώντας να διασπάσουν τον περσικό κλοιό και να βρεθούν στα νώτα των περσικών πλοίων. Η σύγκρουση κράτησε μέχρι τη δύση του ηλίου, οπότε οι δύο αντίπαλοι χωρίστηκαν. Για τους Ελληνες η επιχείρηση αυτή στέφθηκε από μεγάλη επιτυχία και 30 περίπου περσικά πλοία αιχμαλωτίστηκαν. Ετσι αποφασίστηκε να μην υποχωρήσουν. Η απόφαση για την αποφυγή της υποχώρησης υπήρξε απολύτως σωστή. Κατά την διάρκεια της νύκτας επικράτησαν θυελλώδεις άνεμοι οπότε τα 200 περσικά πλοία που προσπαθούσαν να περιπλεύσουν την Εύβοια ναυάγησαν σε μια επικίνδυνη ακτή η οποία λεγόταν Κοίλα. Η θύελλα προκάλεσε καταστροφές και στα περσικά πλοία που βρίσκονταν στις Αφέτες, μεταξύ των άλλων και επειδή παρέσυρε τα ναυάγια της προηγούμενης μέρας προς το μέρος τους. Την επομένη τα 53 αθηναϊκά σκάφη που βρίσκονταν ως εφεδρεία στον Εύριπο έπλευσαν προς το Αρτεμίσιο μεταφέροντας την είδηση της καταστροφής της περσικής μοίρας.
Μετά από αυτή την αποτυχία οι Πέρσες εγκατέλειψαν την ιδέα να επιχειρήσουν τον περίπλου της Ευβοίας και επικέντρωσαν τις προσπάθειες τους στο Αρτεμίσιο. Επειδή τα πλοία τους είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές από τη θαλασσοταραχή της προηγούμενης νύκτας απεφάσισαν να μην επιχειρήσουν τίποτα μέχρι να τις αποκαταστήσουν. Ετσι η πρωτοβουλία πέρασε στους Ελληνες, οι οποίοι το απόγευμα της ίδιας μέρας άρχισαν νέαν επίθεση κατά των Περσών. Εκείνοι αυτή τη φορά δεν απέπλευσαν αλλά παρέμειναν αγκυροβολημένοι στις Αφέτες. Ο ελληνικός στόλος κατόρθωσε να πλησιάσει και χωρίς αντίσταση να καταστρέψει τα πλοία των Κιλίκων, που βρίσκονταν στην εξωτερική πλευρά του όρμου. Καθώς ενύκτωνε ο ελληνικός στόλος επέστρεψε με ταχύτητα στο Αρτεμίσιο. Οι Πέρσες δεν αποπειράθηκαν να τον καταδιώξουν λόγω της προκεχωρημένης ώρας.

Η ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ
Την επομένη οι Πέρσες επεχείρησαν να λάβουν και πάλι την πρωτοβουλία και στο μέσο της ημέρας απέπλευσαν από τις Αφέτες με ολόκληρο τον στόλο τους. Οι Ελληνες προτίμησαν να μην πλεύσουν μέχρι το μέοο του στενού αλλά να παραμείνουν στο Αρτεμίσιο ώστε να εκμεταλλευθούν τη στενότητα του χώρου. Και οι δύο στόλοι παρατάχθηκαν αντιμέτωποι σε σχήμα ημικυκλίου. Οι Πέρσες προσπαθούσαν να παρασύρουν τους Ελληνες προς το μέσο του στενού για να επιχειρήσουν να τους κυκλώσουν πάλι ή να τους ωθήσουν προς την ακτή και να τους αποκλείσουν εκεί. Εκείνοι όμως φρόντισαν τα άκρα της παράταξής τους να βρίσκονται πολύ κοντά στην ακτή,
ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο κύκλωσής τους. Η σύγκρουση που ακολούθησε ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Προκλήθηκαν βαριές απώλειες και στις δύο πλευρές, χωρίς να αναδειχθεί νικητής. Τα μισό από τα πλοία των Αθηναίων υπέστησαν ζημιές, ενώ πέντε ελληνικά σκάφη αιχμαλωτίστηκαν από τα αιγυπτιακά πλοία του περσικού στόλου.
Μεταξύ των Ελλήνων εκείνη την ημέρα διακρίθηκε ο Αθηναίος Κλεινίας, ο πατέρας του Αλκιβιάδη. Τα ευκίνητα ελληνικά πλοία προκάλεσαν σημαντικές φθορές στα περσικά, τα οποία όμως λόγω του όγκου τους κατόρθωσαν να διατηρήσουν την παράταξή τους και να αποφύγουν την ήττα. Ουσιαστικά κερδισμένοι αναδείχθηκαν οι Ελληνες, επειδή κατόρθωσαν για μιαν ακόμα φορά να πετύχουν τον στόχο τους, δηλαδή να εμποδίσουν την είσοδο των Περσών στον Μαλιακό κόλπο.
Μετά το τέλος της ναυμαχίας έφθασε στο ελληνικό αγκυροβόλιο μια τριακόντορος με τον Αθηναίο Αβρώνιχο, γιο του Λυσικλή, ο οποίος ανήγγειλε την ελληνική ήττα στις Θερμοπύλες και τον ηρωικό θάνατο των υπερασπιστών του στενού. Οι Ελληνες αποφάσισαν να αποχωρήσουν αμέσως, ώστε να αποφύγουν τον κίνδυνο να κυκλωθούν. Δεν υπήρχε, εξάλλου, κανένας λόγος να παραμείνουν τα πλοία στο Αρτεμίσιο. Η άμυνα των Θερμοπυλών, την οποία υποστήριζαν, είχε καταρρεύσει. Ο στόλος των Ελλήνων κατευθύνθηκε στη Σαλαμίνα, με σκοπό να βοηθήσει την εκκένωση της Αττικής.
Κατά την αποχώρηση ο Θεμιστοκλής φρόντισε ώστε τα πλοία του να πλησιάσουν όλα τα σημεία όπου υπήρχε πόσιμο νερό και επομένως ήταν ενδεχόμενο να πραγματοποιήσουν στάση τα πλοία του περσικού στόλου για να ανεφοδιαστούν, για να αφήσει μηνύματα στους Ιωνες και στους υπόλοιπους Ελληνες που βρίσκονταν στον περσικό στόλο. Με αυτά τους ζητούσε να μην πολεμούν με πάθος τους ομοεθνείς τους, να προσπαθούν σε κάθε ευκαιρία να δημιουργήσουν προβλήματα στους Πέρσες και να πείσουν τους Κάρες, που διατηρούσαν καλές σχέσεις με τους Ελληνες της Μικράς Ασίας και ήταν σε έναν βαθμό εξελληνισμένοι, να πράξουν το ίδιο :
«Άνδρες της Ιωνίας, δεν είναι δίκαιο να πολεμάτε εναντίον των πατέρων σας και να υποδουλώνετε την Ελλάδα. Θα ήταν καλύτερο για εσάς να πολεμάτε στο πλευρό μας. Αλλά αν αυτό δεν είναι δυνατό, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της μάχης να μείνετε στην άκρη και να πείσετε τους Κάρες να κάνουν το ίδιο. Αλλά αν δεν μπορείτε να κάνετε ούτε το ένα ούτε το άλλο, αν αποφασίσετε να μείνετε με το πλευρό της μεγαλύτερης δύναμης, όταν θα έρθουμε στα χέρια, να ενεργήσετε ως δειλοί και να θυμάστε ότι είμαστε το ίδιο αίμα και ότι η αιτία της εχθρότητας με τους βάρβαρους προήλθε από εσάς»
Ανεξάρτητα από τον αντίκτυπο που είχαν αυτές οι εκκλήσεις στα ελληνικά και στα καρικά πληρώματα του περσικού στόλου, σίγουρα αύξησαν κατά πολύ τη δυσπιστία των Περσών απέναντι τους.
Από το Αρτεμίσιο οι Ελληνες έφυγαν ουσιαστικά νικητές, αν και υποχώρησαν. Είχαν επιτύχει να εμποδίσουν τη διάβαση του περσικού στόλου όσο αυτό ήταν απαραίτητο για τη συνέχιση των χερσαίων επιχειρήσεων και είχαν προκαλέσει στους Πέρσες βαριές απώλειες. Συνολικά οι Πέρσες κατά τις επιχειρήσεις αλλά και εξαιτίας των καταιγίδων που έπληξαν τον στόλο τους απώλεσαν περίπου τα μισά από τα πολεμικά τους σκάφη, γεγονός που μετέβαλε πολύ την αναλογία δυνάμεων πριν από τη μεγάλη σύγκρουση στα νερά της Σαλαμίνας. Ο περσικός στόλος είχε χάσει περίπου τετρακόσια πλοία λόγω θύελλας στη Μαγνησία, ενώ αργότερα έχασε άλλα διακόσια πλοία στην Εύβοια, τα οποία έστειλε για να παγιδεύσει τους Έλληνες.
Επιπλέον το ηθικό των ελληνικών πληρωμάτων ήταν εξαιρετικά υψηλό, επειδή διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να νικήσουν τους Πέρσες χάρη στην ανώτερη τακτική τους και στην ταχύτητα και στην ευκινησία που διέκρινε τις τριήρεις σε σύγκριση με τα δυσκίνητα σκάφη των αντιπάλων.
Ο Πλούταρχος, στο έργο του «Θεμιστοκλής» (μέρος του ευρυτέρου έργου «Βίοι Παράλληλοι» στην τέταρτη συγκριτική βιογραφία με τον Κάμιλλο) γράφει ότι, αν και η ναυμαχία δεν άλλαξε σημαντικά την ροή του πολέμου, ωφέλησε πάρα πολύ τους Έλληνες: «Οι ναυμαχίες, που διεξήχθησαν τότε κατά του βαρβαρικού στόλου στα στενά, δεν άσκησαν μεγάλη επιρροή στη γενική κατάσταση, αλλά έδωσαν στους Έλληνες τη μέγιστη πείρα, επειδή από τους κινδύνους έμαθαν ότι ούτε τα πλήθη των πλοίων, ούτε οι λαμπρότητες των επισήμων, ούτε οι κομπώδεις κραυγές και οι παιάνες των βαρβάρων προκαλούν φόβο σε άνδρες, οι οποίοι ξέρουν να μάχονται και είναι τολμηροί, αλλά πρέπει, καταφρονώντας όλα αυτά, να ορμούν εναντίον των εχθρών και να τους αγωνίζονται».
Η ναυμαχία του Αρτεμισίου, κατά τον Τομ Χόλλαντ, δεν θεωρείται σημαντική, καθώς οι Έλληνες δεν κατάφεραν να σταματήσουν τον περσικό στόλο [όπως αναλύει ο Άγγλος κλασικιστής ιστορικός και μυθιστοριογράφος Tom Holland στο έργο του «Persian Fire», Λονδίνο, εκδόσεις Abacus, (2005) σελίδες 338-341] – από την άλλη, ούτε οι Πέρσες κατάφεραν να καταστρέψουν ή να αποδυναμώσουν τον ελληνικό στόλο. (στο ίδιο σελίδες 294-295). Από την άλλη, κατά τους Χόλλαντ, Λάζενμπυ και Ηρόδοτο, αποτελούσε η πρώτη εμπειρία για τα ελληνικά πληρώματα, η οποία αποδείχθηκε αποφασιστική στη ναυμαχία της Σαλαμίνας – οι Έλληνες είχαν μάθει τις τακτικές των Περσών (όπως αναφέρουν οι Ηρόδοτος, Lazenby και Holland). Στα νερά του Αρτεμισίου δεν κρίθηκε οριστικά η ελευθερία των Ελλήνων, αλλά σίγουρα πιστοποιήθηκε η χαρισματική ελληνική ναυτωσύνη και άνοιξε ο δρόμος για την μετέπειτα κοσμογονική επιτυχία της Σαλαμίνας