Ραγιάς είναι ο φρόνιμος, που δεν κουνιέται για να μην τύχει και τον πάρει για ζωντανό κανένας και τον σκοτώσει. Ραγιάς είναι ο κοριός εκείνος που τον κυνηγάς και κάνει τον ψόφιο για να μην τον αποτελειώσεις.
Πρέπει να τονισθεί πως η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις «εκ γενετής» φιλελεύθερες χώρες, καθώς η εδώ αστική τάξη δεν πρόλαβε να εξαπλώσει τις ιδέες της στις λαϊκές μάζες, όπως η θεώρηση της έννοιας της ολότητας μόνο στο στενό πλαίσιο της οικογένειας. Εδώ πριν η μετεθνεγερσιακή αστική τάξη γίνει «εθνική», απέκτησε κοσμοπολίτικη – διεθνιστική συνείδηση. Συν τοις άλλοις, στην νεώτερη ελληνική ιστορία, έχει υπάρξει εμπειρία από προηγούμενες μορφές κρατικού παρεμβατισμού, γεγονός που προσιδιάζει περισσότερο στην κοινωνική πολιτική μιας αντιφιλελεύθερης πολιτείας. Στη δημόσια ζωή της Ελλάδας, ο φιλελευθερισμός περιορίστηκε στη δυνατότητα πολιτικής εκπροσώπησης και ο κοινοβουλευτισμός -με τις πλείστες όσες διαμάχες που προξενούσε συχνότατα στο κοινωνικό σώμα- δεν ήταν παρά ένα στάδιο στην κοινωνική και πολιτειακή εξέλιξη του έθνους. Στην κορυφή της εθνικής επιβίωσης και προόδου βρίσκεται ο Εθνικισμός, η πίστη και η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτουν την υπέρβαση των διλημμάτων της «δημοκρατίας των ολίγων» και την αποστροφή στον βουλιμικό ατομικισμό των πλουτοκρατών αφεντικών.
Επίσης πρέπει να επισημάνουμε πως η οικονομικοκοινωνική άνοδος της ελληνικής πλουτοκρατίας επετεύχθη με αργούς ρυθμούς σε σύγκριση με άλλες χώρες και έγινε ξεκάθαρα αντιληπτή στον Μεσοπόλεμο, μετά την επελθούσα Μικρασιατική Καταστροφή. Τα «ουκ ολίγα» ελληνικά κεφάλαια βρίσκονται πρωτίστως στη σφαίρα της Δυτικής αμερικανο-αγγλικής επιρροής (και είναι κατατεθειμένα σε τράπεζες της Αγγλίας καὶ των ΗΠΑ) και δευτερευόντως στην επιρροή της βρυξελλικής «ταχαενωμένης» Ενωσιακής Ευρώπης. Προέρχονται κυρίως από επιχειρηματικές δραστηριότητες στον τομέα της ναυτιλίας καὶ δεν επενδύονται προς όφελος της ενίσχυσης των παραγωγικών δυναμεων ή για την αληθινή αξιοποίηση των φυσικών πόρων της χώρας. Συνεπώς, oι Έλληνες πλουτοκεφαλαιοκράτες προσφέρουν ελάχιστη υπηρεσία προς την κοινωνία και δρουν ανεξάρτητα από τις αναγκες του (έτσι κι αλλιώς ξενοκίνητου και ενίοτε ξενόδουλου) κράτους. Η αξιοποίηση αυτού του ικανού πλούτου θα μπορούσε να αποτρέψει τη λήψη κρατικών δανείων με υπέρογκους τόκους.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η ελληνική κεφαλαιοκρατία, καθίσταται επί μάλλον και μάλλον αντιπατριωτική, δεδομένου ότι το κέντρο βάρους των συμφερόντων της εδράζεται σε εξωελληνικά κέντρα. Τα κεφάλαιά της δεν χρησιμοποιούνται για την ζωογόνηση της ελληνικής παραγωγής και δεν έχουν συνδεθεί με την πρόοδο του τόπου, αλλά χρησιμοποιούνται ως παρεμβατικές υλικές δυναμεις μεγαλύτερου πλουτισμού των κατόχων τους, δυναμεις που συχνα στρέφονται εναντίον του λαού. Ήταν δε αντιπατριωτική η πλουτοκρατία, διότι δεν ακολουθούσε παράλληλον αγώνα προς το έθνος. Μοιραία, μεταπολεμικά, ήταν επίσης προσανατολισμένη προς τις ΗΠΑ (κυρίαρχη δύναμη της «Δύσης»), καθώς από την κυριαρχία και ευημερία τους και μόνον, ήταν δυνατό να διασφάλισει την δική της ύπαρξη και ευημερία.
Από την ίδρυση του νεοτέρου ελληνικού κράτους, τόσον η πολιτεία όσο και η οικονομικά άρχουσα τάξη απέτυχαν να κατανοήσουν τον ουσιαστικό ρόλο που διαδραμάτιζε η κοινωνική πολιτική. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο φιλελευθερισμός προέβαλλε την ιδέα ενός κράτους με περιορισμένες πρωτοβουλίες για την προστασία του εργατικού κόσμου και οι όποιες προσπάθειες καταβάλλονταν ενίοτε για να τροποποιηθεί η εργατική νομοθεσία, ουσιαστικά διατηρούν τον ταξικό χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής.
Από την πλευρά τους, επί δύο περίπου αιώνες, οι κεφαλαιοκράτες υπονόμευαν τα εργατικά δικαιώματα στο βωμό της κερδοφορίας, προκαλώντας κοινωνικές αναταραχές, ενώ, παράλληλα, άφηναν εκτεθειμένο το κράτος απέναντι στην ισχυροποίηση του κομουνισμού: Κατά την παρότρυνση των αφεντικών του Διεθνών Επικυριάρχων ενόμισεν ο βουλιμικός Πλούτος ότι αν ενισχύσει τον πράκτορα της διαλυτικής αναρχίας θα ήταν δυνατόν να σωθεί. Ιδιοτελής και στενόκαρδη σκέψη, εγωιστική, δόλια, αντικοινωνική και σαφέστατα αντεθνική. Αλλά συνάμα και βλακώδης. Ενώ δε από το ενα μέρος το άπατρι κεφάλαιο προσπάθησε να κατοχυρωθεί με την «συνυπαρξιακή» εύνοια μερικών «ηπίων» – ρεβιζιονιστικών παραγόντων της ερυθράς αναρχίας, από το άλλο εμφανιζόταν σκληρό, δίχως οίκτο και αναλγητον ενώπιον των πτωχών.
Ο εσμός των ανελλήνιστων και οικουμενιστών μεγαλοαστών, που κυβερνούν πίσω από τα πολιτικά φερέφωνα τους, ήταν και είναι πρόθυμος να δώσει μία συνδρομή φιλανθρωπίας και να παραστεί με το φράκο του σε φιλανθρωπικές ….. «εσπερίδες», αλλά παραμένει πανέτοιμος να αρνηθεί, ή να παραβιάσει την εκτέλεση κι εφαρμογή φιλεργατικών νόμων ή να αρνηθεί επίμονα μία δίκαιη αγροτική απαίτηση.
Κάθε πρωτοβουλία που αναλαμβάνεται από την οικονομική ελίτ για την ανακούφιση των φτωχών διακρίνεται για την ρηχή και «εμφανή» …. ευγενή της πρόθεση, αλλά δεν πραγματοποιείται από κάποιαν αίσθηση ηθικής υποχρέωσης. Πρόκειται για προσωρινές και μεμονωμένες πράξεις φιλανθρωπικού χαρακτήρα που δεν ανήκουν στη σφαίρα του εθνικού καθήκοντος. Για τον λόγο αυτόν, δεν ήσαν λίγες οι περιπτώσεις ούτε στην μεταπολιτευτική Ελλάδα που οι νόμοι καταπατούνται από τους πλουτοκράτες με ανοχή του κράτους, ενώ, άλλοτε, ο επιχειρηματικός κόσμος κατέφευγε στο νομικό πλαίσιο προκειμένου να εκμεταλλευθεί με κάθε τρόπο τους εργαζομένους.
Πρέπει επιτέλους να προταθεί επίμονα και αδιαπραγμάτευτα η Εθνικιστική άποψη γιά την οικονομική παρέμβαση του κράτους μέσω της επιβολής μεγαλύτερης φορολογίας στα ανώτερα οικονομικοκοινωνικά στρώματα. Να προωθηθεί παντοιοτρόπως η αναγκαία «διαφώτιση» των εργατικών μαζών όσο και των πλουσίων, έτσι ώστε οι πρώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και οι τελευταίοι να συνειδητοποιήσουν την υποχρέωσή τους να θέτουν το συμφέρον της ολότητας υπεράνω του κέρδους. Πάντως, αυτή η Εθνικιστική – εθνεγερτική και παιδευτική διαδικασία επιχειρεί να προσεγγίσει εκ νέου τον κοινωνικό ρόλο των ελίτ και την διαδραστική τους συσχέτιση με τις λαϊκές μάζες, αμφισβητεί τις κοινωνικές ανισότητες και επαφίεται στις πατριωτικές ατομικές προθέσεις των επιχειρηματιών να υποκαταστήσουν το κράτος σε ένα είδος αναδιανομής και του δικού τους πλούτου.
Η απόρριψη του τρέχοντος φιλελεύθερου, τάχα «δημοκρατικού» πολιτεύματος από τη σκοπιά του Εθνικισμού και ο Εθνικιστικός ισχυρισμός περί επιβεβλημένης συνταύτισης συμφερόντων μεταξύ κράτους-κοινωνίας αντικατοπτρίζουν τον ορισμό του Καρλ Σμιτ για το ολιστικό-ολοκληρωτικό κράτος ως ακύρωση της «ουδετερότητας» για μία σειρά πεδίων της κοινωνικής ζωής: Τρόποι έκφρασης και δημιουργίας όπως η θρησκεία, η τέχνη και η οικονομία παύουν να βρίσκονται έξω από τη σφαίρα του πολιτικού. Η έννοια του κράτους αυτού (του «totaler Staat») δεν αναγνωρίζει έναν διακριτό ρόλο για το «πολιτικό», αφού σε ένα τέτοιο κράτος «όλα είναι συνεπώς, τουλάχιστον δυνάμει, πολιτικά !» (Καρλ Σμιτ «Η έννοια του πολιτικού», σ. 52-53). Αφ ετέρου, η ύπαρξη πολιτικής ενότητας και η ευκταία εξαφάνιση κάθε μορφής υπονομευτικής ή και ξενοκίνητης πολιτικής αντίθεσης, προϋποθέτουν την υπέρβαση της ταξικής διαστρωμάτωσης της κοινωνίας.
Κατ’ επέκταση, αναμεσα στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στον Εθνικισμό ποικίλλει ο βαθμός της κρατικής παρέμβασης στα εργασιακά ζητήματα. Στην πρώτη περίπτωση, η πολιτεία αναλαμβάνει «εν τίνι μέτρω» να εξισορροπήσει τη συνολική οικονομική επιβάρυνση του εργάτη με «μέτρα προστασίας» εργασιακών δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά, το Λαϊκό Εθνικιστικό κράτος επεκτείνει στο έπακρο την κοινωνική πρόνοια, παρέχοντας το δικαιωμα και καθήκον της ασφάλισης σε όλους τους πολίτες του. Στις φιλελεύθερες χώρες παρατηρείται αφθονία αγαθών, οικονομική άνεση και υλική ευημερία, αλλά όλος αυτός ο πλούτος συγκεντρώνεται σε ένα πολύ μικρό ποσοστό ανθρώπων που ανήκουν στην άρχουσα τάξη. Οι μικρές επιχειρήσεις απορροφώνται σταδιακά από τους επιχειρηματικούς κολοσσούς και οι εργαζόμενοι σε αυτούς λαμβάνουν μισθούς που δεν καλύπτουν ούτε τις στοιχειώδεις αναγκες τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την επίταση του φαινομένου της πενίας, της εξαθλίωσης και της συνακόλουθης δυστυχίας. Στις καπιταλιστικές χώρες (όπως άλλωστε συνέβαινε και στην τέως Σοβιετική Ένωση), η έννοια της εργασίας είναι άμεσα συνυφασμένη με την εξαθλίωση και την υποδούλωση αυτών που παράγουν τον πλούτο. Αντίθετα, η Εθνικιστική Νέα Πολιτεία αποδίδει μέγιστη αξία στην εργασία, απελευθερώνει τον εργάτη από την υποτέλεια και τον ανταμείβει δίκαια.
Οι κοσμοκράτορες ήθελαν και θέλουν τους λαούς δούλους τους. Ήθελαν τον εργάτη αιχμάλωτον του πλούτου, ένα ράκος το οποίο θα εκμεταλλεύεται αιώνια μία πλουτοκρατική ολιγαρχία. Αυτήν την τάξη είχαν καθιερώσει και αυτήν ήθελαν να διατηρήσουν αιώνια. Θέλουν την εργασία δούλη, τον εργάτη αντικείμενο βάρβαρης εκμετάλλευσης. Και κινήθηκαν αδίστακτοι γιά να στερεώσουν την βασιλεία τους επί πτωμάτων εκατομμυρίων εργατών !…
Παρά το γεγονός ότι η Εθνικιστική άποψη γιά την αληθινή Νέα Ευρώπη των Πατρίδων, δεν απορρίπτει τη βιομηχανική πρόοδο, επικρατεί στους κόλπους πολλών στοχαστών της η αντίληψη ότι η συνεχής τεχνικο-οικονομική αναπτυξη σε χώρες όπως οι ΗΠΑ θα επιφέρει την αντικατάσταση του ανθρώπου από τη μηχανή και από τον «μετάνθρωπο». Η πελώρια μαζική παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων δεν θα προορίζεται για να εξυπηρετήσει τις λαϊκές ανάγκες, αλλά για να ικανοποιήσει τις ελίτ που αποβλέπουν στη συσσώρευση πλούτου. [Το ύπουλο αυτό δρώμενο της κατευθυνόμενης υπεραφθονίας των βιομηχανικών προϊόντων (κυρίως καταναλωτικών), επεσήμανε ακριβέστατα ο Γάλλος Εθνικιστής διηγηματογράφος, ποιητής και κριτικός τέχνης Καμίλ Μοκλέρ (φιλολογικό ψευδώνυμο του Σιβεράν Φοστ (Séverin Faust, 1872-1945), εκφραστής της Γαλλίας του Βισύ και αρθρογράφος του «Grand Magazine illustré de la Race : Revivre», στο παροιμιώδες κείμενό του «Ο αγών ταχύτητος μεταξύ Αμερικανών και Σοβιέτ» πάμπολλα χρόνια πριν].
Εκείνοι οι πλουτοκρατικοί κύκλοι που διακατέχονται από ωμά κερδοσκοπικό πνεύμα και δρουν με μόνο σκοπό το κέρδος, προφανώς στερούνται κάθε εκπλήρωσης του στοιχειώδους εθνικού καθήκοντος. Αντίθετα, πιστεύουν στη νομοτελειακή διατήρηση της τωρινής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης, όπου «διαρκώς οι έχοντες» θα αυξάνουν τον πλούτο τους και η θέση των κατώτερων στρωμάτων θα παραμένει επισφαλής. Γι΄ αυτούς είναι απόλυτα επιθυμητή η παραμονή του διεθνοπολιτικού καθεστώτος στην τρέχουσα κατάσταση, καθώς αυτή σηματοδοτεί τη διαιώνιση των φιλελεύθερων και αστοδημοκρατικών αντιλήψεων όπως τις προσλαμβάνει το κυρίαρχο καθεστώς των Διεθνών Επικυριάρχων. Επομένως, η κατ΄όνομα «Δύση» (κυρίαρχες ΗΠΑ και ΕΕ ανδρείκελό τους), αντιπροσωπεύει το στρατόπεδο της «αντιδραστικής συντήρησης» στην Ευρώπη. Αναλύεται εδώ ως οικονομική εκμετάλλευση άλλων χωρών, κατοχή διεθνών στρατιωτικών βάσεων, διατήρηση της συγκαλυμμένης και φτιασιδωμένης αποικιοκρατικής πολιτικής, το εμπορικό, πετρελαϊκό και μεταλλευτικό μονοπώλιο.Η ανίερη συμφεροντική συμμαχία όλων των φιλελευθέρων παγκοσμιοποιητών επιθυμεί την επιβολή μιας παγκόσμιας τυραννίας, κατά την οποία οι άνθρωποι θα απολέσουν τόσο την εθνική τους συνείδηση όσο και την προσωπικότητά τους.
Σε μία πλουτοκρατική χώρα όπου προάγονται τα εγωιστικά ένστικτα, κριτήριο για την αξιολόγηση της επιστημονικής προόδου υποστηρίζεται πως είναι ο βαθμός κερδοφορίας της μιας μικρής μειονότητας, που αφορά κυρίως στις μεγάλες επιχειρήσεις. Εν τέλει, γνήσιος συνοδοιπόρος του καπιταλισμού θεωρείται ο κομμουνισμός, καθώς δεν αντιμάχεται το κεφάλαιο και στην πραγματικότητα είναι «κεφαλαιοκρατικώτερος και αυτού του κεφαλαιοκρατισμού». Λαμβάνοντας υπόψη την περίπτωση της τέως Σοβιετικής Ένωσης, επισημαίνεται η αναδυση του κρατικού καπιταλισμού, ο οποίος υπήρξε ακόμα πιο βάρβαρος από τον ολιγοπωλιακό ανταγωνισμό των ιδιωτικών επιχειρήσεων, ασκώντας μία πολιτική ακραίου οικονομικού συγκεντρωτισμού, που απλώς συμπεριλαμβάνει την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας ως δήθεν πανάκεια της οικονομικοκοινωνικής αδικίας.
Στις ΗΠΑ, στην Αγγλία και στην «Ευρωπαϊκή» Ένωση των Βρυξελλών (όπως άλλωστε γινόταν και στη ….μάννα των εργατών Σοβιετική Ένωση), η κυριαρχία ενός γιγαντωμένου τεχνοκρατισμού επί της πνευματικής προόδου και του πολιτισμού υποβαθμίζει τον άνθρωπο στο επίπεδο του άψυχου παράγοντα «κέρδος». Παρ’ ότι διαφέρουν στη μορφή του οικονομικού τους μοντέλου, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός και ο «ιστορικά εξόριστος» κομουνισμός ταυτίζονται ως προς την πρόθεσή τους να θέτουν τον υλικό πλούτο υπεράνω της ανθρώπινης ευζωίας και της λαϊκής ευημερίας. Έχοντας ως πρόταγμα την ελευθερία του ατόμου, οι καπιταλιστικές χώρες της Δύσης αντιπροσωπεύουν τον δόλιο ηθικό σχετικισμό, καθώς διέπονται από αρχές και πεποιθήσεις που μεταβάλλονται αναλογα με τις οικονομικές συγκυρίες που καθορίζουν τις διεθνείς σχέσεις. Κατά τούτο, ο φιλελευθερισμός εξυπηρετεί σε πολιτικό επίπεδο μοναχα τις εγωιστικές φιλοδοξίες των οικονομικά ισχυρών κρατών, τις δυνατότητες διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού από θέση ισχύος. Οι συζητήσεις συνενόηησης ΗΠΑ – ΕΕ είναι τουλάχιστον παραπλανητικές, επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απλό αμερικανοσιωνιστικό ενεργούμενο, όργανο εξυπηρέτησης αμερικανικών και διεθνών παγκοσμιοποιητικών συμφερόντων.
Ο Δραγούμης αποτέλεσε μία από τις πιο ιδιάζουσες αλλά και από τις πιο αξιόλογες προσωπικότητες της νεώτερης Ελλάδος και άδολος ιδεολόγος που μετέφερε μαχητικά τις ιδέες του στην πράξη. Η κοσμοθεωρία του βασίζεται στο αξίωμα ότι το έθνος είναι βαθμίδα ανυψώσεως του ατόμου. Οι πολιτικές δοξασίες του ήταν απίθανα προοδευτικές για την εποχή και την παράταξη στην οποία ανήκει (κοινοτική οργάνωση, διοικητική αποκέντρωση, συνεργατικοί συνεταιρισμοί). Οι δοξασίες του για το Ανατολικό ζήτημα, μετά την τουρκική επανασταση του 1908, ήσαν ακόμη ευρύτερες και επισημαίνουν ένα πνεύμα με οξύτατη πολιτική διορατικότητα. Πίστευε στη συνεννόηση και την συνεργασία των λαών της Ανατολής, με αντικειμενικό σκοπό την σύμπτυξη μιας μεγάλης Ανατολικής Ομοσπονδίας, όπου θα κυριαρχούσε νομοτελειακά ο Ελληνισμός.
«Ποιος είναι ο τελικός σκοπός των εθνών, πες τον προορισμό, πες τον αποστολή; Ο πολιτισμός! Να ένα έργο άξιο για τα έθνη, έργο αληθινα ανθρώπινο. Να η δικαιολογία των εθνών. Να πως τα έθνη είναι χρήσιμα στην ανθρωπότητα και να που έσφαλε ο Μαρξ πολεμώντας τα έθνη. Πολιτισμούς γεννούν τα έθνη και αυτά μοναχα. Δεν φθανει όμως να είναι ένα έθνος πολιτισμένο, πρέπει να είναι πολιτισμένο και από δικό του πολιτισμό. Σε αυτό λοιπόν χρησιμεύουν τα έθνη. Οι πολιτισμοί γεννιούνται ο καθένας σε κάποια πατρίδα, σε κάποια εποχή και σε κάποιο έθνος. Έξω από αυτά δεν μπορεί να σταθεί πολιτισμός».
Η δραγουμική υπόδειξη της εθνικής σωτηρίας, με το ξύπνημα του κάθε ατόμου, με τη βελτίωση και την τελειοποίηση του και με την συνακόλουθη ανάδειξη των εκλεκτών του έθνους, αποτελεί πρόταγμα του Εθνικισμού. Αυτή η αφυπνιστική βελτίωση συνιστά (αξιολογικά και χρονικά) την σημαντικότερη βασική Εθνικιστική ιδέα, ενώ η εκπλήρωσή της απαιτεί την άμεση προσοχή και δράση μας. Αυτή η εκπλήρωση δεν μπορεί να περιβροχίζεται από απαγορεύσεις, τύπους και γλυκερές υποκρισίες που στραγγαλίζουν κάθε προσπάθεια εθνικής σωτηρίας.
«Δεν συγχωρώ στον πατέρα μου το ότι προσκολλήθηκε στους συνταγματικούς τύπους». Γιά τον Δραγούμη, η Βουλή, η συνταγματική όρθοδοξία, η θεοποίηση των τύπων περιορίζουν την εθνική δραστηριότητα. Αρκετές φορές η όλη κοινοβουλευτική λειτουργία, συχνά βραδυκίνητη και κολλώδης, παρεμποδίζει την άναπτυξή των πρωτοβουλιών.
Ο πυρήνας της πολιτικής και κοινωνιολογικής σκέψης του Ίωνα Δραγούμη, εκφράζεται στο εμβληματικό ομώνυμο έργο του, «Το Έθνος, οι Τάξεις και ο Ένας». Πρόκειται για ένα από τα βασικά κείμενα του ελληνικού Εθνικισμού και του κοινωνικού στοχασμού, όπου αναλύονται οι τρεις αυτές έννοιες:
Το Έθνος: Αποτελεί την υπέρτατη συλλογικότητα και τη ζωντανή ενότητα του λαού, υπεράνω των διχασμών. Για τον Δραγούμη, το έθνος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια ιστορική και πνευματική οντότητα με συνέχεια στον χρόνο. Κατ΄αυτόν, η μόνη ζωντανή δύναμη είναι το Έθνος. Το έθνος αποτελεί την καθοδηγητική πρωταξία της πίστης του και τον γνώμονα της πολιτικής του κατεύθυνσης και δράσης. Είναι η κύρια πηγή της έμπνευσης και της πνευματικής του δημιουργίας. Η αγάπη του για το έθνος είναι τόσο ισχυρή που υπερβαίνει την αναγκη για επιστημονική μελέτη του Εθνικισμού.
Οι Τάξεις: Ο συγγραφέας αναγνωρίζει την ύπαρξη των κοινωνικών τάξεων, αλλά θεωρεί ότι ο τυφλός ταξικός ανταγωνισμός οδηγεί στη διάλυση του εθνικού συνόλου. Πρότεινε την υπέρβαση της ταξικής πάλης μέσω της εθνικής αλληλεγγύης.
[«…Όποια τάξη κι άν θέλει, ας έρθει αν μπορεί, να κυβερνήσει σύμφωνα με τα συμφέροντά της και τα ιδανικά της. Φτάνει το Κράτος να ζεί, να στέκεται στά πόδια του, να μπορεί να έχει τη θέση του αναμεσα στά τόσα άλλα κράτη. Κάθε τάξη που κυβερνά ένα κράτος πρέπει μεταξύ στά ιδανικά της (στίς φαντασιώσεις της να πουμε ) να έχει και τήν εικόνα τού κράτους, τη συνείδηση, πως κάτι τι κοινό έχουν όλοι όσοι κάνουν το κράτος και όλες οι τάξεις της κοινωνίας και ότι και οι άλλες οι τάξεις, μ’όλες τους τις διαφορές, έχουν κάποια κοινα αισθήματα, κοινές ιδέες, κοινές παράδοσες, κοινά συμφέροντα, κοινές αναγκες και τη μεγάλη ανάγκη της αλληλεγγύης αναμεταξύ τους. Δεν μπορεί να τα παραγνωρίσει αυτά η τάξη που κυβερνά, γιατί αλλιώς δεν στέκεται…»]
Ο Ένας: Εκφράζει την ηγετική προσωπικότητα ή τον ισχυρό άνδρα (τον εμπνευσμένο ηγέτη) που μπορεί να συσπειρώσει τις δυνάμεις του έθνους, να υπερβεί τις κομματικές έριδες και να οδηγήσει το λαό σε εθνική αναγέννηση και μεγαλείο.
Η πίστη του Δραγούμη στην αναγκαιότητα δημιουργίας νεοελληνικού πολιτισμού θα τον ωθήσει σε πιστή συμπαράταξη με τον κύκλο των Δημοτικιστών. Την προσπάθειά του για την εθνική απελευθέρωση τη συνδύασε με την επιβεβλημένη πολιτιστική αναγέννηση. Μαχητικός δημοτικιστής και ο ίδιος, υπήρξε από τους πρωτεργάτες του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», μαζί με τον Αλέξανδρο Πάλλη, τον Κωστή Παλαμά, τον Αλέξανδρο Δελμούζο κ.α. Φρονεί ότι η χρησιμοποίηση της λαϊκής γλώσσας και ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης στις αναγκες του απλού λαού θα αποτελέσουν τις βάσεις, πάνω στις οποίες θα στηριχθεί ο νεοελληνικός πολιτισμός. Ο «Ίδας» έμεινε πιστός στον δημοτικισμό σε όλη την περίοδο της σύντομης ζωής του.
Ο Εθνικισμός, του οποίου ο Δραγούμης υπήρξε ο σημαντικότερος θιασώτης, αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ιδεολογίας του. «Ζωντανα πράγματα για τον άνθρωπο είναι μόνον δύο, ο εαυτός του και το έθνος του. Μ’ αυτά τα δύο υπάρχουν όλα τ’ άλλα. Μ’ αυτά τα δύο ο άνθρωπος είναι ΑΝΘΡΩΠΟΣ» («Ο Ελληνισμός μου και οι Ελληνες», σ. 45.)
Γι’ αυτούς τους λόγους το έθνος στη δραγουμική σκέψη αναγεται σε ιδανικό. «Το εθνικό ιδανικό μπορεί να γίνει στα χέρια ενός εξαιρετικού όργανο γι άλλους σκοπους και για το ανέβασμα των πολλών σ’ άλλο ηθικό επίπεδο και για το λαγάριασμα των λίγων, των εξαιρετικών που μόνο αξίζουν» («Οσοι ζωντανοί», σ. 171).
Πολιτική έκφραση πολιτική του έθνους είναι το κράτος, που ο μόνος στόχος της δημιουργίας του είναι η φύλαξη της ζωής του έθνους. Το κράτος λειτουργεί ως ρυθμιστής της πολιτικής του έθνους, φύλακας των πολιτών, θεματοφύλακας της αυθυπαρξίας, της κυριαρχίας και του μεγαλείου του έθνους. «Τα κράτη χάνονται, τα έθνη πολύ σπάνια. Κάποτε τα κράτη είναι αδύνατα, ό,τι και να τους κάμεις, ενώ τα έθνη τα αντίστοιχα είναι ζουμερά , γερά και δυνατά» («Ελληνικός πολιτισμός», σ. 14.)
Το έθνος, κατά τον Δραγούμη, είναι βασικά οι άνθρωποι που μιλούν την ίδια γλώσσα, έχουν την ίδια θρησκεία, ανήκουν στην ίδια φυλή, έχουν τους ίδιους θεσμούς (ιδιαίτερα κοινοτικούς) και ζουν χωριστά, σκορπισμένοι σε διαφορετικά κράτη ή, εάν έχουν και ένα κράτος δικό τους,αυτό δεν τους περιλαμβάνει όλους μέσα στα σύνορα του. Τα άτομα έχουν το συναίσθημα της κοινής υπαγωγής και η θέληση της κοινής ζωής είναι ο συνδετικός κρίκος των ανθρώπων που αποτελούν το έθνος. Το Έθνος όμως το αντιλαμβάνεται και σαν οργανισμό, φυσική ενότητα, ξεχωριστή μοναδα που μπορεί να έχει και οργανικές ιδιότητες. Μια απ’ αυτές είναι και η δύναμη, η ορμή της δημιουργίας. Η οργανική αντίληψη του Έθνους συνδυάζεται στον Δραγούμη και με το γνωστό στοιχείο της δυτικής εθνικής ιδέας, της επιδίωξης του σχηματισμού δικής του ανεξάρτητης κρατικής οργάνωσης. «Ένα έθνος άξιο θα πασχίζει πάντα να περιμαζωχτεί σ’ ένα κράτος δικό του για να ζήσει και να κυριαρχήσει, όπως κάθε άλλος ζωντανός οργανισμός το θέλει…» («ΕλληνικόςΠολιτισμός», σ. 13.)
Ο Εθνικιστής δημοσιογράφος Πέτρος Ωρολογάς βραβευμένος για την εξαιρετική μελέτη του βίου και του έργου του Ίωνα Δραγούμη, γράφει στο σπουδαίο βιβλίο του «Ιων Δραγούμης»:
«…….Είναι άξιο να παρατηρηθεί ότι ο Δραγούμης παίρνει στάση διαφορετική απέναντι σε δυό έννοιες, που τις ξεχωρίζει με κάθε σαφήνεια : Την έννοια του Ελληνισμού και την έννοια του Έθνους. Ελληνισμός είναι το Έθνος σε διάρκεια, με το παρελθόν του, το παρόν και το μέλλον, με την Ιστορία του, με τις συγκινήσεις, τις παραδόσεις, την τέχνη και τις θρησκείες. Και τον αντικρύζει ιστορικά, με την ιστορική μνήμη και δίνει στην έννοια, την άκρα της εξιδανίκευση. Έθνος είναι, προ παντός, το παρόν, αυτό που υπάρχει κι’ είναι χειροπιαστό και δεν γεννα αμφιβολίες, είναι ο “λαός” που φέρνει στην επαφή του, τόσες αντιδράσεις. Κι’ ο Δραγούμης βλέπει το Έθνος ρεαλιστικά, άμεσα, δίχως παραμορφωτική κι’ εξευγενιστική διάθεση, με τό ψυχρό μάτι του οδηγού, που δεν εννοεί να συγχωρήσει καμμιά ατέλεια.
Βαθύτερη αιτία όλης αυτής της κρίσεως είναι ότι ο Ελληνισμός αυτοαγνοείται και δεν ημπορεί να προσανατολισθεί μόνιμα και σταθερά στο δρόμο που θα του άνοιγε η αντίληψη της πραγματικότητας σε αρμονία με το όνειρο το πραγματοποιήσιμο.
Είναι ότι τα ηγετικά στελέχη ούτε επέδειξαν την αντοχή που χρειάζεται ούτε πιστοί έμειναν στον ολοκληρωμένο νεοελληνικό τύπο.
Υπάρχει επίσης και το εθνικό ανικανοποίητο, που έρχεται από τις αλλεπάλληλες συμφορές. Ο Έλλην τυραννιέται από το αίσθημα της μειονεκτικότητας, καθώς συγκρίνει την τωρινή του κατάσταση με τους περασμένους πολιτισμούς. Κινούνται από τό ίδιο αίσθημα μειονεκτικότητας τόσο ο Ρωμιός, που κατρακυλάει απελπισμένος στό λεβαντινισμό, όσο κι’ ο Περικλής Γιαννόπουλος, που χάνει το μέτρο και διαλαλεί επάνω σε μιαν έξαψη αντιδράσεως, ότι μόνον ο Έλλην είναι άνθρωπος κι’ ο Ευρωπαίος είναι Ανθρωποειδής !… ‘Ισαμε τούς πολέμους τού ‘12 και ‘13, ό Έλλην υπέφερεν από τους χλευασμούς των ξένων. Ένδοξη Ιστορία τον βάραινεν. Είχεν ανάγκη από μεγάλους άνδρες, — χαρακτηριστική τάση για ανύψωση — και παραγωγή μεγάλων ανδρών δεν έκαμε. Επαιτούσε μιά στάλα επαίνου και δεχόταν σαρκασμούς.
Οι περισσότεροι από τούς πνευματικούς οδηγούς, παρεξήγησαν την ελληνική λογική, πνευματικό αποτέλεσμα πλούσιας ευφυΐας, αυτοκυριαρχίας και πάθους, για να την αντικαταστήσουν με τον στενόκαρδον “oρθολογισμό”, που εννοεί να εξηγεί δίχως τη συνδρομή του αισθήματος και του ένστικτου. Και δημιουργήθηκεν έτσι ένας μέσος τύπος μισομορφωμένου ‘Έλληνος, πεπεισμένου ότι αποτελεί τήν Ιθύνουσα πνευματική τάξη του τόπου, του “προοδευτικού” ‘Έλληνος που δέ γελιέται με τις επιφάνειες….
Ο τύπος αυτός τού μισομορφωμένου Έλληνος είναι βολταιρικός, ριζοσπάστης, ατομικιστής, λιμπεραλιστής. Κυμαίνεται ανάμεσα σε αντιφάσεις, σχηματισμένο χαρακτήρα δεν έχει. Φοβείται τις υψηλές έννοιες κι’ έμαθε να σμικρύνει τά πάντα.
Του λείπει το μάτι το μεγεθυντικό, γιατί του λείπει η ψυχική αντοχή, Είναι ξερριζωμένος, δε βρίσκεται σ’ έπαφή με το περιβάλλον του, με την παράδοση, δε βρίσκεται σε συνέπεια με τη βαθύτερη ζωή του, φροντίζει να τρέφει το πνεύμα του με ξένες ιδέες, με ξένα βιβλία, με αρχές που ικανοποιούν τις ευκολίες, τις δυσθυμίες και τον αναρχισμό του και τοφτωχό του εγωκεντρισμό και τίποτε δε βγαίνει από το αίμα και τη σάρκα του.»
Επισημαίνεται εδώ πως ο αξεπέραστος Ίδας ολοκληρώνοντας τον κύκλο των πνευματικών απασχολήσεων του επεσήμανε και κατέδειξε ανενδοίαστα πως η αφύπνιση του Έθνους, η ολοκληρωτική αποκατάσταση της Φυλής, η κατάργηση της πάλης των τάξεων, η ενοποίηση της Ελληνικής κοινωνίας, η αναγκη της πειθαρχίας, της «βίας» που καταργεί τα κόμματα και τέλος οι μεγάλες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αποτελούν ένα διαδραστικό άρτιο σύνολο, μια πλήρη ιδεολογικοπολιτική επαναστατική σύνθεση για να ζήσει το Έθνος κι ας πεθάνει το εκφυλισμένο «ρωμέϊκο» κράτος. Αυτήν την δυναμική ιδέα υπηρέτησε συνεχώς, με συνεπέστατη πίστη μέχρι τον θάνατό του ο Δραγούμης.
Στις 18 Μαρτίου του 1919, σχεδόν ένα χρόνο πριν την δολοφονία του ο Δραγούμης σημείωσε στο ημερολόγιο του: «….Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός σοσιαλιστής. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός πατριώτης. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να νοιώσω τον εαυτό μου άτομο. Από άνθρωπος μιας τάξης με ορισμένα συμφέροντα τάξης, γίνομαι σοσιαλιστής με την πλατιά έννοια, και θέλω μια καινούρια οικονομία της κοινωνίας μου και των άλλων κοινωνιών. Από στενός πατριώτης, γίνομαι Εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος….».