Μορφή, άπειρο και η αρχιτεκτονική της πίστης
«Χωρίς την ιστορία μένει κανείς ένα άπειρο παιδί. Και ιδιαίτερα χωρίς την ιστορία της φιλοσοφίας -που δεν είναι απλώς ιστορία της πλάνης και της αλήθειας- δε θα μάθει κανένας να εκτιμά τη ρώμη του ανθρώπινου νου…» Γ. Ε. Λέσινγκ
Το θείο αποκαλύπτεται μέσω της αναλογίας, της αρμονίας και της αυτογνωσίας, οι οποίες ξεδιπλώνονται στο πέρασμα του χρόνου μέσω πολυποίκιλων δομών που αναπτύσσονται, ωριμάζουν και μορφοποιούνται μέσα στην ιστορία αντί να στέκουν έξω από αυτήν. Σε αυτό το φαουστιανό όραμα, η θεολογία γίνεται μια επιστήμη ενόρασης που διαμορφώνεται από την εσωτερική αναγκαιότητα, που εξυπηρετεί την τάξη, το μέτρο και το πεπρωμένο, ενώ ο λόγος χρησιμεύει ως το δοχείο μέσω του οποίου ο ευρωπαϊκός χριστιανισμός αρθρώνει την ιστορική του βούληση προς το άπειρο, το διάστημα και τη σιωπηλή πίεση του Γίγνεσθαι, η οποία οδηγεί τους πολιτισμούς στο καθορισμένο σχήμα τους.
Αυτοί οι στοχασμοί προκύπτουν από τη θεωρητική θεολογία του Σάξωνα Γκότχολντ Εφραίμ Λέσινγκ (Gotthold Ephraim Lessing, 1729-1781), του οποίου ο «χριστιανισμός της λογικής» αναζητά τη δομή, την αναλογία και την εσωτερική αναγκαιότητα. Ο χαρακτηρισθείς και ως «Γερμανός Σαίξπηρ», ο πολυμαθής και πολυγραφότατος στοχαστής, μετά την αποφοίτησή του ως θεολόγος από το Πανεπιστήμιο της Βιττεμβέργης,επιδόθηκε στη συγγραφή άρθρων για την ημερήσια εφημερίδα εθνικής εμβέλειας «Vossische Zeitung» και πολυάριθμα λόγια περιοδικά του Βερολίνου με τόσην επιτυχία, ώστε ήδη στα εικοσιτέσσερά του χρόνια εξέδωσε τα άπαντά του σε έξι τόμους. Ήταν ο πρώτος Γερμανός συγγραφέας που έζησε από την πέννα του.
Ο Λέσινγκ ξεκινά από ένα όραμα της αιωνιότητας που διαμορφώνεται από στοχασμό και όχι κίνηση. Το πιο τέλειο ον παραμένει στο βλέμμα της ίδιας της τελειότητας. Η αιωνιότητα εμφανίζεται ως πληρότητα συγκεντρωμένη σε επίγνωση. Η θεότητα αποκαλύπτεται ως συγκεντρωμένη προσοχή, ως μια ήρεμη ένταση που κατευθύνεται προς την υψηλότερη δυνατή πραγματικότητα. Σε αυτή την αρχή, ο λόγος και η πίστη συγκλίνουν. Η σκέψη προσλαμβάνει οντολογική βαρύτητα. Η θεολογία αποκτά τη στάση της μεταφυσικής. Το θείο στέκεται ως μια απόλυτη εσωτερικότητα της οποίας ο πλούτος εκφράζεται μέσω κατανοητής τάξης.
Ο Λέσινγκ προχωρά με λογική βαρύτητα παρά με ρητορική δύναμη. Το τελειότερο αντικείμενο ισούται με τον ίδιο τον Θεό. Η θεία σκέψη στρέφεται προς τα έσω, αγκαλιάζοντας τη δική της αφθονία. Σε αυτή την πράξη, η σκέψη, η θέληση και η δημιουργία σχηματίζουν έναν πανίσχυρο ενιαίο παλμό. Κάθε θεϊκή ιδέα φέρει παραγωγική δύναμη. Η δημιουργία ρέει ως έκφραση και όχι ως διακοπή. Η πραγματικότητα ξεδιπλώνεται καθώς η σκέψη επεκτείνεται σε μορφή. Ο Κόσμος αναδύεται καθώς η κατανοητότητα γίνεται ορατή. Το Είναι και το νόημα μοιράζονται μιαν ενιαία πηγή. Ο κόσμος εμφανίζεται ως λόγος που κατέστη χωρικός, χρονικός και σχεσιακός.
Από αυτό τον αιώνιο αυτο-στοχασμό προκύπτει η εικόνα που ονομάζει τον Υιό. Ο Λέσινγκ περιγράφει αυτό το ον ως θεϊκή πληρότητα που συλλαμβάνεται ως ολότητα. Κάθε τελειότητα που υπάρχει στον Θεό εμφανίζεται συγκεντρωμένη σε ζωντανή ενότητα. Ο Υιός-Θεός εκφράζει την ταυτότητα παρά τη διαίρεση. Η ουσία παραμένει ολόκληρη. Η διάκριση μπαίνει μόνο μέσω της αλληλουχίας που συνεπάγεται η ανθρώπινη κατανόηση. Η σκέψη φαίνεται να προηγείται της εικόνας της, αν και η ουσία παραμένει κοινή. Η θεολογία εδώ ομιλεί με φιλοσοφική σαφήνεια. Η γενεά εμφανίζεται ως μια λογική εξέλιξη και όχι ως ένα χρονικό γεγονός. Το θείο αποκαλύπτεται μέσω της αυτογνωσίας η οποία κατέστη έκδηλη.
Αυτός ο Υιός-Θεός στέκεται ως η πανομοιότυπη εικόνα του Θεού. Η εικόνα εδώ σημαίνει τέλεια αντιστοιχία παρά μίμηση. Το να σκέπτεσαι τον Θεό συνεπάγεται την ίδια στιγμή τη σκέψη αυτής της εικόνας. Η αρμονία προκύπτει από την κοινή ουσία. Όπου τα χαρακτηριστικά συμπίπτουν πλήρως, η συνοχή φτάνει στην κορυφή της. Ο Λέσινγκ ορίζει την αρμονία ως την πλήρη συμφωνία του Είναι. Ταυτότητα και σχέση αλληλοσυνδέονται σε μιαν ενιαία δομή. Έτσι, ο Χριστιανισμός αποκτά μιαν εσωτερική αρχιτεκτονική η οποία χαρακτηρίζεται από συμμετρία, ισορροπία και κατανοητό βάθος.
Από τη ζωντανή ενότητα του Θεού Πατρός και του Υιού-Θεού προέρχεται το Άγιο Πνεύμα, που περιγράφεται ως η αρμονία που τους συνδέει. Αυτή η αρμονία κρατά την πληρότητα της θεϊκής ζωής. Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα εκφράζουν μια πραγματικότητα μέσω της σχέσης και της αμοιβαίας παρουσίας. Το καθένα εξαρτάται από τα άλλα ως εκφράσεις της ίδιας ουσίας. Ο Λέσινγκ παρουσιάζει την Τριάδα ως απαραίτητη άρθρωση της θεϊκής αυτογνωσίας. Η θεολογία εδώ αποκτά σταθερότητα μέσω της συνοχής. Το μυστήριο μεταμορφώνεται σε βάθος προσβάσιμο στην πειθαρχημένη λογική.
Ο λόγος τότε στρέφεται προς τα έξω, προς τη Δημιουργία. Ο Θεός σκέπτεται τις τελειότητες του σε διαιρεμένη μορφή, ενώ κάθε σκέψη ξεδιπλώνεται σε ύπαρξη. Δημιουργούνται πλάσματα καθένα από τα οποία φέρει ένα μερίδιο θεϊκών ιδιοτήτων. Μαζί σχηματίζουν τον κόσμο ως ένα σύνολο διαφοροποιημένων εκφράσεων. Η Δημιουργία εμφανίζεται ως διαβαθμισμένη εκδίπλωση παρά ως απότομη πράξη. Ο Θεός επιλέγει τον τελειότερο τρόπο διαίρεσης, τακτοποιώντας τα όντα σε μια συνεχή κλίμακα. Οι βαθμίδες διαδέχονται η μία την άλλη σε απρόσκοπτη διαδοχή. Κάθε επίπεδο συγκεντρώνει τις υποκείμενες ιδιότητες και προσθέτει περαιτέρω πλούτο. Η τάξη διέπει την πολλαπλότητα μέσω της αναλογίας.
Αυτή η κλίμακα εκτείνεται επ’ αόριστον, σχηματίζοντας μια άπειρη σειρά. Η απεραντοσύνη του κόσμου πηγάζει από την ίδια τη λογική της τελειότητας. Το άπειρο εμφανίζεται ως δομική αναγκαιότητα παρά ως ποιητική υπέρβαση. Τα απλά όντα αποτελούν το θεμέλιο της πραγματικότητας. Οι σύνθετες μορφές προκύπτουν από σχέσεις μεταξύ απλών. Η αρμονία ενώνει αυτά τα στοιχεία μεταξύ τους, παρέχοντας το κλειδί για τις φυσικές διαδικασίες. Η φύση αποκαλύπτεται ως ένα ευανάγνωστο σύστημα που διαμορφώνεται από την αντιστοιχία, τον συντονισμό και τη διαβαθμισμένη δύναμη.
Το 1774-78 ο Λέσσινγκ εξέδωσε τα «Αποσπάσματα του Βόλφενμπύτελ» (μιάς πόλης στην Κάτω Σαξωνία), τα σχολιασμένα μέρη ενός έργου του φιλοσόφου Χέρμαν Σάμουελ Ραϊμάρους, όπου εκφραζόταν ικανός σκεπτικισμός (τουλάχιστον) έναντι του Χριστιανισμού. Ο Λέσσινγκ δέχτηκε πολλές επιθέσεις για την έκδοση αυτή, απάντησε περιχαρής για τη προκύψασα διαμάχη, σε ένδεκα φυλλάδια (γνωστά ως «Anti-Goeze», από το όνομα του πάστορα του Αμβούργου Γιόχαν Μέλχιορ Γκαίτσε, που ηγούνταν των επιθέσεων) κατακεραυνώνοντας τους επικριτές του, υπεραμυνόμενος της ελευθερίας σκέψεως και αναγνωρίζοντας την αξία του Χριστιανισμού, παρά το ότι η Βίβλος ήταν απλώς ένα ανθρώπινο έργο ενώ τα θαύματα ήσαν μύθοι ή φυσικά φαινόμενα.
Τα «Αποσπάσματα» μετά από καταγγελία της εκκλησίας κατασχέθηκαν από τις Αρχές και ο Λέσσινγκ τέθηκε υπό την επιτήρηση του λογοκριτού του Μπράουνσβαϊγκ. Έγραψε τότε το δραματικό του αριστούργημα «Νάθαν ο Σοφός», ουσιαστικά ένα κήρυγμα ανεξιθρησκείας. Το έργο εκδόθηκε το 1779 και αποδοκιμάστηκε άμεσα από το χριστιανικό κοινό. Πρωτοπαρουσιάστηκε (μεταθανάτια) το 1783 και την τρίτη νύχτα η αίθουσα του θεάτρου ήταν άδεια. Μόνο μετά από μια διασκευή από τους γίγαντες της γερμσνικήε λογοτεχνίας Γκαίτε και Σίλλερ το έργο προσέλαβε την περίοπτη θέση του στο γερμανικό δραματολόγιο.
Ο Λέσινγκ οραματίζεται έναν μελλοντικό Χριστιανισμό με γνώμονα τη γνώση που ωριμάζει ανά τους αιώνες. Η έρευνα προχωρά σταθερά και υπομονετικά. Η παρατήρηση βαθαίνει. Τα φαινόμενα αποδίδουν τους εσωτερικούς τους νόμους. Η σκέψη ανιχνεύει τα φαινόμενα στις πρώτες αρχές τους. Η θεολογία και η φυσική φιλοσοφία συγκλίνουν σε έναν ενιαίον ορίζοντα. Ο λόγος εκτείνεται σε ολόκληρο το πεδίο της ύπαρξης. Η πίστη ωριμάζει σε ενόραση. Η δημιουργία αποκαλύπτεται ως ένα συνεκτικό σύνολο το οποίο φωτίζεται εκ των ένδον από μια κατανοητή τάξη.
Μέσα σε αυτόν τον τακτοποιημένο κόσμο, τα όντα αντανακλούν θεϊκές ιδιότητες ανάλογα με τη βαθμίδα τους. Η συνείδηση εμφανίζεται με κλιμακωτή ένταση. Η ικανότητα για δράση αυξάνεται παράλληλα με την ευαισθητοποίηση. Τα ηθικά όντα αναδύονται εκεί όπου η ενόραση ενώνεται με την ισχύ. Ο νόμος προκύπτει από την εσωτερική δομή και όχι από τα διατάγματα. Η ηθική ζωή ξεδιπλώνεται ως ευθυγράμμιση με την ξεχωριστή μορφή του κάθε ζητήματος. Η δράση εκφράζει την εκπληρωμένη φύση. Η ελευθερία εμφανίζεται ως αρμονία με το εσωτερικό μέτρο.
Στο δοκίμιό του «Η Εκπαίδευση του ανθρωπίνου είδους» («Die Erziehung des Menschengeschlechts», 1780), ο Λέσινγκ παρουσιάζει την ιστορία της ανθρωπότητας ως μια προοδευτική διαδικασία μάθησης («εκπαίδευση») υπό θεϊκή καθοδήγηση, όπου η αποκάλυψη (θρησκεία) σταδιακά δίνει τη θέση της στη λογική. Πιστεύει στην ικανότητα του ανθρώπου να φτάσει στην ηθική ωριμότητα μέσω του ορθού λόγου.
Διαβασμένος μέσα από το ιστορικό όραμα του Όσβαλντ Σπένγκλερ (1880-1936), ο Χριστιανισμός της λογικής του Λέσινγκ αποκτά πολιτισμική κλίμακα. Ο Spengler περιγράφει τους πολιτισμούς ως ζωντανές μορφές που διέπονται από εσωτερική αναγκαιότητα. Ο Λέσινγκ παρέχει τη «μεταφυσική γραμματική» η οποία κρύβεται πίσω από τέτοιες μορφές. Το διαβαθμισμένο σύμπαν του αντικατοπτρίζει τη διατεταγμένη άνοδο των πολιτισμών, που ο καθένας τους εκφράζει ένα συνολικό στυλ μέσα από διαδοχικά στάδια. Αυτή η θεολογία ανήκει στην φαουστιανή ψυχή, που έλκεται προς το άπειρο, τη δομή και το πεπρωμένο το οποίο ξεδιπλώνεται μέσα στο χρόνο. Ο Λέσινγκ μετέφερε τη γερμανική διανόηση από τον αφηρημένο ορθολογισμό προηγούμενων φιλοσόφων (όπως ο μέγας Λάιμπνιτς) σε έναν πιο πρακτικό, ανθρωποκεντρικό ορθολογισμό, εστιάζοντας στην ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται κριτικά. Μια από τις πιο γνωστές ρήσεις του είναι ότι η αξία ενός ανθρώπου δεν έγκειται στην αλήθεια που κατέχει, αλλά στην ειλικρινή προσπάθεια που καταβάλλει για να την βρει
Ο Λέσινγκ προσφέρει σε όλους τους Χριστόφιλους έναν ευρωπαϊκό χριστιανισμό, διαμορφωμένο για έναν πολιτισμό που αναζητά τη σαφήνεια, τη συνοχή και τη μορφή ως έκφραση της ιστορικής του βούλησης. Συνοπτικά, υπήρξε ένας υπερασπιστής του πεφωτισμένου «Χριστιανισμού της λογικής», προωθώντας μια θεώρηση της ανθρωπότητας που βασίζεται στην ελευθερία, στην κριτική σκέψη και στην ηθική στάση ζωής.
Ισίδωρος Ιγνατιάδης