Μέρος 2
«Έλληνες όντες βαρβάροις δουλεύσομεν;»
«Τήλεφος» Ευρυπίδου
Έκτοτε το ζήτημα έχει συζητηθεί σε διάφορα πονήματα, εκτενέστερα από τον ιστορικό Άρνο Χέρμαν Άιχορν (Arno Hermann Eichhorn) στην διατριβή του «Βάρβαρος quid significaverit» («Βάρβαρος, τί εσήμαινε αυτό») , στην Λειψία (Leipzig), 1904, καθώς και από έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες βυζαντινολόγους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, τον αρχαιολόγο και φιλόλογο Βασίλειο Αθανασίου Μυστακίδη (1859 – 1933), Καθηγητή Ἱστορίας και Γεωγραφίας στήν Μεγάλη του Γένους Σχολή, στο πόνημά του «Αι λέξεις Έλλην, Γραικός, Ρωμαίος, Βυζαντινός etc.», Tübingen, 1920. Ακολούθησε το έργο «Greeks and Barbarians» («Ελληνες και Βάρβαροι», Λονδίνο 1921) του καθηγητή κλασικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο King’ s college του Λονδίνου Τζέημς Αλεξάντερ Κερ Τόμσον (James Alexander Kerr Thomson, 1879-1959).
Το 1923 ο Αυστριακός φιλόλογος και αρχαιολόγος Γιούλιους Γύτνερ (Julius Jüthner,1866-1945), καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ, [γνωστός για τα γραπτά του γιά τον ελληνικόν αθλητισμό, κυρίως δε για τα δύο τυπικά έργα του, «Ueber antike Turngeraethe» («Περί του αρχαίου εξοπλισμού της γυνμναστικής», 1896), και «Philostratos ueber Gymnastik», («Φιλόστρατος περί γυμναστικής», 1909)] εξέδωσε την λεπτομερή μελέτη του «Hellenen und Barbaren. Aus der Geschichte des Nationalbewusstseins» «Έλληνες και Βάρβαροι. Από την ιστορίαν της εθνικής συνειδήσεως», Λειψία, 1923 με 165 σελίδες και οκτασέλιδη εισαγωγή)]. Το εν λόγω βιβλίο, αντικείμενο της πολιτιστικής ιστορίας, αποτετέλεσε τον Η’ τόμο της περίτεχνης σπουδαίας αρχαιογνωστικής σειράς «Das Erbe der Alten» («Η κληρονομιά των Αρχαίων»), την οποίαν επιμελήθηκε ο δεινός ελληνιστής Ιωάννης Χάϊνριχ Ότο Ιμις (Joannes Heinrich Otto Immisch. 1862-1936), καθηγητής κλασσικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης (Königsberg)-νυν …..Καλίνινγκραντ.
Σκοπός του θαυμαστού βιβλίου του Γύτνερ, (το οποίο χωρίζεται σε εννέα κεφάλαια και περιέχει 342 κριτικές σημειώσεις, μια σύντομη βιβλιογραφία και ένα εξαιρετικό ευρετήριο), είναι να εντοπίσει τις ιδέες οι οποίες αντιστοιχούν στους όρους «Έλλην» και «Βάρβαρος» ανά τους αιώνες, από τον Όμηρο έως τον δωδέκατον μ. Χ. αιώνα. Η παρουσίασή του ελληνομαθέστατου γράψαντος υπήρξε εξόχως συνοπτική και συνάμα περιεκτική, ώστε είναι δύσκολο να αποδοθεί μια επαρκής περιγραφή του περιεχομένου του με λίγα λόγια.
Το θέμα εισάγεται με μια συζήτηση για την προέλευση της λέξεως «Βάρβαρος». Ο Δρ. Γύτνερ ακολουθεί στην προσέγγισή του τις περισσότερες αυθεντίες της γλωσσολογίας θεωρώντας την προέλευση σαφώς ινδοευρωπαϊκή και συνδέει την λέξη με τη σανσκριτική λέξη barbarah, balbala, τη λατινική λέξη balbus, balbutio και τη σλαβική λέξη blb, [βλέπε το «Dictionnaire étymologique de la langue grecque» – «Ετυμολογικό λεξικόν της ελληνικής γλώσσης» του Βέλγου γλωσολόγου Εμίλ Μπουασάκ (Emile Boisacq, 1865-1945), 114 και 111, καθώς και το «Grundzüge der griechischen Etymologie» – «Βασικές αρχές της ελληνικής ετυμολογίας» του μεγάλου Γερμανού αρχαιολόγου και ιστορικού Ερνστ Κούρτιους (Ernst Curtius, 1814-1896), 290 κ.ε.], με βασική της σημασία «τραύλισμα», «τραυλός», «ακατανόητος στην ομιλία».

Επιβιώσεις αυτής της πρώιμης σημασίας εμφανίζονται και στη μεταγενέστερη ελληνική γραμματεία για να περιγράψουν τους άναρθρους ήχους των ζώων (π.χ., στο έργο του Αριστοφάνoυς «Όρνιθες». Ο Αριστοφάνης λέγει ότι τα βαρβαρικά πουλιά έως τώρα μαθαίνουν ανθρώπινη -δηλαδή ελληνική- γλώσσα (Όρνιθες 199/200: «εγώ γαρ αυτούς βαρβάρους όντας προ του έδίδαξα την φωνήν»). Αν κάποιος θέλει να κατηγορήσει κάποιον, λυπάται –λέγει- ότι δεν μπορεί να κατανοήσει την ….. βαρβαρική του γλώσσα (Σοφοκλής, «Αίας» 1236: «την βάρβαρον γαρ γλώσσαν ουκ επαΐων», 1289: «ουκ της βαρβάρου μητρός γεγώς») κ.λπ.
Παραβάλετε και τα «Γεωγραφικά» του Στράβωνος (XIV, C 661-663) : «οἶμαι δἐ, τὸ βάρβαρον κατ’ ἀρχὸς ἐκπεφωνῆσθαι οὕτως κατ’ ὸνοματοποιίαν ἐπί τῶν δυσεκφὸρως καί σκληρῶς καί τραχἐως λαλοὺντων» – «Υποθέτω ότι η λέξη “βάρβαρος” προφέρθηκε αρχικά ονοματοποιητικά, αναφερόμενη σε ανθρώπους που πρόφεραν λέξεις μόνο με δυσκολία και μιλούσαν σκληρά και βραχνά», καθώς και διαφόρους μαγικούς τύπους. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τη λέξη μόνο σε σύνθετη μορφή («…Μάσθλης αὐ Καρῶν ῇγὴσατο βαρβαροφώνων οι Μίλητον ἔχον», Ιλιάς, 2, 867-868). Μετά τους Περσικούς πολέμους, ο όρος προσέλαβε και την δευτερεύουσα, αλλά κυρίαρχο πλέον σημασία της εθνικής ή και προσωπικής κατωτερότητας, περιελάμβανε δε όλους τους λαούς που υστερούσαν σε πολιτισμό ή ελευθερία σε σύγκριση με τους Έλληνες. Ο όρος «Έλλην», από την άλλη πλευρά, βρίσκεται στον Όμηρο για να δηλώσει ένα μέρος των Ελλήνων (Ιλιάς, 2, 684), με τον Ησίοδο να τον χρησιμοποιεί πρώτος με την εθνικήν του έννοια («Έργα και ημέραι», 528). Οι δύο όροι σταδιακά κατέστησαν και παρέμειναν εντόνως αντίθετοι.
Όπως περιγράφει ο Γύτνερ στο Β΄ Κεφάλαιο του βιβλίου του, κατά τον πέμπτον αιώνα π.Χ. και σε μεγάλο βαθμό μέσω της επιρροής του Εκαταίου, του Ιπποκράτους και ιδιαίτερα του Ηροδότου, οι Έλληνες άρχισαν να γνωρίζουν πράγματι και εκτενώς ξένους λαούς. Αλλά οι Σοφιστές ξεκινώντας από τη φυσική ομοιότητα όλων των ανθρώπων, διΕκήρυξαν πρώτοι το «ευαγγέλιο» της «ανθρώπινης ισότητας» και «ελευθερίας εκ φύσεως», δίνοντας μιαν ορθολογική βάση στην έννοια του «Βαρβάρου». Όμως οι σύγχρονοί τους τραγικοί και ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης, συνέχισαν να διδάσκουν την ανωτερότητα των Ελλήνων έναντι των βαρβάρων ως βασιζόμενη στον φυσικό νόμο.
Όπως παρουσιάζεται στο Γ΄Κεφάλαιο του βιβλίου, ο Πλάτων, παρά το λαμπρό φιλοσοφικό του όραμα, ακολούθησε εν μέρει το παράδειγμα των Σοφιστών αλλά εκλεκτικά και διστακτικά, γιατί θεωρούσε μόνον τους ξένους που ζούσαν ανάμεσα στους Έλληνες ως μη βαρβάρους. Το εθνικό πνεύμα του Πλάτωνος, τόσον εμφανές στο ελληνικό ιδανικό στη βάση της Πολιτείας, τον απέτρεψε και τον εμπόδισε να μεταφέρει τη νέα ανατρεπτική σοφιστική – εξισωτική ιδέα στις λογικές της συνέπειες. Ο Πλάτων αναφέρεται συχνά και σημαντικά στην αντίθεση Ελλήνων-Βαρβάρων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της περί το ζήτημα πυρηνικής του αντιλήψεως βρίσκεται στην «Πολιτεία» του (Ε 470c): «φημί γαρ το μεν ελληνικόν γένος αυτό αυτώ οικείον είναι και συγγενές, τω δέ βαρβαρικώ οθνείον τε και αλλότριον… Έλληνας μεν άρα βαρβάροις και βαρβάρους Έλλησι πολεμείν μαχόμενους τε φήσομεν» – «Διότι λέω, έτσι οικείοι και συγγενείς προς αλλήλους είναι οι Έλληνες, στους βαρβάρους όμως είναι ξένοι και αλλότριοι· όταν οι Έλληνες πολεμούν τους βαρβάρους και οι βάρβαροι τους Έλληνες, τότε αυτό είναι πράγματι πόλεμος».

Και αλλού (Επινομίς 987e) γράφει : «..λάβωμεν δὲ ὡς ὅτιπερ ἂν Ἕλληνες βαρβάρων παραλάβωσι, κάλλιον τοῦτο εἰς τέλος ἀπεργάζονται» – «Ας θεωρήσουμε δεδομένο ότι κάθε φορά που οι Έλληνες δανείζονται από βαρβάρους, τελικά το φέρνουν στην τελειότητα.»
Η αίσθηση της Ελληνικής υπεροχής είναι απόλυτη. Ο Ευριπίδης γράφει («Ιφιγένεια εν Αυλίδι», 1400) : «Βαρβάρων δ’ Έλληνας άρχειν εικός, αλλ’ ου βαρβάρους, μήτερ, Ελλήνων· το μεν γαρ δούλον, οι δ’ ελεύθεροι.» Ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας τον Αισχύλο («Πέρσαι») και τον Πλάτωνα, συμπεραίνει ότι (Πολιτικά, Α 1,5): «Ταυτό φύσει βάρβαρον και δούλον.»
Αλλά και στην κλασική εποχή παραμένει, πάντοτε έντονη, η αρχική αναφορά της διαφοράς Ελλήνων – Βαρβάρων στη γλώσσα, όταν ο λόγος δεν κατανοείται. Παράδειγμα: η Κλυταιμνήστρα ακούει για «βάρβαρη» γλώσσα της Κασσάνδρας, δηλ. ακατανόητη (Αισχύλου «Αγαμέμνων» 1050: «αγνώτα φωνήν βάρβαρον κεκτημένην»).
Και ενώ οι Σοφιστές είχαν διδάξει ότι το «ελεύθερος» και το «δούλος» ήταν απλώς αποτέλεσμα…. εθίμου, ο μέγας Αριστοτέλης συνέχισε να υπερασπίζεται την εθνική αντίληψη ότι η διαφορά μεταξύ τους ήταν φυσική και επομένως, υπεστήριζε ότι η δουλεία ήταν λογική.
Ωστόσον, ο Μέγας Αλέξανδρος (Κεφάλαιον Δ΄) με την ιδέα του να συγχωνεύσει τους Έλληνες και τους συγγενείς τους Πέρσες δεν μπορούσε να ακολουθήσει τη συμβουλή του μεγάλου δασκάλου του να είναι φιλικός ηγέτης προς τους μεν και βάναυσος δεσπότης προς τους δε. Επ΄αυτού ο σπουδαίος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Alfred Rosenberg) θα γράψει αργότερα στο μνημειώδες σύγγραμμά του «Ο Μύθος του εικοστού αιώνος» («Der Mythus des 20. Jahrhunderts» – 1930), στο Β΄Κεφάλαιο «Αγάπη και Τιμή» : «….Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η στατική φύση της ελληνικής ζωής δεν εξαρτιόταν από τον χαρακτήρα αλλά από την ομορφιά, η οποία, όπως αναφέρθηκε, είχε ως μοιραία συνέπεια την πολιτική ανευθυνότητα. Μέσω του Αλεξάνδρου, εκυριάρχησε για άλλη μια φορά μια πιο πειθαρχημένη ιδέα για την ύστερη ελληνική ζωή, πρωτίστως αισθητική, η οποία είχε επίσης επίγνωση των φυλετικών διαφορών. Ο Αλέξανδρος δεν επεδίωξε άνευ όρων τον στόχο μιας παγκόσμιας μοναρχίας και της ανάμειξης των λαών, αλλά επιθυμούσε μόνο να ενώσει τους Πέρσες και τους Έλληνες, που αναγνωρίζονταν ως φυλετικά συγγενείς, και να τους φέρει υπό μία κυριαρχία, ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω πόλεμοι. Αναγνώρισε τις κινητήριες ιδέες και τις αξίες του χαρακτήρα του περσικού ανώτερου στρώματος ως σχετιζόμενες με τη δική του μακεδονική ιδέα του καθήκοντος. Για το λόγο αυτό, τοποθέτησε μόνο Μακεδόνες ή Πέρσες σε ηγετικές θέσεις, ενώ οι Σημίτες, οι Βαβυλώνιοι και οι Σύριοι, αποκλείστηκαν σκόπιμα. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, οι διάδοχοί του κατέβαλαν προσπάθειες να μιμηθούν τον τύπο του κράτους του στις χώρες και τις επαρχίες τους. Σαν ήρωας από την αρχαιότητα ξεχωρίζει ο μονόφθαλμος Αντίγονος, ο οποίος, σε ηλικία ογδόντα ετών, έπεσε στο πεδίο της μάχης ενάντια στους “νόμιμους” κληρονόμους, όταν δεν μπόρεσε να επιτύχει τον στόχο του για ένα ενιαίο βασίλειο.»
Το «διεθνιστικό» ιδανικό των Σοφιστών αναπτύχθηκε για πρώτη φορά (Κεφάλαιον Ε΄), αλλά με στενά «ελληνικό τρόπο και όρια», από τον Ισοκράτη και τους Αττικιστές, οι οποίοι εδίδασκαν ότι ο όρος «Έλλην» δεν ήταν πλέον μια απλή χροιά καταγωγής, αλλά χροιά πολιτισμού. Βεβαίως μια τέτοια ιδέα απέχει πολύ από τον διεθνιστικό κοσμοπολιτισμό, γιατί απλώς αντιπαρέβαλε την ελληνική με την αττική ελληνική, και έτσι, αντί να επεκτείνουν τον όρο «Έλλην» ώστε να περιλαμβάνει Βαρβάρους με ελληνική «καλλιέργεια», (όπως έκανε ο μέγας Πλάτων), οι Αττικιστές, στάθηκαν εν τέλει πολύ αυστηρότεροι : Τον περιόρισαν σε ….. λιγότερους Έλληνες από πριν, δηλαδή, μόνον σε εκείνους τους εκ καταγωγής Έλληνες που είχαν όμως αττική παιδεία, αττική «καλλιέργεια». Ταυτόχρονα, επεξέτειναν την ιδέα του «Βαρβάρου» ώστε αυτή να περιλαμβάνει και εκ καταγωγής Έλληνες χωρίς αυτήν την «καλλιέργεια»!
Ο φανατικός θαυμαστής της αττικής παιδείας και καλλιεργείας Ισοκράτης, γράφει την διαβόητη πρότασή του («Πανηγυρικός», 50): «Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας.»
Ένας πιο διαβρωτικός και αποτελεσματικότερος αληθινός κοσμοπολιτισμός εξεκίνησε με τον ιδεαλισμό περί της αποδοχής των ξένων, ο οποίος προέκυψε από την προσπάθεια του Αλεξάνδρου να εξελληνίσει την Ασία (Κεφάλαιο Στ’). Ενώ το πολιτικό ιδανικό του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους βασιζόταν στην παλαιά ελληνική Πόλη, οι οπαδοί των Σοφιστών – Κυρηναϊκοί, Σκεπτικοί, Κυνικοί – ανεκήρυξαν αντί της Πόλεως ένα Παγκόσμιο Κράτος. Έτσι, ο Κυνικός Διογένης αυτοαπεκαλείτο «πρώτος κοσμοπολίτης». Οι Στωικοί διέδωσαν αυτήν την ιδέα ενός Παγκοσμίου Κράτους, παρόλον που το Κράτος τους ήταν ακόμα ο ελληνικός κόσμος (η «Οικουμένη»), ο οποίος από την εποχή του Αλεξάνδρου έφθανε μόνο μέχρι τα όρια της ελληνικής γλώσσης. Έτσι, ενώ προσπαθούσαν να καταργήσουν τη διάκριση μεταξύ «Ελλήνων» και «Βαρβάρων», οι Στωικοί απέτυχαν πραγματικά, διότι εξεχώριζαν επιλεκτικά μόνον τους βαρβάρους που απολάμβαναν τον ελληνικό πολιτισμό και τηρούσαν τα ελληνικά έθιμα. Αλλά ο κοσμοπολιτισμός δεν περιοριζόταν πλέον στους καλλιεργημένους Έλληνες, επεκτεινόμενος σε όλους τους ανθρώπους που «καλλιεργήθηκαν» με τον ελληνικό τρόπο.
Στο Κεφάλαιο Ζ’ του βιβλίου, ο συγγραφέας ιχνηλατεί και ταυτοποιεί την κατάσταση των Ρωμαίων με τον παλαιό τύπο «Έλληνες» – «Βάρβαροι». Διαπιστώνει ότι η λέξη «Βάρβαρος» είχε περίπου την ίδια ανάπτυξη στη Ρώμη όπως είχε και στην Ελλάδα, εφαρμοζόμενη επί μεγάλο χρονικό διάστημα (από τον κωμωδιογράφο Τίτο Μάκκιο Πλαύτο και ένθεν) στους ίδιους τους Ρωμαίους. Οι Έλληνες άρχισαν να διαφοροποιούν τους Ρωμαίους από τους Βαρβάρους μόνο μετά τον εξελληνισμό της Ιταλίας. Αλλά ακόμα και στην εποχή του Δίωνος Κασσίου Κοκκηϊανού, οι Έλληνες συγγραφείς χρησιμοποιούσαν μια τριπλή διαίρεση σε Έλληνες, Ρωμαίους και Βαρβάρους, η οποία συνεχίσθηκε σε μεγάλο βαθμό μέχρι την Βυζαντινή περίοδο, όταν τελικώς «Βάρβαροι» ήσαν μόνον οι λαοί στα περιθώρια του ελληνορωμαϊκού κόσμου, Γαλάτες, Γερμανοί κ.λπ.
Αρχικώς, οι Χριστιανοί ήσαν «Βάρβαροι», τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους Ρωμαίους (Κεφάλαιο Η), όπως ακριβώς οι μη Εβραίοι ήσαν ειδωλολάτρες για τους Εβραίους. Ωστόσον, μέχρι την εποχή του Τετάρτου Ευαγγελίου, υπήρχαν Εβραίοι, Χριστιανοί και ειδωλολάτρες – οι τελευταίοι περιελάμβαναν Έλληνες και Ρωμαίους. Οι παλαιές έννοιες «Έλλην» και «Βάρβαρος» παρέμεναν, με την πρώτη, ωστόσο, να προσδιορίζει σταδιακά τους ειδωλολάτρες. Έτσι, ενώ πριν από την εποχή του Αλεξάνδρου οι έννοιες «Έλλην» και «Βάρβαρος» υποδήλωναν εθνική διαίρεση, και υπό τους διαδόχους του μια πολιτιστική διαίρεση, υπό τον Χριστιανισμό υπήρχαν μόνο Χριστιανοί και ειδωλολάτρες.
Το πλέον ενδιαφέρον κεφάλαιο του βιβλίου είναι το τελευταίο, «Η Βυζαντινή Εποχή», στο οποίο ο Δρ. Γύτνερ συζητά την μεταγενέστερη ιστορία των εννοιών «Έλλην» και «Βάρβαρος» μαζί με άλλους όρους όπως Ελλαδικοί, Ιταλικοί, Γραικοί, Λατίνοι, και ιδιαίτερα την πλήρη αλλαγή που επήλθε στην έννοια των «Ρωμαίων» για να δηλωθούν μέσω αυτής οι Έλληνες. Από την εποχή του Ιουστινιανού η Αυτοκρατορία έγινε γρήγορα ελληνική, με όλα τα ίχνη της προηγούμενης λατινικής ηγεμονίας να εξαφανίζονται μέχρι τον ένατο αιώνα. Αλλά τα ονόματα «Ρωμαϊκή» και «Ρωμαίοι» συνέχισαν να σημαίνουν την Ανατολική Αυτοκρατορία και τους λαούς της. Έτσι, ο όρος «Ρωμαίοι», αρχικά πολιτικός όρος που περιοριζόταν στη Λατινική Δύση και στους λαούς της υπό τους Αυτοκράτορες της Αυτολρατορίας που περιελάμβανε τόσο την Ανατολή όσο και τη Δύση, κατά τη Βυζαντινή περίοδο έγινε εθνοτικός όρος που περιελάμβανε τους λαούς της Ανατολής. Δεδομένου ότι αυτοί ήσαν κυρίως Έλληνες, το όνομα – στην ελληνική του μορφή «Ρωμαίοι», κατέληξε να σημαίνει Έλληνες.
Ο σαγηνευτικός συγγραφέας μας υπενθυμίζει ότι η συνήθειά μας να μιλάμε για «Βυζαντινούς» και «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» είναι εσφαλμένη ονομασία, καθώς δεν βασίζεται στην παλαιά γλωσσική χρήση, σύμφωνα με την οποίαν οι Βυζαντινοί ήσαν πάντα οι κάτοικοι της πρωτεύουσας, η Αυτοκρατορία ήταν γνωστή ως Ρωμαϊκή και οι λαοί της ως Ρωμαίοι. Επιβιώσεις αυτών των ονομάτων εξακολουθούν να υπάρχουν στην Ανατολή, όχι μόνο στον γνωστό χαρακτηρισμό της σύγχρονης ελληνικής διαλέκτου ως «Ρωμέϊκη», αλλά και στη μορφή Ρουμ, το όνομα της παλαιάς Ρώμης ζει στα τουρκικά και στα αραβικά.
Έτσι, οι Τούρκοι εξακολουθούν να αποκαλούν τους Έλληνες με αυτό το όνομα, και οι Άραβες της Παλαιστίνης και της Συρίας, αποκαλούν τους οπαδούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας με αυτήν χωρίς καμία αναφορά στην εθνικότητα, όπως ακριβώς αποκαλούν τους Ρωμαιοκαθολικούς «Λατίνους». Καθώς οι Τούρκοι ήσαν οι κληρονόμοι της πολιτικής εξουσίας της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, το παλαιό όνομα με πολιτική έννοια έφθασε μέχρις αυτούς. Έτσι, η Αυτοκρατορία των Σελτζούκων κατά την ίδρυσή της στο Ικόνιο τον ενδέκατο αιώνα ονομαζόταν «Ρουμ», και το όνομα Ρουμ-ιλή / Ρούμελη (γή των Ρουμ – Ρωμυλία) εξακολουθεί να εμφανίζεται στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, ενώ ο Τούρκος Σουλτάνος εξακολούθησε να είναι
«Rüm Pädischähi» – «Ρωμαίος Αυτοκράτωρ», στους Ασιάτες υπηκόους του, και οι Τούρκοι υπήκοοι κάτοικοι της Ευρώπης είναι Rum-milleti—«Ρωμαϊκό έθνος» (βλέπε το έργο του Μυστακίδη, σελίδα 24).
Ο Δρ. Γύτνερ δίδει ως ένα από τα τελευταία παραδείγματα χρήσεωςς της λέξεως «Έλλην» ένα απόσπασμα από την πραγματεία του δέκατου αιώνος «De Administrando Imperio» – «Περί διοικήσεως της Αυτοκρατορίας» («Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν») του Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Ζ’ του Πορφυρογέννητου, σύμφωνα με την οποίαν οι Μανιάτες της Λακωνίας, οι οποίοι, όπως λέει ο Αυτοκράτωρ, κατάγονταν από Έλληνες και όχι από σκλάβους, ονομάζονταν «Έλληνες» λόγω των παγανιστικών τους πρακτικών, βαπτιζόμενοι για πρώτη φορά κατά τη βασιλεία του Βασιλείου Α΄ (876-886). Έτσι αυτό το απόσπασμα έχει πολύ μεγαλύτερο ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς είναι το τελευταίο χρονολογικά παράδειγμα ελληνικής κοινότητος που προσηλυτίστηκε στον Χριστιανισμό.
Συμπερασματικά, μπορεί να ειπωθεί χωρίς υπερβολή ότι ο καθηγητής Γύτνερ έχει καταστήσει κάθε μελετητή της αρχαίας ζωής και πολιτισμού βαθύτατα «υπόλογο στην Αλήθεια» με αυτήν την εξαιρετική και έγκυρη μελέτη της μακράς ιστορίας των εννοιών «Έλλην» και «Βάρβαρος».
Ο αείμνηστος θεολόγος και Καθηγητής Πατρολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Χρήστου (1917 – 1996) στο πόνημά του «Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων», (επανέκδοση Κυρομάνος, 1993 – α’ έκδοση 1960), γράφει: «Εφ’ όσον η υπερηφάνεια των Ελλήνων έδωσε στον εθνικό τους βίο τόσο πλούσιο περιεχόμενο, ήταν εύλογο να τροποποιηθή και η έννοια του ονόματός των, μεταπίπτοντας από το εθνικό στο πολιτιστικό πεδίο.»
Αφότου η καλλιέργεια των Ελληνικών αξιών και η αντίθεση με τους αλλοεθνείς και αλλοφύλους, οι οποίοι εστερούντο τις αξίες αυτές, προσέδωσαν και έντονο εθνοφυλετικό χαρακτήρα (εκτός από πολιτιστικό) στην αντίθεση Έλληνος-Βαρβάρου, πάλιν οι μεγάθυμοι Έλληνες ήσαν αυτοί που υπερέβησαν την φυλετική αντίθεση, (όπως εμφαίνεται και στην διαβόητη ρήση του Ισοκράτους.) Σε αυτό συνετέλεσαν οι «υπονομευτικοί» Σοφιστές και η υποστηριχθείσα από αυτούς διάκριση μεταξύ φύσεως και συμβατικότητος, οι αντικονωνικοί Κυνικοί και το ανατρεπτικό τους πνεύμα και τέλος οι Στωικοί. Αυτά συνέβησαν όταν το Ελληνικό Πνεύμα, μέσω των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου, εξαπλώθηκε στα πέρατα της οικουμένης και οι εξελληνισθέντες αλλόφυλοι και οι ελληνίζοντες (οι περιβόητοι «ελληνισταί») δεν διέφεραν ουσιαστικώς των εκ καταγωγής Ελλήνων, παρά μόνον ενίοτε φυλετικώς.
Τότε κατέστη δυνατόν, όπως επισημαίνει ο Καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου, μέχρι και να τεθεί στο στόμα του εκ μητρός Έλληνος, Σκύθη ηγεμόνος και φιλοσόφου Αναχάρσιδος η φράση «εμοί δε πάντες Έλληνες σκυθίζουσιν»! (Τίτος Φλάβιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, «Στρωματείς», 1,16,77.4. – «Εἰ δέ τις τὴν φωνὴν διαβάλλει τὴν βάρβαρον, ἐμοὶ δέ, φησὶν ὁ Ἀνάχαρσις, πάντες Ἕλληνες σκυθίζουσιν». Επίσης σχολιασμός Αναχάρσιδος στο εδάφιον Επιστολαί Αναχάρσιδος, 1,102, από το «Ελληνικοί επιστολογράφοι – Epistolographi graeci», επιμέλεια Rudolf Hercher, σελίδα XIX, με προέλευση την Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη και τον Παρισινό Κώδικα.)
Γ. Ηλιόπουλος