ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ ΕΒΟΛΑ ΚΑΙ ΑΠΩΘΗΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

8–11 minutes

Μέρος 1

«Η έρευνα των Ινδοευρωπαϊκών ριζών του πολιτισμού της Ευρώπης δεν έχει απλώς μιαν ιστορική ή αρχαιοδιφική αξία. Είναι η έρευνα τού τι σχετίζεται με εμάς και τι μας είναι ξένο, τού τι πρέπει να γίνει παραδεκτό και τι πρέπει να απορριφθεί. Είναι ο καθορισμός των κριτηρίων εν σχέσει προς τα οποία όλα τα πολιτιστικά ρεύματα δεν δύνανται να καταστούν αποδεκτά αδιακρίτως, αλλά χρήζουν μιας επιλογής εχούσης κατά νουν την πνευματική μορφή της Ευρωπαϊκής ανθρωπότητος. Αυτό είναι το καθήκον του οποίου η εκπλήρωσις απαιτείται από εμάς λόγω της σημερινής ανάγκης με σκοπό να παρασχεθεί ένας μοναδικός μύθος για τον Ευρωπαϊκό εθνικισμό του αύριο και πέραν των ορίων της Ευρώπης για ολόκληρο την λευκή φυλή. Είναι το σημείο απ’ όπου διανοίγονται οι ορίζοντες μιας νέας ευρωπαϊκής παραδόσεως, μιας παραδόσεως εντός της οποίας έχει θέση μία νέα ευρωπαϊκή θρησκευτική προοπτική με Βόρειες ρίζες, μία «ευλάβεια βορείου είδους». Από το μεταθανατίως εκδοθέν βιβλίο του Αντριάνο Ρομουάλντι «Οι Ινδοευρωπαίοι. Καταβολές και μεταναστεύσεις.» Πάδοβα, 1978, εκδόσεις Ar.

Με την αρχομένη δια του παρόντος κειμένου σειράν άρθρων θα αποπειραθούμε, όσον είναι δυνατόν, να συνεισφέρουμε κατά τι στην διάλυση των ποικίλων συγκεχυμένων, εν μέρει αλληλοεπικαλυπτομένων και εν μέρει αντιθετικών, αστηρίκτων εν πολλοίς απόψεων περί το φυλετικό ζήτημα. Επί σαράντα περίπου έτη ο εθνικιστικός χώρος και οι εγγύς προς αυτόν ποικίλης ιδεολογικοπολιτικής υφής ομάδες κατέστησαν δέκτες ή και κοινωνοί σωρείας συναφών υπερβολών, αστηρίκτων ανοησιών, εγωπαθών μεγαλοστομιών, εκλεκτικώς κλεψιτύπων γνωστικών δανείων με αντικείμενο το φυλετικόν ζήτημα στο σύνολόν του αλλά και ιδιαιτέρως το μέρος του το κατατριβόμενο με τον Ελληνισμό. Ένα φάσμα ψευδοδιανοουμένων ή και παρανοούντων διανοουμένων υπερέβησαν πλειστάκις εαυτούς με ιησουιτικό ζήλο ώστε να πείσουν τους αποδέκτες τους, ότι δήθεν είναι φορείς της αποκαλυφθείσης φυλογνωσικής αληθείας. Ιδιαιτέρως δε ενέχει σημαντική βαρύτητα  η από τεσσάρων περίπου δεκαετιών αυξομειουμένη αντιπαράθεση μεταξύ των διαβοήτων αυτοχθονιστών με τους «αντιπάλους» ή και μάλλον εχθρούς τους ινδοευρωπαϊστές και απολογητές της «από βορά καθόδου» (ενίοτε εξικνουμένους έως τα ακρόρια μιας Γκυντεριανής νορδικής καθαρολογίας).

Κατά το πρόσφατο παρελθόν σε μία σειρά άρθρων στην εβδομαδιαία εθνικιστική εφημερίδα «Εμπρός», έγινε προσπάθεια συγκεντρώσεως μερικών  απαραιτήτων περιληπτικών στοιχείων τα οποία αφεώρουν το κρίσιμο «Ινδο- Ευρωπαϊκό ζήτημα». Εν προκειμένω, επανερχόμεθα ομοίως απαισιόδοξοι όσον αφορά στην δεκτικότητα και στο ενδιαφέρον του κοινού, ευελπιστούμε όμως ότι η σύναψη του θέματος με το δυσθεώρητο κύρος του διδασκάλου Έβολα δύναται να λειτουργήσει επιρρωτικώς προς την κατεύθυνση της αναζητήσεως αυτής. Αυτό καθεαυτό το «Ινδοευρωπαϊκό ζήτημα», όπως και όλες εν γένει οι συμπαρομαρτούσες πτυχές της  Φυλογνωσίας και της Φυσικής Ανθρωπολογίας γενικότερον, αποτελούν ισχυρά θεμέλια άρα και απολύτως απαραίτητα εφόδια μίας αρτίας εθνικιστικής κοσμοθεωρήσεως.

Γιά την αρτιοτέρα δυνατή κατανόηση του φυλογνωσικού έργου του Ιουλίου Έβολα επισημαίνεται ότι τα έτη μεταξύ 1933 και 1943 υπήρξαν για αυτόν μία περίοδος κυριολεκτικώς αποκαλυπτικής δραστηριότητος. Επιπλέον ήσαν τα έτη των εκδόσεων της «Εξεγέρσεως ενάντια στον Σύγχρονο Κόσμο» (1934), του «Μυστηρίου του Γκράαλ και της γιβελινικής παραδόσεως της Αυτοκρατορίας» (1937), του «Δόγματος της Αφυπνήσεως» (1943), καθώς και των δοκιμίων περί τα φυλετικά ζητήματα («Τρεις όψεις του εβραϊκού προβλήματος»-1936, «Ο μύθος του αίματος»-1937 και 1942, «Σύνθεσις του δόγματος της φυλής»-1941 και γερμανική έκδοση 1943, καθώς και «Κατευθύνσεις για μια φυλετική εκναίδευση»-1941).

Αυτά τα έτη ήσαν επίσης χαρακτηριστικά μιας σειράς συνεργασιών του βαρόνου Έβολα με πολυάριθμα περιοδικά και εφημερίδες, όπως οι διασημότερες «Κοριέρε Παγκάνο», «Ιλ Ρετζίμε Φασίστα», και «Λα Στάμπα». Τα μηνιαία έντυπα «Το Κράτος», «Φασιστική βιβλιογραφία» και «Ιταλική ζωή» αλλά και τα δεκαπενθήμερα ιδεολογικά περιοδικά «Αυγουστέα» και «Άμυνα της φυλής». Στα ανωτέρω πρέπει να προστεθούν βεβαίως πάμπολλα άρθρα του και σε γερμανόφωνα περιοδικά.

Σε εκείνα τα έτη ο μέγας παραδοσιοκράτης φιλόσοφος ανέπτυξε και συνεπλήρωσε οργανικώς μία δέσμη θέσεων περί των καταβολών και της αναπτύξεως των πολιτισμών ινδοευρωπαϊκής προελεύσεως. Οι μελέτες και οι ποικίλες συνεισφορές που επηρέασαν την σκέψη του ποικίλουν κατά πολύ : Ανθρωπολογία, γλωσσολογία, αρχαιολογία, κρανιομετρία και σπουδή των ομάδων αίματος κοκ όπως και ποικίλα δεδομένα παρασχεθέντα από τους μύθους, τις τελετουργίες και διάφορα παραδοσιακά ιδρύματα. Το πολυσύνθετο και πολύμορφο σύνολο αυτών των προαναφερθέντων δεδομένων είχε μείζονα επίδραση στην ενοποίηση και εδραίωση της δέσμης αυτών των θέσεων. Η υιοθετηθείσα κατά την έρευνά του μέθοδος υπήρξε αυτή την οποία εξέθεσε σαφέστατα από την πρώτη έκδοση της «Εξεγέρσεως εναντίον στον σύγχρονο κόσμο» συνισταμένη πρωτίστως στο χαρακτηριστικό ότι «οτιδήποτε χρησιμοποιείται ως επιστημονική απόδειξη, εδώ είναι χρήσιμο μόνον ως μια βεβαία και θαμβή ένδειξη των τρόπων των περιστασιακών αιτίων, δυνάμεθα δε να είπωμεν ένδειξη μέσω της οποίας δύναται να εκδηλωθούν οι παραδοσιακές πραγματικότητες

Αποτέλεσμα αυτής της προσεγγίσεως στην οποίαν οδηγεί η «διακριτική» (μέσω επαλλήλων διακρίσεων) προσέγγιση του Έβολα συγκλίνουν και πολλές άλλες μελέτες περί του κλασικού κόσμου από σπουδαίους, εν πολλοίς αγνώστους στην πατρίδα μας (αλλά και στην σύγχρονο Ευρώπη), στοχαστές : Φραντς Αλτχάιμ, Αντρέ Πιγκανιόλ, Βάλτερ Φρήντριχ Γκούσταφ Χέρμαν Ότο, Καρλ Κερένυι και Γιόχαν Γιάκομπ Μπαχόφεν. Επίσης οι πρώιμες θέσεις του Χέρμαν Βιρτ («Η εκκίνηση της ανθρωπότητος»), οι ανακαλύψεις του Ζωρζ Ντυμεζίλ στην πρώιμο νεότητά του (του οποίου την διδακτορική διατριβή αναφέρει ο Έβολα στην πρώτη έκδοση της «Εξεγέρσεως εναντίον στον σύγχρονο κόσμο») αλλά και οι ανακαλύψεις του μεγάλου συγκριτικού θρησκειολόγου Μιρτσέα Ελιάντε. Βεβαίως στην αυτή κατεύθυνση συγκλίνουν επίσης οι μελέτες περί των φυλών, των μεταναστεύσεών τους και των αμοιβαίων διαδραστικών τους επιρροών, μελέτες μάλιστα οι οποίες  εξεπήγασαν από διαφορετικά θεωρητικά πεδία και διενηργήθησαν από ερευνητές όπως ο Κόμης Αρτύρ Γκομπινώ, ο Καρλ Πένκα, ο Τέοντορ Φρήντριχ Βίλχελμ Πέσε, ο Ζωρζ Βασέ ντε λα Πουζ, ο Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεϊν, ο Γιοχάννες Χέρτελ, ο Λούντβιχ Φέρντιναντ Κλάους, ο Λούντβιχ Βίλζερ, ο Χανς Γκύντερ, και ο δύστηνος «εγκληματίας γνώμης» Ρόζενμπεργκ. Ανάλογο τροχιά προς την προαναφερθείσα συγκλίνουσα συνισταμένη εμφανίζει η παραδοσιοκρατία του Γκενόν και μέσω αυτής οι υπαινικτικές ιδέες του βραχμάνου Μπαλ Γκανγκάνταρ Τίλακ.

Βεβαίως στην απαρτίωση του Εβολιανού ερευνητικού έργου συνέτειναν πλειστάκις και κλασικές πηγές από διαφόρους πολιτισμούς, από τους ινδοευρωπαϊκούς έως τον αιγυπτιακό, περουβιανό και χαλδαϊκό πολιτισμό.  Αυτό το πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο σύνολο των συστατικών της Εβολιανής ερεύνης εσχηματοποίησε την έκφραση ενός πλουσίου, πολυέδρου, περιτέχνου και πολυσυνθέτου δόγματος περί των καταβολών, εξόχως επικαίρου κατά την εποχή που εγεννήθη καθώς και ιδιαιτέρως πρωτοπόρου εις ό,τι αφορά τον πελώριο πλούτο των συνεισφορών.

Ένα κρίσιμο βήμα για την κατανόηση της Εβολιανής προσεγγίσεως προς τα διαφορετικά δόγματα περί των ινδοευρωπαϊκών καταβολών, ημπορεί να ανευρεθεί στα πρώτα οκτώ κεφάλαια του «Μύθου του αίματος», όπου κυρίως συνοψίζει τις απόψεις του Ολλανδού  Χέρμαν Βιρτ: «Αναφερόμενοι στον Φαμπρ ντ’ Ολιβέ, έχουμε ήδη ειπεί ότι η Αρκτική υπόθεση καθεαυτή είναι κάτι πολύ περισσότερον από μία εκ των πολλών υποθέσεων των συγχρόνων ερευνητών : Τουναντίον συμβαδίζει προς την γνώση μιας “παραδοσιακής τάξεως” η οποία έως τούδε συνετηρήθη σε συγκεκριμένα εσωτεριστικά περιβάλλοντα. Συνεπώς έχει σαφώς αξίαν, ασχέτως των προσπαθειών εκείνων οι οποίοι, όπως ο Βιρτ, είχαν μόνο μίαν ασαφή έμπνευση περί αυτής, αποπειρώμενοι να την δικαιώσουν με σύγχρονες “επιστημονικές μεθόδους”. Έχει αξίαν ασχέτως της προσπαθείας μερικών φυλετιστών και του ιδίου του Βιρτ, ο οποίος την εχρησιμοποίησε “προς χρήση του Δελφίνου” (αποκλειστικώς για την εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού), για ολίγον έως πολύ περιστασιακές πολιτικές σκοπιμότητες».

Ο Έβολα αντεμετώπισε τα έργα του Βιρτ με αύξουσα προσοχή (έργα που απερρίφθησαν από τους ακαδημαϊκούς επιστημονικούς κύκλους, όχι μόνον για τις αιρετικές τους θέσεις αλλά κυρίως για κάποια συμπεράσματά του έμπλεα εντόνου φαντασίας και απολύτως εσφαλμένα), όμως ταυτοχρόνως  υπεβάθμισε την καθεστηκυία «λογιστικήν» επιστημονική προσέγγιση εν σχέσει προς την παραδοσιακή γνώση, γνώση για την οποίαν ο Έβολα φρονεί ότι μεταδίδεται μέσω εσωτεριστικών τρόπων, όπως ανευρίσκεται στο έργο του Φαμπρ ντ’ Ολιβέ «Φιλοσοφική ιστορία του ανθρωπίνου γένους».

Λέγει επ’ αυτού : «Το 1824 με μίαν εμφανώς πολεμική αναφορά προς το έργο του Ζυλιέν Ζοζέφ Βιρέ, εμφανίζεται ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο από τον Φαμπρ ντ’ Ολιβέ με τίτλον “Φιλοσοφική ιστορία του ανθρωπίνου γένους” το οποίον εμπεριέχει ένα σχήμα γενικής φυλετικής ταξινομήσεως, επιπροσθέτως προς μία προσπάθεια να εξατομικευθεί η επιρροή την οποίαν εκάστη φυλή εξήσκησε διαμέσου διαφορετικών περιόδων, σε μιαν ιστορία η οποία οπισθοδρομεί έως τους αρχεγόνους προϊστορικούς χρόνους. Η χρησιμοποιουμένη ονοματολογία είναι ερυθρά ή μεσημβρινή φυλή, κιτρίνη φυλή, μαύρη ή νοτία φυλή, λευκή ή βορεία φυλή. Το πλέον σημαντικό στοιχείον είναι ότι ο Φαμπρ ντ’ Ολιβέ εν σχέσει προς την λευκή φυλή υπήρξεν ο πρώτος ο οποίος υπεστήριξε μιαν απωτέρα βορειοαρκτική, βορεία και υπερβορεία καταβολή της. Όμως στον εν λόγω συγγραφέα η δηλωθείσα θέση έχει αμφότερα τα χαρακτηριστικά μιας επιστημονικής υποθέσεως αλλά και της εκθέσεως μιας παραδοσιακής διδασκαλίας, η οποία ακόμη διετηρείτο εντός λίαν κλειστών περιβαλλόντων προς τα οποία ευρίσκετο εν επαφή».

Ωστόσον, η κρίση του Έβολα περί του Χέρμαν Βιρτ ποτέ δεν ήταν εξ ολοκλήρου αρνητική. Στην εργασιακή μέθοδο του πολυμαθούς Ολλανδού υπήρχε κάτι όχι πολύ διαφορετικό από την Εβολιανή εργασιακή μέθοδο: Εμοιράζοντο αμφότεροι την θεμελιώδη παραδοχή «…η ιδέα μιας αυθεντικής βορειοατλαντικής παραδόσεως η οποία οπισθοδρομεί έως την πλέον μεμακρυσμένη αρχαιότητα και η απόπειρα να αναπλασθούν οι ατραποί που ηκολούθησαν οι πρωταγωνιστές αυτής της παραδόσεως κατά την επέκτασή της μέσω των μειζόνων προϊστορικών μεταναστεύσεων. Επιπλέον, υπήρχε επίσης η απόπειρα να συστηματοποιηθούν ποικίλες φάσεις ή διαφοροποιήσεις αντιπροσωπευόμενες από παραδοσιακό συμβολισμό καθώς επλησίαζαν οι ιστορικοί χρόνοι (…) η θετική συνεισφορά ήταν η διεύρυνση των οριζόντων : Έτσι περιεγράφη η απαίτηση προτάσεως μίας φιλοσοφίας της ιστορίας η οποία εξεκίνησεν από την ιδέαν της αρχεγόνου παραδόσεως». Αυτή η προσπάθεια ήταν εκείνη την οποίαν απεπειράθη να ολοκληρώσει ο Βιρτ με την βοήθεια πορισμάτων ποικίλων επιστημονικών πεδίων (από την φιλολογία έως την μυθολογία και την εθνολογία). Συνεπώς ο σκοπός και η μέθοδό τους ήσαν λίαν σχετικοί, παρά την ουσιώδη διαφορά μεταξύ Βιρτ και Έβολα, διαφορά συνισταμένη στην σχεδόν καθολική έλλειψη αναφοράς του πρώτου στην Παράδοση.

Η παραδοσιοκρατική προσέγγιση του Έβολα προήλθεν από τον Ρενέ Γκενόν παρά το ότι υπήρξε πολύ διαφορετική από εκείνη του Γάλλου συγγραφέως. Ο Γκενόν εξεκίνησε από του σημείου όπου προτίθεται να οικοδομήσει μιαν «αντιμοντέρνα επιστήμη». Παρά το ότι εγκολπούται τις ιδέες του βραχμάνου Τίλακ (με μερικές επιφυλάξεις) και υποστηρίζει την υπερβορεία θεωρία, ο Γκενόν γράφει για τους Ινδοευρωπαίους : «Όσον αφορά εμάς δεν πιστεύουμε στην ύπαρξη μιας Ινδοευρωπαϊκής φυλής, έστω και αν δεν αποκαλείται πλέον Αρία, πράγμα το οποίο δεν έχει καμία ουσία. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικόν ότι οι Γερμανοί λόγιοι απέδωσαν το όνομα Ινδογερμανική σε αυτήν την φυλή και απεπειράθησαν να καταστήσουν μια τέτοια υπόθεση αποδεκτή, υποστηρίζοντές την με πολλαπλά εθνολογικά αλλά και κυρίως φιλολογικά επιχειρήματα.» («Γενική εισαγωγή στη σπουδή των ινδικών δογμάτων» Παρίσι 1921. Ο Γκενόν σε αυτό το βιβλίο του καταθέτει το προαναφερόμενο εδάφιο στην παράγραφο «Η γερμανική έγχυση» του 4ου  κεφαλαίου «Οι δυτικές ερμηνείες»).

Οι θέσεις του Έβολα διαφέρουν από εκείνες του Γκενόν καθώς εξετάζουν το πρόβλημα της καταβολής από ένα ευρύτερον φάσμα απόψεων. Η επιστημονική έρευνα δεν έχει τον κυρίαρχο ρόλο, αλλά δύναται να υποστηρίξει την προσφορά ενός οργανικού νοήματος στην βορειοαρία θέση. Συμφώνως προς την παραδοσιακή Εβολιανή μέθοδο τα συμπεράσματα που απορρέουν από τις μελέτες πληθυσμών και μετακινήσεων συγχέονται περιοριζόμενα από το εμμονικό ανελαστικό εξελικτικό δόγμα και τον ακραίον υλισμό. Έτσι, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση της ερμηνείας της κυριαρχικής μεταπτώσεως στον άνθρωπο του Κρομανιόν («Ευρωπαίο Πρόωρο Σύγχρονο Άνθρωπο»)  από τον Μουστιαίο πολιτισμό και τον εξαφανισθέντα άνθρωπο του Νεάντερταλ συμβαίνει αυτή ακριβώς η σύγχυση.

Στέργιος Απρίλης – Σαμαρινιώτης

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

64
fb-share-icon
Insta
Tiktok