Για δεκαετίες, οι ΗΠΑ προσπάθησαν να λιμοκτονήσουν τον ιρανικό λαό σε υποταγή. Από τις τραπεζικές απαγορεύσεις έως την δολοφονία επιστημόνων, η Ουάσιγκτον έχει χρησιμοποιήσει κυρώσεις, δολιοφθορές και συγκεκαλυμμένη βία για να σπάσει την κυριαρχία του Ιράν που κερδήθηκε με κόπο. Τώρα, τα αμερικανικά πολεμικά πλοία λαμβάνουν θέσεις κρούσης στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ και στην Αραβική Θάλασσα για να προσπαθήσουν να κάνουν αυτό που δεν μπόρεσαν οι τράπεζες των διεθνών τοκογλύφων.
Οι ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων των ΗΠΑ είναι σύνηθες έως πατροπαράδοτο να εμφανίζονται όταν η οικονομική πίεση αποτυγχάνει. Για περισσότερα από 40 χρόνια, τα στρατιωτικά και οικονομικά κέντρα των ΗΠΑ έχουν περικυκλώσει το Ιράν. Από την Επανάσταση του 1979, κάθε κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει σφίξει τη θηλιά. Το πραγματικό «έγκλημα» του Ιράν ήταν η ίδια η επανάσταση. Το 1979, ο ιρανικός λαός ανέτρεψε έναν δικτάτορα που εγκαταστάθηκε από τις ΗΠΑ, τον Σάχη, ο οποίος είχε τοποθετηθεί στον θρόνο με πραξικόπημα υπό την ηγεσία της CIA το 1953 για να διασφαλίσει ότι το ιρανικό πετρέλαιο θα πλούτιζε ξένες εταιρείες και όχι τον ιρανικό λαό. Ανακτώντας τον έλεγχο των δικών του πόρων, το Ιράν πέρασε μια κόκκινη γραμμή που το αμερικανοσιωνιστικό σύστημα δεν μπορεί να ανεχθεί.
Η παρουσία αυτής της «τεράστιας αρμάδας» είναι ένας φυσικός αποκλεισμός, προς το παρόν, μια απελπισμένη προσπάθεια μιας παρακμάζουσας αυτοκρατορίας να πνίξει τις πετρελαϊκές οδούς του Ιράν και να επαναβεβαιώσει την κυριαρχία σε μια περιοχή που κοιτάζει όλο και περισσότερο προς το ανεξάρτητο εμπόριο με την Κίνα, την Ρωσία και την Ινδία για ένα μέλλον χωρίς την άδεια της Ουάσιγκτον. Σήμερα, σχεδόν το 90% των εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν πηγαίνει στην Κίνα, σε νομίσματα εκτός δολαρίου. Νέοι διάδρομοι μεταφορών συνδέουν πλέον την ρωσική βιομηχανία και τις ινδικές αγορές απευθείας μέσω του ιρανικού εδάφους, παρακάμπτοντας τις παραδοσιακές ναυτιλιακές οδούς που ελέγχει το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ από το 1945.
Το Ιράν είναι ο γεωπολιτικός ογκόλιθος που εμποδίζει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να επανασχεδιάσουν την Μέση Ανατολή και να απομακρύνουν τις ενεργειακές ροές από την Κίνα και να αποκτήσουν μόχλευση στις τιμές του πετρελαίου. Το Ιράν στέκεται εμπόδιο σε αυτό το σχέδιο, όχι απλώς ως εχθρικό κράτος, αλλά ως συστημικό εμπόδιο σε μια περιοχή που αναδιατάσσεται.
Για μεγάλο μέρος των τελευταίων δεκαετιών, η Μέση Ανατολή είχε μια διπολική τάξη. Από την μία πλευρά, η αμερικανο-ισραηλινή ηγεμονία. Από την άλλη, το Ιράν ως το μόνο συνεκτικό αντι-σύστημα της περιοχής σε αυτή την ηγεμονία. Μέσω του λεγόμενου Άξονα της Αντίστασης, που συνδέει την Τεχεράνη με την Χεζμπολάχ, την Συρία, τις παλαιστινιακές πολιτοφυλακές και τις συνδεδεμένες δυνάμεις σε όλο το Ιράκ και την Υεμένη, το Ιράν επέβαλε μια μορφή αρνητικής τάξης.
Αυτή η διπολική δομή περιόρισε την ελευθερία δράσης του Ισραήλ, περιόρισε την αραβική στρατηγική αυτονομία και έθεσε ένα άτυπο ανώτατο όριο στην περιφερειακή επανευθυγράμμιση απειλώντας με κλιμάκωση σε πολλαπλά μέτωπα. Ο περιφερειακός ανταγωνισμός λειτούργησε εντός αυτών των ορίων και η παρουσία του Ιράν βοήθησε στην καταστολή της ανοιχτής αντιπαλότητας μεταξύ των αραβικών κρατών επιβάλλοντας κόστος σε μονομερείς κινήσεις. Ωστόσο, αυτή η διπολική τάξη τελειώνει τώρα. Οι παλαιστινιακές πολιτοφυλακές, η Χεζμπολάχ του Λιβάνου και η Συρία του Άσαντ υπέστησαν μια οδυνηρή ήττα, ενώ η Υεμένη αποκομμένη εξαντλείται στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας. Οι σύμμαχοι της Τεχεράνης στο Ιράκ έχουν να αντιμετωπίσουν στο εσωτερικό το σουνιτικό κατεστημένο σε μια δυνητικά εμφυλιοπολεμική κατάσταση.
Το αποτέλεσμα είναι η κατάρρευση της διπολικότητας. Ένα περιφερειακό σύστημα που κάποτε οριοθετούνταν από την αμερικανική διοίκηση από τη μία πλευρά και την αντίσταση υπό την ηγεσία του Ιράν από την άλλη, έχει χάσει τους περιορισμούς του, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο η αρχιτεκτονική ασφάλειας επαναπροσδιορίζεται. Περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, επεκτείνουν την εμβέλειά τους για να εξασφαλίσουν τα συμφέροντά τους και να καλύψουν το κενό. Νέες συμμαχίες σχηματίζονται και νέοι πόλοι αναδύονται. Από την άλλη οι Άραβες γείτονες, αν και προτιμούν ένα πιο αδύναμο Ιράν, δεν θέλουν να το δουν να καταρρέει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να γίνει κατανοητή η επιθυμία των ΗΠΑ και του Ισραήλ να κλιμακώσουν τώρα την στρατιωτική πίεση στο Ιράν.

Τι μέλει γενέσθαι; Τρία τα πιθανά σενάρια.
Το πρώτο είναι ότι οι Τούρκοι, οι Άραβες, οι Κινέζοι και οι Ρώσοι να καταφέρουν να πείσουν την κυβέρνηση Τραμπ για τους κινδύνους ενός στρατιωτικού χτυπήματος και να την πείσουν να δεχτεί κάποιες συμβολικές παραχωρήσεις μέσω διαπραγματεύσεων. Αυτό το σενάριο είναι απίθανο. Εάν η στρατιωτική συσσώρευση των ΗΠΑ εναντίον της Βενεζουέλας είναι οδηγός, ο Τραμπ θα απαιτήσει ένα τρόπαιο, ιδανικά τον Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν, Χαμενεΐ, το οποίο οι Ιρανοί δεν θα δεχτούν. Αναλυτές σημειώνουν ότι το Ιράν θα μπορούσε να αποτρέψει μια επίθεση συμφωνώντας να εκτρέψει τις ροές πετρελαίου από την Κίνα στην Ινδία, κάτι που θεωρεί έναν από τους στόχους των ΗΠΑ. Αν και αυτή η λογική είναι σωστή, είναι αμφίβολο ότι μια τέτοια παραχώρηση θα αρκούσε τώρα για να δικαιολογήσει την αποκλιμάκωση.
Το δεύτερο σενάριο είναι ότι οι ΗΠΑ εξαπολύουν μια στοχευμένη επίθεση που προκαλεί την κατάρρευση της ιρανικής κυβέρνησης. Το χάος που θα ακολουθούσε θα οδηγούσε την χώρα σε εμφύλιο πόλεμο και πιθανό διαμελισμό. Σε αυτό το σενάριο, οι ΗΠΑ θα υποστήριζαν ένα καθεστώς για τον έλεγχο της παραγωγής πετρελαίου υπό την επίβλεψή τους, όπως ισχυρίζονται ότι κάνουν στην Βενεζουέλα (δεν έχει επιβεβαιωθεί), ακόμη και αν αυτό το καθεστώς κατείχε περιορισμένη επικράτεια. Αυτό είναι το προτιμώμενο αποτέλεσμα για το Ισραήλ, αλλά τα περισσότερα αραβικά κράτη θα προσπαθήσουν ενεργά να το αποτρέψουν. Γιατί;
Διότι ο στρατηγικός ορίζοντας του Ισραήλ είναι η αλλαγή καθεστώτος και η επιστροφή του απογόνου του τελευταίου Σάχη Ρεζά Παχλεβί. Δεν προσπαθεί απλώς να περιορίσει την ιρανική προβολή ή να υποβαθμίσει τις δυνατότητες της, επιδιώκει να διαλύσει οριστικά την Ισλαμική Δημοκρατία, χωρίς την δυνατότητα αναγέννησης. Αυτός ο στόχος είναι εμφανής τόσο στην συνεχή στρατιωτική πίεση όσο και στα ισραηλινά μηνύματα προς τα κινήματα διαμαρτυρίας του Ιράν, τα οποία πλαισιώνουν σταθερά την κατάρρευση του καθεστώτος ως ένα αποδεκτό, επιθυμητό τελικό αποτέλεσμα.
Οι αραβικές προτιμήσεις είναι θεμελιωδώς διαφορετικές. Η Σαουδική Αραβία και άλλα κράτη του Κόλπου δεν θέλουν αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Μπορεί να προτιμούν ένα Ιράν που είναι αποδυναμωμένο, περιορισμένο και διεθνώς απομονωμένο, αλλά όχι ένα κράτος που καταρρέει, του οποίου οι εσωτερικοί σπασμοί θα μπορούσαν να διαχυθούν πέρα από τα σύνορα ή να προκαλέσουν ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Ταυτόχρονα, αντιτάσσονται επίσης στο αντίθετο αποτέλεσμα, ήτοι σε ένα κοσμικό, πλούσιο, διεθνώς επανενταγμένο Ιράν, ομαλοποιημένο με την Δύση και ικανό για σταθερές σχέσεις τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με το Ισραήλ. Ένα τέτοιο Ιράν θα γινόταν ένας τρομερός ανταγωνιστής για την περιφερειακή πρωτοκαθεδρία. Πιο συγκεκριμένα: Το Ισραήλ επιδιώκει την κατάρρευση του καθεστώτος ως τελική νίκη. Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει μια αποδυναμωμένη αλλά άθικτη Ισλαμική Δημοκρατία που θα παραμείνει σε καθεστώς παρία. Και οι δύο χώρες προσπαθούν να επηρεάσουν τον Τραμπ, το Ισραήλ υπέρ μιας στρατιωτικής επίθεσης, η Σαουδική Αραβία υπέρ της αποκλιμάκωσης.
Το τρίτο σενάριο είναι μια παρατεταμένη σύγκρουση. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα πετύχουν αρχικά χτυπήματα, αλλά καθώς η αεράμυνα εξαντλείται, το Ιράν θα αρχίσει να χτυπά ευαίσθητους στόχους, όπως φάνηκε στον λεγόμενο «Πόλεμο των 12 Ημερών». Εάν η μάχη διαρκέσει περισσότερο από δύο εβδομάδες, οι επιχειρήσεις των ΗΠΑ θα γίνουν εξαιρετικά δύσκολες, ειδικά εάν τα Στενά του Ορμούζ είναι κλειστά.
Μια παραλλαγή αυτού του σεναρίου είναι ο ναυτικός αποκλεισμός, κάτι που η κυβέρνηση των ΗΠΑ αντιλαμβάνεται ως επιτυχία στην Βενεζουέλα, για να αναγκάσουν την Τεχεράνη σε παραχωρήσεις ή εσωτερικές αποστασίες. Αυτή η παραλλαγή ουσιαστικά παρερμηνεύει την κατάσταση. Το Ιράν έχει περιφερειακή μόχλευση που η Βενεζουέλα δεν είχε ποτέ. Η Κίνα και η Ρωσία, λόγω εγγύτητας και στρατηγικών συμφερόντων, θα ήταν πολύ πιο διατεθειμένες να παράσχουν υποστήριξη. Και για την Ουάσιγκτον, η διατήρηση μιας παρατεταμένης εκστρατείας πίεσης χωρίς σαφή αιτιολόγηση θα ήταν πολιτικά δαπανηρή.
Αυτό που δεν λαμβάνουν υπόψη αυτά τα σενάρια είναι ότι το Ιράν μπορεί να θεωρήσει την στρατιωτική και οικονομική πίεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ από μια «διαχειρίσιμη σύγκρουση» σε «υπαρξιακή απειλή». Δηλαδή, η ηγεσία του Ιράν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα ΗΠΑ/Ισραήλ εάν δεν λυθεί άμεσα, τότε η Ισλαμική Δημοκρατία θα καταρρεύσει κάτω από το συντριπτικό βάρος των οικονομικών κυρώσεων, της κοινωνικοοικονομικής αναταραχής και των εσωτερικών αντιφάσεων του συστήματος. Ήτοι να αποφασίσει ότι χρειάζεται μια πλήρη λύση στο πρόβλημα ΗΠΑ/Ισραήλ, εδώ και τώρα. Αυτό θα αναγκάσει την ηγεσία του Ιράν να αναζητήσει την σύγκρουση και να προσπαθήσει να προκαλέσει την μέγιστη ζημιά, κάτι για το οποίο η Ισλαμική Δημοκρατία, προετοιμάζεται για αυτή την στιγμή σχεδόν από την ίδρυσή της.
Οι ΗΠΑ ας έχουν υπόψη την ρήση του Νικολό Μακιαβέλι: Ο πόλεμος αρχίζει όταν θέλεις, αλλά δεν τελειώνει όταν θέλεις.