4η ΙΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΨΕΥΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

5–8 minutes

Κάθε 4η  Ιουλίου, οι Αμερικανοί γιορτάζουν τη γέννηση μιας δημοκρατίας που κήρυξε την ανεξαρτησία της από μιαν αυτοκρατορία …. γιά φορολογικούς λόγους. Πυροτεχνήματα, σημαίες, κομφετί και ομιλίες τιμούν έναν λαό που απέρριψε την μακρινή ευρωπαϊκή κυριαρχία, τις ξένες εμπλοκές και τη συγκέντρωση εξουσίας πέραν ​​από τη συγκατάθεση των δικών του κοινοτήτων. Ωστόσο, η βαθύτερη ειρωνεία της φαντασμαγορικής εορτής είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σταδιακά κατήντησαν αυτό ακριβώς που δημιουργήθηκαν για να αντισταθούν.

Η δημοκρατία των αγροτών, των εμπόρων, των τεχνιτών και των αυτοδιοικούμενων κρατών μετατράπηκε σε μια παγκόσμια αυτοκρατορία του κέρδους, μιαν αλυσίδα τραπεζοχρηματιστηριακών παραρτημάτων, με στρατιωτικές βάσεις διάσπαρτες σε όλες τις ηπείρους, με στόλους που περιπολούν κάθε ωκεανό και βουλιμικές πολιτικές φιλοδοξίες που εκτείνονται πολύ πέρα ​​από τις δικές της ακτές.

Η επέτειος της αμερικανικής ανεξαρτησίας εγείρει επομένως ένα πολύ πιο επείγον ερώτημα από ό,τι συνήθως της επιτρέπουν οι … γυαλιστερές πατριωτικές τελετές και οι διεθνείς τοκογλύφοι που την ελέγχουν: Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μπορούν να γίνουν ξανά μια δημοκρατία ελεύθερων και έντιμων ανθρώπων ή θα συνεχίσουν να εξαντλούνται σε έναν ηλίθιο αυτοσπαραγμό πασχίζοντας μάταια να διατηρήσουν μια παγκόσμια τάξη που …. δεν υπάρχει πια!

Η διαφαινόμενη άνοδος ενός πολυπολικού κόσμου αφότου ξεκίνησε έχει αποκαλύψει με αυξανόμενη σαφήνεια τα όρια του αυτοκρατορικού σχεδίου. Επί δεκαετίες, η Ουάσιγκτον – Νέα Ιερουσαλήμ απολάμβανε μια θέση πλανητικής μονοδύναμης που της επέτρεπε να διαμορφώνει με άνεση … και ξιππασιά τα διεθνή οικονομικά, τις στρατιωτικές συμμαχίες και τους διπλωματικούς θεσμούς συναντώντας σχετικά μικρή αντίσταση. Αυτή η περίοδος έχει φθάσει στο τέλος της. Νέα κέντρα εξουσίας έχουν ήδη αναδυθεί σε όλη την Ευρασία και στον ευρύτερο «Παγκόσμιο Νότο», όχι βεβαίως επειδή τους δόθηκε από τους Γιάνκηδες η άδεια να το κάνουν, αλλά επειδή η οικονομική ανάπτυξη, η τεχνολογική πρόοδος και η δημογραφική αλλαγή έχουν αλλάξει ξεκάθαρα την ισορροπία δυνάμεων.

Καμία ποσότητα στρατιωτικών δαπανών ή διπλωματικής πίεσης, όσο πελώρια και αν είναι, δεν μπορεί να αντιστρέψει μόνιμα αυτές τις κοσμογονικές διαρθρωτικές αλλαγές. Η προσπάθεια διατήρησης της αμερικανοσιωνιστικής μονοπολικής κυριαρχίας έχει αντίθετα προκαλέσει ατελείωτους πολέμους, αυξανόμενο δημόσιο χρέος, κλιμακούμενο εσωτερικό εγχώριο διχασμό και αυξανόμενη δυσπιστία μεταξύ των συμμάχων, οι οποίοι αν και … δουλόφρονες αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο ότι ο κόσμος αλλάζει, ανεξάρτητα από τις αμερικανικές επιθυμίες. Το τέλος της …. «καρχηδονιακής» αυτοκρατορίας δεν είναι επομένως αποτέλεσμα μιας μόνο ήττας, αλλά ενός πολυεπίπεδου ιστορικού μετασχηματισμού που κανένα κράτος δεν μπορεί απλώς να νομοθετήσει, να εξορκίσει ή να απωθήσει.

Αυτός ο μετασχηματισμός αποκαλύπτει επίσης μια λανθάνουσα σύγκρουση εντός της ίδιας της Αμερικής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πάντα περιείχαν δύο ανταγωνιστικές παρορμήσεις : Η μία στρέφεται προς τη θάλασσα, επιδιώκοντας την εμπορική επέκταση, την οικονομική επιρροή, τη στρατιωτική προβολή, καθώς και μια παγκόσμια αποστολή, παλαιοδιαθηκικού χαρακτήρα  που εκτείνεται σε όλο τον κόσμο. Η άλλη στρέφεται προς την ξηρά, δίνοντας έμφαση στην παραγωγική βιομηχανία, στις τοπικές κοινότητες, στα ασφαλή σύνορα, στην εθνική συνοχή και στην καλλιέργεια της δημοκρατίας στο εσωτερικό. Αυτές οι παραδόσεις συνυπήρχαν παραλλήλως από την πρώιμη ιστορία της χώρας, ωστόσο το θαλάσσιο όραμα σταδιακά υπερίσχυσε του ηπειρωτικού. Η βιομηχανική ισχύς εξυπηρετούσε ολοένα και περισσότερο μη- αμερικανικά, διεθνιστικά εθνοθρησκευτικά οικονομικά συμφέροντα, οι ξένες δεσμεύσεις προς του Διεθνείς Επικυρίαρχους πολλαπλασιάζονταν και η εγχώρια ανανέωση τέθηκε σε δεύτερη μοίρα έναντι της παγκόσμιας επεκτατικής κερδοσκοπικής διαχείρισης. Καθώς οι διαψειριστικές υποχρεώσεις προς τους αφανείς πλανητικούς άρχοντες επεκτάθηκαν, τα θεμέλια της αμερικανικής δημοκρατίας αποδυναμώθηκαν. Οι υποδομές γέρασαν, η κατασκευαστική, επιστημονική και παραγωγική δημιουργία  μειώθηκε σε πολλές περιοχές, οι κοινότητες διαλύθηκαν και η πολιτική ζωή καταναλώθηκε σε αγώνες για μακρινές κρίσεις, ενώ τα προβλήματα στο εσωτερικό συσσωρεύονταν χρόνο με το χρόνο.

Η υπόσχεση του κινήματος «Πρώτα η Αμερική» φάνηκε για λίγο να αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα. Εκατομμύρια ψηφοφόροι κατάλαβαν ότι οι ατελείωτες παρεμβάσεις στο εξωτερικό ελάχιστα ή καθόλου οφέλη είχαν αποφέρει στους απλούς Αμερικανούς, ενώ παράλληλα επέβαλαν τεράστιο οικονομικό και ανθρώπινο κόστος. Οι Αμερικανοί ήλπιζαν σε μιαν επιστροφή σε μιαν εξωτερική πολιτική που καθοδηγείται από αυτοσυγκράτηση, εθνικό συμφέρον και συνταγματικά όρια, αντί για δήθεν «ιδεολογικές αποστολές» θείς έμπνευσης  στο εξωτερικό. Ωστόσο, οι ελπίδες από μόνες τους και τα συνοδευτικά ευχολόγια δεν μπορούν να ξεπεράσουν τους εδραιωμένους θεσμούς και τα βαθιά διαπλεκόμενα συμφέροντα. Οι έξοχες προεκλογικές υποσχέσεις συγκρούστηκαν με ένα πολιτικό, γραφειοκρατικό, στρατιωτικό και χρηματοοικονομικό κατεστημένο που είχε επενδύσει βαθιά στη διατήρηση της υπάρχουσας τάξης. Είτε μέσω συμβιβασμού, πίεσης, υπολογισμού είτε σφαλερής επιόλαιας πεποίθησης, το κίνημα που υποσχόταν εθνική ανανέωση βρέθηκε όλο και περισσότερο να συμμετέχει με σφοδρότητα σε πολλά από τα ίδια μοτίβα που κάποτε καταδίκαζε. Για πολλούς υποστηρικτές, αυτό δεν αντιπροσώπευε απλώς μια πολιτική απογοήτευση, αλλά μιαν υπενθύμιση ότι η αλλαγή προσωπικοτήτων είναι πολύ ευκολότερη από την αλλαγή των δομών μιας δημοκρατίας  μεταλλαγμένης σε τυραννία, αλλαγή που έχει αναπτυχθεί με το πέρασμα των γενεών πριν από τον Α’ Μεγάλο Πόλεμο. Επί περισσότερα από 100 χρόνια..

Αν οι ΗΠΑ επιθυμούν να ανακτήσουν την υγεία και τη δύναμή τους, πρέπει οπωσδήποτε να εγκαταλείψουν την ψευδαίσθηση ότι η παγκόσμια κυριαρχία μπορεί να αποκατασταθεί μέσω ακόμη μεγαλύτερης προσπάθειας. Μια δημοκρατία γίνεται ανθεκτική όχι κυβερνώντας τον κόσμο αλλά κυβερνώντας σωστά τον εαυτό της. Η οικονομική παραγωγή, η τεχνολογική καινοτομία, η ασφάλεια των συνόρων, οι υποδομές, η εκπαίδευση και η σταθερότητα των τοπικών κοινοτήτων συμβάλλουν περισσότερο στο εθνικό μεγαλείο απ’ ότι μια ακόμη παροχή και στρατιωτική δέσμευση προς «τον Εκλεκτό πιστό φίλο και σύμμαχο» στην άλλη άκρη του πλανήτη. Μια γνήσια πολιτική «Πρώτα η Αμερική» θα αποδεχόταν επομένως την εμφάνιση της πολυπολικότητας αντί να την αντιμετωπίζει ως καταστροφή. Θα αναγνώριζε και άλλους μεγάλους πολιτισμούς ως μόνιμα χαρακτηριστικά της διεθνούς ζωής, ενώ θα συγκέντρωνε τους αμερικανικούς πόρους στην ανοικοδόμηση της ίδιας της χώρας. Μια τέτοια πορεία δεν θα αντιπροσώπευε δήθεν παράδοση στους ξένους αλλά αληθινή στρατηγική ωριμότητα, αντικαθιστώντας την βουλιμική «δαβιδική» αυτοκρατορική υπερέκταση με εθνική ενοποίηση που επεδίωξαν οι «Ιδρυτές Πατέρες» του Έθνους αποτινάσσοντας τη βρετανική αποικιοκρατία.

Συνεπώς, η 4η  Ιουλίου πρέπει να βιώνεται ως κάτι περισσότερο από έναν απλό εορτασμό του παρελθόντος. Πρέπει να χρησιμεύει ως ευκαιρία ενθύμισης και σπουδής του αρχικού σκοπού της αμερικανικής ανεξαρτησίας, ώστε να μετρηθεί δίχως ευχολόγια, δαιμονοποιήσεις και εξορκισμού πόσο έχει απομακρυνθεί το νέο έθνος από αυτόν. Η μονοκρατορία  που αναδύθηκε κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, συνεχίζει να είναι μια Καρχηδόνα και όχι μιά Ρώμη,  ενώ εισέρχεται στο τελευταίο της κεφάλαιο επειδή οι συνθήκες που τη διατήρησαν έχουν εξαφανιστεί. Η προσκόλληση στα απομεινάρια της απλώς θα επιδεινώσει μόνο την εξπλούμενη παρακμή.

Η ανάκτηση της αληθινής δημοκρατίας, αντίθετα, παραμένει εφικτή εάν οι Αμερικανοί ανακαλύψουν ξανά τη σοφία που ενέπνευσε την ίδρυσή τους: Δηλαδή ότι ένας ελεύθερος λαός πρέπει να κυβερνά τον εαυτό του αντί να επιδιώκει να κυβερνά τον κόσμο. Ακόμη και η εποχή των πραγματικών αυτοκρατοριών κάποτε τελειώνει. Το αν αυτό σηματοδοτεί την παρακμή της Αμερικής ή την αρχή της ανανέωσής της εξαρτάται από το αν το έθνος επιλέξει να παραμείνει πλανητική μονοκρατορία των εμπόρων ή να γίνει ξανά μια δημοκρατία με αυτοκρατορική ακτινοβολία. Αν θεραπευτεί από την υλιστική μηχανιστική δαιμονοληψία της και επαληθεύσει τον περήφανο τελευταίο στίχο του Εθνικού μας ύμνου «Η αστερόεσσα σημαία», όπως τον έγραψε ο Φράνσις Σκοτ Κι το 1814, που χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ ως «γή των ελεύθερων και σπίτι των γενναίων» (Land of the free and home of the brave).

Το ερώτημα είναι απλό και τρομακτικό : «Γη των Γενναίων ή Γη του Παραληρήματος;» 

(Land of the Brave or land of the rave?)

Theodore “Ted” John Pelley

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

104
fb-share-icon
Insta
Tiktok