Οι Λαοί εναντίον της Νέας Τάξης

13–19 minutes

Μια παρουσίαση, βασισμένη στο άρθρο του Charles Champetier, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Éléments το 1996, που αποτελεί μιαν ψηλάφιση του έργου του Αμερικανού διανοητή Christopher Lasch, Η εξέγερση των ελίτ, μέσα από τον φακό της Nouvelle Droite (Ευρωπαϊκή Νέα Δεξιά). Το κεντρικό αφήγημα του έργου και του άρθρου, είναι ότι οι αναλύσεις του Ortega y Gasset για την «εξέγερση των μαζών» πρέπει πλέον να ανατραπούν, ως ανεδαφικές: στον 20ό αιώνα, οι μάζες είχαν ξεριζωθεί και παρασύρθηκαν από ολοκληρωτικά κινήματα, αλλά σήμερα, η «Νέα Τάξη» των διευθυντών, των τεχνοκρατών και των επαγγελματιών της πληροφορίας και του πολιτισμού, είναι οι ελίτ που έχουν αποσχιστεί από την κοινή ζωή και εγκαταλείψει τις αξίες της.

Ο Christopher Lasch (1932-1994) υπήρξε μια αμφιλεγόμενη και δυσταξινόμητη μορφή της αμερικανικής διανόησης. Κληρονόμος της Κριτικής Θεωρίας της περιβόητης Σχολής της Φρανκφούρτης, αδιάφορος προς την επαναστατική διάσταση του μαρξισμού, βαθιά προσκολλημένος στο παρελθόν και το μέλλον των ΗΠΑ, διεκδικητής της λαϊκιστικής παράδοσης αλλά ταυτόχρονα δανειζόμενος επιχειρήματα από τη συντηρητική σκέψη, ο Lasch αποτελεί μιαν ενδιαφέρουσα όσο και προκλητική φιγούρα. Το τελευταίο του έργο, που ολοκληρώθηκε λίγο πριν τον θάνατό του, συνιστά μια πνευματική διαθήκη που αναταράσσει πολλές βεβαιότητες και δοξασίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Η «Νέα Τάξη» ορίζεται ως εκείνοι που ελέγχουν τις διεθνείς ροές χρήματος και πληροφορίας, προεδρεύουν σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, διαχειρίζονται τα μέσα πολιτιστικής παραγωγής και θέτουν τους όρους της δημόσιας συζήτησης. Πρόκειται για την διευθυντική τάξη και τα πνευματικά επαγγέλματα δηλαδή τους φιλελεύθερους της ανώτερης μεσαίας τάξης.

Σε αντίθεση με την παλαιά αστική τάξη, της οποίας η εξουσία στηριζόταν στις προσόδους της ιδιοκτησίας, η Νέα Τάξη θεμελιώνει την κυριαρχία της σε τρία στοιχεία:

  • την κυριαρχία της πληροφορίας,
  • την αξιοποίηση της «διευθυντικής ικανότητας»
  • και την επένδυση στην ιδιωτική και εξειδικευμένη εκπαίδευση.

Το κύριο μέλημά της δεν είναι η οργάνωση του πολιτεύματος ή η υπεράσπιση του κοινού καλού, αλλά η «αρμονική λειτουργία του συστήματος στο σύνολό του»  δηλαδή η παγκοσμιοποίηση και η προώθηση μιας νέας «αίσθησης της ιστορίας» απέναντι στην οποία κάθε εξέγερση κηρύσσεται μάταιη.

Ο Lasch επισημαίνει μιαν ανησυχητική τάση: οι εκβιομηχανισμένες κοινωνίες επιστρέφουν σε μια κατάσταση Παλαιού Καθεστώτος, με έντονο κοινωνικό διαχωρισμό μεταξύ μιας αυτοϊκανοποιούμενης ελίτ και μιας ταλαιπωρημένης «τρίτης τάξης». Το ρήγμα δεν είναι μόνον οικονομικό αλλά και ηθικό: πάνω, η εξουσία, η τεχνοκρατική γλώσσα, η ηθικολογική φλυαρία και η άνεση των υψηλών εισοδημάτων· κάτω, η αντιμετώπιση του πραγματικού, η αβεβαιότητα για το μέλλον, η ερώτηση του νοήματος, η αηδία για τις μικροκουβέντες και η πείνα για μεγάλες αξίες.

Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα του Lasch είναι ότι η εγκατεστημένη αξιοκρατία αποτελεί μόνο μια γελοιοποίηση της δημοκρατίας. Η Νέα Τάξη, αποτελούμενη από «άνδρες και γυναίκες σε διαμετακόμιση», αντλεί από την αξία που την νομιμοποιεί το συναίσθημα ότι έφτιαξε τον εαυτό της μόνη της και επομένως δεν χρωστάει σε κανέναν. Σε αντίθεση με την παλιά αριστοκρατία, που ήταν υπόχρεη στην ηθική του noblesse oblige, η αξιοκρατία τείνει να αποπροσωποποιεί και να απαλλάσσεται από ευθύνες για την καθοδήγηση της κοινωνίας. Όταν αντιμετωπίζει κριτική, η ελίτ δεν υπερασπίζεται πλέον τις δεσμεύσεις της, αλλά επικαλείται την αυθεντία των «πολύπλοκων» μηχανισμών της πολιτικής και της οικονομίας, πέρα από την πρόσβαση του κοινού ανθρώπου.

Αυτή η στάση εκδηλώνεται στην καθημερινή ζωή: τα μέλη της Νέας Τάξης εγκαταλείπουν τα κέντρα των πόλεων για οικιστικά προάστια, στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία, δεν χρησιμοποιούν ποτέ τα δημόσια μέσα μεταφοράς. Μια τέτοια αυθόρμητη αδιαφορία για το «δημόσιο καλό» καθιστά απατηλή την αξίωση των ελίτ να το ενσαρκώνουν.

Κατά τον Lasch, αυτή η αξιοκρατία επιτρέπει την άνοδο λίγων και ταυτόχρονα δικαιολογεί την αδιαφορία για το γενικό επίπεδο εκπαίδευσης του λαού. Αγιάζει τη νίκη του διανοητικού μοντέλου, αντανακλώντας την εξέλιξη του καπιταλισμού προς μια αυξανόμενη αφαίρεση των αξιών. Το τελικό αποτέλεσμα είναι βαθιά αντιδημοκρατικό: διαχωρισμός των τάξεων, περιφρόνηση της χειρωνακτικής εργασίας, παρακμή των δημόσιων σχολείων, εξαφάνιση της κοινής κουλτούρας.

Το κείμενο αναλύει διεξοδικά την ιστορία του μύθου της κοινωνικής κινητικότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ αποτελούν το ιδανικό «πειραματόζωο» την ιδανική πλατφόρμα μελέτης, αφού προωθούνται και παρουσιάζονται ως η μήτρα της μελλοντικής κοινωνίας. Μια κοινωνία ισοπεδωμένης σκέψης, εξαρτημένης από υλικά αγαθά, απαραίτητα και μη, διαφυλετική, σεξουαλικά άμετρη, εξαρτημένη από ουσίες και άθεη. Ακόμη και στα 1990, είναι φανερή η ουτοπία μιας τέτοιας κοινωνίας και γι’ αυτό ο Lasch την μελετάει.

Ο Lasch λοιπόν, υποστηρίζει ότι η μακροπρόθεσμη τάση βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης έχει αντιστραφεί: η μεσαία τάξη σήμερα φοβάται περισσότερο να πέσει στη φτώχεια παρά ελπίζει να ανυψωθεί προς την άνεση. Το όραμα μιας αόριστης ανάπτυξης διαλύεται.

Ο μύθος των ευκαιριών αναπτύχθηκε μετά το κραχ του 1929 και απογειώθηκε τη δεκαετία του 1950-60, ως απάντηση στην απώλεια εμπιστοσύνης μπροστά στην ταξική πάλη και τον φόβο της στασιμότητας. Ωστόσο, ο Lasch εντοπίζει τις ρίζες του ιδανικού της ευκαιρίας στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν το τέλος της Κατάκτησης της Δύσεως και η εκβιομηχάνιση υποκατέστησαν την υπόσχεση ανεξαρτησίας με την ελπίδα ανύψωσης μέσω της μισθωτής εργασίας.

Σε όλο τον 19ο αιώνα, το πιο διαδεδομένο ιδανικό στις ΗΠΑ δεν ήταν η άνοδος στην κοινωνική κλίμακα, αλλά η κατοχή περιουσίας και η ελεύθερη εκπλήρωση της εργασίας — η επιθυμία για αυτοδιάθεση, σε συνδυασμό με μια εργατική νοοτροπία εχθρική προς τους «αργόσχολους» καπιταλιστές. Η ίδια η μισθωτή εργασία, συγκρινόμενη με «λευκή σκλαβιά», αντιφάσκει με την αρχή της αυτονομίας. Η μόνη αποδεκτή επιθυμία ανύψωσης ήταν διανοητικής φύσης: περιέργεια για τις ανακαλύψεις, μόρφωση, γούστο για την γραπτή κουλτούρα. Το ιδανικό ήταν μια κοινωνία χωρίς τάξεις, όπου η γνώση δεν θα διαχωριζόταν από την εργασία.

Ο αμερικανικός λαϊκισμός εγγράφεται στην νοσταλγία αυτής της «χρυσής εποχής», μιας όμως εποχής εύθραυστης ισορροπίας όπου η δημόσια ζωή παρέπεμπε σε μια δημοκρατία μικρών ιδιοκτητών, στην ένωση διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, στην εκπαιδευτική αξία της πρακτικής εμπειρίας στη διαχείριση ιδιοκτησίας και την άσκηση της ιδιότητας του πολίτη.

Το άρθρο περιλαμβάνει μιαν εκτενή παρένθεση για τον αμερικανικό λαϊκισμό, διακρίνοντάς τον από την υποτιμητική χρήση του όρου στην Γαλλία. Ενώ στην Γαλλία ο λαϊκισμός χρησιμοποιείται ως απαξιωτικός χαρακτηρισμός για δημαγωγικές στάσεις ή ακροδεξιά κινήματα, στις ΗΠΑ οι πολιτικοί — τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Ρεπουμπλικάνοι — διεκδικούν πρόθυμα μιαν λαϊκιστική παράδοση.

Ο αμερικανικός λαϊκισμός με την στενή έννοια παραπέμπει στο Λαϊκό Κόμμα (Populist Party) που ιδρύθηκε το 1891 και αναπτύχθηκε στις πολιτείες της ενδοχώρας. Η εμφάνισή του συνδέθηκε με τον φόβο υποβιβασμού των μικρών ανεξάρτητων ιδιοκτητών μπροστά στην Βιομηχανική Επανάσταση και την ανάπτυξη ενός ισχυρού ομοσπονδιακού κράτους. Το κόμμα αντιτάχθηκε στις επιταγές της «προόδου» και επιθυμούσε τη διατήρηση του «αρχικού μοντέλου» της αμερικανικής δημοκρατίας: εκτεταμένη τοπική αυτονομία, εγγύτητα ελίτ και λαού, ηθική της καλής εργασίας, μη ανταγωνιστική οικονομία.

Είναι ενδιαφέρον ότι το Λαϊκό Κόμμα ήταν πιο εχθρικό προς την αγορά παρά προς το Κράτος, σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους νέο-λαϊκιστές. Το πρόγραμμά του περιλάμβανε εθνικοποιήσεις σιδηροδρόμων, τηλέγραφου και τηλεφώνου, καθώς και αναλογικό φόρο εισοδήματος. Κοινωνιολογικά, ο αμερικανικός λαϊκισμός είναι ριζωμένος στην μεσαία τάξη, σε εκείνη την «Μέση Αμερική»: στα μισά του δρόμου μεταξύ της γραφειοκρατικής-διανοητικής βαρύτητας της Ανατολικής Ακτής και του τεχνολογικό-εμπορικού παραληρήματος της Δυτικής Ακτής.

Ο Lasch υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς αρετή, και καμία αρετή χωρίς εκπαίδευση. Ενώ οι περισσότεροι δημοκράτες πιστεύουν ότι «οι φιλελεύθεροι θεσμοί, και όχι ο χαρακτήρας των πολιτών, κάνουν τη δημοκρατία να λειτουργεί», ο Lasch απαιτεί πρώτα την  εκπαίδευση του λαού, ανεξάρτητη από την περιουσία και την κοινωνική θέση. Καταγγέλλει την «κληρικοποίηση» της διανοητικής ζωής, μια πραγματική κατάσχεση της γνώσης από μια «φωτισμένη» ελίτ που ξέρει να διασκεδάζει τις μάζες για να τις κρατά στον αναλφαβητισμό και την άγνοια.

Το βασίλειο της «εξειδικευμένης τεχνογνωσίας» σε όλους τους τομείς σβήνει την κοινή λογική και καταστρέφει την ικανότητα κρίσης των πολιτών. Ο Lasch συντάσσεται με μια παράδοση κριτικής της φιλελεύθερης δημοκρατίας που, από τον Emerson και τον Whitman έως τον Dewey, διεκδικεί μιαν εναλλακτική κι ενεργητική αντίληψη της ελευθερίας, την εκπλήρωση των καθηκόντων και όχι την απόλαυση των δικαιωμάτων. Προσεγγίζει με θαυμασμό την Αριστοτελική αντίληψη της ελευθερίας.

Ο Lasch δεν έχει καμία συμπάθεια για τους αποστόλους της «ανεκτικότητας», για τους οποίους η καταγγελία του φανατισμού ή του ρατσισμού αρκεί για να αποκτήσει κανείς πιστοποιητικό δημοκρατικής καλής διαγωγής. Η τυπική τήρηση της αρχής της ανεκτικότητας ισοδυναμεί με «αναστολή της ηθικής κρίσης»: αν όλα έχουν ίση αξία, η συζήτηση για τις αξίες κλείνει πριν αρχίσει. Η δημοκρατία εκφυλίζεται σε μια παράθεση ιδιαίτερων προνομίων προστατευμένων από τον νόμο οδηγώντας στην «νομικοποίηση» της αμερικανικής δημοκρατίας.

Αντίθετα, η αρχή της αριστείας, εξίσου έγκυρη για όλους, προϋποθέτει μια κοινή εκπαίδευση για την απόκτηση «αυτοσεβασμού» κάτι που θεωρεί το “sine qua non” της συμμετοχής στην δημόσια ζωή. Ο Lasch είναι έντονα επικριτικός προς τη «θετική δράση» (affirmative action) και την «πολιτική ορθότητα»: προσαρμόζοντας την εκπαίδευση στο γούστο και το επίπεδο του καθενός, η δημοκρατία εγκαταλείπει τον σκοπό της διαμόρφωσης ίσων πολιτών για να ευχαριστήσει διάφορα άτομα, κόβοντας έτσι το κλαδί στο οποίο κάθεται.

Το κείμενο εξετάζει τις σχέσεις μεταξύ λαϊκιστών και κοινοτιστών, δύο ρευμάτων που αμφισβητούν τον φιλελεύθερο ατομικισμό. Ο Lasch διαχωρίζεται από τους κοινοτιστές σε δύο σημεία: τους κατηγορεί ότι επιτίθενται περισσότερο στην αγορά παρά στο Κράτος, συγχέοντας έτσι τον κοινοτισμό με την σοσιαλδημοκρατία, και απορρίπτει τις υποχωρήσεις τους στην αναγνώριση του πολυπολιτισμικότητας και την «ιδεολογία της συμπόνιας».

Ωστόσο, ο συγγραφέας του άρθρου -ορθά- διαφωνεί με τον Lasch σε αυτό το σημείο. Υποστηρίζει ότι η αποχώρηση του Κράτους δεν θα παράγει αυθόρμητη αλληλεγγύη, μια τέτοια άποψη είναι αφέλεια ή κυνισμός. Το κράτος παραμένει ο μόνος δημόσιος φορέας ικανός να αντιταχθεί στις επελάσεις της αγοράς.

Η ισχυρότερη κριτική του Lasch προς τους κοινοτιστές αφορά το ζήτημα της «συμπόνιας» προς τα υποτιθέμενα θύματα διακρίσεων. Η θέση του Lasch, που αντιπαραθέτει τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια στην συμπόνια και τον οίκτο, ενισχύεται από τις υπερβολές της θετικής δράσης και του πανεπιστημιακού ριζοσπαστισμού. Ωστόσο, ο συγγραφέας αμφιβάλλει αν αρκεί η επίκληση της «ατομικής ευθύνης» ή των «απρόσωπων κοινών κανόνων».

Παρά τις διαφωνίες, το κείμενο επισημαίνει ότι οι αντιθέσεις δεν είναι τόσο έντονες, όπως δείχνει το «κοινό πρόγραμμα» που προτείνει ο Lasch: η δημόσια φιλοσοφία του 21ου αιώνα θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην κοινότητα, να τονίσει τις ευθύνες αντί των δικαιωμάτων, να βρει ικανότερη έκφραση της κοινότητας από την κρατική πρόνοια, και να περιορίσει την αγορά και τις μεγάλες εταιρείες χωρίς να τις αντικαταστήσει με συγκεντρωτική γραφειοκρατία.

Ένα από τα πιο οξυδερκή τμήματα του κειμένου αφορά την εξαφάνιση των χώρων δημόσιας συνάντησης και συζήτησης. Ο Lasch παρατηρεί ότι η πολιτική ζωή απαιτεί πλαίσια όπου οι άνθρωποι συναντώνται ως ίσοι, ανεξάρτητα από φυλετικές, κοινωνικές ή εθνικές καταβολές. Ωστόσο, οι ίδιες αυτές προϋποθέσεις αποτυγχάνουν στον σύγχρονο τρόπο ζωής, της αμερικανικής κοινωνίας.

Η παρακμή της ευγένειας αρχίζει με την εξαφάνιση των πόλεων σε ανθρώπινη κλίμακα, των μικρών κωμοπόλεων και των γειτονιών προς όφελος των τεράστιων πόλεων-γραφείων και των οικιστικών προαστίων. Ακολουθεί η διάλυση του αστικού ιστού σύμφωνα με τις ανάγκες, και τέλος η εξαφάνιση των άτυπων χώρων συνάντησης (μπαρ, καφέ, πλατείες, πάρκα) ή η ιδιωτικοποίησή τους.

Παντού, οι τόποι συνάντησης των πολιτών αντικαθίστανται από τους εικονικούς τόπους διέλευσης χρηστών. Η ασφάλεια της ορθολογικής επιλογής των ατόμων καταλήγει στη σύσταση «δικτύων» — από τη φύση τους διαχωριστικών (τα άτομα συναναστρέφονται με ομοίους τους), ελιτίστικων (η ικανότητα σύστασης δικτύων είναι ανάλογη με το εισόδημα) και εσωστρεφών (τα ίδια άτομα ανταλλάσσουν τις ίδιες παρατηρήσεις). Είναι ο θάνατος του αρχικού πνεύματος της δημοκρατίας, που οι Έλληνες συνέλαβαν ως την μόνιμη αντιπαράθεση διαφορετικών αλλά ίσων πολιτών.

Οι υπερασπιστές της φιλελεύθερης δημοκρατίας προβάλλουν την «επανάσταση της πληροφορίας και της επικοινωνίας» ως αντιστάθμισμα στην κατάρρευση της δημόσιας ζωής. Ωστόσο, ο Lasch υποστηρίζει ότι η έκρηξη της πληροφορίας συμβαδίζει με το τέλος της δημόσιας συζήτησης.

Πρώτον, η αποτυχία του Τύπου προς «αντικειμενική» δημοσιογραφία εξορίζει κάθε δέσμευση ως «παραμόρφωση». Η πληροφορία πολιτικού, οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα δεν αξίζει τίποτα χωρίς ερμηνεία και εκτίμηση του πλαισίου, των αιτιών και των αποτελεσμάτων. Την ερμηνεία αυτήν, ελέγχουν οι ελίτ και η επιλογή ορισμένων πληροφοριών μεταξύ εκατομμυρίων παραπέμπει σε υποκειμενική εκτίμηση. Η διαφορετική μεταχείριση των εκλογών στην Ινδία και στο Ισραήλ, για παράδειγμα, υπακούει σε μια προκατάληψη της πολιτικο-μεσικής τάξης.

Δεύτερον, η τηλεόραση έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Πριν από τη γενίκευσή της, υπήρχε πολλαπλασιασμός εντύπων, αγορεύσεων, δημόσιων αντιπαραθέσεων, εξύμνηση των διαφορών μεταξύ υποψηφίων, σταθερή συζήτηση λεπτομερειών προγραμμάτων, ζωντανή γλώσσα — και υψηλή συμμετοχή. Μετά: εμμονική προσοχή στην εμφάνιση, ενίσχυση του κύρους του «ουδέτερου» δημοσιογράφου, τυποποίηση του λόγου, συγκέντρωση των συζητήσεων σε μια μοναδική αντιπαράθεση, εξάλειψη ανεπιθύμητων τρίτων — και υψηλή αποχή.

Ο Lasch τονίζει ότι «αυτό που απαιτεί η δημοκρατία είναι η έντονη δημόσια συζήτηση, όχι η πληροφόρηση». Η πληροφόρηση, συνήθως αντιληπτή ως προϋπόθεση για τη συζήτηση, είναι στην πραγματικότητα υποπροϊόν της. Δεν ξέρουμε τι πρέπει να γνωρίζουμε μέχρι να θέσουμε τις σωστές ερωτήσεις, και μπορούμε να τις θέσουμε μόνο υποβάλλοντας τις ιδέες μας στη δοκιμασία της δημόσιας αντιπαράθεσης.

Η παρακμή της δημόσιας συζήτησης είναι επίσης συνέπεια της βαθιάς ομοιογένειας της Νέας Τάξης. Παρά τις επιφανειακές διαφορές, οι δυτικές ελίτ συμφωνούν στο ουσιώδες: την επιμονή του Κράτους και της αγοράς ως ανυπέρβλητων μορφών οργάνωσης. Εξ ου και η συνεχής αντιδημοτικότητα των πολιτικών: αφού τα αληθινά ουσιώδη δεν συζητούνται, οι συζητήσεις αφορούν πάντα τα δευτερεύοντα. «Η αλλαγή της κοινωνίας» περιορίζεται σε «προσαρμογή των περιορισμών», και τα «μεγάλα σχέδια» διαλύονται σε «μικρές μεταρρυθμίσεις».

Οι λαϊκιστές καταγγέλλουν τόσο το Κράτος όσο και την αγορά ως αποδομητικές μορφές του κοινωνικού δεσμού. Η αγορά ξεριζώνει τα άτομα ενθαρρύνοντάς τα να κάνουν τον υπολογισμό του συμφέροντος να υπερισχύει έναντι της αλληλεγγύης. Το Κράτος προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τεχνητά τις κοινωνικότητες, αλλά διατηρεί ένα καθεστώς πρόνοιας στον αντίποδα της άμεσης αλληλεγγύης. Η αντικατάσταση των ευέλικτων τύπων συναναστροφής από συστήματα επίσημου ελέγχου αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη, υπονομεύει την ανάληψη ευθύνης και καταλήγει σε αποτέλεσμα αντίθετο από το ιδανικό.

Η αυξανόμενη γοητεία των λαϊκιστικών ή κοινοτιστικών ιδεών οφείλεται στο ότι διαφεύγουν από την ταξινόμηση δεξιάς-αριστεράς. Η άρνηση της αγοράς τις κλίνει προς την αριστερά, ενώ η κριτική του κράτους επιδομάτων τις αγκυροβολεί στην δεξιά. Ωστόσο, οι αξίες της ισότητας και της ελευθερίας δεν είναι πια οι μόνες που προσανατολίζουν την δημόσια συζήτηση.

Το κείμενο καταλήγει σε μιαν ευρύτερη φιλοσοφική και πολιτική ανάλυση της σύγχρονης κατάστασης. Η κλασική πολιτική φιλοσοφία κατασκευάστηκε σε μιαν εποχή που η ταυτότητα και η αδελφοσύνη δεν ήταν προβληματικές είτε επειδή οι κοινωνίες δένονταν από κοινοτικούς δεσμούς, είτε επειδή οι κρατικές-εθνικές ταυτότητες βρίσκονταν σε άνοδο. Η ελευθερία και η ισότητα ήταν τότε γνωρίσματα μιας προσωπικής βούλησης που δεν έβρισκε άλλον συνομιλητή εκτός από το Κράτος.

Αυτό δεν ισχύει πλέον. Η ισότητα και η ελευθερία των ατόμων είναι πλέον στενά συνδεδεμένες με μια προηγούμενη αναγνώριση της ισότητας και της ελευθερίας των κοινοτήτων στις οποίες ανήκουν, που όμως είναι οι μόνες μπορούν να δώσουν νόημα σε ιδιαίτερες υπαρξιακές ανάγκες,

Η παγκοσμιοποίηση μέσα στον κλίβανο της ισοπέδωσης δημιούργησε μια παράδοξη «φεουδοποίηση». Η κατάρρευση των κρατικών κυριαρχιών και των εθνικών συνόρων δεν οδήγησε στην έλευση ενός «πολίτη του κόσμου», όπως πίστευαν και ήλπιζαν οι προοδευτικοί. Αντίθετα, παρατηρείται η αναβίωση «ξεχασμένων» ταυτοτήτων και η ανθοφορία πολλαπλών κοινοτήτων που φιλοδοξούν να αποκτήσουν θεσμική υπόσταση.

Οι «παλιές ορθοδοξίες» και οι «φανατικοί των κομμάτων» — όλοι εκείνοι που ονειρεύονται ακόμη μιαν ανανέωση του φιλελευθερισμού κατά το πρότυπο του John Rawls — εκπλήσσονται από αυτή την εξέλιξη. Και η Νέα Τάξη, με αυτή την τύφλωση, βαθαίνει το χάσμα που την χωρίζει από τους λαούς και τις κοινότητες. Η εξουσία της είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά η ηθική νομιμοποίησή της είναι μηδενική. Μπορεί να καθησυχάζεται με δικαιολογητικά επιχειρήματα, που κανείς δεν πιστεύει πλέον, αλλά η αδιαφορία δίνει σιγά σιγά τη θέση της στην εξέγερση. Μπορεί να προσπαθεί να επιταχύνει την «πρόοδο» και την «ανάπτυξη», αλλά ο καθένας βιώνει πλέον την ανικανότητα ή την αναλγησία της. Μπορεί να πλημμυρίζει τις δημόσιες συζητήσεις στην ασυνέπεια των ριάλιτι σόου ή στην επανάληψη πολιτικά ορθών συνθημάτων, αλλά νέοι ορίζοντες νοήματος αναδύονται έξω από αυτήν.

Το άρθρο ολοκληρώνεται με έναν προφητικό λόγο: η Νέα Τάξη πρόκειται να πεθάνει, αλλά δεν το γνωρίζει ακόμη. Η ανάλυση του Lasch, όπως την παρουσιάζει ο Champetier, συνιστά μια ριζική κριτική της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, των ελίτ της, των αξιοκρατικών μηχανισμών της, των μέσων ενημέρωσης και της τεχνοκρατικής της αντίληψης για την ζωή και την πολιτική.

Το κείμενο αναδεικνύει την ρήξη μεταξύ λαού και ελίτ ως το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα της εποχής μας. Η Νέα Τάξη, με την κυριαρχία της στην πληροφορία, την οικονομία και τον πολιτισμό, έχει αποσχιστεί από την κοινή ζωή και έχει εγκαταλείψει κάθε αίσθηση ευθύνης απέναντι στο κοινό καλό. Ταυτόχρονα, η παρακμή της δημόσιας σφαίρας, η αντικατάσταση της πολιτικής συζήτησης από την τεχνική διαχείριση, και η κατάρρευση των παραδοσιακών μορφών κοινότητας δημιουργούν ένα κενό που τροφοδοτεί την αντίδραση.

Ωστόσο, το κείμενο δεν είναι μια απλή υπεράσπιση του θετικού λαϊκισμού. Αντίθετα, προσφέρει μια διαλεκτική ανάλυση των εντάσεων της σύγχρονης δημοκρατίας: μεταξύ αξιοκρατίας και ισότητας, μεταξύ ατομικών δικαιωμάτων και κοινοτικών υποχρεώσεων, μεταξύ της αγοράς και του κράτους, μεταξύ της παγκοσμιοποίησης και της αναβίωσης των τοπικών ταυτοτήτων. Η κριτική της Νέας Τάξης συνδυάζεται με μια κριτική τόσο του φιλελεύθερου ατομικισμού όσο και του κρατικού παρεμβατισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για μια αναζήτηση νέων μορφών πολιτικής κοινότητας.

Η θέση του συγγραφέα είναι ότι η έξοδος από το αδιέξοδο περνά μέσα από την υπέρβαση των παλαιών ιδεολογικών διαιρέσεων και την αναγνώριση της σημασίας της ταυτότητας και της αδελφοσύνης, δηλαδή των αξιών που η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει παραμελήσει ή και δαιμονοποιήσει. Το έργο του Lasch, όπως το ερμηνεύει ο Champetier, συνιστά μια πρόσκληση για την ανασυγκρότηση της δημοκρατίας σε βάσεις που να σέβονται την αξιοπρέπεια του λαού, την κοινοτική ζωή και την πραγματική πολιτική συμμετοχή, πέρα από την τεχνοκρατική διαχείριση και τις αφηρημένες διακηρύξεις των ελίτ.

Όλα τα παραπάνω, στον πυρήνα τους επιβεβαιώνονται από την σημερινή αποτυχία της αμερικανικής κοινωνίας, που μοιάζει με κοτόπουλο χωρίς κεφάλι που τρέχει στο κοτέτσι. Η ίδια αποτυχία παρουσιάζεται και σε κάθε κακέκτυπο αντίγραφο αυτής της κοινωνίας στην λεγόμενη Δύση. Όμως η Ευρώπη συγκριτικά με τις ΗΠΑ, έχει ισχυρές πολιτιστικές ρίζες και μια ταυτότητα που ορισμένες δεκαετίες ναρκωτικής κραιπάλης δεν καταφέρνουν να σβήσουν. Η αντίδραση στην Ευρώπη απέναντι σε αυτό την διεστραμμένη φιλελεύθερη Νέα Τάξη ποτέ δεν σταμάτησε και το μέλλον αναμένεται ενδιαφέρον, δύσκολο και εκρηκτικό.

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

88
fb-share-icon
Insta
Tiktok