Μέρος 5/7
Υπάρχουν τρεις πιθανοί τρόποι κατανοήσεως της εννοίας της φυλής: Ως αναφορά στην πραγματικότητα, ως αναφορά σε μια συγκεκριμένη τάξη επιστημονικής γνώσεως ή, τέλος, ως “μύθος”. Ιούλιος Έβολα «Ο Μύθος του Αίματος» – 1942
Οι πρώτες από Βορά μεταναστεύσεις
Τα πρώτα αποδιδόμενα στον έμφρονα άνθρωπο ευρήματα παγκοσμίως, αποδιδόμενα επίσης και στην παρούσα Μανβαντάρα κατά την ινδουιστική κοσμολογία, αρχίζουν να εμφανίζονται περίπου 50.000 έτη πριν και συνεπώς καταμαρτυρούν μίαν όλως αρχική μετανάστευση Βεριγγείου προελεύσεως, ολίγον αργότερον μετά την σωματοποιηθείσα ανθρωπογένεση προ 52.000 ετών. Συνεπώς ημπορούμε να θεωρήσουμε μία σχεδόν άμεσο διχοτομία του αρχεγόνου ανθρωπίνου υλικού από μία πρώτη διαίρεση, μεταξύ εκείνων οι οποίοι προήλθαν πρωίμως από την «βορεινήν Εδέμ» και εκείνων οι οποίοι παρέμειναν εκεί. Όπως ήδη ανεφέρθη εισαγωγικώς ανωτέρω, το θέμα της «σωματικότητος» συσχετίζεται και συμπλησιάζει την περί Θήλεως αντίληψη. Μάλιστα δεν ημπορεί να αποκλεισθεί πως μία μεμακρυσμένη αναφορά σε αυτόν τον πρώτον «διαχωρισμό» είναι δυνατόν να ανευρίσκεται σε μια «δυαδικότητα» αφορώσα τις γυναίκες. Επί παραδείγματι, στον ιρανικό κοσμογονικό μύθο ο «πρωτόπλαστος» αρχέγονος άνθρωπος Γκαγιομάρτ έχει δύο συζύγους, μία λευκή και μία μαύρη, όπως αναλόγως ανευρίσκεται και στην Σημιτική εκδοχή όπου ο Αδάμ προ της Εύας είχε ως σύντροφόν του την σκοτεινόχρωο Λίλιθ.
[Στην Αβέστα ο Γκαγιομάρτ είναι ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο. Η μορφή του ονόματος στην Αβεστική Περσική σημαίνει «ο ζωντανός θνητός», από τις λέξεις gaya – «ζωή» και marətan «θνητός, άνθρωπος» (όπως στην σύγχρονο περσική mard -«άνθρωπος»). Στο εθνικό έπος της Περσίας «Σαχναμέ» («Βιβλίον των Βασιλέων») του μεγάλου βάρδου Φιρντουσί, ο Γκαγιομάρτ εμφανίζεται ως ο πρώτος σάχης του κόσμου].
Η Λίλιθ με την αιφνιδία της απόδραση από τον επίγειο παράδεισο και εν σχέσει προς κάποια χαρακτηριστικά τα οποία θα την συνδέσουν με την Αυστραλία [όπως αναφέρεται στις έρευνες των Ζακ Μπριλ (Jacques Bril, 1925-2001, Γάλλος κοινωνιολόγος, ψυχολόγος και λογοτέχνης) και Τζουζέπε Σερμόντι (Giuseppe Sermonti, 1925–2018, o Ιταλός Καθηγητής της γενετικής στο Πανεπιστήμιο της Περούτζια)] είναι δυνατόν να αντιπροσωπεύει το πρώτο κύμα ανθρώπων που σε εκείνους τους πρωταρχεγόνους καιρούς εκινήθη «καθέτως» προς νότον, προς τις τροπικές περιοχές. Εκεί αυτό το κύμα ανέπτυξεν έναν τύπο πολιτισμού με ένα κυρίως χθόνιο / σεληνιακό σύμβολο και χαρακτήρα, έναν πολιτισμό ο οποίος απώλεσε σχεδόν οιανδήποτε αναφορά στην καταγωγική του βορειότητα, όχι όμως έως σημείου να μη διατηρεί κάποια θολά και δυσδιάκριτα στοιχειώδη ίχνη της.
[Το έργον του Μπριλ του 1981, «Lilith, ou, La mère obscure» («Λίλιθ, ή η Σκοτεινή Μητέρα»), διερευνά τις μυθικές και ψυχολογικές πτυχές της Λίλιθ ως «δαιμονικής» ή «διεστραμμένης» γυναικείας φιγούρας σε μυθολογίες που δημιουργούνται από άνδρες. Την πλαισιώνει ως την «κακή μητέρα» και το αντίθετον της Εύας, ενσαρκώνουσα τον φόβον, την εξέγερση και την αχαλίνωτον ερωτικήν επιθυμία.
Ο Σερμόντι, το 1985, συζητά την Λίλιθ στο έργον του «La luna nel bosco: saggio sull’ origine della scimmia» («Η σελήνη στο δάσος : Ένα δοκίμιο περί την προέλευση του πιθήκου»).
Τα βασικά στοιχεία που συσχετίζουν το Σερμόντι με την Λίλιθ περιλαμβάνουν:
Την Λίλιθ ως «linea umana» (Ανθρωπίνη Γραμμή): Το απόσπασμα αναφέρει «Lilith linea umana Linneo luna nera» – «Η Λίλιθ γραμμή ανθρωπίνη, γιά τον Ληναίο σκοτεινή Σελήνη» (τον μέγα Σουηδό ταξινόμο των εμβίων όντων), υποδηλώνον ότι ο Σερμόντι συνδέει την φιγούρα της Λίλιθ με την ανθρωπίνη προέλευση, τοποθετών αυτήν δυνητικώς εκτός της συμβατικής δαρβινικής αφηγήσεως ή εντός ενός εσωτεριστικού/μυθολογικού πλαισίου.
Εναλλακτική Εξέλιξη / Μυθολογία: Ο Σερμόντι υπήρξεν ένας γενετιστής γνωστός για την κριτική του Δαρβινισμού και διερεύνησε συχνά διάφορες αντισυμβατικές θεωρίες σχετικώς με την ανθρωπίνη προέλευση, συνδέων την βιολογία με τον μύθο. Σε αυτό το πλαίσιον, η Λίλιθ πιθανότατα αντιπροσωπεύει ένα συμβολικό ή «προανθρώπινο» στοιχείο στην ερμηνεία του για την ανθρωπίνη καταγωγή.
Σύνδεση με την «Σκοτεινή Σελήνη»: Η φράση «luna nera» (μαύρη/σκοτεινή Σελήνη) συνδέεται με την Λίλιθ, θέμα συχνό στην εξερεύνηση εναλλακτικών, μη υλιστικών αφηγήσεων ανθρωπίνης προελέυσεως.
Ο Σερμόντι εξερευνά την Λίλιθ όχι ως μιαν απλή μυθολογική φιγούρα, αλλά ως μία συμβολική κλείδα για την κατανόηση μιας διαφορετικής αφηγήσεως σχετικής με την ανθρωπίνη εξέλιξη και την προϊστορία.]
Παράδειγμα των προαναφερθέντων ιχνών αποτελούν οι πολικές μνήμες των Μαλαισιανών πυγμαίων Σεμάνγκ ή τα μεμακρυσμένα πολιτιστικά στοιχεία αναλόγων αναφορών τα οποία ο σπουδαίος Γερμανός εθνολόγος Λέο Φρομπένιους εθεώρησεν ότι ανεκάλυψε μεταξύ των Βουσμάνων της Νοτίου Αφρικής. Επίσης στο βιβλίον του «Ο άγριος. Εγχειρίδιο περί του ανθρωπίνου εκφυλισμού» ο Ιταλός εθνικιστής ανθρωπολόγος και εξερευνητής Σιλβάνο Λορεντσόνι πλαισιώνει τους πυγμαιοειδείς πληθυσμούς ως τις «πρώτες καθιζήσεις» από τις βόρειες περιοχές, πιθανώς ως τον αρχικό πυρήνα των πολύ αργότερον εμφανισθέντων Νεγριδών πράγμα το οποίο επίστευεν επίσης ο επιφανέστατος Αμερικανός φυσικός ανθρωπολόγος Τσαρλς Κάρλτον Κουν.
Μία πρώιμος και γεωγραφικώς περατωθείσα έξοδος λίαν μακράν του αρχικού τους ενδιαιτήματος, οδήγησε αυτές τις αρχικές ομάδες να εκτεθούν πρώτες στα φαινόμενα της «γενετικής διολισθήσεως» και της συνακολούθου ταχείας αποστασιοποιήσεως από τον κεντρικότερο ανθρώπινο κορμό, (φαινόμενα τα οποία τονίζουν τον υψηλόν αριθμό μεταλλάξεων και ερμηνεύονται ειρωνικώς ως ένδειξη … μεγαλυτέρας παλαιότητος παρά μεγαλυτέρας περιφερειακότητος).
Αντιθέτως το υπόλοιπον μέρος της ανθρωπότητος το παραμείναν στον Βορά ημπορεί με ανθρωπολογικούς όρους να αντιστοιχεί προς την «Παλαιοαρκτική», προευρωπαϊκή και συνάμα προμογγολική φυλή, την οποίαν υπέθεσεν ο πολύς Σουηδός γλωσσολόγος και εθνογράφος, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιον της Ουψάλας, Καρλ Μπέρτραντ Βίκλουντ (1868–1934), εκ της οποίας θα απορρεύσουν διαφοροποιούμενοι αργότερον τόσον οι Ευρωπίδες όσον και οι Μογγολίδες. Αυτή η ομάς ίσως συμπίπτει και ταυτίζεται ή αντιπροσωπεύει το γενικό συγκείμενο πλαίσιο εντός του οποίου αργότερον θα μορφοποιηθεί και εξειδικευθεί εκείνη η αρχαϊκή «Βόρειος Ευρασιατική» ομάς, την οποίαν μερικές πρόσφατες έρευνες ανεγνώρισαν στην ρίζα όλων των συγχρόνων Ευρωπαίων.

Ομως μετά από μερικές χιλιετίες και αυτό επίσης το όλον θα διαιρεθεί με την σειρά του : Πρώτον στους πληθυσμούς οι οποίοι μυθικώς ημπορούν να αντιστοιχισθούν προς την Εύα, οι οποίοι ωσάν μία «πλευρά» διεχωρίσθησαν ολίγον έως πολύ εκφυόμενοι ή αποκοπτόμενοι πλαγίως από ένα κεντρικότερον, εσωτερικότερο «Αδαμικό» πυρήνα (ωστόσον όμως κατέλαβαν ολιγότερον νότιες περιοχές του πλανήτου απ΄ ό,τι οι προηγηθέντες αυτών σχετιζόμενοι με την Λίλιθ πληθυσμοί). Πιθανώς ευνοούμενοι στις μετακινήσεις τους από μίαν κλιματικώς ολιγότερον σκληρά περίοδο, αντιστοιχούσα ίσως στην ενδιάμεσο κατάσταση της παλαιοκλιματολογίας την καλουμένη Laufen/Gottweig (μια θερμoτέρα περίοδο που διέκοψε το παγετώδες κλίμα της τελευταίας «Βυρμίου» παγετώδους περιόδου και συνέβη γύρω στα 47.000 με 48.000 χρόνια πριν από σήμερα), αυτές οι ομάδες διεσπάρησαν κατά το μήκος ενός άξονος ανατολής – δύσεως. Κατέλειπον δε πιθανόν ένα ίχνος της αρχαίας τους ενότητος σε αυτό που σήμερον αναγνωρίζεται στην γλωσσολογία ως μία κατακερματισμένη «Σινοντενεκαυκασία» υπεροικογένεια, συντιθεμένη από την βασκική, μερικές καυκασιανές γλώσσες, την Πακιστανική Μπουρουσάσκι, την Κετ του Γενισέι, τις σινοθιβετανικές γλώσσες και την Να-ντενέ της βορείου Αμερικής.
[Στα μέσα του 2005, oλίγους μόλις μήνες πρo του προώρου θανάτου του, ο Ρώσος ιστορικός γλωσσολόγος Σεργκέϊ Ανατόλιεβιτς Σταρόστιν (1953-2005) ολοκλήρωσε το πρώτο προσχέδιο μιας μακροσκελούς εργασίας με τίτλο «Σινο-Καυκάσια». Σε αυτό το κείμενο, για πρώτη φορά, συστηματικώς και με μεγάλη λεπτομέρεια εξέθεσε αυτό που έβλεπε ως ένα σύστημα τακτικής φωνητικής αντιστοιχίας μεταξύ πρωτο-βορειοκαυκασίου, πρωτο-σινο-θιβετιανής, πρωτο-γιενισεϊανής και μπουρουσάσκι – θεωρουμένων ως τέσσερα κύρια συστατικά μιας γλωσσικής μακροοικογενείας, την των οποίων είχε δηλώσει πριν από δύο δεκαετίες (1984). Η ίδια μακροοικογένεια, με την πρόχειρο συμπερίληψη τουλάχιστον δύο ακόμη συνιστωσών – των γλωσσών Να Ντενέ της Βορείου Αμερικής και του γλωσσικού «απομονώματος» των Βάσκων στην Ισπανία και στην Γαλλία – είναι, αναμφισβητήτως, πιο γνωστή στους δυτικούς αναγνώστες με το όνομα «Ντενέ-Καυκασία». Το κείμενο αυτό επρόκειτο να μετατραπεί σε μια μικρά μονογραφία με την προσθήκη μιας εξ ίσου λεπτομερούς λεξικοστατιστικής επιβεβαιώσεως της Σινο-Καυκασίας. Αυτό, δυστυχώς, δεν έγινε ποτέ, και η επίσημος δημοσίευση του ημιτελούς χειρογράφου ανεβλήθη επ΄ αόριστον.
Σύμφωνα με τον Σταρόστιν, η Ντενέ – Καυκασία καθώς και οι δύο άλλες προταθείσες γλωσσικές μακροοικογένειες, η Αυστρική και η Νοστρατική (Οι Αυστρικές γλώσσες αποτελούν μιαν υποθετικήν υπερ-οικογένεια γλωσσών, η οποία επροτάθη από Γερμανό ιερέα, γλωσσολόγο και εθνογράφο Wilhelm Schmidt. Ενώνει τις δύο μεγάλες γλωσσικές οικογένειες της νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού, τις Αυστροασιατικές -π.χ. Βιετναμική, Χμερ- και τις Αυστρονησιακές -π.χ. Μαλαισιανή, Ινδονησιακή, Ταγκαλόγκ-. Η Νοστρατική οικογένεια είναι μια γλωσσική μακροοικογένεια της Ευρασίας, περιλαμβάνουσα και τις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, που επροτάθη για πρώτην φορά το 1903 από τον Δανό γλωσσολόγο Holger Pedersen), ημπορούν να συνδεθούν περαιτέρω σε προγενέστερο στάδιο, με αυτές τις οποίες ο Σταρόστιν ονόμασε Βορεινές γλώσσες. Παριστούν δηλαδή μιαν υποθετική (δηλ. προτεινομένη) γλωσσική μακροοικογένεια που περικλείει σχεδόν όλες τις γλωσσικές οικογένειες παγκοσμίως, εκτός από εκείνες που ζουν στην υποσαχάρια Αφρική, στην Αυστραλία, στα νησιά της Νέας Γουινέας και στη Νέα Γουινέα. Αυτή η θεωρία στο πλαίσιον της κυριάρχου γλωσσολογίας θεωρείται περιθωριακή, Βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην απαξιουμένη μέθοδον «μαζικής συγκρίσεως» για την εξαγωγήν γενετικών σχέσεων. Η άποψη του Σταρόστιν περί Βορείων – Βορεινών γλωσσών προτείνει ότι οι διάφορες γλώσσες που ομιλούνται στην Ευρασία και στις παρακείμενες περιοχές έχουν μιαν γενεαλογική σχέση και τελικά προέρχονται από γλώσσες που ομιλούντο κατά την Άπω Παλαιολιθική στις χιλιετίες που ηκολούθησαν το «Τελευταίο Παγετωνικό Μέγιστο» – την Τελευταία Ψυχροτέρα Παγετώδη Περίοδο. Το όνομα Bόρειες – Βορεινές βασίζεται προφανώς στο ελληνικό βορέας – βοράς. Αυτό αντανακλά το γεγονός ότι η ομάς αυτών των γλωσσών περιλαμβάνει τις περισσότερες γλωσσικές οικογένειες που είναι εγγενείς στο βόρειον ημισφαίριο. ]
Δεν ημπορεί να αποκλεισθεί ασφαλώς και κατηγορηματικώς ότι ο δυτικότερος κλάδος αυτής της ομαδοποιήσεως είχε κάποια σχέση με τους υποθετικούς «Προ-βορείους» του Χέρμαν Βιρτ, πιθανώς καταμαρτυρουμένους σε υποαρκτικές περιοχές του βορείου Ατλαντικού, σε γαίες οι οποίες εκείνη την περίοδο πρέπει να είχαν αναδυθεί κυρίως εγγύς της γραμμής Ιρλανδία-Ισλανδία, όπου τώρα κείται βυθισμένος ο ύφαλος του Ρόκαλ.
Έτι περαιτέρω μία ενδιαφέρουσα χριστιανική παράδοση αναφέρει ότι η Εύα εξήλθεν της Εδέμ και εδώ «υπέπεσε στον πειρασμόν» από το Ερπετό, όπου και επείσθη να αμαρτήσει. Πιθανώς παρίσταται με προσωποποιήσεις για να συμβολισθεί ένα δρώμενο της ενάρξεως μίας σειράς επαφών εθνικού και πνευματικού χαρακτήρος μεταξύ «Ευαϊκών» και «Λιλιθικών» πληθυσμών, όπως πιθανώς μαρτυρείται από το προοδευτικόν «ρεύμα επιστροφής» προς Βοράν σημείων και συμβόλων, τα οποία ο Ιούλιος Έβολα αντιστοιχεί και συνδέει προς το «Νότιον Φως».
Βασιζόμενο στην Παραδοσιακή μεταφυσική του Ιουλίου Έβολα, το «Νότιον Φως» ή η Νοτία κατεύθυνση, αντιπροσωπεύει μια συμβολική φυγόκεντρο δύναμη «αποκεντρώσεως», σε πλήρη αντίθεση με την προέλευση του πολιτισμού και του «Βορείου Φωτός» του Υπερβορείου Κέντρου. Οι βασικές πτυχές της απόψεως του Διδασκάλου Έβολα περί του Νότου έχουν ως εξής:
«Αποκέντρωση» εκ του αρχεγόνου Γενεσιουργού Βορείου Κέντρου και Υλοποίηση – Υλοκαθήλωση: Ο Έβολα και ο Ρενέ Γκενόν συνεμερίζοντο την άποψη ότι η αρχέγονος ανθρωπότης προήλθεν από μια πολική /βορείια περιοχή (την Υπερβορεία), που συμβολίζει τη «Χρυσήν Εποχή». Καθώς η ανθρωπότης απεκεντρώθη και απεμακρύνθη από αυτό το πνευματικό κέντρο, οι αρχέγονοι άνθρωποι εκινήθησαν προς Νότον, υποκύπτοντες στην Υλοποίηση και Υλοκαθήλωση.
«Δαιμονική» Νότιος Ενέργεια: Σε αυτήν την παραδοσιακή κοσμολογία, η νοτία κατεύθυνση συνδέεται με την στερεοποίηση, την πήξη του πνεύματος στην ύλη και την απομάκρυνση από την πνευματική πατρίδα, μια διαδικασία η οποία συνδέεται με «σκοτεινές δυνάμεις» ή δαιμονικές ενέργειες του Νοτίου Πόλου.
Σε αντίθεση με το Βόρειον Φως: Το Βόρειον Φως συνδέεται με το «Ολύμπιο» ιδανικό, την ανωτέρα γνώση και το καθαρόν πνεύμα, ενώ ο Νότος αντιπροσωπεύει μια πτώση από αυτή την κορυφή στο σκότος και την περιωρισμένη υλικήν ύπαρξη.
Αυτή η οπτική είναι θεμελιωδώς ριζωμένη στις ιδέες του Έβολα όπως παρουσιάσθησαν στην «Εξέγερση ανάντια στον Σύγχρονο Κόσμο», εστιάζουσες στην παρακμή της πνευματικότητος (Βορράς) και στην υλική φθορά (Νότος).

Επί παραδείγματι, ένα από τα πρώτα αγαλματίδια της Άπω Παλαιολιθικής, αυτό του ανθρώπου-λέοντος του Χολενστάϊν στην νότιο Γερμανία, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό και πιθανόν έχει ηλικία 40.000 ετών : Αποτελεί τεκμηριον μίας διεισδύσεως νοτιοτέρων μυθικών αναφορών προς Βοράν και έτι περαιτέρω απηχεί σημαντικώς την τετάρτη ενσάρκωση του Βισνού, Αρίου Θεού των Κσατρίγιας, τον Ναρασίμα, τον άνθρωπον-λέοντα, τελευταία, ενσάρκωση της περιόδου Σατία Γιούγκα. Σημειωτέον εδώ ότι η επομένη ενσάρκωση, η πρώτη της Τρέτα Γιούγκα, είναι ο νάνος Βαμάνα, εμφανώς συγγενής με τους πυγμαιομόρφους πληθυσμούς οι οποίοι μετ΄ολίγον θα επεκράτουν.

Σύγκρουση, πτώση και εγκατάλειψη του Βορά

Περί το τέλος της «παραδεισίας» περιόδου στους περι-ατλαντικούς τομείς πρέπει να ενεφανίσθησαν σημαίνοντα συναρθρούμενα φαινόμενα μεταξύ γενεαλογιών, ολίγον έως πολύ αμέσως προερχομένων από τον αρχέγονο βόρειο κορμό : Υπήρξαν οι κατά την χριστιανική γραφή «Κόρες των ανθρώπων» οι οποίες ηνώθησαν με τους «Υιούς του Θεού», εν τέλει γεννήσασες αυτούς τους Δυτικούς γίγαντες τους αντιστοιχούντες προς τους Κρο-Μανιόν, κατά πολύ υψηλοτέρους από τους προηγουμένους ανθρώπους τύπου Κομπ Καπέλ ή Ωρινακίους (Homo Aurinakensis) και οι οποίοι -επίσης συμφώνως προς τον Χέρμαν Βιρτ- ήσαν το αποτέλεσμα της ενώσεως ποικίλων ολίγον έως πολύ Βορείων γενεαλογιών. Η επίτευξη της αισθήσεως μίας εθνικής και πνευματικής εξειδικεύσεως τεινούσης προς τα πλέον Βόρεια άρα και αυθεντικώς «Αδαμικά» είδη, οδήγησε αυτούς τους πληθυσμούς να κινηθούν προς αυτά προξενούντες μία σύγκρουση την οποίαν ανακαλεί περιέχων στην προσέγγισή του το πλήγμα το επελθόν από την Αταλάντη κατά της Άρκτου, ήτοι το πλήγμα εξ ενός ιερατικού συμβόλου, που μνημονεύεται εμφατικώς από τον Ρενέ Γκενόν. Επίσης στην ελληνικήν εκδοχή η διάστασις μεταξύ του βορειοανατολικού «Αδαμικού» και του δυτικού «Ευαϊκού» στοιχείου δηλούται στα γεγονότα της Τιτανομαχίας, ενός εκτενούς και σφοδρού πολεμικού δρωμένου το οποίον καθιερώνει την νίκη του Διός αλλά συνάμα σημασιοδοτεί το τέλος μίας περιόδου καθώς και την έλευση των εποχών.
Τα μακροκοσμικά φαινόμενα αυτών των πνευματικών γεγονότων και η αμοιβαία αλληλεγγύη και ευρυτέρα αλληλεπίδρασή τους, επιδρώντα ως η τελική αιτία επηρεάζουν την κλίση του γηίνου άξονος ως προς το επίπεδο της εκλειπτικής, ήτοι την «Πτώση» του ουρανίου πόλου και με αυτήν την οριστικήν εγκατάλειψη των υπερβορείων ανατολικών περιοχών περί το τέλος του Δευτέρου Μείζονος Κοσμικού Έτους της Μανβαντάρα. Ο αρχικός Αδαμικός «πυρήν» παραμείνας έως τότε σχετικώς συμπαγής, ήρχισε να διασπείρεται, διατηρών ωστόσον μίαν ικανή μνήμη της αρχικής ενότητος μέσω της κοινότητος των ποικίλων γλωσσικών οικογενειών που απορρέουν από αυτόν σχηματίζουσες μία μακροοντότητα. Αυτή στην σύγχρονο γλωσσολογία ωρίσθη ποικιλοτρόπως, επί το ευρύτερον γνωστή ως «Νοστρατική» [αλλά μάλλον ακριβέστερον εκφρασθείσα από ορισμένους ερευνητάς ως «Βορεία» (Ρωσο-Ισραηλινός Ααρόν Μπορίσοβιτς Ντολγκολπόλσκυ, 1930-2012), «Παλαιοβορεία» ή «Πρωτοβορεία» (Νικολάϊ Ντημίτριεβιτς Αντρέεφ. 1920-1997, με την θεμελιώδη κοινή καταβολή Ινδοευρωπαϊκών και Ουραλοαλταϊκών γλωσσών) και «Ευρασιατική» (Αμερικανοεβραίος Τζόζεφ Χάρολντ Γκρίνμπεργκ, 1915-2001)].
Εν πάση περιπτώσει, αμέσως μετά την «Πτώση» των αρχεγόνων ανθρώπων και την απώλειαν της «βορείου Εδέμ», ήλθε μία φάση ισχυράς επιδράσεως των «Γιγάντων» Κρο-Μανιόν, οι οποίοι πιθανώς αντεστοίχουν στην «Ορειχαλκίνη φυλή» του Ησιόδου, (τρίτη στην πενταμερή σειρά του), καθώς πλέον ευρισκόμεθα στο Τρίτο Μείζον Κοσμικόν Έτος της Μανβαντάρα.
Η αξιοσημείωτος ενέργεια και ζωτικότης του τύπου Κρο-Μανιόν ημπορεί να επιβεβαιωθεί και στα γενετικά ίχνη που παρατηρούνται στο «δεύτερο κύριο συστατικό» (principal component 2–PC2) που ανίχνευσε ο κορυφαίος σπουδαίος Ιταλός γενετιστής Λουίτζι Λούκα Καβάλι-Σφόρτσα (Luigi Luca Cavalli – Sforza, 1922-2018, πρωτοπόρος στη μελέτη της ανθρωπίνης εξελίξεως και της γενετικής ποικιλομορφίας. Συνεδύασε γενετικά δεδομένα (όπως τις ομάδες αίματος) με γλωσσολογία και αρχαιολογία ώστε να χαρτογραφήσει τις μετακινήσεις των ανθρωπίνων πληθυσμών). Αυτό στην πραγματικότητα υποδηλώνει δύο αντιθέτους γενετικοϊστορικούς πόλους, τον έναν στη βόρειο Σκανδιναβία και τον άλλο στην περιοχή των Πυρηναίων : O δεύτερος ωστόσον, δεν κατακλύζεται πλήρως από το αρχαίο γονιδιακό φορτίο με τις γενεαλογίες που αποδίδονται αμεσότερον στην αρχική σκανδιναβική γενεαλογία, καθώς ενώ τα γενετικά ίχνη των αρχαίων «Βορείων Ευρασιατών» φαίνεται να ευρίσκονται σε ΟΛΟΥΣ τους σημερινούς Ευρωπαίους, αυτά του δυτικοτέρου Κρομανιονοειδούς πυρήνος (ο οποίος σε μικρό βαθμόν ενδεχομένως έχει προσλάβει, στις περιγραφόμενες χιλιετείς διαδικασίες πληθυσμιακών διασταυρώσεων, και μιαν ορισμένη ποσότητα «λιλιθικών» γονιδίων από την Αφρική) δεν φαίνεται να έχουν επηρεάσει το βορειοανατολικό τμήμα της ηπείρου μας.

Ωστόσον, οι Κρο-Μανιόν θα αποτελέσουν στην περαιτέρω πορεία της ανθρωπογενέσως την μορφήν από την οποία θα προέλθουν διάφοροι ευρωπαϊκοί φυλετικοί τύποι, συμπεριλαμβανομένων των καστανών «Παλαιοατλαντιδών» και, σε μιαν αποχρωματισμένη παραλλαγή, των «Φαλικών ή Νταλικών» που ο Ιούλιος Έβολα καταγράφει επίσης ως «ρωμαλέα ξανθή φυλή». Αυτή πιθανώς ανεπτύχθη υπό την εξελικτική επιλεκτική πίεση των παγετώνων, σε εποχές που τώρα απέχουν πολύ από την παραδείσιο «αιωνία άνοιξη» 20.000 χρόνια ενωρίτερον. Αυτό το φυλετικό στέλεχος, ο ανθρωπολογικός κλαδίσκος που ίσως αντιστοιχεί στην «ηρωική φυλή» του Ησίοδου (τετάρτη, στο πενταμερές κοσμογονικό σχέδιό του), θα εδέχετο αργότερον πολλά μοσχεύματα από την αρχαία, λεπτοτέρα «κομβεκαπελλοειδή» γραμμή ώστε να φθάσει τελικώς στον σταθερό σχηματισμό της «κλασικής» Βορείου φυλετικής μορφολογίας, με τους «Λεπτομόρφους», δηλαδή, πλέον λεπτοκόρμους ανθρώπους. Αυτοί ήσαν το υπόστρωμα, το πλαίσιο με το καθοδηγητικό «Βορειο-ηρωικό» σωματοψυχικό περιεχόμενο, που θα εξεδήλωνε τελικώς η εθνογλωσσική οικογένεια των κατά κύματα επελθόντων Αρίων, κατά την διάρκεια του Τετάρτου Μεγάλου Έτους, επομένως σε εποχές ήδη μεμακρυσμένες από τη βορειοανατολικήν Εδέμ αλλά εγγύτερες στην (ακόμα) Παλαιολιθική Ινδοευρωπαϊκή Πρωτοπατρίδα, κοντά στην Θάλασσα του Μπάρεντς.