Ιδιότυπη Σκοτεινή Εξέγερση : Συνεξέταση Πόε και Έβολα

Το ακόλουθο κείμενο αποπειράται να ιχνηλατήσει και να εμβαθύνει στοιχειωδώς στις ομοιότητες μεταξύ των λογοτεχνικών έργων του Αμερικανού λογοτέχνη Έντγκαρ Άλαν Πόε και του Ιταλού εθνικιστή εσωτεριστή και φιλοσόφου  Τζούλιους Έβολα. Ο βαρόνος Έβολα διατύπωσε την έννοια μιας ξεχασμένης αρχαϊκής ησιόδειας «Χρυσής Εποχής», η οποία διέπεται από Ολύμπιες πνευματικές αρχές, αντικατοπτρίζοντας τις αναμνήσεις του Πόε από ένα πανάρχαιο βασίλειο δίπλα στον ωκεανό, στο ποίημά του «Άναμπελ Λη» – («Annabel Lee»)1. Και οι δύο συγγραφείς ετόλμησαν να εμβαθύνουν, ο καθένας από την σκοπιά του,  στο βασίλειο της παρακμής της σύγχρονης ανθρωπότητας, καθώς  και στο τρομερό «θόλωμα» των ορίων μεταξύ ιερού και βέβηλου. Ο Έβολα περιφρόνησε βαθύτατα την έννοια των ευχολογιακών ιδανικών της ανυπόστατης ισότητας, με τον ίδιο τρόπο που ορισμένοι εμφατικοί χαρακτήρες στα γραπτά του Πόε αποστασιοποιήθηκαν αυτόβουλα από την κοινωνία.

«Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου» του μεγαλοφυούς Πόε αποτυπώνει μεταφορικά την οπτική γωνία του Έβολα σχετικά με την απεγνωσμένη τάση της σύγχρονης κοινωνίας να ξεφύγει από την αναπόφευκτη παρακμή, με απόσυρση και απομόνωση. Ομοίως, το διάσημο έργο του  «Η Πτώση του Οίκου των Άσερ» προέβλεψε την συντριπτική υλική και ηθική κατάρρευση του υλιστικού και άδειου σύγχρονου κόσμου.

Ωστόσο, ο Έβολα επίστευε ότι αυτή η καταληκτική καταστροφή θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε μιαν αναβίωση και μιαν επιστροφή στις πανάρχαιες παραδοσιακές αρχές, παρόμοια με τον μυθικό «φοίνικα» που ανασταίνεται από τις στάχτες του. Η παρούσα ανάρτηση υπαινίσσεται ενδιαφέροντες παραλληλισμούς μεταξύ των ζοφερών οραμάτων του Πόε και των κοσμοθεωρητικών ενατενίσεων του Έβολα όσον αφορά στην έννοια της εκφυλιστικής νεωτερικότητας.

Στην καρδιά μιας εποχής όπου οι μηχανικοί ρυθμοί του ρολογιού αντικαθιστούν τους φυσικούς κύκλους της ζωής, ο Τζούλιους Έβολα είδε έναν ζοφερό κόσμο ντυμένο με τον αποχαυνωτικό και σκοτεινό μανδύα του υλισμού. «Ήταν πάρα πολλά χρόνια πριν, σε ένα βασίλειο δίπλα στη θάλασσα», όπου ο άνθρωπος ζούσε σε αρμονία με μιαν υπερβατική πριγκίπισσα, μια υπέροχη ανάμνηση που τώρα χάνεται στην ομίχλη του χρόνου, θυμίζοντάς μας την θλίψη του Έντγκαρ Άλαν Πόε  στο ποίημά του «Άναμπελ Λη», το τελευταίο από τα ποιήματά του, που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του.

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε υπήρξε ένας αξιοθαύμαστος λογοτέχνης με σπάνια διανοητική διαύγεια, αναλυτική φαντασία και μιαν ιδιάζουσα, σχεδόν μαθηματική ακρίβεια, που κυριαρχούν στα έργα του. Έπεσε όμως θύμα των ανεξελέγκτων παθών του. Ο βαρύς εθισμός του στη χαρτοπαιξία, στο αλκοόλ και πιθανώς στο όπιο,  ήσαν μοιραίοι και τον οδήγησαν στον πρώιμο θάνατο πριν κλείσει τα 41 του χρόνια. Το έργο του Πόε, οφείλει πολλά στο ενδιαφέρον του ρομαντισμού για το υπερφυσικό και το σατανικό, όπως και στις δικές του ταραγμένες φαντασιώσεις. Είχε την σπάνια ικανότητα να δημιουργεί μιαν αληθοφανή πειστική πλοκή από τα πλέον απίθανα συστατικά υλικά.Ο Πόε ήταν μια μεγαλοφυής και παράξενη, πολυχασμένη προσωπικότητα. Παρά το ότι η ζωή του βεβαίως δεν είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση, τα έργα του 176 χρόνια μετά τον θάνατό του ασκούν ιδιαίτερη επιρροή και γοητεία σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.2

Ο Έβολα μίλησε για την μυθικοθρυλική Χρυσή Εποχή, μιαν εποχή θαυμάσια σαν τα αιθέρια βασίλεια του Πόε, όπου οι άνθρωποι ήσαν βασιλιάδες και θεοί, όχι απλές σκιές ενός «βασιλείου δίπλα στη θάλασσα». Αυτή η φωτεινή εποχή, η εποχή που τώρα είναι ένα όνειρο μέσα σε ένα όνειρο, διέπεται από μια λαμπρή πνευματικήν ιεραρχία και μιαν ιερή τάξη, είναι η εποχή του «ιχώρος» – του θεϊκού αίματος σε θανάσιμη αντίθεση με τον «απομαγεμένο», πεζό και υλιστικό σύγχρονο κόσμο των μηχανιστικών υπολογισμών και του χρήματος.

Καθώς ο Πόε αποτολμούσε συχνά τις εμβαθύνσεις του στο μακάβριο, εξερευνώντας τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, ο Έβολα εξερεύνησε την δαιμονική υποβάθμιση του σύγχρονου ανθρώπου. Ο Πόε έγραψε σχετικά με την παρυφαία διαδραστική συσχέτιση της ζωντανής ύπαρξης με την ανυπαρξία του μηδενός : «Τα όρια που χωρίζουν τη Ζωή από τον Θάνατο είναι στην καλύτερη περίπτωση σκιώδη και ασαφή», στο έργο του  «Η πρόωρη ταφή», («The Premature Burial») ένα διήγημα τρόμου που δημοσιεύτηκε το 1844 στην εφημερίδα «Το δολάριο της Φιλαδέλφειας» («The Philadelphia Dollar»).

[Στο διήγημα «The Premature Burial», ο αφηγητής, θύμα συχνών κρίσεων καταληψίας, έχει έμμονους φόβους και φρικτούς εφιάλτες ότι θα ταφεί ζωντανός ενώ βρίσκεται σε κώμα. Προληπτικά, εξοπλίζει τον τάφο του με μέσα διαφυγής και προμήθειες. Ωστόσο δεν αποφεύγει τον χειρότερο φόβο του, ….αν και τον ζει με τη μορφή παραίσθησης. Το διήγημα αρχίζει σαν δοκίμιο με σχόλια με τα οποία ο ανώνυμος αφηγητής εισάγει και ενισχύει την ιστορία του. Απαριθμεί μια σειρά από καταστροφές όπως ο μεγάλος σεισμός και το τσουνάμι της Λισαβόνας το 1755 (50.000 θάνατοι) και η «Μεγάλη Πανώλης» του Λονδίνου 1665-1666 (100.00 θάνατοι), δηλώνοντας ότι «η πιο τρομερή καταστροφή […] πλήττει το άτομο, όχι την κοινότητα». Ο μεγαλύτερος τρόμος, γράφει, είναι να θαφτεί κάποιος ζωντανός. Η πίεση στους πνεύμονες, η μυρωδιά της υγρής γης, το στενό φέρετρο, το σκοτάδι και η σιωπή, «η αόρατη αλλά απτή παρουσία των σκουληκιών» – τίποτα δεν είναι πιο φρικτό. Καθώς τα όρια που χωρίζουν τη ζωή από τον θάνατο είναι ασαφή, αυτό συμβαίνει συχνά στην περίπτωση της νεκροφάνειας. Για να το τεκμηριώσει, ο αφηγητής αναφέρει παραδείγματα περιπτώσεων πρόωρων ταφών, από τις οποίες μπορούσε εύκολα να απαριθμήσει «πάνω από εκατό». Ο αφηγητής αναφέρει αυτά και άλλα παραδείγματα για να δώσει το πλαίσιο για την φοβία του ότι και ο ίδιος θα ταφεί ζωντανός. Όπως εξηγεί, υποφέρει για πολλά χρόνια από κρίσεις, μιαν ασθένεια που «οι γιατροί έχουν συμφωνήσει να ονομάσουν καταληψία», δηλαδή πέφτει σε μια «κατάσταση ημισυνείδησης» που μοιάζει με θάνατο: έχει επιληπτικές κρίσεις ή έκσταση που ακολουθούνται από απώλεια συνείδησης και ακαμψία του σώματος. Μερικές φορές μένει σ’αυτή την κατάσταση για εβδομάδες και σιγά σιγά ξυπνά. Σωματικά υγιής, υποφέρει όλο και περισσότερο από ψυχική οδύνη και νοσηρή φαντασία, ενώ επιδίδεται σε «όνειρα θανάτου». Όταν ξαπλώνει για ύπνο, φοβάται μήπως ξυπνήσει μέσα σε ένα φέρετρο. Μέσα στους πολλούς εφιάλτες του, είχε ένα όραμα που του αποκάλυψε ότι λίγοι από τους θαμμένους αναπαύονται ειρηνικά στη γη. Οι περισσότεροι βρίσκονται σε διαφορετική θέση από την αρχική και ακούγονται θρήνοι από τους τάφους.]

Η ιστορία αυτή θυμίζει την άποψη του Έβολα για μια κοινωνία όπου η γραμμή μεταξύ ιερού και βέβηλου είναι κατά το πλείστο μέρος της θολή, όπου ο πνευματικός θάνατος την διαπερνά συγκαλυμμένος υπό το δόλιο πρόσχημα της «προόδου».

Η περιφρόνηση του Έβολα για τα εξισωτικά ​​και δημοκρατικά ιδεώδη του σύγχρονου κόσμου βρίσκει έναν παράξενο σύντροφο στους συχνότατα μοναχικούς και αριστοκρατικούς χαρακτήρες των αφηγήσεων του Πόε, οι οποίοι ξεχωρίζουν από τις κοινωνίες τους, όπως ακριβώς ο παραδοσιακός άνθρωπος ξεχωρίζει αυτοεξόριστος από τον σύγχρονο κόσμο.

«Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου» 3 παρουσιάζει μια πολύ ζωντανή μεταφορά της απαξιωτικής κριτικής του Έβολα για τον ατομισμό,  την εγωιστική φυγομαχία και τον ηδονισμό. Όπως ακριβώς οι γλεντοκόποι του Πόε προσπαθούσαν να κρυφτούν από την αναπόφευκτη επερχόμενη πανώλη, η σύγχρονη ανθρωπότητα καλύπτεται από άφθονους και πολυποίκιλους περισπασμούς, καταφεύγει σε ρηχούς τεχνητούς και δήθεν «ασφαλείς» παραδείσους και κλείνεται σε «φούσκες οργασμικών παραισθήσεων»  αγνοώντας την πνευματική φθορά που βασανίζει και κατατρώει τον υπαρξιακό πυρήνα της.

Τέλος, παρομοίως προς το διάσημο έργο του Πόε «Η Πτώση του Οίκου των Άσερ», ο Έβολα διαπίστωσε ένα κατακλυσμιαίο τέλος σε αυτόν τον σύγχρονο κόσμο, μια κατάρρευση υπό το βάρος των αθροιζομένων και απορυπτόμενων εγωπαθών αμαρτωλών του επιδιώξεων, της εμμονικής πλάνης του, του δικού του απύθμενου υλισμού και του πνευματικού κενού. Ωστόσο, σε αυτό το κατακερματισμένο ερείπιο, ο Έβολα προέβλεψε την πιθανότητα μιας αναγέννησης, σαν τον φοίνικα από τις στάχτες του, μιας ρωμαλέας επιστροφής στον παραδοσιακό κόσμο,ακριβώς  όπου, για άλλη μια φορά, θα βασίλευαν οι αιώνιες αρχές.

Αυτό που είναι εντυπωσιακό σε αυτές τις αναλύσεις είναι το πόσο συχνά οι κοινωνικές τάσεις του Πόε φαίνονται να βρίσκονται πέρα ​​από τον επικοινωνιακό έλεγχό του, καθώς η ιδεολογία και η ασυνείδητη επιθυμία καθορίζουν τις κειμενικές έννοιες. Αλλά τι ακριβώς συμβαίνει, καθώς ο Πόε είναι ένας συνειδητός και πολύ οξυδερκής παρατηρητής της δουλείας, του φυλετικού ζητήματος και της μορφολειτουργίας της φυλής, μάλιστα δε είναι ένας άνθρωπος ολότελα αδέσμευτος από κοινωνικές συναινέσεις του οποίου το πολιτικό όραμα διαμεσολαβείται από τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις;

Για τον Πόε, η κρίση της δουλείας είναι πρωτίστως μια κρίση του ασυνείδητου, την οποία δραματοποιεί με μιαν επανάληψη περισσότερο πειστική παρά ψυχαναγκαστική. Ο Πόε, δηλαδή, φαίνεται πολύ λιγότερο ως ένας συναισθηματικός και παράφορος συγγραφέας που βασανίζεται από θαμμένους φυλετικούς φόβους και περισσότερο ως ένας στοχαστής που θεσπίζει (με ψυχρή προκατάληψη και σκοπιμότητα) μια προστατευτική φυλετική «στρατηγική μεταφυσική». Μάλιστα δε στην ψυχολογική ενότητα των αντιθέσεων που τον χαρακτηρίζει, ενώ ο Πόε έμαθε μεν να απεχθάνεται τα αριστοκρατικά ήθη που απολάμβανε ως νέος στη Βιρτζίνια, αλλά εξέφραζε επίσης μιαν «αντιδραστική» αριστοκρατική  οργή ενάντια στις προοδευτικές αιτίες γενικά και ειδικότερα ενάντια στην πολιτική κατάργησης της δουλείας, στο«κίνημα κατά της δουλείας»ή  «αμπολισιονισμό».

Ως επί το πλείστον, η λογοτεχνική πρακτική και η κριτική του Πόε υποστηρίζουν τα φυλετικά στερεότυπα της μυθοπλασίας των φυτειών στην εποχή του. Η ενασχόλησή του με την υπερβατική φιλοσοφία, την φυλή και το φαινόμενο της  δουλείας στα έργα του, (ιδιαίτερα στο πρώτο του δημοσιευμένο διήγημα, «Metzengerstein»), αντικατοπτρίζει μια σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ μεταφυσικών ιδεών και φυλετικών ιδεολογιών, αποκαλύπτοντας τη στάση του κατά του κινήματος κατάργησης της δουλείας και τις «φυλετικοκεντρικές» ανησυχίες του.

Για τον βαρόνο Έβολα είναι εν πολλοίς γνωστές οι κοσμοθεωρητικές θεμελιώδεις παραδοχές του. Συνεπώς εδώ θα περιοριστούμε να αναφέρουμε τα βασικά σημεία της γενικής θεωρητικής προσέγγισης του Πόε που περιλαμβάνουν:

Ένα πολιτικό και φιλοσοφικό πλαίσιο: Τα έργα του επηρεάζονται από την κρίση της δουλείας στην προεμφυλιοπολεμική Αμερική, αντανακλώντας φόβους για εξεγέρσεις των μαύρων δούλων και για φυλετική συγχώνευση. Ενώ ο Πόε ποτέ δεν είχε ο ίδιος στην κατοχή του σκλάβους, εξέφρασε έντονα επικριτικές απόψεις κατά της κατάργησης της δουλείας και υπεστήριξε στα γραπτά του «ρατσιστικά» στερεότυπα.

«Μετζενγκερστάιν» («Metzengerstein»)4 και Δουλεία: Το διήγημα αυτό δημοσιεύθηκε λίγο μετά την εξέγερση του Νατ Τέρνερ και αναλύεται ως μια πολιτική αλληγορία που ασχολείται με την δουλεία και τη φυλή. Η ιστορία χρησιμοποιεί μεταφορές αλόγων και κινητής περιουσίας, για να διερευνήσει θέματα ιδιοκτησίας, εξέγερσης και φυλετικού τρόμου. (Ο Νατ Τέρνερ ήταν ένας μαύρος δούλος, ξυλουργός και ιεροκήρυκας, που ηγήθηκε μιας τριήμερης εξέγερσης σκλάβων και ελεύθερων μαύρων στην κομητεία του Σαουθάμπτον της Βιρτζίνια, τον Αύγουστο του 1831 (21–23). Η εξέγερση του Νατ Τέρνερ είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 55 λευκών ανδρών, γυναικών και παιδιών -30 από αυτούς- πριν οι κρατικές πολιτοφυλακές καταστείλουν την εξέγερση. Ο Τέρνερ είχε καλέσει την ομάδα του να «σκοτώσει όλους τους λευκούς»)

Υπερβατική Φιλοσοφία: Η ενασχόληση του Πόε με υπερβατικές ιδέες, ιδιαίτερα εκείνες του Γερμανού φιλοσόφου Φρήντριχ Βίλχελμ Γιόζεφ Σέλλινγκ (Friedrich Wilhelm Joseph Schelling, 1775–1854) και του Άγγλου ποιητή, λογοτεχνικού κριτικού, θεολόγου και φιλοσόφου Σάμιουελ Τέιλορ Κόλεριτζ (Samuel Taylor Coleridge, 1772 –1834), εκφράζεται απροκάλυπτα και με μεγάλη σαφήνεια. Ενσωματώνει έννοιες όπως η «απόλυτη ταυτότητα» συστατικό στοιχείο της θεότητας (και η «θεόθεν»-«ελέω θεού», εγγενώς δεδομένη ανθρώπινη αντανάκλασή της), καθώς και η «ασυνείδητη παραγωγή» (δηλαδή η επεξεργασία πληροφοριών από τον εγκέφαλο και η δημιουργία σκέψεων, συναισθημάτων και πράξεων, χωρίς συνειδητή επίγνωση), αλλά τις προσαρμόζει έτσι ώστε να αντανακλούν τους φυλετικούς φόβους, απεικονίζοντας την ενδεχόμενη σύνθεση του μαύρου και του λευκού ως τρομακτική, παρά ως αρμονική.

Φυλή και Ασυνείδητο: Τα έργα του Πόε συχνά απεικονίζουν το μαύρο χρώμα ως μιαν απειλητική δύναμη, στοιχείο που αναδύεται από το ασυνείδητο των λευκών χαρακτήρων, συμβολίζοντας τους φυλετικούς φόβους και τα άγχη στην Αμερική της εποχής του. Αυτή η δυναμική είναι εμφανής στα κείμενά του «Μετζενγκερστάιν», «Η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ», «Λιγεία» και σε  άλλες ιστορίες.

«Εύρηκα» και Υπερβατικότητα: Η φιλοσοφική πραγματεία του Πόε «Εύρηκα» επιχειρεί να συμφιλιώσει τη μεταφυσική ενότητα με τα υπερβατικά ιδεώδη, παρουσιάζοντας ένα σπάνιο αισιόδοξο όραμα απόλυτης ενότητας. Ωστόσο, μεταγενέστερα έργα του όπως το «Μέλλοντα Ταύτα» (με τον ελληνόγωνο τίτλο «Mellonta Tauta») αποκαλύπτουν την απροθυμία ή την αδυναμία του Πόε να διαχωρίσει πλήρως την υπερβατικότητα από τις ποικίλες φυλετικές και πολιτικές του ανησυχίες.

Η μοναδική πνευματική κληρονομιά του σαγηνευτικού «μεθοριακού» Πόε αποτυπώνεται στα γραπτά του, που απεικονίζουν ένα συνειδητό αλλά συνάμα ηθικά προβληματικό σύστημα ενός ιδιάζοντος «υπερβατικού ρατσισμού», σύστημα το οποίο συνδυάζει τη φιλοσοφική επιτήδευμένη πολυπλοκότητα (ένα χαρακτηριστικό που μοιράζεται με τον βαρόνο Έβολα) με την φυλετική προκατάληψη. Τα έργα του αναδεικνύουν ξεκάθαρα τα διαδραστικά όρια του Διαφωτισμού και των υπερβατικών ιδεωδών, θέτοντας επί τάπητος, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της φυλής και της δουλείας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αναμπελ Λη

«Πριν από πολλά – πολλά χρόνια σ΄ ένα βασίλειο δίπλα στη θάλασσα

έζησε ένα κορίτσι που ίσως ξέρεις, ονόματι Άναμπελ Λη.

Και αυτό το κορίτσι ζούσε δίχως άλλη σκέψη, παρά να με αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμασταν κι οι δύο παιδιά, σ΄ αυτό το βασίλειο δίπλα στη θάλασσα,

αλλά αγαπηθήκαμε με μιαν αγάπη που ήταν κάτι περισσότερο από αγάπη,

εγώ και η Άναμπελ Λη μου. Μι΄ αγάπη που γι αυτήν τα φτερωτά σεραφείμ του ουρανού ζήλεψαν αυτή κι εμένα.

Κι αυτός ήταν  ο λόγος, εδώ και πολύ καιρό, σ΄ αυτό το βασίλειο δίπλα στη θάλασσα, που ένας άνεμος φύσηξε από ένα σύννεφο παγώνοντας την  Άναμπελ Λη  μου.

Έτσι ήρθαν οι αριστοκράτες συγγενείς της και την πήραν μακριά μου για  να την κλείσουν σε ένα μνήμα, σ΄ αυτό το βασίλειο δίπλα στη θάλασσα.

Οι άγγελοι, δυσαρεστημένοι στον ουρανό, ζήλεψαν αυτήν κι εμένα.

Ναί! Αυτός (όπως όλοι γνωρίζουν σ΄ αυτό το βασίλειο δίπλα στη θάλασσα) ήταν ο λόγος που ο άνεμος βγήκε από το σύννεφο τη νύχτα, παγώνοντας και σκοτώνοντας την Άναμπελ Ληι μου.

Αλλά η αγάπη μας ήταν πολύ πιο δυνατή από αυτήν των μεγαλύτερων ή σοφότερων από εμένα.

Και ούτε καν οι άγγελοι στον ουρανό, ούτε οι δαίμονες κάτω από τη θάλασσα,

δεν θα μπορέσουν ποτέ να χωρίσουν την ψυχή μου από την ψυχή της όμορφης Άναμπελ Λη.

Λοιπόν το φεγγάρι ποτέ δεν λάμπει, χωρίς να μου φέρει όνειρα της όμορφης Άναμπελ Λη.

Και τα αστέρια δεν λάμπουν ποτέ χωρίς να νιώσω τα λαμπρά μάτια της όμορφης Άναμπελ Λη.

Και όταν έρχεται η νυχτερινή παλίρροια, ξαπλώνω ακριβώς δίπλα στην αγαπημένη μου, στην αγαπημένη της ζωής μου και νύφη μου, στο μνήμα της εκεί δίπλα στη θάλασσα

Στον τάφο της δίπλα στην πλευρά της θάλασσας.»

2. Εδώ αξίζει να επισημανθεί ότι η επίδραση του στην ελληνική λογοτεχνία υπήρξε ιδιατερα μεγάλη,  γεγονός λίγο – πολύ άγνωστο στο ευρύ κοινό της πατρίδας μας.


Ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού όπως «Η Φαρμακωμένη» (1826), «Νεκρική Ωδή» (1829, «Εις Μοναχήν» (1829) και «Φαρμακωμένη στον Άδη» (1833), έχουν κοινά στοιχεία με την θεματολογία του Πόε (έρωτας-θάνατος) και την ατμόσφαιρα των έργων του. Επίσης, ο σπουδαίος Ερμουπολίτης λογοτέχνης και δοκιμιογράφος Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904), υπήρξε μέγας θαυμαστής και πρώτος μεταφραστής έργων του… «Εδγγάρδου Πόου». «Ο Χρυσοκάραβος», μια συλλογή διηγημάτων του Πόε μεταφρασμένων από τον Ροΐδη, κυκλοφορεί έως και σήμερα.
Το 1877 δημοσιεύονται στην Ελλάδα η πρώτη μετάφραση («το πάθημα του κυρίου Βλδεμάρου») και το πρώτο κριτικό κείμενο («Εδγάρδος Πόου») του Αμερικανού λογοτέχνη και φυσικός και ηθικός αυτουργός είναι ο Ροΐδης. Η υποδοχή των έργων του Πόε από τον πνευματικό κόσμο στην Ελλάδα είναι κάπως διστακτική και αμήχανη. Ο συμβολισμός που αντιπροσωπεύει το έργο του, κρύβοντας τις αλήθειες μέσα σε προκλητικές έννοιες και εικόνες ζόφου ή  σάτιρας, είναι ήδη γνωστή υπόθεση στην καρδιά της Ευρώπης από τη λογοτεχνία των Μποντλέρ, Μαλαρμέ και Βερλέν. Αλλά στην Ελλάδα, η υπόθεση αυτή είναι ξένη ακόμα. Θα πάρει αρκετό χρόνο και αρκετή δοκιμασία. Δεκαετίες μετά, θα αποκτήσει και εδώ ένα παθιασμένο κοινό. Ο «παρίας» των χαρούμενων αστών «δαιμονιζόμενος αλκοολικός» Πόε προσπάθησε σκληρά να μάθει την ελληνική γλώσσα και μελέτησε επίμονα τους Έλληνες φιλοσόφους. Έτσι κι αλλιώς, το σύνολο του έργου του διαπνέεται από τις αρχές της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας και δραματουργίας, όπου θριαμβεύουν οι συμβολισμοί και η άλογη σκληρή μοίρα του ανθρώπου. Η ελληνική διανόηση τον δοκίμασε και τον εγκολπώθηκε.


Ο Ζακυνθινός κοσμοπολίτης πεζογράφος, κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας Νικόλαος Επισκοπόπουλος (Νικολά Σεγκύρ-Nicolas Ségur, 1874-1944) και ο ελληνολάτρης πατέρας του Ελληνικού Εθνικισμού, λογοτέχνης, μεταφραστής και δοκιμιογράφος Περικλής Γιαννόπουλος (1869-1910), επηρεάστηκαν από τα πεζά έργα του Πόε. Ο Πατρινός στην καταγωγή, ποιητής,  πολυγραφότατος μεταφραστής κι εκπαιδευτικός Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-1970), ο αυτόχειρ, πολύγλωσσος ποιητής και πεζογράφος Ναπολέων. Λαπαθιώτης
(1888–1944), ο φίλος του Λαπαθιώτη, Υδραίος γαλλομαθής ποιητής και μεταφραστής Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943), ο πολύς Τριπολιτσιώτης ποιητής – κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης – και πεζογράφος Κωστής Καρυωτάκης (1896-1928), ο Κυδωνιεύς ζωγράφος,αγιογράφος  και συγγραφέας Φώτης Κόντογλου (1895-1965), ο παρασημοφορημένος στον Α΄Μεγάλο Πόλεμο Γιάννης Σκαρίμπας –  ένας από τους αξιολογότερους Έλληνες λογοτέχνες του 20ου  αιώνα (1893-1984), η φεμινίστρια δοκιμιογράφος, διηγηματογράφος και δημοσιογράφος Ιουλία – Λιλίκα Νάκου (1904-1989) που έγραψε μια μυθιστορηματική βιογραφία του με τίτλο «Ποτέ πια», ο συγγραφέας και πολυγλωσσομαθής μεταφραστής Γιάννης Μπεράτης (1904-1968), ο Γευγελινός ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γεώργιος Βαφόπουλος, (1903-1996) ο νομικός,πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας και ποιητής Γιωργής Κότσιρας, μεταφραστής της δαντικής «Θείας Κωμωδίας» (1920-1998), ο Φιλιππουπολίτης συγγραφέας και δοκιμιογράφος Τηλέμαχος Αλαβέρας (1926-2007), ο Ηρακλειώτης ΕΑΜίτης μαχητής, ποιητής, συγγραφέας, λογοτέχνης, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Μηνάς Δημάκης (1913-1980), ο Σμυρνιός φιλόλογος και νομικός, γαλλομαθής ποιητής Γιώργος Γεραλής (1917-1996), ο γεννημένος στο Σουφλί, ποιητής και πεζογράφος Τριαντάφυλλος Πίττας (1912-1999), ο πολυμαθέστατος, ειρηνιστής δοκιμιογράφος, πεζογράφος και σκηνογράφος Δημήτρης Ρικάκης (1925-2000), ο περιθωριοποιημένος και εν πολλοίς άγνωστος εθνικιστής διπλωμάτης και ιστορικός Αλέξανδρος  Γεωργίου Πωπ, ο γεννημένος το 1958 Ηρακλειώτης νομικός και συγγραφέας Άρης Σφακιανάκης, επηρεάστηκαν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό από τον Πόε.

3. Στο διήγημα «Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου»ηπλοκή ακολουθεί την ιστορία του πρίγκιπα Πρόσπερο στην μάταιη προσπάθεια του να αποφύγει ένα θανατηφόρο λοιμό γνωστό ως Κόκκινος Θάνατος, ενώ βρίσκεται κρυμμένος στο περιτειχισμένο οχυρό αβαείο του. Εκεί, με μιαν ομάδα άλλων δειλών ευγενών, διοργανώνει ένα χορό μεταμφιεσμένων στα επτά δωμάτια του αβαείου του, το καθένα τους βαμμένο με διαφορετικό χρώμα. Στην μέση της διασκέδασης τους ένα μυστηριώδες πρόσωπο μεταμφιεσμένο ως θύμα του Κόκκινου Θανάτου εμφανίζεται αιφνιδιαστικά και περιφέρεται σε όλες τις αίθουσες. Ο Πρόσπερο πεθαίνει όταν αντιμετωπίζει τον παράδοξο ξένο του οποίου τα ενδύματα αποδεικνύονται πως δεν περιέχουν κάτι απτό μέσα τους. Επίσης, στο τέλος πεθαίνουν και όλοι οι υπόλοιποι ευγενείς.

Η ιστορία αναλύεται ως μια αλληγορία του αναπόφευκτου ερχομού του θανάτου. Έχουν υπάρξει πολλές διαφορετικές ερμηνείες του έργου αυτού, καθώς και ατελείς προσπάθειες να καθορισθεί η πραγματική φύση της συγκεκριμένης ασθένειας. Το διήγημα εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1842 στο «Περιοδικό του Γκρέηχαμ» («Graham’s Magazine», 1840-1858) στην Φιλαδέλεφεια των ΗΠΑ. Έκτοτε έχει υιοθετηθεί σε πολλές διαφορετικές μορφές.

Η ιστορία εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στο περιτείχιστο αβαείο (μοναστήρι) του πρίγκιπα Πρόσπερο, όπου  αυτός και ακόμη χίλιοι ευγενείς (!) ζουν απομονωμένοι μέσα από τις πύλες του αβαείου προκειμένου να αποφύγουν ένα θανατηφόρο λοιμό που βασανίζει και εξοντώνει τον κόσμο. Τα θύματα του λοιμού υποφέρουν από οξείς πόνους, αιφνιδίους ιλίγγους, υπερβολική αιμορραγία από τους πόρους του δέρματος και τελικά οδηγούνται σε κατάρρευση. Ο λοιμός σκοτώνει τα θύματα του σε διάστημα περίπου μισής ώρας. Έτσι ο Πρόσπερο και οι λοιποί ευγενείς σκοπεύουν να παραμείνουν ….. εσώκλειστοι μέσα στο κάστρο, περιμένοντας το τέλος του λοιμού.

Ένα βράδυ ο Πρόσπερο διοργανώνει ακόμη ένα χορό μεταμφιεσμένων στα έξι από τα επτά χρωματιστά δωμάτια του αβαείου του. Το κάθε ένα από αυτά είναι διακοσμημένο και βαμμένο με ένα συγκεκριμένο χρώμα: κυανό, πορφυρό, πράσινο, πορτοκαλί, λευκό και ιώδες. Το τελευταίο δωμάτιο είναι μαύρο, με μαύρες βελούδινες ταπισερί («τοιχοτάπητες») που σκέπαζαν τους τοίχους του πέφτοντας σε βαριές πτυχές επάνω σ΄ ένα μαύρο χαλί και κατακόκκινα τζάμια στο χρώμα του αίματος. Το μαύρο δωμάτιο διακοσμούσε επίσης ένα εβένινο ρολόι που χτυπούσε κάθε μιαν ώρα, προκαλώντας απόλυτη ησυχία σε όλα τα δωμάτια. Όταν ο ήχος σταματούσε όλοι επανέρχονταν στο γλέντι.

Τα μεσάνυχτα, ο Πρόσπερο και οι επισκέπτες του παρατηρούν μια μυστηριώδη φιγούρα με αιματοβαμμένη τήβενο και πρόσωπο που θυμίζει πτώμα. Ο ξένος είχε ντυθεί σαν θύμα του Κόκκινου Θανάτου. Ο Πρόσπερο, εξοργισμένος από το κακόγουστο αυτό αστείο ζητάει να μάθει την ταυτότητα του ξένου για να τον κρεμάσει. Οι επισκέπτες φοβούνται να πλησιάσουν τον ξένο, οπότε αυτός περιφέρεται και στις έξι αίθουσες. Έτσι ο Πρόσπερο τον ακολουθεί με ένα ξίφος ώσπου φθάνουν στο έβδομο δωμάτιο.Όταν ο Πρόσπερο τον αντικρίζει ρίχνει το ξίφος του  στο χαλί και σωριάζεται νεκρός. Οι επισκέπτες συγκεντρώνονται φοβισμένοι στην έβδομη αίθουσα και αφαιρούν την μάσκα του ξένου παρατηρώντας ότι από πίσω εν τέλει δεν κρύβεται κανένα πρόσωπο. Τότε αντιλαμβάνονται ότι η φιγούρα είναι ο ίδιος ο Κόκκινος Θάνατος και σωριάζονται όλοι νεκροί. Το διήγημα λήγει με την φράση «Και το σκοτάδι και η σήψη και ο Κόκκινος Θάνατος κατακυρίευσαν τα πάντα !».

Τα ποικίλα μονόχρωμα δωμάτια συμβολίζουν τον ανθρώπινο νου και τις διαφορετικές προσωπικότητες. Οι εικόνες του αίματος και του χρόνου υποδεικνύουν την σωματική και φυσική υπόσταση του δρωμένου. Ο λοιμός συμβολίζει τα τυπικά γνωρίσματα της επίμοχθης ζωής του ανθρώπου και την εγγενή του θνησιμότητα. Έτσι οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως όλη η ιστορία ίσως αποτελεί μιαν αλληγορία της μάταιης προσπάθειας του ανθρώπου να αποτρέψει τον θάνατο.

Το αίμα,στο οποίο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση μέσω του κόκκινου χρώματος, αποτελεί ένα διπλό μαγικοθρησκευτικό σύμβολο, συμβολίζοντας και τον θάνατο αλλά και την ζωή. Ο Κόκκινος Θάνατος είναι μια φανταστική αρρώστια. Ο Πόε περιγράφει ότι οδηγεί το θύμα του σε θάνατο ταχύτατα. Άλλοι τον ερμηνεύουν ως εκτεταμένη φυματίωση, άλλοι ως βουβωνική πανώλη –«μαύρο θάνατο»- και άλλοι ως ραγδαίο ιογενή αιμορραγικό πυρετό.

4. Το«Μετζενγκερστάιν» (Metzengerstein) είναι διήγημα που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1832 στο περιοδικό «Σαββατιάτικος Ταχυδρόμος» («Saturday Courier»)  της Φιλαδέλφειας και τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε σε βιβλίο.

Ήδη από αυτό το (πρώτο του) διήγημα, ο Πόε χρησιμοποιεί την τυπική του τεχνική, προλογίζοντας την αφήγηση με μια θεωρητική συζήτηση. Εξηγεί ότι η ιστορία προέρχεται από μιαν εποχή που η μετεμψύχωση των ψυχών ήταν ευρέως διαδεδομένη. Προτείνει έτσι την ερμηνεία ότι η ψυχή του γέρου Μπερλίφιτσινγκ, κατά την στιγμή του θανάτου του, πέρασε στο τεράστιο άλογο που έφερε το στίγμα του στο μέτωπό του, το οποίο μεταφέρει τον Φρέντερικ φον Μετσενγκερστάιν στον ίδιο πύρινο θάνατο που υπέστη ο γέροντας Μπερλίφιτσινγκ. Ο Πόε υποστηρίζει περαιτέρω αυτή την ερμηνεία παραθέτοντας μια προφητεία στην αρχή:

«Ένα μεγάλο όνομα θα καταπέσει με πολύ τρομερό τρόπο όταν, όπως ο αναβάτης επάνω από το άλογό του, η θνητότητα του Μετσενγκερστάιν θριαμβεύσει επί της αθανασίας του Μπερλίφιτσινγκ.» («A lofty name shall have a fearful fall when, as the rider over his horse, the mortality of Metzengerstein shall triumph over the immortality of Berlifitzing»).

Όμως, δεν ήταν τελικά ο αναβάτης που θριάμβευσε επί του αλόγου, αλλά το άλογο επί του αναβάτη. Έτσι, η προφητεία αντιστρέφεται ως εξής: «Ένα μεγάλο όνομα θα χαθεί όταν η θνητότητα του Μπερλίφιτζινγκ (του αλόγου) θριαμβεύσει επί της – φαινομενικής – αθανασίας του Μετσενγκερστάιν».

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη πόσο συχνές είναι στα έργα του Πόε οι γυναικείες φιγούρες που ξυπνούν σε μιαν αλλόκοτη και  παράξενη, «παραθανάτια», νέα ζωή («Μορέλλα», «Η Πτώση του Οίκου των Άσερ», «Ελεονώρα», «Λιγεία»), καθώς και ότι το γιγάντιο άλογο -που ζωντανεύει μέσα σε μια ταπισερί-  αποκαλύπτει τα δόντια του ….όπως παράταιρα αποκαλύπτονται  τα δόντια της νεκρής «Βερενίκης», (εν ζωή ξεριζωμένα από τον σύντροφό της Αιγαία),  τότε έρχεται στο νου μας και η «προοδευτική» σεξοκεντρική ερμηνεία της πάμπλουτης φίλης του Φρόυντ, ψυχαναλύτριας Πριγκήπισσας Μαρίας Βοναπάρτη (1882–1962): Αυτή βλέπει στο θυμωμένο άλογο ένα προβλητικό σύμβολο ….. της μητέρας, με την οποίαν ο πρωταγωνιστής, ως αποτέλεσμα του ….. ταμπού της αιμομιξίας (το ρίγος του όταν ανεβαίνει στο άλογο!), μπορεί να ενωθεί μόνο στον θάνατο – στιγμιότυπο συγκρίσιμο με την ταυτόχρονη αυτοκτονία του ξένου και της Μαρκήσιας Αφροδίτης ντι Μεντόνι στο έργο του Πόε «Η Συνάντηση». Πράγματι η φαντασία των λογής – λογής φροϋδικών ερμηνειών ακουμπάει την γελοιότητα και ανδεικνύει πόσο στρεβλές υπήρξαν οι προσεγγίσεις του Αμερικανού λογοτέχνη.

Ένας σατιρικός τόνος είναι επίσης αδιαμφισβήτητος στη «σκηνοθεσία» του διηγ’ηματος (π.χ., τα  ακραία «τευτονόμορφα» ονόματα των δύο οικογενειών), με τον οποίον ο Πόε αποστασιοποιήθηκε πρώιμα από τον γερμανικό τρόπο λογοτεχνικής δημιουργίας τρόμου. Στον πρόλογο του έργου του «Ιστορίες του Τερατώδους και του Αραβουργήματος» («Tales of the Grotesque and Arabesque»), που γράφτηκε το 1840, αναφέρει ότι μόνο μία από τις ιστορίες του (πιθανώς αυτή του Μετσενγκερστάιν) χρησιμοποιεί γερμανικό ψευδο-τρόμο. Κατά τα άλλα, ο τρόμος του δεν πηγάζει από τη Γερμανία, αλλά από την ψυχή.

Το διήγημα, με υπότιτλο στη δεύτερη έκδοση «Μια ιστορία σε μίμηση των γερμανικού ύφους» είναι το πρώτο δημοσιευμένο διήγημα του Αμερικανού συγγραφέα. Διαδραματίζεται στην Ουγγαρία με υπόβαθρο το αβυσσαλέο μίσος μεταξύ δύο οικογενειών. Η εισαγωγική φράση «Η φρίκη και ο θάνατος ανέκαθεν βασίλευαν στους αιώνες» προοιωνίζει την τρομακτική αφήγηση.

Το διήγημα ακολουθεί πολλές συμβάσεις της μυθοπλασίας και, για κάποιους μελετητές, εν μέρει υπερβάλλει. Κατά συνέπειαν, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης αν ο Πόε σκόπευε όντως να γράψει μια σοβαρή ιστορία ή …. μιαν αμφίσημη  σάτιρα. Ανεξάρτητα από αυτό, πολλά στοιχεία που εισήχθησαν στο Μετζενγκερστάιν είναι χαρακτηριστικά και στα μεταγενέστερα έργα του, όπως το ζοφερό κτίσμα – κάστρο, η συντριπτική δύναμη του κακού και το ζήτημα της εκδίκησης.

Την ιστορία διηγείται ένας ανώνυμος αφηγητής και διαδραματίζεται στην Ουγγαρία στο παρελθόν, σε μιαν εποχή (που δεν προσδιορίζεται), όταν οι άνθρωποι επίστευαν ευρέως ότι μπορούν να μετενσαρκωθούν ως ζώα.

Η πλοκή βασίζεται στο αχαλίνωτο μίσος μεταξύ δύο οικογενειών ευγενών, μετά από παλαιά διένεξη, η οποία είναι τόσο παλαιά που κανείς δεν ξέρει από πότε χρονολογείται. Πρωταγωνιστές είναι ο νεαρός Φρειδερίκος, βαρόνος φον Μετζενγκερστάιν και ο ηλικιωμένος Βίλχελμ, κόμης φον Μπερλίφιτσινγκ, που έχει ξένο – τουρκικό αίμα στις φλέβες του.

Ο Φρειδερίκος Μετζενγκερστάιν, μετά το θάνατο των γονέων του, οι οποίοι «έζησαν μια ζωή ασέβειας» και τυραννούσαν τους υποτελείς τους, μένει ορφανός και κληρονομεί την οικογενειακή περιουσία σε ηλικία 18 ετών. Έχοντας τεράστια πλούτη και δύναμη, αρχίζει να επιδεικνύει ιδιαίτερα σκληρή συμπεριφορά στους υπηκόους του.

Ο Φρειδερίκος συντηρεί συστηματικά το μίσος του κοιτάζοντας τακτικά μια παλιά ταπετσαρία που αναπαριστά την πτώση του κάστρου του Μετζενγκερστάιν, την εποχή της μάχης του Μόχατς, με την συντριπτική νίκη των Τούρκων, το 1526. Απεικονίζει έναν Τούρκο πρόγονο των Μπερλίφιτζινγκ, πάνω σε ένα γιγάντιο άλογο, καθώς ένας Μετζενγκερστάιν τον σκοτώνει με ένα στιλέτο.

Ένα βράδυ, τέσσερις μέρες αφότου έλαβε την κληρονομιά του, ξέσπασε πυρκαγιά στους στάβλους του γειτονικού κάστρου Μπερλίφιτζινγκ – ένα γεγονός για το οποίο πολλοί θεώρησαν υπεύθυνο τον Φρειδερίκο. Ωστόσο, ένα άλογο κατάφερε να ξεφύγει από τις φλόγες. Οι υπηρέτες λένε στον Φρειδερίκο πως ένα νέο άλογο βρέθηκε στους στάβλους του και υποθέτουν ότι είναι αυτό που διασώθηκε, όμως κανένας υπηρέτης του Μπερλίφιτζινγκ δεν το αναγνωρίζει ως ιδιοκτησία του κόμη. Ο Φρειδερίκος αναλαμβάνει την ιδιοκτησία του αλόγου. Μαθαίνει δε, ότι ο Βίλχελμ Μπερλίφιτζινγκ πέθανε στη φωτιά καθώς προσπαθούσε να σώσει ένα από τα άλογά του στον φλεγόμενο στάβλο.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, ο Μετζενγκερστάιν παύει να ενδιαφέρεται για τις συνήθεις υποθέσεις του σπιτιού του, απομονώνεται από τους ανθρώπους της τάξης του, τόσο που υποψιάζονται πως είναι τρελός, άρρωστος ή …. υπερβολικά αλαζονικός, και ασχολείται μόνο με το μυστηριώδες άλογο, του οποίου οι ικανότητες αποδεικνύονται αξιοσημείωτες. Μια θυελλώδη νύχτα, ο Μετζενγκερστάιν ξυπνά και πηγαίνει με το άλογο στο δάσος. Όσο ο βαρόνος λείπει, το κάστρο του τυλίγεται στις φλόγες. Πλήθος κόσμου μαζεύεται για να παρακολουθήσει την φωτιά και βλέπει το άλογο να καλπάζει σε μια ξέφρενη κούρσα με τον Μετζενγκερστάιν επάνω του, χωρίς αυτός να μπορεί να το συγκρατήσει παρά τις προσπάθειές του. Το άλογο ρίχνεται μαζί με τον αναβάτη στις φλόγες, σκοτώνοντας έτσι τον τελευταίο των Μετζενγκερστάιν. Αμέσως η φωτιά σβήνει. Στην ηρεμία, οι θεατές πάνω από το πυρπολημένο κάστρο παρατηρούν ένα σύννεφο καπνού σε σχήμα αλόγου.

.

🤞 Εγγραφείτε στην λίστα φίλων !

Διακριτική ενημέρωση για σημαντικά άρθρα της Ιστοσελίδας μας

247
fb-share-icon
Insta
Tiktok