Μέρος 1
«Η Τρομοκρατία δεν είναι κάτι άλλο παρά η δικαιοσύνη, άμεση, αυστηρή, άκαμπτη»
«La Τerreur n’ est autre chose que la justice prompte, severe, inflexible»
Ο όρος του τίτλου «έγκλημα» αναφέρεται πολύ συχνά σε δύο διαφορετικές ιστορικές έννοιες : Στα ειδεχθή εγκλήματα που επροκάλεsε ο Μαρά ως πρωτεργάτης της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά και στη διάσημη δολοφονία του.
1. Ο Μαρά ως εγκληματίας καθοδηγητής της Επανάστασης («Η τρομοκρατία»)
Ο Ζαν-Πολ Μαρά (Jean-Paul Marat), μεταξύ άλλων υπήρξε ηγετική μορφή των Ιακωβίνων. Μέσα από την εφημερίδα του L’Ami du peuple (Ο Φίλος του Λαού) προέτρεπε συνεχώς το πλήθος σε ακραίες πράξεις αντεκδίκησης. Ζητούσε δημόσια τον αποκεφαλισμό χιλιάδων «εχθρών της Επανάστασης» και αριστοκρατών, θεωρώντας την τρομοκρατία αναγκαστικό μονόδρομο. Θεωρείται ένας από τους βασικούς ηθικούς αυτουργούς για τις Μαζικές Σφαγές του Σεπτεμβρίου του 1792, όπου δολοφονήθηκαν χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι και κληρικοί στα παριζιάνικα κελιά.
2. Το έγκλημα κατά του Μαρά : Ο ίδιος ο Μαρά δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι του στις 13 Ιουλίου 1793 από τη Σαρλότ Κορντέ (Charlotte Corday), μια νεαρή δεξιά επαναστάτρια βασιλόφρονα. Ο Μαρά έπασχε από μια σοβαρή δερματική ασθένεια και περνούσε ώρες στην μπανιέρα του για να ανακουφιστεί. Η Κορντέ τον επισκέφθηκε με πρόσχημα μια λίστα «προδοτών», τον μαχαίρωσε θανάσιμα στο στήθος, συνελήφθη και στη συνέχεια οδηγήθηκε στη γκιλοτίνα. Η σκηνή του θανάτου απαθανατίστηκε από τον διάσημο Γάλλο ζωγράφο Ζακ-Λουί Νταβίντ στον εμβληματικό του πίνακα, «Ο Θάνατος του Μαρά» (Mort de Marat).
Jean Paul Marat, Μπουντρί / Boudry του Νεσατέλ της Ελβετίας, τότε υπό Πρωσική κυριαρχία, 24 Μαϊου 1743 – Παρίσι, 13 Ιουλίου 1793.
Τυπικά γαλλόφωνος Ελβετός πολίτης ιατρός, πολιτικός, εκδότης, συγγραφέας, ρήτορας και επαναστάτης, ένας από τους ηγέτες του «ακροαριστερού» κόμματος των «Ορεινών» – Ιακωβίνων της Γαλλικής Επανάστασης, παθιασμένος υπερασπιστής (και «μάρτυρας») της απόλυτης ελευθερίας του λόγου.
Γεννήθηκε στο Boudry του υπό πρωσικό έλεγχο Νεσατέλ (Neuchatel, που σήμερα ανήκει στην Ελβετία), δεύτερο από τα εννέα συνολικά παιδιά του καταγόμενου από το Κάλιαρι (Cagliari) της Σαρδηνίας εύπορου καλβινιστή Ζαν ή Τζιοβάνι Μαρά (Jean ή Giovanni Mara) και της Γαλλο-ελβετίδας Λουϊζας Καμπρόλ (Louise Cabrol), καταγόμενης από οικογένεια ουγενότων του Καστρ (Castres).
Εξηγούμε εξ αρχής πως ο Ζαν-Πολ Μαρά δεν είχε πατρίδα. Γεννημένος στην Ελβετία, από την Ελβετίδα μητέρα και τον μετανάστη Σαρδήνιο πατέρα, περιφέρεται μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας, περνάει από την Ολλανδία, ονειρεύεται για κάποιο διάστημα να εγκατασταθεί στην Ισπανία. Ο πατέρας του, πρώην εργάτης και άνθρωπος για όλες τις δουλειές, έστησε τελικά ένα μικροαστικό σπιτικό στο Μπουντρί του Νουσατέλ και προσηλυτίστηκε στον Καλβινισμό για να επιβιώσει στο ελβετικό περιβάλλον. Το 1759, χρονιά κατά την οποία πέθανε η μητέρα του, ο 16χρονος Ζαν Πωλ έφυγε από το σπίτι του προς αναζήτηση της τύχης του («ευαίσθητος στα 15, παρατηρητής στα 18 και στοχαστής στα 21», περιέγραψε ο ίδιος αργότερα τον εαυτό του σε ένα άρθρο του), μελέτησε αρκετά τα έργα των συγγραφέων του «Διαφωτισμού» και μετά από λίγο έπιασε την πρώτη του αξιόλογη δουλειά στο Μπορντώ (Bordeaux) της Γαλλίας, ως «κατ’ οίκον δάσκαλος». Εκείνη την εποχή πιστεύεται ότι συνέγραψε το πρώτο του βιβλίο, το ρομάντζο «Les Aventures du comte Potowski», (που όμως εκδόθηκε μισόν αιώνα μετά τον θάνατό του, το έτος 1847).

Έπειτα από δύο χρόνια έφυγε από το Μπορντώ με προορισμό το Παρίσι, προτιθέμενος να σπουδάσει ιατρική, πράγμα που τελικά έκανε δίχως όμως να πάρει πτυχίο στην Γαλλία, ώστε να μπορέσει να εξασκήσει το επάγγελμα του ιατρού. Το επαγγελματικό αυτό πρόβλημα το έλυσε το 1765, εγκατασταθείς αρχικά στο Άμστερνταμ, έπειτα στο Λονδίνο και εν συνεχεία στο Νιούκαστλ (Newcastle) και στο Δουβλίνο (Dublin) της Μεγάλης Βρετανίας, όπου άσκησε κανονικά το ιατρικό επάγγελμα και μάλιστα τιμήθηκε από το «Πανεπιστήμιο του Αγίου Ανδρέου» («St. Andrews University») της Σκωτίας τον Ιούνιο του 1775, μετά από μία εργασία του για την βλεννόροια και την συνακόλουθη ευμενή εισήγηση ιατρικών κύκλων του Εδιμβούργου. Παράλληλα ανέπτυξε έναν ευρύτατο κύκλο γνωριμιών με καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες στις καφετέριες και τα pubs του Σόχο, ενώ και επίσης προχώρησε στην συγγραφή και δημοσίευση (στα αγγλικά, καθώς ήταν πολύγλωσσος) δύο δοκιμίων του : Tο ένα φιλοσοφικό («Ένα φιλοσοφικό Δοκίμιο για τον Άνθρωπο», «A philosophical Essay on Man», 1773, με το οποίο απαντούσε στο προ 15ετίας έργο «De l’ Esprit» του Ελβέτιου) και το άλλο πολιτικό («Αλυσίδες της σκλαβιάς», «Chains of Slavery», 1774). Το «Αλυσίδες της σκλαβιάς» προκάλεσε θετική αίσθηση στους προοδευτικούς κύκλους και οι πατριωτικές λέσχες του Μπέργουϊκ (Berwick), του Καρλάϊλ (Carlisle) και του Νιούκαστλ τον ανεκήρυξαν επίτιμο μέλος τους.
Μέσα στο 1776 ο Μαρά επέστρεψε στο Παρίσι μετά από μία σύντομη επίσκεψή του στην οικογένειά του, στην Γενεύη. Στο Παρίσι, με την υποστήριξη του μαρκήσιου de l’Aubespine, του οποίου την σύζυγο είχε θεραπεύσει, απέκτησε πολύ γρήγορα την φήμη του άριστου ιατρού και αποτελεσματικού θεραπευτή, με τελικό αποτέλεσμα την πρόσληψή του στις 24 Ιουνίου 1777 ως αποκλειστικού ιατρού της φρουράς του κόμητα ντ’ Αρτουά (d’ Artois), αδελφού του βασιλιά Λουδοβίκου και μετέπειτα εστεμμένου (ως Κάρολος ο 10ος). Την επιστημονική διάκριση όμως που επεδίωξε με την κατάθεση στην «Ακαδημία Επιστημών» («Academie des Sciences») του Παρισιού του υπομνήματός του με τίτλο «Ανακαλύψεις για το πυρ, τον ηλεκτρισμό και το φως», δεν κατόρθωσε να την κερδίσει ποτέ, αντιμέτωπος με την απόρριψη από τους αρμόδιους κριτές. Μάλιστα ο μέγας Γκαίτε θα περιέγραψε αυτή την απόρριψη ως ένα ακόμη κραυγαλέο παράδειγμα «επιστημονικού δεσποτισμού»!
Το 1780 ο πολυμαθής Μαρά εξέδωσε στο Νεσατέλ ένα νομικό έργο, το «Plan de legislation criminelle», στο οποίο, φανερά επηρεασμένος από τον φιλόσοφο Ζαν Ζακ Ρουσώ (Jean Jaques Rousseau). Σε αυτό πρότεινε 12μελές σώμα δικαστών για εξασφάλιση δικαιοτέρων αποφάσεων και εφαρμογή των ποινών ίδια προς όλους, δίχως κοινωνικές διακρίσεις. Ωστόσο, η μεγάλη αγάπη του παρέμενε η επιστημονική έρευνα, σε σημείο που τον Απρίλιο του 1786 παραιτήθηκε από αυλικός ιατρός για να αφιερωθεί σε διάφορα πειράματα και κατά τις δύο επόμενες χρονιές (1787 και 1788 αντίστοιχα) εδημοσίευσε μία μετάφραση της «Οπτικής» του Νεύτωνος και το δικό του δοκίμιο «Memoires academiques, ou nouvelles decouvertes sur la lumiere».
Παράλληλα, από το 1788 έδειξε εντονότατο ενδιαφέρον προς την πολιτική θεωρία και στις αρχές του επόμενου έτους εξέδωσε την 62σέλιδη μπροσούρα του «Προσφορά στην Πατρίδα» («Offrande a la Patrie», Φεβρουάριος 1789), την οποία μετά το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης ακολούθησαν «Το Σύνταγμα» («La Constitution», Ιούνιος 1789) και «Πίνακας των κακών του συντάγματος της Αγγλίας» («Tableau des vices de la Constitution d’Angleterre», Σεπτέμβριος 1789). Στην συνέχεια, επιθυμώντας να παίξει ουσιώδη και καθοριστικό ρόλο στην ιδεολογική διαμόρφωση του δημοκρατικού κινήματος, προχώρησε στην μαχόμενη δημοσιογραφία.
Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι, από όλες τις χώρες της Ευρώπης, η Γαλλία ήταν η μόνη που θα μπορούσε να έχει, όχι όμως επειδή στέναζε κάτω από το μαστίγιο της τυραννίας, αλλά, αντίθετα, επειδή ανεχόταν και μάλιστα προσκαλούσε στο έδαφός της κάθε πιθανή διχογνωμία, αμφισβήτηση και αίρεση. Η ανησυχία, το πάθος για καινοτομία και η αναζήτηση του ενθουσιασμού ήσαν παντού «στον αέρα». Ήσαν οι καρποί της οκνηρίας, της αδράνειας και της αναψυχής, όχι της φτώχειας.
Η λεγόμενη «Τρίτη Τάξη» ήσαν οι αστοί, που καθοδήγησαν και εκμεταλλεύτηκαν την Επανάσταση. Αλλά η ομάδα των αστών ήταν χωρισμένη σε μικρότερες κατηγορίες : μεγαλέμποροι, μεγαλοβιοτέχνες, τραπεζικοί, εισοδηματίες, ελεύθεροι επαγγελματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, διανοούμενοι. Κατηγορίες με συχνά συγκρουόμενα συμφέροντα, που αντιμάχονταν ακατάπαυστα μεταξύ τους. Οι πλέον μισητοί αστοί ήσαν για το λαό οι φοροεισπράκτορες, που είχαν αποκτήσει τεράστιες περιουσίες αναλαμβάνοντας εργολαβικά να εισπράττουν φόρους και τέλη για λογαριασμό του κράτους. Βεβαίως κατέκλεβαν τόσο το λαό όσο και το κράτος, έκτιζαν προκλητικά ανάκτορα για τις οικογένειές τους και εμφανίζονταν συχνά σαν ….. προστάτες των γραμμάτων και των τεχνών. Έπειτα έρχονταν οι μεγαλέμποροι, που κατά κύριο λόγο εμπορεύονταν τα προϊόντα των αποικιών και συγκέντρωναν τεράστιες περιουσίες χάρη στο δουλεμπόριο. Υπήρχαν ακόμη οι μεγαλοβιοτέχνες, οι οποίοι από τα μέσα του 18ου αιώνα και ύστερα εξελίχθηκαν σε πραγματικούς μεγαλοβιομήχανους.
Όλες αυτές οι κατηγορίες των αστών αποκαλούσαν τον εαυτό τους «έθνος» ή και …. «λαό». Μισούσαν με πάθος τους αριστοκράτες και περιφρονούσαν τον πραγματικό λαό. Η μεγάλη μάζα του πραγματικού λαού ήταν η αγροτιά, που αντιπροσώπευε περίπου 23 εκατομμύρια ανθρώπους και ήταν επίσης χωρισμένη σε επί μέρους εισοδηματικές και κοινωνικές κατηγορίες.
Την 1η του Ιουλίου του 1789, ο Μαρά προειδοποίησε τον λαό, ξεκινώντας δυναμικά την πολιτική και δημοσιογραφική του σταδιοδρομία: «Συμπολίτες μου!… Δείτε την συμπεριφορά των υπουργών και αποφασίστε ποια θα πρέπει να είναι η δική σας. Οι υπουργοί σχεδιάζουν να διαλύσουν την Εθνική Συνέλευση και ο μόνος τρόπος να πετύχουν το σκοπό τους είναι ο εμφύλιος πόλεμος!…»
Τον Σεπτέμβριο του 1789 ο Μαρά ίδρυσε την εφημερίδα «Πατριωτική Σκοπιά» («Moniteur Patriote»), την οποία στις 12 Σεπτεμβρίου μετονόμασε σε «Παρισινό Δημοσιογράφο» («Publiciste Parisien») και περαιτέρω στις 16 Σεπτεμβρίου σε «Φίλο του Λαού» («L’Ami du Peuple»), με μόνιμο πλέον σύνθημά του «να εξοντωθεί κάθε εκμεταλλευτής του λαού» και ολοφάνερη την επιδίωξη να υπηρετηθεί πιστά η υπόθεση της Επανάστασης με αλλεπάλληλα φλογερά άρθρα. Με υψηλό προσωπικό κόστος (φυλακίστηκε από τις 8 Οκτωβρίου 1789 έως τις 5 Νοεμβρίου 1789), κατήγγειλε με επιμονή μέσα από εκείνη την εφημερίδα, την ύλη της οποίας έγραφε εντελώς μόνος, τις αλλεπάλληλες ραδιουργίες των αριστοκρατών και των υπόλοιπων «εχθρών της Επανάστασης», όπου ενέτασσε και τον μαρκήσιο Λαφαγιέτ (Marquis de La Fayette) εναντίον του οποίου άσκησε μια λυσσαλέα πολεμική, που παρ’ ολίγον να του κοστίσει μιαν ακόμη φυλάκιση από τους κυρίαρχους τότε οπαδούς της συνταγματικής μοναρχίας: Καθώς ο Μαρά ζητούσε απερίφραστα πλέον την άμεση εγκαθίδρυση αντιμοναρχικής δικτατορίας, τελικά οι αρχές τού έκλεισαν την εφημερίδα στις 22 Ιανουαρίου 1790 και του κατέστρεψαν τα εκτυπωτικά μηχανήματα. Ο ίδιος, για να αποφύγει την σύλληψη, υποχρεώθηκε να καταφύγει στην Αγγλία από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάϊο του 1790.
Κατά την επιστροφή του στο Παρίσι τον Μάϊο του 1790, και αφού είχε ήδη εκδώσει από το Λονδίνο το «Καταγγελία ενάντια στον Νεκέρ» («Denonciation contre Necker»), μία πολεμική κατά του Ζακ Νεκέρ (Jacques Necker) υπουργού Οικονομικών του Λουδοβίκου, άνοιξε ξανά την εφημερίδα «Φίλος του Λαού» και άρχισε άγρια επίθεση κατά της μοναρχίας γενικά αλλά και κατά του ίδιου του προσώπου του Λουδοβίκου, κρυπτόμενος στις γνωστές αποχετευτικές στοές του Παρισιού, για να μην συλληφθεί, με αποτέλεσμα να μία αυτοάνοση δερματοπάθεια που τον βασάνιζε, η χρόνια και επώδυνη «ερπητοειδής δερματίτιδα» («dermatitis herpetiformis», κατά τον σπουδαίο Τσεχο-Εβραίο καθηγητή δερματολογίας Josef E. “Pepi” Jelinek, (1928–2022) σε άρθρο του στο «American Journal of Dermatopathology» το 1979), να επιμολύνεται βαρύτατα στο βρωμερό περιβάλλον των αποχετεύσεων.

Το νόσημα σχετίζεται με την κατανάλωση σιταριού, κριθαριού και σίκαλης (όπως κάθε είδος αρτοσκευάσματος της εποχής), επιφέρει στον ασθενή ασταμάτητο κνησμό και «καύσος», ενώ εμφανίζει εκτεταμένο εξάνθημα με μικρές φυσαλίδες. Τον καιρό που ο Μαρά κρυβόταν στις αποχετευτικές στοές, τον φρόντιζε η 25χρονη ερωμένη του Σιμώνη Εβράρ (Simonne Evrard), κουνιάδα του τυπογράφου του Jean – Antoine Corne, η οποία και μετέφερε τα χειρόγραφά του στο τυπογραφείο του «Φίλου του Λαού».
Αναμφίβολα, μέσα στον πρώτο μετεπαναστατικό χρόνο, η Συντακτική Εθνοσυνέλευση μεταμόρφωσε τη Γαλλία από κάθε άποψη. Αλλά συνάμα δεν μπόρεσε να υπερβεί τις αντιφάσεις που επέβαλλε η υπεράσπιση των συμφερόντων της πολύ ισχυρής αστικής τάξης. Σύμφωνα με την καινούργια κατάσταση, η ένοια του «έθνους» περιοριζόταν στα στενά όρια της πλούσιας αστικής τάξης, που βέβαια ήταν ανίκανη να προχωρήσει παραπέρα την Επανάσταση, πόσο μάλλον να αντιμετωπίσει τις ποικίλες απειλές της Aντεπανάστασης.
Η Aυλή δεν έπαψε ούτε στιγμή να συνωμοτεί με τους ξένους μονάρχες και να τους προσκαλεί να εισβάλουν στη γαλλική επικράτεια για να επαναφέρουν το Παλαιό Καθεστώς. Ένας Σουηδός κόμης και φίλος της βασίλισσας, ο Άλεξ ντε Φέρσεν, προετοίμασε την κρυφή αναχώρηση της βασιλικής οικογένειας στο εξωτερικό, προκειμένου να τεθεί ο Λουδοβίκος επικεφαλής των αντεπαναστατικών στρατευμάτων. Ο Μαρά (που διατηρούσε ευρύ προσωπικό δίκτυο πληροφοριοδοτών) αποκάλυψε το σχέδιο, αλλά η Συντακτική δεν του έδωσε σημασία. Στις 20 του Ιούνη 1791, το σχέδιο του Φέρσεν μπήκε σε εφαρμογή, αλλά δύο μέρες αργότερα, κοντά στα σύνορα, οι αγρότες αναγνώρισαν τον Λουδοβίκο και υποχρέωσαν την βασιλική άμαξα να επιστρέφει στο Παρίσι !
Τον Ιούνιο του 1790 ο Μαρά είχε ιδρύσει μιαν ακόμη εφημερίδα, την «Junius francais», η οποία όμως άντεξε παρά μόνο γιά 13 φύλλα, αφού υποχρεώθηκε 4 φορές να αλλάξει τυπογραφείο, λόγω του συνεχούς κυνηγητού από τις αρχές. Τον Δεκέμβριο του 1791 και ενώ επί μήνες οι βασιλόφρονες επιχειρούσαν μάταια να αποπροσανατολίσουν τους αναγνώστες του, άλλοτε τυπώνοντας και κυκλοφορώντας πλαστές μπροσούρες με το όνομά του και άλλοτε πλαστά φύλλα του «Φίλου του Λαού», μέσα από τα οποία τον παρουσίαζαν …. να έχει συμβιβαστεί, ο Μαρά χρειάστηκε να δραπετεύσει για μία ακόμη φορά στο Λονδίνο.
Τον Απρίλιο του 1792 επέστρεψε στο Παρίσι με την κάλυψη της «Λέσχης των Κορδελιέρων», αν και παρέμεινε υποχρεωμένος να συνεχίσει να κρύβεται, μέχρι τουλάχιστον τα γεγονότα της 10ης Αυγούστου 1792 (όταν η βασιλική οικογένεια πολιορκήθηκε από τον λαό στο ανάκτορο και τους κήπους Τουϊλρί – Tuileries, «του Κερμαικού» ), οπότε και εμφανίστηκε δημόσια, για πρώτη φορά άφοβα. Μέσα από την ανένδοτη αρθρογραφία του στον «Φίλο του Λαού», το τελευταίο φύλλο του οποίου κυκλοφόρησε στις 21 Σεπτεμβρίου 1792, επέτυχε τελικά να υποκινήσει την αναλέητη σφαγή των μοναρχικών από τα πλήθη του Παρισιού τον Σεπτέμβριο του 1792.

Λιγότεροι από τριακόσιοι άνδρες (πολλοί από αυτούς ούτε Παριζιάνοι ούτε καν Γάλλοι) διέπραξαν τις θηριωδίες που έγιναν στο Παρίσι εκείνο τον Σεπτέμβριο. Στο μεγαλύτερο μέρος του παριζιάνικου πληθυσμού μπορεί να πιστωθεί μόνον η «αρνητική αρετή» του να έχει μείνει στο σπίτι ή αλλιώς να έχει κλείσει τα αυτιά του στις κραυγές που υψώνονταν μέρα και νύχτα εκείνη την εβδομάδα φρίκης. Αν και οι ρίζες αυτής της έκρηξης της αγριότητας μπορούν να βρεθούν σε ορισμένα σκοτεινά στοιχεία της ανθρώπινης προσωπικότητας και στην ιδιαιτερότητα κάποιων εθνοτικών χαρακτηριστικών, δεν πρέπει να γίνει το λάθος με την απόρριψη των Σφαγών του Σεπτεμβρίου ως κάποια δήθεν τυχαία έκρηξη δικαιολογημένης «λαϊκής αγανάκτησης» και οργίλου πάθους. Οι τερατώδεις σφαγές ήσαν ψυχρά και προσεκτικά οργανωμένες.

Ο όχλος που κατέβηκε στους δρόμους διψασμένος γιά άιμα αυτόν τον Σεπτέμβριο του 1792, ασφαλώς δεν είχε καμία διάθεση να απελευθερώσει κανέναν από τους 170 άτυχους που ήσαν στον Κεραμεικό, πολλοί από τους οποίους ήσαν …. ζητιάνοι και άτυχοι άστεγοι της κοινωνίας. Όλοι ανεξαιρέτως δολοφονήθηκαν. Ανάμεσα στον αριθμό τους ήταν 33 αγόρια μεταξύ δώδεκα και δεκατεσσάρων ετών.
Οι φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στο Σαλπετριέρ – «Salpetriére», το «Πυριτιδοποιείο» ( μιαν άλλη φυλακή του λαού0, ήσαν ακόμη χειρότερες. Εδώ θανατώθηκαν κορίτσια δέκα ετών με το σπαθί. «Αν ξέρατε τις τρομερές λεπτομέρειες!» έγραψε η Mme. Roland [η Μαρί-Ζαν Φλιπόν (Marie-Jeanne Phlipon, (1754–1793), μία από τις πιο εμβληματικές και ισχυρές γυναίκες της Γαλλικής Επανάστασης. Υπήρξε ηγετική μορφή, συγγραφέας και η «Ηγερία», η «εμπνευστική ψυχή» των Γιρονδίνων], σχετικά με το Salpetriére:

«Αυτές οι τίγρεις βίαζαν κτηνωδώς τις γυναίκες πριν τις κομματιάσουν … ξέρεις τον ενθουσιασμό μου για την Επανάσταση · λοιπόν, τώρα ντρέπομαι γι’ αυτό· ατιμάστηκε από αυτό το απόβρασμα και έγινε στα μάτια μου φρικτή». Η απελπισμένη κραυγή της κυρίας Roland (που αποκεφαλίστηκε αργότερα ως … αντεπαναστάτρια) αντηχούσε σε όλη τη Γαλλία.
Οι σφαγές του Σεπτεμβρίου σηματοδοτούν μια κρίσιμη στροφή του επαναστατικού δρόμου, από την αλλαγή στην βαρβαρότητα. Μεταξύ των Γιρονδίνων και των Ορεινών, γιά τους οποίους οι Γιρονδίνοι πίστευαν ότι ήταν υπεύθυνοι για τη δολοφονία χίλιων πεντακοσίων ανήμπορων ανθρώπων, δεν υπήρχε πλέον καμία ελπίδα συμφιλίωσης – γεγονός που συνέβαλε άμεσα στον θεσμό του «Επαναστατικού Δικαστηρίου» και της Τρομοκρατίας.
Αμέσως μετά την επιστροφή του στο Παρίσι,τον Απρίλιο, ο Μαρά είχε επίσης προβεί σε γάμο «στο όνομα του Υπερτάτου Όντος» με την Evrard, με την οποίαν απέκτησε μετά από μήνες έναν υιό, τον David. Με την ανακήρυξη της Δημοκρατίας στις 22 Σεπτεμβρίου 1792 εξελέγη μέλος της Κομμούνας του Παρισιού και επίσης βουλευτής των «Ορεινών» στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση, ενώ, ως συνέχεια του «Φίλου του Λαού», εξέδωσε στις 25 Σεπτεμβρίου την «Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας» («Journal de la Republique Francaise»), με την οποία προέτρεψε και συνέβαλε πολύ, στην καρατόμηση του έκπτωτου, ανίκανου βασιλιά Λουδοβίκου στις 21 Ιανουαρίου 1793, παρά την αντίθεση σε κάτι τέτοιο των κυρίαρχων εκείνη την εποχή δεξιών «Γιρονδίνων» [οι οποίοι ουσιαστικά αποτέλεσαν την αριστερή πτέρυγα της «Νομοθετικής συνέλευσης» (δεύτερης επαναστατικής κυβέρνησης) και τη δεξιά της «Συμβατικής συνέλευσης» (τρίτης επαναστατικής κυβέρνησης)].
Ο Μαρά ήδη από τον Ιανουάριο του 1790 υπήρξε μέλος της διαβόητης «Λέσχης των Κορδελιέρων», καθώς και από την ανακήρυξη της Δημοκρατίας στέλεχος της περίφημης «Λέσχης των Ιακωβίνων», όπου επί της εκεί προεδρείας του διατάχθηκε η αφαίρεση της αρχηγίας των δημοκρατικών στρατευμάτων από τον ύποπτο για προδοσία στρατηγό Σαρλ-Φρανσουά ντυ Περιέ ντυ Μουριέ (Charles-François du Perrier du Mouriez) γνωστό ευρύτερα ως Ντυμουριέ (Dumouriez). Αυτός μοιράστηκε τη νίκη της μάχης του Βαλμί με τον Φρανσουά Κριστόφ Κελλερμάν, αλλά αργότερα εγκατέλειψε τον Γαλλικό επαναστατικό στρατό και αυτομόλησε στο αυστριακό στρατόπεδο ! Το όνομά του είναι χαραγμένο στην Αψίδα του Θριάμβου στο Παρίσι (Βόρειος πυλώνας, Στήλη 3)! Ο Μαρά είχε δίκιο για εκείνον και για τον λόγο αυτόν την άνοιξη του 1793 έκανε έκκληση στους πατριώτες των επαρχιών να υποστηρίξουν τον λαό του Παρισιού κατά του Ντυμουριέ και των «Γιρονδίνων», οι τελευταίοι όμως τον κατήγγειλαν στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση για δικτατορικές προθέσεις.
Ο Μαρά παραπέμφθηκε σε δίκη τον Απρίλιο, αθωώθηκε όμως από το επαναστατικό δικαστήριο στις 24 του μηνός, αποθεώθηκε από τα πλήθη των «Αβράκωτων» που τον περιέφεραν στους ώμους τους και αμέσως μετά απαίτησε την διάλυση της 12μελούς επιτροπής των «Γιρονδίνων». Όντως, στις 18 Μαϊου η επιτροπή διαλύθηκε, με αποτέλεσμα την οριστική πτώση των «Γιρονδίνων» κατά την εξέγερση 31 Μαϊου – 2 Ιουνίου, κάτω από την πίεση 80.000 οπλισμένων «Αβράκωτων» και «Ιακωβίνων» υπό τον Φρανσουά Ανριό (Francois Hanriot).

Στις 2 Ιουνίου 1793, ένας όχλος υποκινούμενος από τον Jean-Paul Marat εισέβαλε στο Tuileries και με τη βία των όπλων εξεδίωξε είκοσι δύο εκλεγμένους εκπροσώπους του γαλλικού λαού από την Εθνική Συνέλευση, η οποία συνεδρίαζε εκεί. Αυτοί οι είκοσι δύο άνδρες ήσαν η «ραχοκοκαλιά» του πολιτικού κόμματος των Γιρονδίνων. Αν και αυτό το κόμμα και οι είκοσι δύο άνδρες έχουν πιά υποχωρήσει στο παρασκήνιο της ιστορίας, κάποτε ήσαν οι διαπρύσιοι φορείς γιά όλα τα υψηλα ιδανικά που αντιπροσώπευε η Επανάσταση: Ευγλωττία και ιδεαλισμό, νιότη και ευγενή φιλοδοξία.
Η ανατροπή του κόμματος των Γιρονδίνων από τον όχλο του Μαρά είναι ένα από εκείνα τα κρίσιμα και κομβικά γεγονότα στα οποία ο αναγνώστης και ο ιστορικός μπορούν εύκολα να στηρίξουν μιαν άποψη από την οποία θα μπορέσουν να δουν τη φάση της Επανάστασης που ακολούθησε, τη δαιμονική «Βασιλεία του Τρόμου». Η εξέγερση της 2ας Ιουνίου αντιστοιχεί ουσιαστικά με την έναρξη της Τρομοκρατίας, ενώ οι ίντριγκες, οι εχθροπραξίες και οι ανταγωνισμοί που προκάλεσαν την πτώση των Γιρονδίνων συνέβαλαν στην εγκαθίδρυση του Τρόμου.
Στους δύο μήνες που ακολούθησαν την άδοξη πτώση των «Γιρονδίνων» («Ζιροντέν») [των οποίων προεγράφησαν 29 στελέχη, που άλλα αυτοκτόνησαν (5-6) και άλλα καρατομήθηκαν (21 από αυτούς στις 31 Οκτωβρίου 1793), ενώ επίσης επήλθε φυγή των υπολοίπων στη Γιρόνδη, στη Νπτιοδυτική Γαλλία], ο ψυχοπαθητικός σαδιστής Μαρά, που πιστώθηκε με το μεγαλύτερο ποσοστό δόξας για την ανατροπή εκείνη, υπήρξε ένας από τους τρεις πολιτικά ισχυρότερους άνδρες της Δημοκρατίας, μαζί με τους Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο (Maximilien Robespierre) και τον Ζωρζ Νταντών (Georges Danton), αν και εν γένει οι ίδιοι οι «Ορεινοί» («Montagnards») κρατούσαν αποστάσεις από το άτομό του, λόγω της λυσσαλέας οργή του και της ανατρεπτικής του επικινδυνότητας.
Ο ίδιος, καθώς η δερματική του νόσος είχε χειροτερεύσει, άρχισε να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από το πολιτικό προσκήνιο, καθώς τις περισσότερες ώρες από το εικοστετράωρό του ήταν υποχρεωμένος να το περνάει στο λουτρό του, μουλιάζοντας σε ανάμεικτο με φάρμακα νερό και τελικά, στις 13 Ιουνίου 1793 εκεί, μέσα στο λουτρό αυτό, δολοφονήθηκε με μαχαιριές από μία Νορμανδή θαυμάστρια των «Γιρονδίνων» που είχε έλθει επί τούτου από την αντεπαναστατική Καέν (Caen), την εικοσιπεντάχρονη Σαρλότ Κορνταί ντ’ Αρμάν (Charlotte Corday), κόρη μιας φτωχής αγροτικής οικογένειας αριστοκρατικής καταγωγής.
Η όμορφη νεαρή γυναίκα που ήταν παθιασμένη θαυμάστρια των Γιρονδίνων, ζούσε στη Νορμανδία, στην αρχαία πόλη Καέν. Το όνομά της, Marie-Charlotte de Corday, ήταν ολότελα άγνωστο. Για πολλούς μήνες είχε παρακολουθήσει στις εφημερίδες τη μείωση της επιρροής των Γιρονδίνων. Τις εβδομάδες που προηγήθηκαν του θριάμβου του Μαρά, είχε τη συνήθεια να αποσύρεται στη μοναξιά της κρεβατοκάμαράς της, όπου σε μικρά χαρτάκια έγραφε, διαρκώς την ερώτηση «Θα το κάνω ή όχι;». Το απασχολημένο ύφος της, τα ονειρικά της μάτια υποδήλωναν σε φίλους και συγγενείς ότι η νεαρή κυρία ήταν…. ερωτευμένη. Οι καλόψυχοι κάτοικοι της Καέν ήσαν άνθρωποι περιορισμένης εμπειρίας και λίγοι από αυτούς μπορούσαν να γνωρίζουν πως πάθη πολύ πιο άγρια από την αγάπη κατακτούν μερικές φορές την καρδιά μιας υψηλόφρονος και ευφυούς γυναίκας.
Οι Cordays ήσαν ευγενείς από το 1077 και ο θυρεός τους, στον οποίον ήσαν ζωγραφισμένα τα διακριτικά των Κομήτων, έδειχναν τριάντα δύο τετραχισμούς ευγένειας (ως τετραχισμός ή τετρατόμηση στην εραλδική νοείται η μέθοδος συνδυασμού διαφορετικών οικόσημων πάνω στον ίδιο θυρεό, κατά την οποία η ασπίδα διαιρείται σε ίσα τμήματα -συνήθως τέσσερα- και σε κάθε τμήμα τοποθετείται διαφορετικό οικόσημο. Χρησιμοποιείται για την απόδειξη καταγωγής ή κληρονομιάς από προγόνους και συζύγους). Η ευγένειά τους προερχόταν από το «ξίφος» και όχι από την «τήβεννο» – μια σημαντική διάκριση στο κοινωνικό σχήμα εκείνης της εποχής, – γιατί η πρώτη υπονοούσε την τιμή της άνευ ανταμοιβής υπηρεσίας, ενώ η δεύτερη υποδήλωνε την κηλίδα της εύνοιας και, μάλιστα, του εμπορίου. Για σχεδόν πέντε αιώνες στις φλέβες των Cordays κυλούσε το πιο αγνό νορμανδικό αίμα.
[Η ευγένεια του ξίφους (Noblesse d’Épée) αφορούσε στην παλαιά, παραδοσιακή στρατιωτική αριστοκρατία. Αυτοί οι ευγενείς κατάγονταν από παλιές φεουδαρχικές οικογένειες και κατείχαν τη γη και τον τίτλο τους παραδοσιακά μέσω της στρατιωτικής θητείας, πολεμώντας στο πλευρό του βασιλιά. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους την ανώτερη και πιο αυθεντική τάξη ευγενών, με κληρονομικά προνόμια που βασίζονταν στην ανδρεία και την τιμή.Με την πάροδο των γενεών αρκετοί από αυτούς ήσαν φτωχοί – Η ευγένεια της τηβέννου (Noblesse de Robe): Αφορούσε στη νεότερη αριστοκρατία των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτοί οι ευγενείς δεν κληρονομούσαν τον τίτλο τους από το πεδίο της μάχης, αλλά τον αποκτούσαν υπηρετώντας τον βασιλιά ως ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, δικαστές, δικηγόροι και διαχειριστές. Ο όρος προέρχεται από την τήβεννο (ρόμπα) που φορούσαν στα δικαστήρια. Πολλοί από αυτούς αγόρασαν τα αξιώματά τους (και μαζί τον τίτλο ευγενείας) από το Στέμμα για να ενισχύσουν την εξουσία τους. Μεταξύ των δύο ομάδων υπήρχε συχνά έντονος ανταγωνισμός και κοινωνική προκατάληψη. Οι Ευγενείς του Ξίφους συχνά υποτιμούσαν τους Ευγενείς της Τήβεννου, θεωρώντας τους νεόπλουτους και κατώτερους, καθώς το κύρος τους προερχόταν από «μελάνι και χαρτί» και όχι από στρατιωτική δόξα.]

Στις ημέρες μας της «γλυκερής αναγκαστικής ισότητας» και «του χρήματος» είναι εύκολο να απορρίψουμε με απαξιωτική περιφρόνηση τις απόψεις τέτοιων οικογενειών όπως αυτή στην οποία γεννήθηκε η Charlotte Corday. Αυτό όμως που υπάρχει σε όλες αυτές τις οικογένειες, το οποίο προκαλεί τον θαυμασμό μας, αν όχι τη συμπάθειά μας, είναι ένας απτός και συνάμα άπιαστος καθορισμός. Στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα οι λέξεις «τιμή» και «υποχρέωση» είχαν αρχίσει να σημαίνουν τόσο λίγα για την εκφυλισμένη πλουτοκρατική αριστοκρατία των Βερσαλλιών όσο σημαίνουν για το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου σήμερα. Ένα μέρος αυτής της αδαμάντινης σκληρότητας του πνεύματος, αυτής της δύναμης του χαρακτήρα χωρίς την οποίαν η τιμή δεν μπορεί να είναι παρά μια λέξη, παρέμενε στους επαρχιακούς ευγενείς, ίσως σαν μια κληρονομιά των αναγεννησιακών προγόνων τους.

Η δολοφόνος συνελήφθη επιτόπου από τους «Αβράκωτους», παραπέμφθηκε σε δίκη, καταδικάστηκε σε θάνατο και καρατομήθηκε το πρωϊ της Τετάρτης 17 Ιουλίου 1793, ενώ ο Μαρά ανακηρύχθηκε σε «μάρτυρα της Ελευθερίας» και …. σχεδόν αποθεώθηκε. Η Εθνοσυνέλευση παρέστη σχεδόν σύσσωμη στην μεγαλειώδη κηδεία του, το τελετουργικό της οποίας είχε σχεδιάσει ο φίλος του «ζωγράφος της Επανάστασης» Νταβίντ (Jacques-Louis David) και, με απόφασή της, έστησε την προτομή του στην αίθουσα των συνελεύσεών της, όπως το ίδιο έπραξαν όλες σχεδόν οι «Λέσχες των Ιακωβίνων», ενώ ο ίδιος ο Νταβίντ απεικόνισε τον θάνατό του στον περίφημο πίνακα «Η δολοφονία του Μαρά» (1793). Ο φανατικός θαυμαστής του Βρετανός σοσιαλιστής ιστοριογράφος και νομικός Ernest Belfort Bax (1854–1926) μας μεταφέρει την πληροφορία ότι η σορός του αποτεφρώθηκε.

Jean Louis Vallat – Gini