Η τουρκία χτίζει κρατική πετρελαϊκή ισχύ στη Σομαλία – Η Ελλάδα εγκαταλείπει την τεχνογνωσία σε ξένες πολυεθνικές.
Στα τέλη του 2024, το τουρκικό ερευνητικό σκάφος Oruç Reis ολοκλήρωσε τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες σε τρία υπεράκτια οικόπεδα στα ανοικτά της Σομαλίας, καλύπτοντας έκταση περίπου 5.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων το καθένα. Τα δεδομένα που συνέλεξε υπέδειξαν την ύπαρξη τεραστίων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Τον Απρίλιο του 2026, το γεωτρύπανο Çağrı Bey έδεσε στο λιμάνι του Μογκαντίσου, σηματοδοτώντας την απαρχή της πρώτης υπεράκτιας γεώτρησης πετρελαίου στην ιστορία της Σομαλίας. Το γεωτρύπανο, μήκους 228 μέτρων και με δυνατότητα γεώτρησης έως τα 12.000 μέτρα, αναμένεται να ξεκινήσει εργασίες στον στόχο Curad-1, σε απόσταση 370 χιλιομέτρων από την ακτή .Η τουρκιά έχει απο χρόνια οργανώσει την πολιτική επιρροή της στην Αφρική, γενικότερα.
Το βάθος συνεργασίας.
Η ενεργειακή συνεργασία τουρκίας-Σομαλίας δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά η κορύφωση μιας δεκαπενταετούς στρατηγικής σχέσης. Όλα ξεκίνησαν το 2011, όταν ο Ταγίπ Ερντογάν επισκέφθηκε τη Σομαλία εν μέσω λιμού, αποτελώντας τον πρώτο μη Αφρικανό ηγέτη που το έπραττε ύστερα από δύο δεκαετίες . Από τότε, η τουρκία έχει επενδύσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην ανοικοδόμηση υποδομών, νοσοκομείων και σχολείων.
Το 2017, η τουρκία εγκαινίασε τη μεγαλύτερη στρατιωτική βάση της εκτός των συνόρων της, το Camp TURKSOM στο Μογκαντίσου, όπου έχει εκπαιδεύσει σχεδόν το ένα τρίτο του σομαλικού εθνικού στρατού. Τον Φεβρουάριο του 2024, υπεγράφη δεκαετής αμυντική συμφωνία για την προστασία των σομαλικών χωρικών υδάτων, με την τουρκία να αναλαμβάνει την εκπαίδευση σομαλικού ναυτικού. Τουρκικές εταιρείες, όπως η Albayrak Group, διαχειρίζονται ήδη το αεροδρόμιο και το λιμάνι του Μογκαντίσου, αυξάνοντας σημαντικά τα κρατικά έσοδα της Σομαλίας . Πρόκειται για μιαν ολιστική συνεργασία που συνδυάζει την ανθρωπιστική βοήθεια, την εκπαίδευση, την ασφάλεια και τώρα την ενέργεια.
Η στρατηγική ευφυΐα της Τουρκίας.
Η τουρκία, μια χώρα που εισάγει σχεδόν το σύνολο των ενεργειακών της αναγκών, καταφέρνει να εκμεταλλευτεί πετρέλαια που δεν της ανήκουν γεωγραφικά, μετατρέποντας την γεωπολιτική της θέση σε ενεργειακό πλεονέκτημα. Η στρατηγική της «Αφρικανικού Ανοίγματος» (Africa Opening Strategy) εντάσσει τη Σομαλία ως προτεραιότητα λόγω της κομβικής θέσης της στο Κέρας της Αφρικής και των ανεκμετάλλευτων πόρων της.
Η συμφωνία υδρογονανθράκων του Μαρτίου 2024 παραχωρεί στην τουρκική κρατική TPAO αποκλειστικά δικαιώματα εξερεύνησης σε τρία υπεράκτια οικόπεδα . Αυτό που κάνει τη στρατηγική αυτή «ευφυή» είναι η διαχείριση του ρίσκου: Η τουρκία αναλαμβάνει το σύνολο του επενδυτικού κόστους –άνω των 100 εκατομμυρίων δολαρίων ανά γεώτρηση– και των ασφαλιστικών κινδύνων σε μια περιοχή που οι μεγάλες πετρελαϊκές (Shell, ExxonMobil) αποφεύγουν εδώ και δεκαετίες λόγω αστάθειας. Σε αντάλλαγμα, η τουρκία εξασφαλίζει την πρόσβαση σε κοιτάσματα που εκτιμώνται μεταξύ 30 και 40 δισεκατομμυρίων βαρελιών!
Προβάδισμα έναντι της Ελλάδος.
Η επιχείρηση στην Σομαλία αποτελεί την πρώτη υπεράκτια γεώτρηση της τουρκίας εκτός των χωρικών της υδάτων. Η τεχνογνωσία που θα αποκτήσει η κρατική τουρκική TPAO σε βαθιά νερά (άνω των 3.500 μέτρων) και σε ακραίες συνθήκες είναι ανεκτίμητη και αντικατοπρίζεται απευθείας στο Αιγαίο, όπου υπάρχουν ενδείξεις για κοιτάσματα υδρογονανθράκων.
Το κρίσιμο σημείο σύγκρισης είναι το μοντέλο διαχείρισης: Η τουρκία επενδύει μέσω της κρατικής TPAO, αποκτώντας η ίδια την τεχνολογία, τα δεδομένα και την επιχειρησιακή εμπειρία. Αντιθέτως, η Ελλάδα παραχωρεί τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης στο Ιόνιο και στο Αιγαίο σε ξένες πολυεθνικές εταιρείες (όπως η Chevron, η Total, η ExxonMobil) μέσω συμβάσεων παραχώρησης. Ενώ οι ελληνικές κυβερνήσεις πανηγυρίζουν για την «επένδυση» ξένων κεφαλαίων, η Ελλάδα δεν αποκτά ούτε την τεχνογνωσία, ούτε τον έλεγχο της παραγωγής, ούτε –κυρίως– τα κέρδη από την πιθανή εξόρυξη. Η τουρκία, μέσω της Σομαλίας, χτίζει ένα κρατικό πετρελαϊκό δυναμικό που μπορεί να αξιοποιήσει οπουδήποτε, ενώ η Ελλάδα παραμένει εξαρτημένη από τρίτους. Η ελληνική αισιοδοξία είναι, υπό αυτό το πρίσμα, επιεικώς επιφανειακή.

Εκτίμηση παραγωγής και κάλυψη αναγκών.
Οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα υδρογονανθράκων στη Σομαλία κυμαίνονται από 30 έως 40 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, συν 6 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Να σημειωθεί ότι τον Μάιο του 2025 υπήρξαν αναφορές για ανακάλυψη κοιτασμάτων 20 δισεκατομμυρίων βαρελιών στα δύο από τα τρία οικόπεδα , αν και τα δεδομένα αυτά χρήζουν επιβεβαίωσης.
Σύμφωνα με την συμφωνία καταμερισμού παραγωγής, η τουρκική κρατική TPAO μπορεί να ανακτήσει έως και το 90% της ετήσιας παραγωγής για την κάλυψη του κόστους . Μόνο μετά την απόσβεση, τα κέρδη επιμερίζονται, με τη Σομαλία να λαμβάνει στα πρώτα στάδια μόλις 5% royalty. Αυτό σημαίνει ότι η τουρκία θα έχει τη δυνατότητα να διοχετεύει τεράστιες ποσότητες πετρελαίου στην αγορά της.
Η τουρκία καταναλώνει περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως, αλλά παράγει μόλις 80.000-100.000. Ο λογαριασμός ενεργειακών εισαγωγών της το 2025 άγγιξε τα 70 δισεκατομμύρια δολάρια . Ο στόχος της TPAO είναι να φτάσει σε παραγωγή 1 εκατομμυρίου βαρελιών ημερησίως (συμπεριλαμβανομένων των κοιτασμάτων της Μαύρης Θάλασσας και του Γκαμπάρ). Ακόμα και ένα μερίδιο 10-20% από την παραγωγή της Σομαλίας (3-6 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε πλήρη ανάπτυξη) θα μπορούσε να καλύψει σημαντικό μέρος των τουρκικών αναγκών, μειώνοντας δραστικά την εξάρτηση από το πετρέλαιο της Ρωσίας και της Μέσης Ανατολής.
Άρα:
Η τουρκο-σομαλική συμμαχία δεν είναι απλώς μια ακόμη επενδυτική συμφωνία. Είναι ένα στρατηγικό εγχείρημα που επιτρέπει στην τουρκία να αποκτήσει, μέσω κρατικών μηχανισμών, την τεχνογνωσία και τους πόρους που της λείπουν εντός των συνόρων της. Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα ισχυρό προβάδισμα έναντι της Ελλάδος, η οποία έχει επιλέξει τον δρόμο της παραχώρησης της έρευνας σε ξένες εταιρείες.