Πώς η Αυτοκρατορία ανάλωσε τον εαυτό της – Μέρος 1
Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ονομάζεται το πολυεπίπεδο σύνολο των γεγονότων που οδήγησε στην απώλεια του κεντρικού πολιτικού ελέγχου της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μια αποσυνθετική διαδικασία κατά την οποίαν η Αυτοκρατορία απέτυχε να επιβάλει την κυριαρχία της. Η Αυτοκρατορία έχασε την ισχύ που της επέτρεπε να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο στις δυτικές επαρχίες της. Οι σύγχρονοι ιστορικοί επικαλούνται ως αίτια της «Πτώσεως» ποικίλους παράγοντες όπως η αναποτελεσματικότης και το πελώριο μέγεθος του στρατεύματος, οι συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής, η μείωση του πληθυσμού, η ισχύς της οικονομίας, η ικανότης των Αυτοκρατόρων, οι θρησκευτικές διαμάχες εκείνης της μακράς περιόδου και η αναποτελεσματικότης της πολιτικής διοίκησης. Επιπλέον, οι συνεχείς βαρβαρικές επιδρομές συνέβαλαν στην εξασθένηση και στην πτώση της Αυτοκρατορίας. Τέλος, οι κλιματικές αλλαγές και οι επιδημίες διεδραμάτισαν επίσης σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της εν λόγω ιστορίας.
Για τα επί μέρους γεγονότα που συνετέλεσαν στην παρακμή και την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, σε πολυάριθμες εκτενείς ειδικές επιστημονικές συναντήσεις, έχουν ειπωθεί πάρα πολλά και έχουν γραφεί αμέτρητα άρθρα και βιβλία σε πολλά σημεία του πλανήτη. Ιστορικοί γνωστοί, (αν και σε κάποιο βαθμό αμφιλεγόμενοι), όπως ο Άγγλος Έντουαρντ Γκίμπον (Edward Gibbon, 1737–1794) γνωστότερος στα ελληνικά ως Εδουάρδος Γίββων, αναγκάσθηκαν να υποβάλλουν εμμονικά και συνεχώς στον εαυτό τους το αντίστοιχο πολύπλοκο ερώτημα και ασχολήθηκαν επισταμένως με το θέμα, ενώ αρκετοί ήσαν εκείνοι που αναρωτήθηκαν ποίον ρόλο μπορεί να έπαιξαν μη ανθρωπογενείς παράγοντες, όπως οι επιδημίες, στο λυκόφως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ο Έντουαρντ Γκίμπον κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη Ρώμη, το 1764, φέρεται ότι συνέλαβε την ιδέα της συγγραφής ενός ιστορικού έργου, η πορεία συνθέσεως του οποίου διήρκεσε από το 1776 έως το 1788. Στο έργο του προσεπάθησε να σκιαγραφήσει τη σύνδεση του αρχαίου και του συγχρόνου κόσμου, με την ενδελεχή έρευνα και διαπραγμάτευση θεμάτων όπως η εγκαθίδρυση του χριστιανισμού, οι αρειμάνιοι Τεύτονες, οι κατακτήσεις του Ισλάμ και οι Σταυροφορίες. Όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις εκτεταμένων πολυσυνθέτων θεματολογιών, στη συνέχεια δημοσιεύτηκαν αρκετά έργα με πολυάριθμες εκδόσεις που επικρίνουν δριμύτατα το έργο του. Οι παρατηρήσεις του, για παράδειγμα, για τον Χριστιανισμό προκάλεσαν (και συνεχίζουν να προκαλούν) ιδιαιτέρως έντονες επιθέσεις εκ μέρους των χριστιανικών κύκλων, ενώ κάπως ανάλογα κυμάνθηκαν και οι επικρίσεις του για τις άλλες θρησκείες. Περιέγραφε τους Εβραίους ως μια φυλή φανατικών, των οποίων η τρομερή δεισιδαιμονία και επιμονή, τους έκανε αδυσώπητους εχθρούς όχι μόνο της ρωμαϊκής κυβέρνησης αλλά και ολόκληρης της υπόλιοπης ανθρωπότητας.
Βεβαίως υπάρχει κάποιο ιδιάζον μυστήριο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των ιστορικών με την παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έτσι έχουν αναφερθεί ως πιθανά αίτια …. η μαζική δηλητηρίαση των κατοίκων με ουσίες μολύβδου, καθώς και η διάχυτη ηθική σήψη της κοινωνίας. Μια εξαιρετικά ισχυρή θεωρία αναφέρει ότι η Ρώμη δεν έπεσε, όπως είθισται να λέγεται, αλλά απλώς μεταμορφώθηκε σε κάτι «μη αναγνωρίσιμο» σε σχέση με την αληθινή και απωλεσθείσα ταυτοτητά της. Στις αρχές του αιώνος εκυκλοφόρησε το συναφές βιβλίο «Η παρακμή της Ρώμης και το τέλος του πολιτισμού» («The Fall of Rome and the End of Civilization», 2005) του αρχαιολόγου και ιστορικού, Bryan Ward-Perkins (Μπράϊαν Ουόρντ-Πέρκινς). Εκεί ο συγγραφέας ασχολείται με το ερώτημα κατά πόσον η πτώση της Ρώμης ήταν μια μεγάλη καταστροφή που έριψε την Δύση στο σκοτάδι επί αιώνες, ή μήπως εν τέλει δεν υπήρξε καθόλου ρωμαϊκή αποσυνθετική «κρίση» και παρακμή, αλλά απλώς μια μεταγενέστερη και ειρηνική ανάμειξη βαρβάρων στη ρωμαϊκή κουλτούρα, μια κατ’ ουσίαν «θετική» μεταμόρφωση αυτής της λαμπρής Αυτοκρατορίας. Οι εξηγήσεις και τα συμπεράσματά του καταλήγουν ότι δεν υπήρξε κανείς ειρηνικός «μετασχηματισμός» της Ρώμης, ενώ πολλά γεγονότα ήσαν εκείνα που οδήγησαν σε καταστροφή ενός μεγάλου πολιτισμού, στέλνοντας τους κατοίκους της Δύσης πίσω σε ημιζωώδη πρότυπα διαβίωσης, μάλλον τυπικά της προϊστορικής εποχής. Ευλόγως, ο Ουόρντ-Πέρκινς, σχολιάζει τόσο τις ευρύτερες εξηγήσεις για την αποσύνθεση του ρωμαϊκού κόσμου όσο και τις συνέπειες που είχε αυτή η αποσύνθεση για τις ζωές των «καθημερινών» Ρωμαίων, οι οποίοι εγκλωβίστηκαν σε έναν πρωτόγνωρο κόσμο ασίγαστης και καταστροφικής λεηλασίας εκ μέρους των βαρβάρων, με αποτέλεσμα τα γνωστά συνακόλουθα φαινόμενα οικονομικής κατάρρευσης.
Ο Thomas Penson De Quincey, (Τόμας Πένσον Ντε Κουίνσυ, 1785 – 1859, ο Άγγλος συγγραφέας, δοκιμιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, γνωστός για το «Εξομολογήσεις ενός Άγγλου Οπιοφάγου», 1821) στο μνημειώδες βιβλίο του «Οι Καίσαρες» (1853), εστιάζει στην απαράμιλλη και διεφθαρμένη ηθική φύση της ρωμαϊκής πολιτείας, της κοινωνίας και της ηγεσίας της. Εξετάζει τις ηθικές και ψυχολογικές μεταπτώσεις που ενεφάνισαν οι Αυτοκράτορες καθώς κυβέρνησαν τον αρχαίο κόσμο, συνδυάζοντας το ιστορικό γεγονός με την παραστατική και εύγλωττη ανάλυσή του. Έτσι ο De Quincey παραδίδει ζωντανά, ψυχολογικά πορτρέτα των καισαρικών προσώπων και των χρόνων τους. Το κείμενό του λειτουργεί ως μια αλυσίδα από περιγράμματα χαρακτήρων που εμβαθύνουν στην προδοσία, στην τυραννία και στο χάος που εσφράγισαν την Αυτοκρατορική περίοδο. Γράφει :
«Καταρχήν, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι άνθρωποι της Ρώμης εκείνη την εποχή ήσαν γενικά πιο διεφθαρμένοι σε πολλούς βαθμούς από ό,τι συνήθως υποτίθεται ότι ήταν δυνατό. Η επίδραση των εποχών της Επανάστασης, μπορεί να χαλαρώσει όλους τους τρόπους ηθικής υποχρέωσης και να διαταράξει την ηθική αίσθηση, όπως έχει πει εύστοχα και φιλοσοφικά ο κ. Coleridge. [Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ ή Κούλιτζ, όπως απαντάται ενίοτε, (1772 –1834) ήταν Άγγλος ποιητής, κριτικός και φιλόσοφος]. Αλλά αυτό δύσκολα θα μπορούσε να εξηγήσει την απόλυτη ασέβεια και την εξαθλίωση της Αυτοκρατορικής Ρώμης. Κοιτάζοντας πίσω στη Δημοκρατική Ρώμη και λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση των δημοσίων ηθών, αλλά πενήντα χρόνια πριν από τους Αυτοκράτορες, μπορούμε με δυσκολία να πιστέψουμε ότι οι απόγονοι ενός λαού τόσο αυστηρού στις συνήθειές του θα μπορούσαν έτσι να εκφυλιστούν γρήγορα και ότι ένας λαός, κάποτε τόσο ανθεκτικός και αρρενωπός, θα έπρεπε να ακολουθήσει τους τρόπους που θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τους ξεφτιλισμένους της Δάφνης (το διαβόητο προάστιο της Αντιόχειας) ή της αιγυπτιακής Κανώπου, στην οποίαν εγκαταστάθηκαν οι βδέλες και τα κατακάθια της μοχθηρής Αλεξάνδρειας. Τέτοιες ακραίες αλλαγές θα παραποιούσαν όλα όσα γνωρίζουμε για την ανθρώπινη φύση. Θα μπορούσαμε a priori να τις πούμε αδύνατες. Και μάλιστα, αναζητώντας την ιστορία, βρίσκουμε άλλους τρόπους επίλυσης της κάθε δυσκολίας.
Στην πραγματικότητα, οι πολίτες της Ρώμης ήταν αυτή τη στιγμή μια νέα φυλή, συγκεντρωμένη από κάθε γωνιά του κόσμου, αλλά κυρίως από την Ασία. Τόσο πολύ μεγάλο μέρος των αρχαίων πολιτών είχε κατακοπεί από το ξίφος, εν μέρει δε για να κρύψει αυτή τη σπατάλη πληθυσμού, αλλά πολύ περισσότερο μέσω φτηνών υπηρεσιών ή επιδείξεως ευνοίας των αρχόντων ή απόκτησης επιρροής, οι σκλάβοι είχαν χειραφετηθεί σε τόσο μεγάλα πλήθη και στη συνέχεια «επενδύθηκαν» όλα τα δικαιώματα των πολιτών, ώστε σχεδόν σε μια γενιά μετατράπηκαν σε Ρωμαίους οι απόγονοι εκείνων που η τελευταία γενιά είχε αγοράσει από τους δουλέμπορους. Αυτοί οι άνθρωποι αντλούσαν την καταγωγή τους κυρίως από την Καππαδοκία, τον Πόντο, κ.λπ., και τις άλλες πολυπληθείς περιοχές της Μικράς Ασίας. Εξ ου και η κηλίδα της ασιατικής πολυτέλειας και κατάπτωσης, που ήταν τόσον εμφανής σε όλους τους Ρωμαίους της παλαιάς δημοκρατικής αυστηρότητος. Ο Γιουβενάλης πρέπει να γίνει κατανοητός πιο κυριολεκτικά απ’ ό,τι υποτίθεται μερικές φορές, όταν παραπονείται ότι πολύ πριν από την εποχή του «ο Ορόντης (αυτός ο ποταμός που …. έπλενε τη διαβόητη πρωτεύουσα της Συρίας) είχε ανακατέψει τα ακάθαρτα νερά του με αυτά του Τίβερη !»
Πιθανώς στην εποχή του Νέρωνα, ούτε ένας στους έξι κατοίκους της Ρώμης δεν είχε καθαρά ρωμαϊκή καταγωγή. Και οι συνέπειες ήσαν σαφέστατες : Δεν έφθασε στη γνώση μας σχεδόν καμιά οικογένεια που δεν θα μπορούσε σε μια γενιά να απαριθμήσει έναν μακρύ κατάλογο διαζυγίων μέσα στον δικό της συμβεβλημένο κύκλο. Κάθε άνδρας είχε παντρευτεί μια σειρά από συζύγους, κάθε γυναίκα μια σειρά από συζύγους. Ακόμη και στο παλάτι του Αυγούστου, που ήθελε να θεωρείται ως υπόδειγμα ή ιδανικό πρότυπο οικιακής αγνότητος, κάθε κύριο μέλος της οικογένειάς του είχε «μολυνθεί» με αυτόν τον τρόπο. Κι ο ίδιος με τρόπο και βαθμό διαβόητο ακόμη και εκείνη την εποχή. Για τα πρώτα 400 χρόνια της Ρώμης, δεν είχε χορηγηθεί ή ζητηθεί ούτε ένα διαζύγιο, αν και το καταστατικό που επέτρεπε αυτήν την επιείκεια ήταν πάντα σε ισχύ. Αλλά στην εποχή που ακολούθησε τους εμφύλιους πολέμους, άνδρες και γυναίκες, όπως λέει ένας συγγραφέας, «παντρεύονταν, με σκοπό να χωρίσουν και χώριζαν για να παντρευτούν». Πολλές από αυτές τις αλλαγές συνέβαιναν μέσα σε μία χρονιά, ειδικά αν η κυρία είχε κάποια μεγάλη περιουσία, η οποία πήγαινε πάντα μαζί της και την προμήθευε με την άνετη επιλογή των παροδικών συζύγων της. Μπορεί λοιπόν κανείς να φαντασθεί, ρωτά ο ίδιος συγγραφέας, πως η … έντιμη εκείνη που άλλαζε τον άνδρα της κάθε τρίμηνο, κρατούσε αυστηρά τη συζυγική της πίστη και τους τρεις μήνες; Έτσι μολύνθηκε η ίδια η πηγή όλων των οικιακών χαρίτων και των οικιακών αρετών. Οπότε, μετά από αυτό δεν χρειάζεται να αισθανθούμε ούτε λίγη έκπληξη για τις δολοφονίες, τις δηλητηριάσεις και τη σφυρηλάτηση διαθηκών, που στη συνέχεια κατέστρεψαν την οικιακή ζωή των Ρωμαίων.
Μια δεύτερη πηγή της καθολικής διαφθοράς ήταν η αυξανόμενη αναποτελεσματικότης της δημοσίας θρησκείας. Αυτό προέκυψε από τη δυσαναλογία και την ανεπάρκειά προς τις πνευματικές προόδους του έθνους. Η θρησκεία – «religio», στην ίδια την ετυμολογία της, έχει θεωρηθεί ότι υπονοεί μια «religatio», δηλαδή μια επαναλαμβανόμενη ή δευτερεύουσα υποχρέωση των ηθών, μια κύρωση συμπληρωματική εκείνης της συνείδησης. Τώρα, για έναν αγενή και ακαλλιέργητο λαό, η ειδωλολατρική μυθολογία μπορεί να μην είναι αρκούντως χυδαία για να εκπληρώσει τις κύριες λειτουργίες μιας χρήσιμης θρησκείας. Εφόσον η κατανόηση μπορούσε να υποταχθεί στους μύθους του ειδωλολατρικού δόγματος, τόσο καιρό ήταν δυνατόν οι ελπίδες και οι φόβοι που χτίσθηκαν επάνω σε αυτό το δόγμα να είναι πρακτικά αποτελεσματικές στις ζωές και στις προθέσεις των ανθρώπων. Όταν όμως το θεμέλιο υπεχώρησε, όλο το εποικοδόμημα της ανάγκης κατέπεσε στο έδαφος. Όσοι ήσαν υποχρεωμένοι να απορρίψουν τους γελοίους θρύλους που επένδυσαν ολόκληρο το Πάνθεον τους, μαζί με τους μυθικούς κριτές των μελλοντικών τιμωριών, δεν μπορούσαν παρά να απορρίψουν τις τιμωρίες, που ήσαν στην πραγματικότητα γελοίες και προφανώς μυθοπλασίες της ανθρώπινης ευρηματικότητας, όσο και οι πομποί τους.
Εν ολίγοις, το πολιτισμένο μέρος του κόσμου εκείνες τις ημέρες βρισκόταν σε αυτή τη φοβερή κατάσταση. Η διάνοιά τους είχε ξεπεράσει κατά πολύ τη θρησκεία τους. Τελικά, οι δυσαναλογίες μεταξύ των δύο έγιναν τελικά τερατώδεις, ενώ καμία καθαρότερη ή υψηλότερη πίστη δεν είχε προετοιμαστεί για την αποδοχή τους. Η υπόθεση ήταν τόσο συγκλονιστική σαν, με τις παρούσες πνευματικές μας ανάγκες, να είμαστε αρκετά δυστυχισμένοι ώστε να μην έχουμε καμία πίστη πάνω στην οποία να στηρίζουμε το βάρος των τελευταίων ελπίδων και φόβων μας, των ηθικών μας υποχρεώσεων και των παρηγοριών μας στη δυστυχία, εκτός από μιά μυθολογία των …. νεράϊδων ως νοσοκόμων μας. Η κατάσταση ενός λαού που βρίσκεται σε τέτοια θέση, ενός λαού που βρίσκεται υπό την καταστροφή που έχει ξεπεράσει τη θρησκευτική του πίστη, ποτέ δεν έχει ληφθεί επαρκώς υπόψη. Είναι πιθανόν ότι μια τέτοια κατάσταση δεν υπήρξε ποτέ πριν ή μετά από εκείνη την εποχή του κόσμου. Οι συνέπειες για τη Ρώμη ήσαν ότι το σκεπτόμενο και αμφισβητούν μέρος του πληθυσμού της κατέφυγε από την οδυνηρή κατάσταση Αμφιβολίας στον Αθεϊσμό. Μεταξύ των αλόγιστων και ασυλλόγιστων, οι συνέπειες ήσαν κυρίως αισθητές στην ηθική τους, η οποία έτσι καταποντίστηκε εκ θεμελίων.
Μια τρίτη αιτία, η οποία εξ αρχής είχε ασκήσει τρομερή επιρροή στις τέχνες και στη λογοτεχνία στη Ρώμη, είχε ήδη ωριμάσει τις καταστροφικές της τάσεις προς την εξάλειψη των ηθικών ευαισθησιών. Αυτή ήταν το ο ιππόδρομος – το «τσίρκο» και ολόκληρος ο μηχανισμός, η μορφή και η ουσία, των παραστάσεών του. Γιατί δεν υπήρχε η τραγωδία ως μέρος της ρωμαϊκής λογοτεχνίας; Διότι —και αυτός ήταν ένας λόγος που θα ήταν αρκετός ώστε να καταπνίξει όλη τη δραματική ιδιοφυΐα της Ελλάδας και της Αγγλίας— υπήρχε πάρα πολλή τραγωδία σε μορφή ωμής πραγματικότητας, σχεδόν καθημερινά, μπροστά στα μάτια τους. Το αμφιθέατρο έσβησε το θέατρο. Πώς ήταν δυνατόν οι ωραίες και διανοητικές θλίψεις του δράματος να κερδίσουν τον δρόμο τους σε καρδιές μαυρισμένες και σκληρές από τη συνεχή έκθεση σκηνών από τις πλέον αποτρόπαιες, στις οποίες κυλούσε σαν νερό το ανθρώπινο αίμα και μια ανθρώπινη ζωή θυσιάζονταν ανά πάσα στιγμή είτε για να κινητοποιήσει τον πληθυσμό είτε σε μια διαμάχη ανταγωνισμού και αντιπαλότητας της αμηχανίας προς τον ίδιο τον ερμηνευτή της; Ακόμη και οι πιο αθώες εκθέσεις, στις οποίες οι ……πάσχοντες ήσαν μόνο βάναυσοι, δεν θα μπορούσαν παρά να είναι θνητές για όλες τις λεπτότερες ευαισθησίες.
Πέντε χιλιάδες άγρια ζώα, ξεριζωμένα από τις φυσικές κατοικίες τους στην έρημο ή στο δάσος, συχνά αποδείχτηκε ότι κυνηγήθηκαν ή σύρθηκαν για αμοιβαία σφαγή, κατά τη διάρκεια μιας και μόνο παρουσίασης αυτού του είδους. Και μερικές φορές συνέβαινε, (γεγονός που από μόνο του διακηρύσσει την πορεία των δημοσίων τάσεων), το άτομο με δαπάνη του οποίου εκτέθηκαν οι παραστάσεις, πληρώνοντας ειδική παροχή στο λαό ώστε να αξίζει την εύνοιά του, με τον πιο εμφανή πρόσφορο τρόπο, εξέδιδε διαταγές να σφαγιαστούν όλα τα συμμετέχοντα όντα, χωρίς καμίαν απολύτως εξαίρεση. Έκανε γνωστό, ως ύψιστη ικανοποίηση που του επέτρεψε η υπόθεση, ότι (στη γλώσσα των σύγχρονων δημοπρασιών μας) το σύνολο, «χωρίς επιφύλαξη», πρέπει να χαθεί μπροστά στα μάτια τους. Ακόμη και τέτοια θεάματα πρέπει να είχαν σκληρύνει την καρδιά και να άμβλυναν τις πιο λεπτές ανθρώπινες ευαισθησίες, αλλά κι αυτά σύντομα θα έπαυαν να διεγείρουν την κακομαθημένη και εξαντλημένη αίσθηση του κοινού.
Από τις μάχες τίγρεων ή λεοπαρδάλεων, στις οποίες τα πάθη του πλήθους μπορούσαν να συγκεντρωθούν μόνον έμμεσα, ως αποτέλεσμα από τις κινήσεις των ζώων, η μετάβαση πρέπει να ήταν σχεδόν αναπόφευκτη σε εκείνες τις μάχες των ανθρώπων, των οποίων τα ευγενέστερα και πιο ποικίλα πάθη μιλούσαν απευθείας με την κατανοητή γλώσσα του βέμματος στους ανθρώπους θεατές. Και από τη συχνή ενατένιση αυτών των «εξουσιοδοτημένων δολοφονιών», στις οποίες ένας ολόκληρος λαός, γυναίκες όσο και άνδρες και παιδιά ανακατεύονταν και με τους δύο, κοιτούσαν με χαλαρή αδιαφορία, με αγωνιώδη προσδοκία ή με σαγηνευτική απόλαυση, ενώ από κάτω περνούσαν …. τα άμεσα βάσανα της ανθρωπότητας, και όχι σπάνια οι θνήσκοντες πόνοι της. Ήταν λοιπόν αδύνατο να περιμένει κανείς κάτι διαφορετικό από άτονη εξαχρείωση και πλήρη υποβάθμιση της ανθρώπινης φύσης, η οποία ενεργούσε ταυτόχρονα στους δύο πυλώνες της ηθικής, (που κατά τα άλλα δεν παρατίθενται συχνά μαζί), κατά πρώτο λόγο στην φυσική ευαισθησία και, κατά δεύτερον, στην αρχή της συνείδησης».
Οι ιδέες του Γερμανού κοινωνιολόγου, νομικού και οικονομολόγου Μαξ Βέμπερ (Max Weber) κινούνται από έναν απλό ισχυρισμό προς ένα δύσκολο συμπέρασμα : Η Ρώμη έπεσε από μέσα, έπαθε «ενδόρρηξη», πριν καταρεύσει πιεζόμενη εκ των έξω. Η Αυτοκρατορία είχε ακόμη ισχυρούς και ευφυείς διοικητές των δυνάμεών της, άνδρες ικανούς να διαπραγματεύονται, να απειλούν και να πολεμούν, ωστόσο το κέντρο είχε ήδη καταντήσει…. κούφιο. Οι μεταναστεύσεις και οι εισβολές απλώς έκλεισαν έναν ήδη εξελισσόμενο λογαριασμό. Το πολιτικό κέλυφος άντεξε για πολλές γενιές ακόμη κι όταν η ζωντανή δύναμη του αρχαίου πολιτισμού είχε υποχωρήσει. Η λογοτεχνία αραίωσε, η νομολογία χάλασε, η ποίηση βυθίστηκε στον ύπνο, η ιστορία έχασε τη φωνή της, οι επιγραφές σιώπησαν, ακόμη και η ίδια η γλώσσα εισήλθε στη διάβρωση. Όταν ο δυτικός Αυτοκρατορικός τίτλος εξαφανίστηκε, το αποφασιστικό έργο είχε ήδη τελειώσει από την μακρά εσωτερική διάβρωση. Επομένως, κατά την άποψη του Weber, το ερώτημα περί της πτώσεως της Αυτοκρατορίας είναι κοινωνικό πριν γίνει στρατιωτικό. Ένας πολιτισμός είχε καταναλώσει το έδαφος στο οποίο στηριζόταν και η μετέπειτα συντριβή του απλώς αποκάλυψε ένα ερείπιο που είχε ωριμάσει από μέσα.
Ο Μαξ Βέμπερ έβλεπε την Αρχαία Ρώμη όχι απλώς ως μιαν Αυτοκρατορία, αλλά ως έναν σπουδαίο πολιτισμό που ορίζεται από τις πόλεις της, την εκτεταμένη εξάπλωση του νόμου και μια μορφή «πολιτικού καπιταλισμού». Υπεστήριξε ότι η οικονομική πρόοδος της Ρώμης περιορίστηκε λόγω της εξάρτησής της από τον πόλεμο, την δουλεία και ένα «εξορυκτικό-φοροεισπρακτικό» κράτος, παρά από τον ορθολογισμό του συγχρόνου καπιταλισμού που καθοδηγείται από την αγορά. Ο Βέμπερ ανέλυσε βαθιά τη Ρώμη καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, προσφέροντας πολλές βασικές προοπτικές για την κοινωνία και τη δομή της:
1. Ρωμαϊκή Αγροτική και Νομική Ιστορία
Ο Βέμπερ ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα αναλύοντας τη Ρώμη. Η μεταδιδακτορική του διατριβή του 1891, «Ρωμαϊκή Αγροτική Ιστορία», εξέτασε πώς εξελίχθηκαν οι ρωμαϊκοί θεσμοί δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου παράλληλα με τις γεωργικές πρακτικές και τις διανομές γης της πρώιμης Ρώμης. Υπεστήριξε ότι τα δικαιώματα της ρωμαϊκής ιδιοκτησίας συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τις πολιτικές και στρατιωτικές ανάγκες του κράτους, παρά με τις επιχειρήσεις ελεύθερης αγοράς.
2. «Πολιτικός Καπιταλισμός» εναντίον Συγχρόνου Καπιταλισμού
Στις ευρύτερες θεωρίες του για τον πολιτισμό, ο Βέμπερ χρησιμοποίησε τη Ρώμη για να αντιπαραβάλει τις απαρχές του καπιταλισμού. Ενώ ο σύγχρονος καπιταλισμός βασίζεται στην ορθολογική οργάνωση της εργασίας στην ελεύθερη αγορά, ο Βέμπερ υπεστήριξε ότι ο ρωμαϊκός πλούτος δημιουργήθηκε κυρίως μέσω κρατικής δράσης: Κατάκτηση, λεηλασία, φορολογική γεωργία και χρήση δουλείας. Ονόμασε αυτό το οικονικό πρότυπο «πολιτικό καπιταλισμό», που σημαίνει ότι η συσσώρευση πλούτου εξαρτιόταν από την πολιτική δύναμη και τη στρατιωτική επέκταση και όχι από τη βιομηχανική καινοτομία.
3. Η Πόλη και ο Καταναλωτής
Ο Βέμπερ τόνισε ότι ο ελληνορωμαϊκός κόσμος ήταν ουσιαστικά ένας πολιτισμός πόλεων, με την πόλη να χρησιμεύει ως πολιτικός και στρατιωτικός κόμβος. Σε αντίθεση με τις μεσαιωνικές ευρωπαϊκές πόλεις, που ανέπτυξαν αυτόνομες συντεχνίες και εμπορική παραγωγή, οι ρωμαϊκές πόλεις ήσαν σε μεγάλο βαθμό «καταναλωτικές πόλεις» στις οποίες κυριαρχούσαν οι γαιοκτητικές ελίτ. Αυτές οι ελίτ αντλούσαν πλούτο από την ύπαιθρο (συχνά χρησιμοποιώντας τεράστια κτήματα δούλων εργατών τα «λατιφούντια») για να χρηματοδοτήσουν την αστική, την κοινωνική και την πολιτική ζωή τους.
4. Χαρισματική και Γραφειοκρατική Εξουσία
Στην πολιτική του κοινωνιολογία, ο Βέμπερ εξέτασε πώς η διακυβέρνηση της Ρώμης άλλαξε με την πάροδο του χρόνου. Υπεστήριξε ότι η Ρωμαϊκή Δημοκρατία ήταν μια ολιγαρχία που στηριζόταν στην παραδοσιακή εξουσία. Καθώς η Ρώμη επεκτάθηκε σε μια Αυτοκρατορία, το σύστημα μεταμορφώθηκε. Το «Πρωτάτο» – Principate (ξεκινώντας με τον Οκταβιανό Αύγουστο «πρώτο πολίτη μεταξύ ίσων») βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στη χαρισματική εξουσία, καθώς οι Αυτοκράτορες στήριζαν τη νομιμότητά τους στη στρατιωτική επιτυχία και στο προσωπικό χάρισμα, τα οποία τελικά έδωσαν τη θέση τους σε έναν άκαμπτο, διοικητικό γραφειοκρατικό μηχανισμό.
Ο Βέμπερ παραμερίζει επίσης τις «ηθικές» ιστορίες. Αντιμετωπίζει τον δεσποτισμό, την αριστοκρατική πολυτέλεια, τα σεξουαλικά κουτσομπολιά και τα παράπονα για την παρακμή της οικογένειας, ως απλώς αβαθείς απαντήσεις γιά μια βαθύτερη διαδικασία. Τέτοιες εξηγήσεις ευχαριστούν τους φυλλαδογράφους επειδή μετατρέπουν την ιστορία σε κηρύγματα, ωστόσο ο Βέμπερ κοιτάζει το παρελθόν πέρα από τα σκάνδαλα και αναζητά την αιτιοπαθογόνο δομή. Αρνείται την εικόνα στην οποία μερικές διεφθαρμένες ελίτ ή μερικές αλλαγές στους τρόπους καταρρίπτουν έναν ολόκληρο πολιτισμό. Απορρίπτει επίσης πικίλα συνθήματα για ηρωικές γυναίκες, εθνικό χαρακτήρα ή φυλετικό σθένος, ως θελκτικούς διακοσμητικούς μύθους που περισσότερο κολακεύουν τις υπάρχουσες πραγματικότητες ή προκαταλήψεις παρά εξηγούν γεγονότα. Για αυτόν, οι ρίζες της κατάρρευσης βρίσκονται στην οργάνωση της εργασίας, της ιδιοκτησίας, της διοίκησης και της ανταλλαγής. Ο αρχαίος κόσμος πέθανε μέσα από έναν μετασχηματισμό στην κοινωνική του ανατομία, μέσα από μιαν αναδιάταξη της εργασίας και του πλούτου, που σταδιακά άλλαξε ολόκληρη τη σχέση μεταξύ πόλης και υπαίθρου, αγοράς και νοικοκυριού, κράτους και υποκειμένου.